Category Archives: Λιγνάδης Δημήτρης

Γίνεται… Μότσαρτ τον χειμώνα

  • Θα αντιμετωπίσει στη σκηνή τον Δημήτρη Λιγνάδη ως Αντόνιο Σαλιέρι στο θέατρο Βρετάνια, γύρω στα Χριστούγεννα, με το έργο του Πίτερ Σάφερ «Αμαντέους» και τις «ευλογίες» του Λάκη Λαζόπουλου

Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης πρόκειται να υποδυθεί τον Μότσαρτ τον επόμενο χειμώνα, με τον Δημήτρη Λιγνάδη να ερμηνεύει στο πλευρό του τον μεγάλο πολέμιό του, τον συνθέτη Αντόνιο Σαλιέρι! Πού αυτά; Στο θεατρικό έργο του Πίτερ Σάφερ «Αμαντέους» που χρόνια τώρα παρουσιάζεται ανά τον κόσμο από σημαντικούς πρωταγωνιστές, ενώ έχει μεταφερθεί και στο σινεμά, με τεράστια επιτυχία. Τα δικαιώματα του έργου κατάφερε να κλείσει προ ολίγων ημερών ο θεατρικός επιχειρηματίας Κάρολος Παυλάκης, προκειμένου να το ανεβάσει στο «Βρετάνιά» του, στο δεύτερο μισό της νέας χειμερινής σεζόν – στο πρώτο θα επαναληφθεί το «Ψηλά από τη γέφυρα» του Μίλερ από τον Γρηγόρη Βαλτινό.

Γίνεται... Μότσαρτ τον χειμώνα

Αξίζει να αναφέρουμε ότι το χεράκι του έβαλε και για το έργο και για το «πάντρεμα» Παπακαλιάτη – Λιγνάδη ο Λάκης Λαζόπουλος, που έχει την καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου «Βρετάνια» όπως και του γειτονικού θεάτρου «Αθηνών». Το «Αμαντέους» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας το ‘79, σε σκηνοθεσία του Πίτερ Χολ, με τους Σκόφιλντ, Κάλοου, Κένταλ, ενώ έναν χρόνο μετά ανέβηκε στο Μπρόντγουεϊ με πρωταγωνιστές τους Ιαν Μακ Κέλεν, Τιμ Κάρεϊ και Τζέιν Σέιμουρ, σαρώνοντας τα βραβεία Τόνι. Σάρωσε, όμως, και στα Οσκαρ το έργο με τη σκηνοθετική υπογραφή του Μίλος Φόρμαν – ο Μάρεϊ Αμπραχαμ που έπαιξε τον Σαλιέρι πήρε βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου και η ίδια η ταινία απέσπασε το Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας το ‘84. Στο έργο του Σάφερ τον πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει το άσπονδο μίσος του συνθέτη Αντόνιο Σαλιέρι για τον Αμαντέους Μότσαρτ. Ο πρώτος, όπως είχε εκμυστηρευτεί, όταν εισήχθη σε νοσοκομείο με γεροντική άνοια, σε δύο νοσοκόμους, είχε δολοφονήσει τον δεύτερο με δηλητήριο. Ο Αλέξανδρος Πούσκιν έγραψε ένα δράμα πάνω σε αυτό με τίτλο «Μότσαρτ και Σαλιέρι» και αργότερα «πάτησε» σε αυτό και ο Πίτερ Σάφερ. Στο «Αμαντέους», που γράφηκε πριν από περίπου τριάντα χρόνια (1979), πρώτο ρόλο έχει ο φθόνος του καλού Βενετσιάνου συνθέτη απέναντι στον «θεϊκό» Μότσαρτ. Ο πρώτος παρουσιάζεται στο έργο σαν μεταμορφωμένος «εωσφόρος» που παραγγέλνει στον δεύτερο μια επιμνημόσυνη ακολουθία, ένα «Ρέκβιεμ», με απώτερο σκοπό να το εκτελέσει σαν δικό του στην κηδεία του Μότσαρτ.

Γίνεται... Μότσαρτ τον χειμώνα

Οσον αφορά τον Παπακαλιάτη, ήθελε εδώ και καιρό να επιστρέψει στο θέατρο με κάτι σημαντικό αλλά και δυνατό, αλλά δεν του το επέτρεπαν οι τηλεοπτικές του υποχρεώσεις. Τώρα που έπεσε η αυλαία του «4» και δεν ετοιμάζει κάτι νέο για την επόμενη σεζόν, αποφάσισε να κάνει θέατρο – και μάλιστα με την καλλιτεχνική υποστήριξη του «μέντορά» του Λάκη Λαζόπουλου. Το έργο του Σάφερ τον κέντρισε και στις εκτενείς συζητήσεις που έκαναν με τον Δημήτρη Λιγνάδη ενθουσιάστηκε. Η παράστασή τους θα ανέβει στο θέατρο «Βρετάνια» γύρω στα Χριστούγεννα, τότε που θα μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη το «Ψηλά από τη γέφυρα» που θα ανοίξει για φέτος τη σεζόν σε αυτό με τον Γρηγόρη Βαλτινό σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 02/07/2010

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ: «Ακόμη και κρυφτό παίζουμε»

  • Η νέα παράστασή του, με θέμα τον έρωτα, κάνει πρεμιέρα απόψε στο Θησείον

  • Με το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα και τους αγαπημένους του ποιητές έστησε ο Δημήτρης Λιγνάδης την παράσταση «Συμπόσιο (ένα)- (Περί Ερωτος)» που απόψε ξεκινά το ταξίδι της στο θέατρο Θησείον του Μιχαήλ Μαρμαρινού στου Ψυρρή. «Οι σκέψεις προκύπτουν ανάλογα με τη διάθεση και τις υπαρξιακές μου αναζητήσεις» αναφέρει σχετικά με την επιλογή του, επισημαίνοντας ότι «ήταν ευτυχής συγκυρία να θελήσει να τις στεγάσει ο Μιχαήλ», ενώ λίγες εβδομάδες νωρίτερα ο ίδιος είχε συμμετάσχει στις παρισινές παραστάσεις τού «Πεθαίνω σα χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη , παραγωγής του Θησείου.

