Category Archives: Λογοτεχνία

Οι λογοτέχνες στη σκηνή

  • Επτά, Κυριακή 27 Μαρτίου 2011 ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ
  • Χρόνια τώρα, παράλληλα με τα πιο σύγχρονα ευρωπαϊκά ή ελληνικά θεατρικά έργα, η κλασική λογοτεχνία όπως και η ποίηση διεκδικούσαν το μερτικό τους επί σκηνής. Η θεατρική απόδοση πεζών και ποιητικών κειμένων-«μύθων» της δυτικής κουλτούρας, από σονέτα του Σέξπιρ μέχρι αφηγήματα του Κάφκα, βρίσκει οπαδούς ή μιμητές και στο ελληνικό θέατρο.
    «Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ»
Η γλώσσα, το ήθος και το ύφος συγγραφέων όπως ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, ο Σολωμός, ο Ροΐδης προκαλούν το ενδιαφέρον σκηνοθετών και δραματουργών. Ετσι έχουμε δει να παρασταίνονται από το «Ασμα Ασμάτων» της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι την «Πάπισσα Ιωάννα».
Φέτος που συμπληρώνονται 100 χρόνια από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, ανέβηκαν τρεις παραστάσεις βασισμένες σε κείμενά του: «Ο Αμερικάνος» με τον Θανάση Σαράντο μόλις κατέβηκε από το «Ιδρυμα Κακογιάννη». Στον «Φούρνο» παίζεται η παράσταση «Θαλασσινοί έρωτες» της Μίρκας Γεμεντζάκη βασισμένη σε τρία ερωτικά διηγήματα που ερμηνεύουν οι Μαρία Καστάνη («Ερωτας στα χιόνια»), Ελένη Μακρή («Ονειρο στο κύμα»), Νάνα Παπαδάκη («Ερως-Ηρως»), ενώ στην Θεατρική Σκηνή «Ζωή Λάσκαρη» ξεκίνησε η παράσταση «Φτωχοί και άγιοι» με πέντε διηγήματα του Σκιαθίτη συγγραφέα. Είδαμε επίσης την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, έναν διπλό Βιζυηνό («Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», «Το αμάρτημα της μητρός μου») και τώρα την «Τρισεύγενη» του Κ. Παλαμά.
Αλλά γιατί το σύγχρονο θέατρο στρέφεται στη λογοτεχνία; «Το θέατρο, ή ακριβέστερα το δράμα, είναι λογοτεχνία, αφού μαζί με την ποίηση και την πεζογραφία αποτελεί ένα από τα βασικά τρία είδη που την συναπαρτίζουν» λέει η Αγγελική Σπυροπούλου, καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. «Αλλωστε το θεατρικό δράμα από τις απαρχές του έως τον 19ο αιώνα με την εμφάνιση του ρεαλισμού είχε έμμετρη μορφή, άρα αποτελούσε μέρος της ποιητικής δραστηριότητας.
Κορυφαίοι δραματουργοί, όπως ο Μπρεχτ, δοκιμάστηκαν και στη συγγραφή λυρικής και επικής-αφηγηματικής ποίησης ή και πεζών, αποδεικνύοντας έτσι την πορώδη σχέση του θεάτρου με τη λογοτεχνία. Το σύγχρονο θέατρο έχοντας παραμερίσει το διαλογικό στοιχείο, με υλικά την ποίηση και την αφήγηση, έχει στραφεί στο στοχασμό και την καταβύθιση στην ατομική εσωτερικότητα ως δείκτη της ιστορικής εμπειρίας».
Η Μίρκα Γεμεντζάκη, σκηνοθέτις των «Θαλασσινών ερώτων», έχει στο ενεργητικό της αρκετές θεατρικές παραστάσεις βασισμένες σε λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως στον Παπαδιαμάντη. «Ασχολούμαι μ’ ένα αλλιώτικο θέατρο» λέει. «Θεωρώ ξεπερασμένη και χωρίς θεατρικό ενδιαφέρον μια παράσταση που δείχνει απλώς τη Μήδεια να σκοτώνει τα παιδιά της. Πιστεύω στην ελευθερία εκείνου του ηθοποιού που αδειάζει το μυαλό απ’ όλες τις σκέψεις επιτρέποντας στο κείμενο να τον κατοικήσει και να τον μεταμορφώσει.
Θέλω τις παραστάσεις απόλυτα λιτές. Χωρίς στολίδια, χωρίς σκηνικά. Μια καρέκλα ή τρεις πάγκους, όπως στη φετινή μας δουλειά, αλλά καλογυμνασμένους ηθοποιούς ώστε να εισχωρήσουν μέσω της αναπνοής στο λογοτέχνημα, να κουμαντάρουν τους κραδασμούς συμφώνων και φωνηέντων. Δεν είμαι λόγια, αλλά λατρεύω τη λέξη λογοτέχνημα, την τέχνη του λόγου. Ο λόγος του Παπαδιαμάντη, καταπληκτικού γνώστη της φύσης και της ανθρώπινης ψυχής, είναι μοναδικός, γεμάτος εικόνες. Και γι’ αυτό αυτή η γλώσσα περνά και στους νέους».
