Category Archives: Μάνα Μητέρα Μαμά

Πάμε θέατρο… Φρέσκια και ανθεκτική

//

  • Ο Γιώργος Δ.Κ. Σαρηγιάννης , προτείνει και αντιπροτείνει
  • ΤΑ ΝΕΑ: Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Γιώργος Νινιός, Ελισάβετ Μουτάφη, Πάνος Σκουρολιάκος επιβουλεύονται τη «Μάνα Μητέρα Μαμά» Ντίνα Κώνστα Αθήνα, δεκαετία του ΄70. Ένα παλιό διαμέρισμα, παγωμένο- γιατί ο διαχειριστής δεν ανάβει καλοριφέρ: το σπίτι του Μεμά. Γύρω στα σαράντα, υπαλληλάκος του Δημοσίου, ζει με τη γυναίκα του, την Βαρβάρα. Μαζί τους- φόρτωμα…- η μάνα του. Κλασική μικροαστή Ελληνίδα μάνα και πεθερά. Ακινητοποιημένη σε αναπηρικό καροτσάκι, απαιτητική, πεισματάρα, γκρινιάζει συνέχεια, αφόρητη, έχει φτάσει τη νύφη της στα όρια- τη βρίζει, την υπονομεύει στον άντρα της, ρίχνει συνέχεια σπόντες πως είναι στέρφα, της ψήνει το ψάρι στα χείλη. Την έχουνε πείσει να υπογράψει για να δώσουνε το οικογενειακό σπίτι- «προικώο» της- για αντιπαροχή, την έχουνε πείσει, για να βουλώσουνε τρύπες, να πουλήσει τον τάφο που είχε αγοράσει ο άντρας της και δεν τους τα συγχωρεί. Πόσω μάλλον όταν ο εργολάβος όλο και καθυστερεί να παραδώσει το καινούργιο διαμέρισμα.

Ο άλλος της γιος, ο αγαπημένος, ο Σωτηράκης, υπάλληλος στην αμερικάνικη βάση, καταφερτζής, μούτρο, με βρωμοδουλειές και φυλακή στην πλάτη του, σέρνει χρόνια την Μπέμπα- επίσης η αγαπημένη νύφη της γριάς-, μια λαϊκιά κομμώτρια που αγωνίζεται να τον κουκουλώσει και να περάσει από το καθεστώς της γκόμενας στη νομιμότητα της συζύγου με ατού την εγκυμοσύνη της. Το φρέσκο διαμέρισμα, η γριά δεν πρόκειται όμως να το ζήσει. Γιοι και νύφες συνωμοτούν να τη βάλουν σε οίκο ευγηρίας. Φτηνό. Και προσπαθούν να της το φέρουν με τρόπο. Δεν θα το αντέξει.

Το έργο του Γιώργου Διαλεγμένου «Μάνα μητέρα μαμά» (1979) περιγράφει γλαφυρά, με νατουραλίστικο ύφος, την παθογένεια της ελληνικής μικροαστικής τάξης. Βέβαια η δραματουργία του είναι αδύναμη και τα πρόσωπά του δεν γίνονται χαρακτήρες- ο Σωτηράκης, ειδικά, παραμένει ένας απολαυστικός μεν επιθεωρησιακός δε τύπος – αλλά η σάτιρά του, άνευ φόβου και μετά πάθους, με σύμφυτα έναν αναρχισμό και μια τρέλα, είναι οξύτατη, η γλώσσα του καίρια, ο διάλογός του έξυπνος και λαμπερός- το μεγάλο του ατού-, το χιούμορ του- συχνά μαύρο- απολαυστικό. Ακριβώς γι΄ αυτό, το έργο, αν και οι καταστάσεις του έχουν ξεπεραστεί- Μπέμπες δεν υπάρχουν πια, τις πάτησε το τρένο…-, διατηρεί μια φρεσκάδα αξιοσημείωτη.

  • Η παράσταση

Ο Σωτήρης Χατζάκης, αν και φόρτωσε το έργο με περιττές τραγικές προεκτάσεις- ειδικά στο όνειρο και στο φινάλε -, έστησε μία από τις καλές του παραστάσεις: σωστοί ρυθμοί, χιούμορ, προσοχή σε λεπτομέρειες… Το εξαίρετο, πατιναρισμένο σκηνικό του Γιώργου Πάτσα, φωτισμένο από τον Αντώνη Παναγιωτόπουλο μαζί με τα κοστούμια του και η μουσική επιμέλεια του Στέφανου Τορτοπόγου στηρίζουν τη σκηνοθεσία.