  • «Εξι νέοι άνθρωποι, 5.000 ετών» εξηγεί χαριτολογώντας «συναντιούνται σε ένα εντευκτήριο και συνομιλούνγια κάτι που έχει πεθάνει. Χωρίς να πολυκαταλαβαίνουμε τι ακριβώς είναι αυτό που χάθηκε, γίνεται κάτι εις μνήμην. Με ονόματα που παραπέμπουν στο “Συμπόσιο” του Πλάτωναοι χαρακτήρες δεν υποδύονται ρόλους αλλά όλοι μαζί συζητούν για τον έρωτα. Ανάμεσά τους, ποιήματα των προσωπικών μου ποιητών μπλέκονται με το κείμενοΣολωμός, Δροσίνης, Βιζυηνός, Πορφύρας, Καβάφης, Εμπειρίκος και Ελύτης». Και η γυναίκα, κάπου εκεί ανάμεσά τους, σερβίρει αλλά και διαβάζει τον «Μεγάλο Ανατολικό», μια που όλη η παράσταση την αφορά… Και όλο αυτό είναι θέατρο; «Δεν μπορώ να απαντήσω, γιατί δεν ξέρω τι είναι θέατρο. Εχει όμως αρχή, μέση και τέλος. Για μένα πάνω από όλα είναι να αφεθώ ελεύθερος και να κάνω αυτό που νιώθω, παρουσιάζοντας το κείμενο γυμνό».
  • Σκηνοθέτης μα πρώτα από όλα ηθοποιός ο Δημήτρης Λιγνάδης δεν έχει βρει, όπως σημειώνει, τη σχέση του με το θέατρο: «Αν ήξερα ποιος είναι ο δρόμος, θα κοιμόμουν πιο ήσυχος και θα έκανα πιο στρωτές, πιο εύληπτες παραστάσεις και, ίσως, πιο επιτυχημένες. Στο θέατρο δεν ζητάω την επιτυχία, την ευτυχία ζητάω» δηλώνει και καταλήγει: «Σε αυτήν την παράσταση που είναι πιο ακροαματική και λιγότερο θεαματική έξι νέοι, ακουμπώντας στον καμβά του “Συμποσίου”, συνευρίσκονται και συζητούν με αφορμή τον έρωτα. Παίζουν ακόμη και κρυφτό». Οσο για τη δική του παρουσία ξεκαθαρίζει ότι «έχω το αλλόμορφο του Σωκράτη. Δίνω τον λόγο στους άλλους. Θα έλεγα ότι είμαι ωσεί απών».

  • Στην παράσταση «Συμπόσιο (ένα)- (Περί Ερωτος)» παίζουν οι Δημήτρης Λιγνάδης, Βασίλης Μπουλουγούρης, Γιάννης Χαριτοδιπλωμένος, Γιάννης Παναγόπουλος, Γιώργος Χριστοδούλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Σάρα Εσκενάζυ, Βύρωνας Κατρίτσης.

  • Η πρεμιέρα δίνεται απόψε στο Θησείον.
  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Πρεμιέρες, Αθήνα – Θεσσαλονίκη

«Συμπόσιον»

Μια παράσταση επηρεασμένη από το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα σε συνδυασμό με ελληνική ποίηση θα παρουσιάσει ο Δημήτρης Λιγνάδης στο θέατρο «Θησείον». Το «Συμπόσιο (Ενα). Περί έρωτος» ανεβαίνει σήμερα. Κείμενα – σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη, σκηνικά – κοστούμια Kenny MacLellan, φωτισμούς Σάκη Μπιρμπίλη. Παίζουν: Δημήτρης Λιγνάδης, Βασίλης Μπουλουγούρης, Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος, Γιάννης Παναγόπουλος, Γιώργος Χριστοδούλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Σάρα Εσκενάζυ, Βύρωνας Κατρίτσης.«Προσπάθησα – σημειώνει ο Δημήτρης Λιγνάδης – «ακουμπώντας» στους συνδαιτυμόνες του πλατωνικού συμποσίου και χρησιμοποιώντας τους αγαπημένους μου ποιητές με τους οποίους μεγάλωσα, τους γνώρισα ή τους ανακάλυψα μόνος μου και που ήρθαν να «προλογίσουν» ή να «σφραγίσουν» τις πράξεις μου, να μιλήσω περί έρωτος μέσα από τα στόματα και τα σώματα 6 νέων ηθοποιών και μιας γυναίκας. Με άλλα λόγια, βάζω – κυριολεκτικά και μεταφορικά – στο τραπέζι τους, την έννοια του έρωτα και βλέπω πώς τον εκφράζουν, πώς τον «μιλάνε» οι νέοι αυτοί μέσα από τα συγκεκριμένα ποιήματα. Δεν είναι ούτε μια φιλοσοφική, ούτε μια φιλολογική παράσταση. Δεν θα δούμε φυσικά αυτούσιους τον Αλκιβιάδη, τον Φαίδρο, τον Σωκράτη, τον Σωλομό, τον Δροσίνη, τον Εμπειρίκο, αλλά κάποιους… «αντ’ αυτών»». Ο σκελετός, απλός και συμβολικός. Ο δάσκαλος, ο Σωκράτης, έχει αποχωρήσει, ίσως πεθάνει, βρίσκεται όμως ανάμεσά τους, ωσεί παρών, και καθοδηγεί τους νέους μαθητές του να εκφραστούν ελεύθερα, απενεχοποιημένα για το ερωτικό ζητούμενο μέσα από τα ποιήματα. Στην παράσταση επικρατεί μια πένθιμη μπεκετική ατμόσφαιρα, η οποία ανατρέπεται.

  • Στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας», στα πλαίσια του χειμερινού προγραμματισμού του Εθνικού Θεάτρου, η ομάδα «Κανιγκούνα» ανεβάζει σήμερα, την καυστική για την εποχή της, τα τέλη του 19ου αιώνα, κωμωδία του Ηλία Καπετανάκη «Βεγγέρα». Κωμωδία που σατίριζε την αμορφωσιά, τη βλακεία, το ξενομανή μιμητικό καθωσπρεπισμό, τις γελοιότητες της μικροαστικής τάξης στο νεοσύστατο νεοελληνικό κράτος. Σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη, σκηνικά – κοστούμια Θάλεια Ιστικοπούλου, μουσική Βασίλη Μαντζούκη. Παίζουν (αλφαβητικά): Δημήτρης Αγατζίδης, Θανάσης Δήμου, Ανθή Ευστρατιάδου, Σύρμω Κεκέ, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μαρία Μαγκανάρη, Πέτρος Μάλαμας, Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου.
  • Το προκλητικό έργο του Αλφρέντ Ζαρύ «Ο Υπμύ Βασιλιάς», το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, εγκαινιάζει (πρεμιέρα σήμερα) την Πειραματική Σκηνή του, στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών. Μετάφραση – ελεύθερη απόδοση Βάσια Μπακάκου. Διασκευή – σκηνοθεσία Γιάννης Παρασκευόπουλος. Σκηνικά – κοστούμια Σοφία Παπαδοπούλου. Επιμέλεια κίνησης Κώστας Γεράρδος. Μουσική επιμέλεια Κοσμάς Ευφραιμίδης. Παίζουν: Βασίλης Γαλάτης, Αργύρης Γκαγκάνης, Δημήτρης Γκουτζαμάνης, Ελένη Θυμιοπούλου, Μαρία Καραμήτρη, Βάσια Μπακάκου, Μαγδαληνή Μπεκρή, κ.ά. Ο Υμπύ, λαίμαργος και αφελής, υποκύπτει στην παραίνεση της φιλόδοξης συζύγου του να σκοτώσει τον βασιλιά της Πολωνίας. Με σύνθημα τη λέξη «Σκατά!», κηρύσσει πόλεμο και αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας, δολοφονώντας, βασανίζοντας, φορολογώντας και… τρώγοντας. Μια σουρεαλιστική ιστορία; Ενα παραμύθι χωρίς ευτυχισμένο τέλος; Μια καυστική φάρσα που ξεκινά αθώα αλλά καταλήγει τραγική.
  • «Τα σημερινά αυτιά είναι απροπόνητα στην ποίηση»

    Γι’ αυτό ο Δημήτρης Λιγνάδης μάς προσφέρει μιάμιση ώρα τρέινινγκ με την παράσταση «ΣΥΜΠΟΣΙΟ (ΕΝΑ)… περί έρωτος». Πρωταγωνιστούν ερωτικά ποιήματα (Σολωμού, Δροσίνη, Σαχτούρη κ.ά.), ο ίδιος στον ρόλο του Σωκράτη και επτά νέοι ηθοποιοί σε ρόλους μαθητών του

    Ολος ο θίασος του «Συμποσίου». Καθιστοί (από αριστερά) οι: Βασίλης Μπουλουγούρης, Βύρων Κατρίτσης, Γιάννης Παναγόπουλος, Δημήτρης Λιγνάδης, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος και Γιώργος Χριστοδούλου. Ξαπλωμένη, η Σάρα Εσκενάζυ

    Ολος ο θίασος του «Συμποσίου». Καθιστοί (από αριστερά) οι: Βασίλης Μπουλουγούρης, Βύρων Κατρίτσης, Γιάννης Παναγόπουλος, Δημήτρης Λιγνάδης, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος και Γιώργος Χριστοδούλου. Ξαπλωμένη, η Σάρα Εσκενάζυ

    Ο Δημήτρης Λιγνάδης διάγει την πιο ποιητική φάση της πολυκύμαντης καλλιτεχνικής καριέρας του. «Ποίηση είναι τα πάντα. Ακόμα και το βρεγμένο μπουρνούζι μου», υποστηρίζει. «Οι ποιητές λιγοστεύουν». Εκεί εντοπίζει και το πρόβλημα. Σκέψεις μέσα από τις οποίες προέκυψε το «ΣΥΜΠΟΣΙΟ (ΕΝΑ)… περί έρωτος», η νέα ποιητική performance του, που κάνει πρεμιέρα αύριο στο θέατρο «Θησείον», με τον ίδιο «ωσεί παρόντα», όπως χαρακτηριστικά λέει, στο ρόλο του δασκάλου Σωκράτη και επτά νέους ηθοποιούς σε ρόλους μαθητών.

    Στη θέση της πρόζας μην αναζητήσετε ούτε αποσπάσματα από το «Συμπόσιο» -είτε απ’ το πρωτότυπο είτε σε μετάφραση- ούτε σύγχρονα πεζά κείμενα. «Μην περιμένετε να δείτε μια σκηνική διασκευή του «Συμποσίου»», προειδοποιεί ο Λιγνάδης. Ο τίτλος άλλωστε εν μέρει το υπονοεί.

    Η παράσταση -συνειδητά ηχηρή απάντηση στην αντιποιητική περιρρέουσα ατμόσφαιρα- στήθηκε πάνω σε ερωτικά ποιήματα του Σολωμού, του Δροσίνη, του Εμπειρίκου, του Σαχτούρη. «Είναι οι ποιητές που γνώρισα και αγάπησα. Στην παράσταση είναι οι εραστές μου», αποκαλύπτει ο Λιγνάδης.

    Κι επειδή ζητούμενό του ήταν «να ακουστεί μόνο ποίηση», το «Συμπόσιο (ένα)» είναι «περισσότερο ακρόαμα παρά θέαμα. Τα αυτιά, όμως, των σημερινών θεατών είναι απροπόνητα», υποστηρίζει ο σκηνοθέτης. Φιλοδοξεί μέσα σε μιάμιση ώρα να τα «οξύνει».

    Το πλατωνικό «Συμπόσιο» δανείζει, πάντως, τη φόρμα στην ενδιαφέρουσα σκηνική πρόταση. Η δράση εκτυλίσσεται στο πλαίσιο μιας δεξίωσης. Μοιάζει σύγχρονη. Στην πραγματικότητα είναι η άχρονη μεταφορά στα καθ’ ημάς ενός συμποσίου, από εκείνα που αποτελούσαν καθημερινότητα την εποχή που άνθιζε η αρχαία ελληνική φιλοσοφία.

    Τα λευκοστρωμένα τραπέζια θα είναι γεμάτα φαγητά και οι συνδαιτυμόνες αμπιγιέ ντυμένοι. Το κοινό δεν θα κάθεται παθητικά. Θα μετέχει, αναλόγα με τις ορέξεις του φυσικά, στην οινοποσία των ηθοποιών, με οινοχόο τη μοναδική γυναίκα της παράστασης.