Ο Δήμος Αβδελιώδης έλκεται πάντα από την ελληνική λογοτεχνία. Φέτος σκηνοθετεί το «Μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Βιζυηνού, αλλά και το άγνωστό μας μυστικιστικό «Μαράν Αθά» του Θωμά Ψύρρα, διασκευασμένο σε μια τρίωρη παράσταση με την Γιασεμί Κηλαηδόνη να ερμηνεύει πάνω από 19 ρόλους. Και έπεται συνέχεια. Προετοιμάζει ήδη την «Γυναίκα της Ζάκυθος» του Διονυσίου Σολωμού.
«Στη λογοτεχνία βρίσκω πράγματα ιδιαίτερης θεατρικής αξίας» λέει ο ίδιος. «Οταν ο συγγραφέας δεν προτίθεται να γράψει θεατρικά, δεν θέτει όρια και κανόνες οικονομίας στο γραπτό του. Αυτή η ελευθερία είναι εξαιρετικά γόνιμη».
Ο Δ. Αβδελιώδης πιστεύει ότι μέσα από τους κώδικες του θεάτρου αναδεικνύεται η σημασία οποιουδήποτε κειμένου: «Η αισθητική και η φιλοσοφία της τέχνης έχει καταλήξει: υπάρχει ό,τι προκαλεί συγκίνηση. Η φωνή του θεάτρου μπορεί να υποκαταστήσει τη φωνή οποιουδήποτε έργου. Πίσω από ένα λογοτεχνικό έργο κρύβεται ένας ζωντανός οργανισμός που μπορεί να ελευθερωθεί από την αιχμαλωσία των σελίδων. Το αίσθημα που περιέχει μπορεί να γίνει θεατρική πράξη, με γέλιο ή με κλάμα, αλλά με γνώμονα την αίσθηση συγκίνησης. Η γλώσσα δεν σχετίζεται μόνον με τις λέξεις, αλλά και με τη μουσικότητά τους».
Οσο για την Λ. Κονιόρδου, δούλεψε την «Τρισεύγενη» ως παραβολή, ως παραμύθι που, εν τη «αφελεία» του, αποκαλύπτει βαθιές πνευματικές προεκτάσεις. Το 1902 ο Παλαμάς γράφει ένα μεγάλο θεατρικό ποιητικό κείμενο το οποίο όμως, εκείνη την εποχή, δεν τυγχάνει της αποδοχής των ανθρώπων του θεάτρου. Απορρίπτεται πριν καν ανεβεί -ο Χρηστομάνος το θεωρεί φλύαρο, ο ποιητής αρνείται να το κόψει- κι ενώ όλοι το επαινούν ως λογοτεχνικό, αποτρέπουν το ανέβασμά του. Από τότε ο Παλαμάς δεν ξανάγραψε για το θέατρο. Η «Τρισεύγενη» παρουσιάστηκε αργότερα από τον Δ. Ροντήρη με την Κατίνα Παξινού, χωρίς να λείψουν οι σχετικές περικοπές.
«Ενδεχομένως στερηθήκαμε έναν σημαντικό συγγραφέα -κι άλλους που θα τον ακολουθούσαν- στο νεοελληνικό θέατρο» πιστεύει η Λ. Κονιόρδου. «Η «Τρισεύγενη» είναι έργο στο οποίο έχουν αφομοιωθεί θεατρικά στοιχεία από την αρχαιότητα και τον Σέξπιρ μέχρι το επτανησιακό θέατρο, αλλά δεν βοήθησε η εποχή, προσανατολισμένη τότε προς τη Δύση, για ν’ αποκτήσει την θέση που της αξίζει.
Ποιος θα επέλεγε ένα ποιητικό θέατρο που μιλά για ανθρώπους της επαρχίας όταν η άρχουσα τάξη έφευγε από την ύπαιθρο για να κλειστεί μέσα σ’ ένα σαλόνι; Ανέβασα το έργο ολόκληρο, χωρίς κοψίματα, γιατί αυτές ακριβώς οι σελίδες εμπεριέχουν το φιλοσοφικό προβληματισμό του κειμένου».
Τη μοναδικότητα του λογοτεχνικού κειμένου επικαλείται και η θεατρολόγος Ανδρομάχη Χρυσομάλη, που υπογράφει την πρώτη της σκηνοθεσία σε πέντε διηγήματα του Παπαδιαμάντη υπό τον τίτλο «Φτωχοί και άγιοι»: «Ηθελα να αισθανθώ τη μυρωδιά της Ελλάδας, να νιώσω την τρυφερότητα, την έγνοια αυτού του ιδανικού ερημίτη συγγραφέα για τον απλό, ταπεινό, αδικημένο, πονεμένο άνθρωπο. Το κείμενο δεν υστερεί σε θεατρικότητα στη γραφή, στη γλώσσα, στους διαλόγους. Ακόμα και η στατικότητα της αφήγησης δημιουργεί εικόνες ικανές να ταξιδέψουν τον θεατή».