  • Οι ερμηνείες

Ο Γιώργος Νινιός προσπαθεί, αλλά η προσπάθειά του να πείσει φαίνεται. Εμένα δεν με έπεισε. Νομίζω, άλλωστε, πως δεν είναι η καταλληλότερη επιλογή για το ρόλο του Μεμά. Ο Πάνος Σκουρολιάκος με άνεση χρησιμοποιεί γνώριμά του, εύκολα μονοπάτια για τον αβανταδόρικο αλλά φύσει επιθεωρησιακό Σωτηράκη. Πόρρω απέχει από τη φυσική παρουσία και της Ελισάβετ Μουτάφη ο ρόλος της Βαρβάρας. Η νέα ηθοποιός δίνει όμως πειστικότατα μια ταλαιπωρημένη, αφημένη, ρημαγμένη Βαρβάρα: έκπληξη! Πειστικότατη και η Μπέμπα της Βάσως Γουλιελμάκη: φιγούρα, ξεβιδωμένη κίνηση με τα ψηλοτάκουνα εξαιρετική, έχει ελέγξει την ιδιαίτερη φωνή της εντάσσοντάς την στον ρόλο. Η Ντίνα Κώνστα, παλιά καραβάνα στο ρόλο της Γριάςπρώτη διδάξασα και το τρίτο ανέβασμα από διαφορετικό σκηνοθέτη στο οποίο τον επωμίζεται!-, πιο ώριμη, καταφέρνει να παραμερίσει την όποια μανιέρα της και να αντιμετωπίσει το ρόλο της Μάνας όχι μόνο με χιούμορ αλλά και με αξιομνημόνευτη λιτότητα που δεν ταυτίζεται με το κενό- το αντίθετο. Εκτός από την αφήγηση του ονείρου, όπου έχει οδηγηθεί, πιστεύω, από τον σκηνοθέτη σε διαμετρικά αντίθετο παίξιμο- υπερβολικό και στομφώδες.

  • Με λίγα λόγια

Ένα έργο εύφορο, μια παράσταση ικανοποιητική.

info«Μάνα μητέρα μαμά» στο θέατρο «Βεάκη» Στουρνάρη 32 Πολυτεχνείο, τηλ. 210-5223.522

  • Υποβολέας

Ένα έργο της εποχής του- όταν η μοντέρνα ψυχιατρική άρχιζε να αναλαμβάνει τα ηνία- με επίχρισμα θρίλερ: «Εσύ και τα σύννεφά σου» του Ερίκ Βεστφάλ (1971). Όχι κάτι το εξαιρετικό. Ανεβασμένο («Αγγέλων Βήμα») με μέτρο από τον Κοραή Δαμάτη. Στα βασικά ατού του η Σμαράγδα Σμυρναίου (που αποχώρησε όμως και αντικαταστάθηκε από την Ιλιάδα Λαμπρίδου) και ο Αντώνης Θεοδωρακόπουλος. Που επιστρέφει στη σκηνή ύστερα από πολλά χρόνια με έναν ρόλο όχι μεγάλης έκτασης, όχι «στα μέτρα του», αλλά κλέβει την παράσταση: αστραφτερός. Με τους γνώριμους τρόπους της και με πολλές υπερβολές η Αντιγόνη Βαλάκου. Πολύ καλή η πρώτη σκηνοθετική δουλειά («Βασιλάκου») της Σοφίας Καραγιάννη στο «Μην παίζεις με τα χώματα», σύνθεση δυνατών κειμένων της Στέλλας Βλαχογιάννησυγκλονιστικός ο μονόλογος για τον απαγχονισμένο αδελφό: δεξιοτεχνικά ισορρόπησε το μαύρο στοιχείο με το χιούμορ και οδήγησε τον εαυτό της και τις άλλες δύο ηθοποιούς- Ειρήνη Μουρελάτου και την ασυζητητί εξαιρετική Θεοδώρα Σιάρκου- σε καλές ερμηνείες Με θέμα ενδιαφέρον, αλλά ανολοκλήρωτος ο μονόλογος του Βασίλη Κατσικονούρη «Το μπουφάν της Χάρλεϊ ή Πάλι καλά». Η Άννα Παναγιωτοπούλου, πάντως, σκηνοθετημένη από τον Πέτρο Ζούλια σε ένα καλόγουστο σκηνικό της Αναστασίας Αρσένη, τον υπερασπίζεται με θέρμη και χιούμορ.