    Υπάρχουν και ανατροπές: ενώ στην αρχή επικρατεί μια πένθιμη ατμόσφαιρα -υποτίθεται ότι έχει «φύγει» ο δάσκαλος Σωκράτης- το κλίμα βαθμηδόν ανατρέπεται. Γίνεται ευφρόσυνο. Και ο έρωτας διαρκώς… υπονοείται. «Επιθυμούσα να μιλήσω για αυτόν μέσα από τα στόματα και τα σώματα 6 νέων ανδρών και μιας γυναίκας», διευκρινίζει ο Λιγνάδης.

    Δεν ήθελε να συνδιαλαγεί με ηθοποιούς της ηλικίας του για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: «Θέλω να δω πώς «μιλάνε» οι νέοι τού σήμερα τον έρωτα. Το «Συμπόσιο» είναι μία καταγραφή του τρόπου που αντιλαμβάνεται η νεότερη γενιά τον ποιητικό λόγο. Δεν είναι, όμως, ούτε μια φιλοσοφική ούτε μια φιλολογική παράσταση», εξηγεί.

    Γιατί, ωστόσο, ο έρωτας συνδιαλέγεται με το θάνατο; Γιατί τον «πνίγει» κατά κύματα μια πεισιθανάτια σκοτεινιά; «Η παράσταση είναι dark γιατί dark είναι η εποχή μας», απαντά ο σκηνοθέτης απενοχοποιημένα. «Κι αυτό αποτελεί μόνο καταγραφή της κατάστασης. Δεν είναι η προσωπική μου πίστη για τον έρωτα».

    Εκλεισε απότομα ο κύκλος σας στο Εθνικό Θέατρο και, μάλιστα, στα καλύτερά του. Τι έφταιξε;

    «Οι ανάγκες του Εθνικού και του ρεπερτορίου του αυτή τη στιγμή διέφεραν απ’ τις δικές μου. Τι ήθελα; Να επιστρέψω, να ξαναγαπήσω, να αναμεταδώσω το ξεχασμένο αυτονόητο. Το απλό, το αθώο και -όπως πιστεύω- το απαραίτητο. Ετσι κι αλλιώς η έννοια του «πυρήνα», όπως διαμορφωνόταν στο Εθνικό, με φοβίζει. Εξ ου και φέτος εγκατέλειψα κάθε θεσμική θέση που κατείχα. Εφυγα ακόμα και από τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Δεν έχω κάτι εναντίον των θεσμών. Απλώς οι κύκλοι κλείνουν».

    Γιατί επιλέξατε το «Θησείον», τη στέγη του Μιχαήλ Μαρμαρινού, προκειμένου να πείτε αυτά που θέλετε;

    «Πρώτ’ απ’ όλα μας ενώνουν με τον Μιχαήλ ειδικοί ψυχοπνευματικοί δίαυλοι. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος βασανίζεται. Ο δεύτερος λόγος είναι η ταυτότητα της στέγης. Το «Θησείον» είναι εξωθεσμικό και μοιραία αφήνει, αν δεν επιβάλλει, την απόλυτη ελευθερία». *

    Info «ΣΥΜΠΟΣΙΟ (ΕΝΑ)… περί έρωτος», σύλληψη και σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη. Σκηνικά – κοστούμια: Kenny MacLellan. Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Μαζί με τον Λιγνάδη παίζουν οι: Βασίλης Μπουλουγούρης, Γιάννης Χαρτοδιπλωμένος, Γιάννης Παναγόπουλος, Γιώργος Χριστοδούλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Σάρα Εσκενάζυ και Βύρων Κατρίτσης.

    • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

    «Συμπόσιο» για τον έρωτα

    «Ακουμπώντας» στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, αλλά και σε αγαπημένα του ποιήματα ελληνικά, από τον Σολωμό κι έπειτα, που τον αφορούν προσωπικά, ο Δημήτρης Λιγνάδης και οι συνδαιτυμόνες του (ένας θίασος νέων ταλαντούχων ηθοποιών) με ευαισθησία θα επιχειρήσουν να ιχνηλατήσουν μέσα μας τις ιδιαίτερες εκείνες χορδές που μόνο ο έρωτας μπορεί να πάλει.

    Σκηνή από τις δοκιμές της παράστασης «Συμπόσιο (ένα). Περί έρωτος», που κάνει πρεμιέρα την Παρασκευή στο θέατρο «Θησείον. Ενα θέατρο για τις Τέχνες»
    Σκηνή από τις δοκιμές της παράστασης «Συμπόσιο (ένα). Περί έρωτος», που κάνει πρεμιέρα την Παρασκευή στο θέατρο «Θησείον. Ενα θέατρο για τις Τέχνες»

    Θα μιλήσουν για τον έρωτα σήμερα, μέσω της παράστασης «Συμπόσιο (Ενα). Περί Ερωτος», που κάνει πρεμιέρα μεθαύριο στο θέατρο «Θησείον, Ενα Θέατρο για τις Τέχνες».

    Επειτα από τέσσερα χρόνια στο Εθνικό Θέατρο ο Δημήτρης Λιγνάδης δέχθηκε την πρόταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού για συνεργασία στο θέατρο Θησείον, «όχι μόνο γιατί είναι ένα θέατρο με πολύ μεγάλη ιστορία, αλλά και γιατί μου δίνει τη δυνατότητα να εκφράσω απολύτως ελεύθερα, έξω από λογικές ταμείου και ρεπερτορίου, εκείνο που έχω ανάγκη αυτή τη στιγμή στη ζωή μου, δηλαδή να επιστρέψω, να ξαναγαπήσω, κι αν μπορώ να αναμεταδώσω το ξεχασμένο αυτονόητο, το απλό, το αθώο και -όπως πιστεύω- το απαραίτητο».

    Πατώντας σε δύο πυλώνες, στον «δικό του» Πλάτωνα και στην ποίηση που αγαπά παρουσιάζει ένα θέαμα που αρχίζει και κλείνει με Ελύτη. Ωστόσο, ο ίδιος συνοψίζει την άποψη της παράσταση στον στίχο του Ανδρέα Εμπειρίκου: «Πάρε τη λέξη μου, δώς μου το χέρι σου». Μιλάει «περί έρωτος» μέσα από τα στόματα και τα σώματα επτά νέων ηθοποιών (έξι άνδρες και μία γυναίκα).