Το επόμενο βήμα της θα είναι η «Μαρία Νεφέλη» του Ελύτη. Βέβαια, η λογοτεχνία στο θέατρο προϋποθέτει δραματουργική επεξεργασία.
Η διασκευή του «Μαράν Αθά» ήταν εξαιρετικά δύσκολη για τον Δ. Αβδελιώδη. Οπως παραδέχεται δε ο ίδιος, από τις 333 σελίδες κράτησε στο τέλος μόνο τις 30: «Το θέμα είναι η ανάγνωση που επιχειρείς. Δεν θα είχε κανένα θεατρικό νόημα, π.χ., αν ανέβαζα τον «Μέγα Αλέξανδρο και τον καταραμένο δράκο» κατά τον καραγκιοζίστικο τρόπο κι όχι με τους θεατρικούς κώδικες. Το ίδιο θα κάνω με τη «Γυναίκα της Ζάκυθος», από τα πιο προσωπικά κείμενα του Σολωμού».
«Για να πραγματωθεί το δραματουργικό κείμενο σε παράσταση, προϋποτίθεται η συνεργία όλων των τεχνών και διαφορετικών ανθρώπων που κάθε φορά το μεταβάλλουν παραστώντας το», υπογραμμίζει η θεατρολόγος Α. Σπυροπούλου: «Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η μεταβίβαση της πρωτοκαθεδρίας στον σκηνοθέτη όσον αφορά το θεατρικό γεγονός, καθώς και οι πειραματισμοί της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας κατά τον 20ό αιώνα, λείαναν το δρόμο για την πρόσφατη στροφή του θεάτρου στη λογοτεχνία. Αμφισβητήθηκε έτσι η κλασική δραματική δομή από τους ίδιους τους μοντερνιστές συγγραφείς, με αποτέλεσμα πολλά νεότερα και σύγχρονα δραματικά έργα να ενσωματώνουν ποιητικά ή αφηγηματικά στοιχεία. Το δραματικό κείμενο έπαψε να θεωρείται ο αναγκαίος όρος μιας θεατρικής παράστασης. Οι συγγραφείς και οι σκηνοθέτες αποδεσμεύτηκαν από την εξουσία του παραδοσιακού κειμένου καταργώντας τα στεγανά μεταξύ θεάτρου και λογοτεχνίας».
Στην παράσταση «Φτωχοί και άγιοι», ο Αντώνης και ο Κωνσταντίνος Κούφαλης επεξεργάστηκαν το κείμενο διατηρώντας το ιδιόλεκτο του Παπαδιαμάντη με την κατασκευή διαλόγων στο ίδιο πνεύμα: «Αποκαλύπτονται δύο ξεχωριστές παράμετροι του ύφους του Παπαδιαμάντη: το υποδόριο χιούμορ και η μουσικότητα των εννοιών και των φράσεων που συνυπάρχουν αρμονικά ακόμη και στα πιο σκοτεινά σημεία» λένε οι ίδιοι: «Τηρήσαμε την ομαλότητα και τη συνεχή ροή της δράσης των διηγημάτων, με την τοποθέτηση αφηγητών που προωθούν το μύθο χωρίς να τον αλλοιώνουν».
Ενα άλλο ζήτημα σε τέτοια εγχειρήματα είναι και η λειτουργία του ηθοποιού: «Η πίστη, η θηριώδης πειθαρχία και η ακάματη όρεξη της Γ. Κηλαηδόνη έδωσε και σε μένα τεράστιο κουράγιο» λέει ο Δ. Αβδελιώδης. «Δεν είναι λίγο να απαιτείς από τον ηθοποιό ν’ αλλάξει αντίληψη για να υπηρετήσει ένα τόσο δύσκολο κείμενο».
Πριν από χρόνια η Λ. Κονιόρδου είχε ερμηνεύσει τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, σε μια παράσταση μάλιστα που άφησε εποχή: «Ο σκηνοθέτης Σ. Χατζάκης αφουγκράστηκε τον συγγραφέα κι ακολούθησε μια σαφή κατεύθυνση. Η σύνδεση με το τελετουργικό δρώμενο και το αρχαίο δράμα λειτούργησαν ως πυξίδες αποκάλυψης του έργου. Ερμηνευτές, συνθέτης, κινησιολόγος συνταχτήκαμε στον ίδιο. Είχα στο μυαλό μου τη «Φόνισσα» δουλεύοντας την «Τρισεύγενη». Με ενδιέφερε η σύγκρουση ιδεών. Ο Παλαμάς αναφέρεται σ’ αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε όλοι ως πραγματικότητα: μέσα στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία είμαστε αλληλοεξαρτώμενα κομμάτια ενός ενιαίου οργανισμού. Ενα πυρηνικό ατύχημα στην Ιαπωνία επηρεάζει τη ζωή στην άλλη πλευρά της Γης. Δεν γίνεται να ζούμε αδιάφορα μέσα στο μικρό εθνικό μας κύκλο ούτε να βλέπουμε τα υλικά αγαθά ως το αποκούμπι της ψυχής μας. Οι απόψεις του Παλαμά ακούγονται με απλότητα, καθαρότητα, βαθιά συγκίνηση».