«Μάνα, μητέρα, μαμά», τριάντα χρόνια μετά

<!–

/ ΘΕΑΤΡΟ

–>

Ένας κόσμος οικείος, αν και λησμονημένος, αναδύεται μέσα από την πένα του Γιώργου Διαλεγμένου και το έργο του Μάνα, μητέρα, μαμά, τη θεατρική του επιτυχία των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων που, τριάντα χρόνια μετά, επανακάμπτει στη σκηνή του θεάτρου «Βεάκη» με ένα πολύ καλό καστ ηθοποιών, σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη.

Η κοινωνική και οικονομική άνοδος των μικροαστών μέσα από την αντιπαροχή μπορεί να είναι μια υπόθεση «λησμονημένη», το ήθος όμως των ηρώων του Διαλεγμένου, η απληστία και η πάση θυσία «πρόοδος» των δύο αδελφών (Πάνος Σκουρολιάκος και Γιώργος Νινιός) και των συζύγων τους (Ελισάβετ Μουτάφη και Βάσω Γιουλιελμάκη), παραμένουν και σήμερα χαρακτηριστικά που αφορούν «οικεία κακά»…

Μπορεί στην εποχή που γραφόταν το έργο η αντιπαροχή να άλλαζε το τοπίο της Αθήνας, ρυθμίζοντας εκ νέου τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, πριν από λίγα χρόνια ήταν το χρηματιστήριο και σήμερα το real estate που δίνουν κίνηση στο σπιράλ της απληστίας. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία κοινωνικής κινητικότητας (προς τα «πάνω» για αρκετούς, αλλά και προς τα «κάτω» για πολλούς άλλους, όπως έχει δείξει με μεγάλη εκφραστική δύναμη σε άλλα έργα του ο Γ. Διαλεγμένος), κάποιοι, παρά τις αντιστάσεις τους, βρίσκονται παραπεταμένοι, ένα βάρος άχρηστο για τους γύρω τους, όπως η συγκλονιστική ηλικιωμένη μητέρα του έργου (που στην τωρινή παράσταση ερμηνεύει η Ντίνα Κώνστα). Υποχωρώντας στις πιέσεις των γιων της, δίνει το σπίτι της αντιπαροχή. Με αυτήν την κρίσιμη απόφαση, αποκόπτεται από το γνώριμό της περιβάλλον, από το τοπίο των αναμνήσεων της, από τις ρίζες της. Αναγκάζεται να παραμείνει σ’ ένα χώρο ουδέτερο και ανοίκειο, γίνεται περιττή, περιττή ακόμη και στον θάνατο, αφού δεν ελπίζει πια ούτε στην ανάπαυση του τάφου της. Έτσι, άστεγη και στη ζωή και στον θάνατο, μετατρέπεται σταδιακά σε πράγμα, σε ένα κεφάλαιο που εξαντλήθηκε, αφού προηγουμένως στήριξε και ανάστησε τους άλλους.

Ακροβατώντας επιδέξια ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό, «το μοναδικό θεατρικό, από όσα έγραψα, που θα αντέξει στον χρόνο», όπως δηλώνει ο ίδιος ο Γ. Διαλεγμένος σε συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία, δοκιμάζει για μία ακόμη φορά τις αντοχές του στη συνάντηση με το κοινό. Ένα στοίχημα που θα κερδηθεί για μία ακόμη φορά, καθώς μιλά στη «βαθιά ψυχή» της ελληνικής κοινωνίας, δείχνοντάς της με τρόπο επιδέξιο κομμάτια από το αποκρουστικό της πρόσωπο… [Η ΑΥΓΗ: 30/10/2009]

<!–

«Μάνα, μητέρα, μαμά», τριάντα χρόνια μετά

–>