    Με άλλα λόγια «βάζω -κυριολεκτικά και μεταφορικά- στο τραπέζι τους την έννοια του έρωτα και βλέπω πώς τον εκφράζουν, πώς τον «μιλάνε» οι νέοι αυτοί μέσα από τα συγκεκριμένα ποιήματα» εξηγεί. Παίζουν: Δ. Λιγνάδης, Β. Μπουλουγούρης, Γ. Χαρτοδιπλωμένος, Γ. Παναγόπουλος, Γ. Χριστοδούλου, Γρ. Ποιμενίδης, Σ. Εσκενάζυ, Β. Κατρίτσης.

    • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 25/11/2009

    Μια αγάπη για το καλοκαίρι

    Η θάλασσα, οι ταβέρνες, οι  πορτοκαλαιώνες, το δρομάκι που  βγάζει στο μικρό θεατράκι, το  μονοπάτι από τα καμαρίνια ώς το  μεγάλο θέατρο. «Η μνήμη μου  μπλέκει το ιερό του Ασκληπιού με  το γήπεδο του Ασκληπιού Α.Ο. Την  ιστορία της Επιδαύρου με την  Επίδαυρο της δικής μου ιστορίας»,  λέει ο Δημήτρης Λιγνάδης


    Χρόνια κι έρωτες στην Επίδαυρο

    Του Δημήτρη Λιγνάδη

    Κοντά 30 χρόνια επισκέπτεται την Επίδαυρο ο Δημήτρης Λιγνάδης. Και μας ξεναγεί στις αγαπημένες του γωνιές, από το Ασκληπιείο μέχρι το λιμάνι. «Η μνήμη, όπου και να την αγγίξεις, πονάει». Και η δική μου μνήμη, όταν πονάει, τρελαίνεται… Η «δική μου» Επίδαυρος: οι δρόμοι και τα μονοπάτια της. Ο δρόμος του λιμανιού, μπροστά από τα καφέ και τα ξενοδοχεία. Να ερημώνει τον χειμώνα, να γεμίζει το καλοκαίρι από τους ίδιους ανθρώπους, που- κοντά 30 χρόνια τώρα- τους ξανασυναντώ, πεισματικά, εκεί.

    Το, σαν κρυφό, δρομάκι που βγάζει στο μικρό αρχαίο θεατράκι. Ο παλιός δρόμος που ένωνε την (πριν «παλαιά», τώρα «αρχαία») Επίδαυρο με το Λυγουριό (τώρα «Ασκληπιείο»). Από εκείνο τον δρόμο με οδήγησε ο πατέρας μου το ΄75 ώς το αρχαίο θέατρο και είδα την πρώτη μου παράσταση: Οιδίπους επί Κολωνώ. Ο Μινωτής να εξέρχεται της σκηνής και εντός μου να εισέρχεται το φως. Το μονοπάτι από τα καμαρίνια ώς το θέατρο, αργότερα, αντίστροφα περπατημένο!

    Κι άλλοι «επιδαύριοι» δρόμοι. Όπου, με το πέρασμα των χρόνων, βάδισα. Και έτσι κι αλλιώς… Η θάλασσα. Στη Βαγιωνιά, στη Μουριά, στα κάμπινγκ, στην Παναγίτσα. Νερά πότε θολά, πότε καθαρά, μα πάντοτε, για μένα, ιαματικά. Οι τόποι και το τοπίο. Το Αρχαίο Θέατρο και ο πέριξ αυτού χώρος. Οι αρχαίες ελιές, οι πορτοκαλεώνες. Δίπλα στα μονοπάτια οι λυγαριές, που «αν δεν τις πιάσεις, την αγάπη σου θα χάσεις». Οι πάντα ζωντανοί επί σκηνής μύθοι και «μύθοι», που αστράφτανε και στοίχειωσαν διά παντός το θεατρικό δικό μου… παραμύθι!

    Οι στιγμές. Κάτω από έναστρους θολούς είτε ανέφελους ουρανούς, «καμιά φορά, περί το λυκαυ γές», όπου παίζονταν άλλα «έργα». Τα ερωτικά δράματα της εφηβείας μου. Τραγωδίες και κωμωδίες! Κι άλλες παραθεατρικές στιγμές- μικρά μονόπρακτα: ο Μινωτής διαμαρτύρεται στον Λεωνίδα για τον λογαριασμό, ο Κατράκης τρώει μεσημέρι στη Μουριά, η Βαλάκου κολυμπάει, ο πατέρας μου τραγουδάει με μαθητές του στον- μόνιμο στέκι μας τότε- «παράξενο», το Άσμα «είναι γάτα ο κοντός με τη γραβάτα», ο Φωτόπουλος, αεί πλαισιωμένος… ατενίζει, έως σήμερα, τους διερχόμενους από τον δρόμο του λιμανιού! Κι άλλοι. Κι άλλα…

    Τα μαγαζιά- καταλύματα- μουσεία σύγχρονα. Ο «Λεωνίδας», το «Ξενία», το «Άβατον», το «Ακτίς», το «Ακρογιάλι», η «Μουριά», τα «Κλήματα», ο «Παράξενος», τα μπαράκια στο «Απόλλων» και το «Ελλάς», το σπίτι του Διονύση, και- ύστατο μα όχι έσχατο- το ανυπέρβλητο «Καπάκι». Εκεί όπου έκλειναν βραδιές, δουλειές, ενίοτε και σπίτια!

    Χρόνια προστέθηκαν, έρωτες αφαιρέθηκαν, ευθύνες πολλαπλασιάστηκαν, φιλίες διαιρέθηκαν… Αλλά είπαμε: η μνήμη μου όταν πονάει, τρελαίνεται. Γι΄ αυτό μπορεί να μπλέκει τον Μινωτή με τον Ηλία Τζαβέλλα, την προτομή του Αριστοφάνη με την κεφαλή του Λεωνίδα Λιακόπουλου, τον θρήνο της Ηλέκτρας με το ζεϊμπέκικο του «παράξενου», τον έρωτα του Αίμονα με τον δαίμονα των Εν Επιδαύρω ερώτων μου, το ιερό του Ασκληπιού με το γήπεδο του Ασκληπιού Α.Ο. Την ιστορία της Επιδαύρου με την Επίδαυρο της δικής μου ιστορίας.

    10 αγαπημένα στέκια

    ● Οι παραστάσεις του καλοκαιριού στο μικρό και το μεγάλο θέατρο.

    ● Οι χώροι γύρω και από τα δύο θέατρα. Το μουσείο. Το παλιό «Ξενία».

    ● Η ιστορική πια ταβέρνα «Λεωνίδας», στο Λυγουριό, με την οικογένειά του. Μετά τις παραστάσεις, με όλη την, επώνυμη και μη, κοσμοσυρροή.

    ● Οι ταβέρνες «Παράξενος», «Μουριά», «Κλήματα», «Ακρογιάλι» στο λιμάνι με τις απίστευτες γεύσεις.

    ● Το ξενοδοχείο «Ακτίς» του Λευτέρη Ράμφου, στο λιμάνι. Με τα καινούργια δωμάτια και το σέρβις του πάντα διαθέσιμο για τις… άφτερ ώρες.

    ● Τα δωμάτια και studios της «Μουριάς». Δίπλα στη θάλασσα και στις πορτοκαλιές.

    ● Η ντίσκο «Καπάκι». Ανυπερθέτως!

    ● Η παραλία και τα μπαράκια στα ξενοδοχεία «Απόλλων» και «Ελλάς». Νυχθημερόν.

    ● Η θάλασσα στο τέρμα του κόλπου, στο εκκλησάκι της Παναγίτσας. Για κάθε είδους κολυμβητές…

    ● Και βέβαια, το κοντινό Ναύπλιο.

    ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

    Τι άλλο κρύβει ο Αριστοφάνης εκτός από βωμολοχίες και φαλλούς;

    • Οι παραστάσεις μοιάζουν ίδιες, σαν να έχουν ξεχάσει το αρχαίο κείμενο και μιλούν για το σήμερα
    • Tης Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο, 1 Aυγούστου 2009

    Πόσο πρόθυμα παρακολουθούμε, τα τελευταία χρόνια, τις κωμωδίες του Αριστοφάνη είτε από επιφανείς θιάσους είτε από περιφερειακές «αρπαχτές»; Ολο και λιγότερο. Ο λόγος; Σαν να είναι όλες ίδιες, σαν να έχουν αφήσει πολύ πίσω τους το αρχαίο κείμενο, το οποίο επιχειρούν να αναβιώσουν και να φέρουν στο σήμερα. Ισως το πρόβλημα να είναι ακριβώς εδώ: στο ότι το φέρνουν στο σήμερα. Δηλαδή πασπαλίζεται η κωμωδία του Αριστοφάνη με αστεία, υπαινιγμούς (λιγότερο ή περισσότερο χοντροκομμένους) που παραπέμπουν ευθέως σε πρόσωπα της επικαιρότητας, κλείνουν το μάτι σε συμπεριφορές του 21ου αιώνα, κι όλα αυτά με μεγάλες δόσεις βωμολοχίας που υπερβαίνουν τον ίδιο τον Αριστοφάνη. Για πολλούς, πλέον, ο Αριστοφάνης είναι συνυφασμένος με τεράστιους φαλλούς που πηγαίνουν πέρα δώθε δημιουργώντας την απαιτούμενη ιλαρότητα, και με τη σάτιρα των σύγχρονων πολιτικών προσώπων. Σε όλη αυτή τη διάσταση, αμέριστη είναι η αρωγή της μετάφρασης, της σκηνοθεσίας και των κοστουμιών.

    Μόνο που ο Αριστοφάνης, όπως όλα τα αρχαία κείμενα, έχουν πολύ περισσότερα πράγματα να πουν στους σύγχρονους θεατές τους, από την εξομοίωσή τους με τις σύγχρονες επιθεωρήσεις και την εύκολη σάτιρα. Γιατί θίγουν αξίες, φιλοσοφικά διλήμματα, θέματα που απασχολούν τον πολίτη κάθε χώρας και κάθε εποχής. Κι είναι πολύ δύσκολο να τα ανακαλύψει κανείς όλα αυτά στις κωμωδίες του Αριστοφάνη, έτσι όπως συνήθως παρουσιάζονται τα τελευταία χρόνια. Χρειάζεται σχεδόν μαντικές ικανότητες ο θεατής-ακροατής, να «διαβάσει» κάτω από τις μεταφρασμένες γραμμές και ν’ ανακαλύψει τις εύστοχες παρατηρήσεις του αρχαίου κωμικού.

    Στις σημερινές «Αντιπαραθέσεις», «συνομιλούν» ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Δημήτρης Λιγνάδης και ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Νάσος Βαγενάς. Η «κόντρα» είναι πολύ ενδιαφέρουσα και φανερώνει ότι το θέμα εξακολουθεί να είναι διαρκώς ανοιχτό.

    AΠOΨH: Οταν το αυτονόητο δίνει τη θέση του στο ακατανόητο!

    Του Δημητρη Λιγναδη*

    Να θυμίσω πως όταν μιλάμε για αρχαία κωμωδία, μιλάμε για ένα είδος που λειτουργούσε σε συγκεκριμένα εορταστικά πλαίσια θρησκευτικών πανηγύρεων, με καθορισμένη σκηνική διάρθρωση και ειδολογική σήμανση, με πάντα αναγώγιμες τις όποιες σκηνικές «αναφορές», στο γνωστικό, εμπειρικό και αισθητικό πεδίο των τότε θεατών. Ενα θέαμα με συμβατή τη συμμετοχή ενός κοινού, πολιτισμικά εκπαιδευμένου ν’ ακούει, ασκημένου ν’ αντέχει τα πολύωρα τεκταινόμενα, με κύρια δεσπόζουσα την άμιλλα για βράβευση και -ως εκ τούτου- την εγρήγορση στην κερκίδα! Μια «γραφή» θάλλουσα, ελεύθερη, όπως επέτρεπαν οι σύγχρονές της πολιτικές δομές, που δεν δίσταζε να στηλιτεύσει ιδέες, θεσμούς και πρόσωπα συχνά παρόντα εκεί, χωρίς ποτέ να εγκληθεί για ασέβεια. Ενα θέατρο, του οποίου η επενέργεια δεν αναλωνόταν μόνο στην ψυχαγωγική εκτόνωση, μα με τη διδακτική σάτιρα διαμόρφωνε το μέλλον πολιτικών και πολιτών. Ενα… media on stage!

    Τέλος, ένα πολύσημο «κείμενο», απευθυνόμενο σε διαστρωματωμένο κοινό, που είχε γαλουχηθεί με Ομηρο, ποιητές και φιλοσόφους, με όλα τα γνωρίσματα, προτερήματα και ελαττώματα που η ιστορικοκοινωνική συγκυρία τού είχε προσδώσει. Ενας «λόγος» που περίτεχνα γλιστρούσε από την απογειωτική ποίηση στη… γειωτική βωμολοχία, από το κυνικό «εδώ» του εκάστοτε πραγματικού παρόντος στο ουτοπικό «εκεί» που φαντασιωνόταν κάθε φορά η «φαεινή ιδέα» του κωμικού ποιητή. Μια «γλώσσα», η οποία φτάνει σε μας ήδη… σκηνοθετημένη από τον μεταφραστή! Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να πιστεύω ότι ως προς την «αναβίωση» της κωμωδίας σήμερα, το παιχνίδι παίζεται και χάνεται συχνά από την ατολμία είτε αδυναμία να συνυπάρξουν σε ισορροπία ουσίας η θεώρηση του σταθερού «τι», που χαρακτηρίζει αυτό το θέατρο, με τη χρήση του μεταβλητού «πώς», που διακρίνει την κάθε εποχή. Και, προσωπικά, δεν με ενοχλεί το χαμένο παιχνίδι, αλλά το ψευδώς κερδισμένο. Ιδιαίτερα σήμερα που το αυτονόητο δίνει τη θέση του στο… ακατανόητο!

    * Ο Δημήτρης Λιγνάδης είναι σκηνοθέτης και ηθοποιός.

    AΠOΨH : Το βασικό πρόβλημα είναι η επικαιροποίηση

    Του Νασου Βαγενα*

    Υπάρχουν δύο είδη καλλιτεχνικής ακαδημίας: η ακαδημία του παραδοσιακού και η ακαδημία της πρωτοπορίας. Από τις δύο η πρώτη είναι καλλιτεχνικά αυθεντικότερη, γιατί δεν υποδύεται κάτι διαφορετικό από εκείνο που είναι. Η ακαδημία της πρωτοπορίας εμφανίζεται ως ανατρεπτική της καλλιτεχνικής καθεστηκυίας τάξεως, όμως στην πραγματικότητα τη συντηρεί, γιατί η καθεστηκυία τάξη είναι ο ίδιος ο εαυτός της. Η μόνη ανανέωση που πραγματοποιεί είναι εκείνη της έννοιας της ακαδημίας. Αυτά σκέφτεται κανείς παρατηρώντας τα διαδραματιζόμενα τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρας μας (και όχι μόνο σ’ αυτήν) στο πεδίο των παραστάσεων του Αριστοφάνη, και του αρχαίου δράματος γενικότερα. Οταν όλοι κάνουν πρωτοπορία, τότε η πρωτοπορία έχει εκλείψει, και εκείνο που παρουσιάζεται ως αντισυμβατικό δεν έχει ανατρεπτική ισχύ γιατί αποτελεί τον κανόνα: ένα «προβλέψιμο είδος θεάτρου», όπως το χαρακτήρισε η Ολγα Σελλά στο εύστοχο κείμενό της (7/7).

    Δεν θέλω να πω ότι δεν υπάρχουν σήμερα πραγματικά αντισυμβατικές, γνήσιες αναζητήσεις στις παραστάσεις του αρχαίου δράματος. Ομως, οι αναζητήσεις αυτές είναι ελάχιστες, διακρινόμενες μόνο δι’ ιδιαιτέρως ασκημένου οφθαλμού μέσα στο συνονθύλευμα των απομιμήσεών τους. Το πρόβλημα μ’ αυτές τις απομιμήσεις είναι η επιδιωκόμενη επικαιροποίηση των αρχαίων έργων, όπως τη νοεί η συντριπτική -ανεπαρκούς καλλιέργειας- πλειονότητα των σημερινών σκηνοθετών, δηλαδή η προσαρμογή του νοήματος αυτών των έργων στο πνεύμα της εποχής μας. Ομως, ο σκοπός της τέχνης -της πραγματικής τέχνης- δεν είναι η έκφραση του πνεύματος της εποχής της, αλλά η αποτύπωση μιας βαθιάς, διαχρονικής επικαιρότητας: η απεικόνιση της ανθρώπινης μοίρας (σ’ αυτό αποβλέπουν κατεξοχήν τα αρχαία έργα). Οταν μάλιστα η εποχή αυτή είναι η δική μας, που το πνεύμα της διακρίνεται για τη ρηχότητά του, ο όποιος εκσυγχρονισμός των παλαιών έργων σύμφωνα με το πνεύμα της καταλήγει αναπόφευκτα σε μιαν επικαιρότητα επιφανείας, που προδίδει αφόρητα αυτά τα έργα.

    * Ο Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ποιητής.

    Δημήτρης Ημελλος, Χάουαρντ Μπάρκερ, Στάθης Λιβαθινός, Ουαζντί Μουαουάντα,

    Στη μπούκα μυρτω λοβερδου | Το Βήμα, Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009. «Τhe Dying of Τoday» του Χάουαρντ Μπάρκερ. * * * Σε πρόβες με τον Λευτέρη Βογιατζή βρίσκεται αυτόν τον καιρό ο Δημήτρης Ημελλος, καθώς οι δυο τους δουλεύουν το νέο έργο που ετοιμάζει ο σκηνοθέτης στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Προφανώς και δεν έχει καθοριστεί η πρεμιέρα καθώς βρίσκονται σε αρχικό στάδιο- παράλληλα η σκηνή της οδού Κυκλάδων στην Κυψέλη έχει μετατραπεί σε οικοδομή και… ξαναχτίζεται. * * * Σύγχρονη και ξεχωριστή μορφή του βρετανικού θεάτρου, ο Μπάρκερ χαρακτηρίζει τη δουλειά του «θέατρο της καταστροφής». «Αποδιοπομπαίος τράγος», λόγω της γραφής και των κειμένων του, στην πατρίδα του, χαίρει ξεχωριστής εκτίμησης στη Γαλλία αλλά και στη Γερμανία. * * * Πολυγραφότατος, από το 1977 που πρωτοδημοσιεύθηκαν έργα του, ο Μπάρκερ πιστεύει ότι «η τραγωδία απελευθερώνει τη γραφή από την πλήξη». Δεν έχει κι άδικο… * * * Εργο του Χάουαρντ Μπάρκερ στην Ελλάδα είδαμε το 2001 με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη και με τίτλο «Ενα καινούργιο κόκκινο» (στην Πόρτα). Το καλοκαίρι του 2007 ο Δημήτρης Λιγνάδης με τους (τότε) δευτεροετείς μαθητές της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου παρουσίασε τη «Χορικότητα», μια δουλειά βασισμένη στο κείμενο «13 Αντικείμενα, Σπουδές Υποδούλωσης». * * * Το «Τhe Dying of Τoday» ανήκει στα πιο πρόσφατα- γράφτηκε το 2008. * * * Πρώτο Βραβείο Χορν, το 2001, για τον ρόλο του στη «Φρεναπάτη» του Κούσνερ με την Πειραματική του Εθνικού, συνεργάτης της ομάδας του Στάθη Λιβαθινού, με σπουδές (και) στη Μόσχα, ο 42χρονος σήμερα Δημήτρης Ημελλος ξεχωρίζει την τελευταία δεκαετία με τις ερμηνείες του: από τους κλασικούς ρόλους ως τους σύγχρονους κωμικούς- συμπρωταγωνιστής του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου στο κινηματογραφικό «Βank Βang», κέρδισε τις εντυπώσεις πέρυσι στο «10», στον ρόλο του αφελούς συζύγου. * * * Τελικά δεν θα ανέβει το έργο του Μάμετ «Εντμουντ» στο Μεταξουργείο: ο Στάθης Λιβαθινός και η ομάδα του θα συνεχίσουν τις παραστάσεις τού «Ενας Ηρωας- Το καμάρι της Δύσης» του Τζον Μίλινγκτον Σινγκ, του ιρλανδικού έργου που εκπλήσσει με την πρωτοτυπία του καθώς μεταβάλλεται από κωμωδία σε μεταφυσικό δράμα… * * * Οπως δεν θα ανέβει και η «Σονάτα του σεληνόφωτος» με την Αλέκα Παΐζη στο Εθνικό Θέατρο: αντ΄ αυτής θα δούμε τους «Διψασμένους» του Ουαζντί Μουαουάντα με τη Στεφανία Γουλιώτη, σε μια παράσταση που μετά το Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας, όπου και θα κάνει πρεμιέρα στις 20 Φεβρουαρίου, θα πάει σε σχολεία, φυλακές, χώρους μη θεατρικούς αλλά με νεανικό κοινό. * * * Αρκάς στη Φλωρεντία; * * * Οι «Εχθροί εξ αίματος», το έργο του Αρκά που ανέβασε το Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, παίζεται αυτή την εποχή στην ιταλική πόλη- οι παραστάσεις ολοκληρώνονται στο τέλος του μήνα. Συγχρόνως οι «Εχθροί…» παρουσιάζονται από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ). Και στην Αθήνα, φυσικά, με λίστες αναμονής..

    «Η καλή οικογένεια» του Γιόακιμ Πίρινεν στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

    Το έργο «Η καλή οικογένεια» του Γιόακιμ Πίρινεν, ανεβάζει (23/12) η Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» – του Εθνικού Θεάτρου, σε εναλλασσόμενο πρόγραμμα, με το έργο «Ρομπέρτο Τσούκο». Στην «Καλή οικογένεια», η ζωή είναι «πολύ όμορφη». Ενα υπέροχο σπίτι, μια καλοπληρωμένη δουλειά, υγεία, δύο πανέξυπνα παιδιά και δυο τέλειοι σύζυγοι συνθέτουν την αψεγάδιαστη καθημερινότητά του. Υπάρχει κάτι που μπορεί να διαταράξει αυτόν τον «ιδανικό» κόσμο; Υπάρχει, όταν η διαφήμιση της ευτυχίας συναντάει την ευτυχία της διαφήμισης και η πραγματική εικόνα, την εικονική πραγματικότητα. Ολα αυτά επί σκηνής σε μια τρισδιάστατη παράσταση. Ο Σουηδός συγγραφέας, εικονογράφος και δημιουργός κόμικς, καταθέτει ένα καυστικό σχόλιο για το τέλειο κοινωνικό μοντέλο. Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης. Σκηνικά – κοστούμια: Εύα Νάθενα. Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Παίζουν: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Νίκος Πουρσανίδης, Μηνάς Χατζησάββας, Μαρίνα Ψάλτη.

    Από «Καλή οικογένεια»

    Από «Καλή οικογ�νεια»

    Στο σύμπαν του Γιόακιμ Πέρινεν, η ζωή είναι όμορφη, οι οικογένειες ευτυχισμένες, οι μέρες πάντα ηλιόλουστες, το φαγητό υπέροχο, τα χαμόγελα κάτασπρα. Στην Αθήνα, τρεις μέρες πριν γίνει αυτή η συνέντευξη, ο 31χρονος Κωνσταντίνος Παπαχρόνης είχε χάσει τη ζωή του σε ένα τροχαίο δυστύχημα και μία μέρα μετά τη συνάντησή μας με τον Δημήτρη Λιγνάδη ο 15χρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από έναν ειδικό φρουρό της Ελληνικής Αστυνομίας. Στη συνέχεια, χάος. Κυριολεκτικά. Κάτοικοι αυτής της πόλης την έκαψαν, τη λεηλάτησαν, τη σύλησαν.
    Με τον ίδιο τρόπο που αυτή η τσιμεντένια και άναρχα δομημένη πόλη έχει κάψει, λεηλατήσει και συλήσει ζωές και όνειρα ανθρώπων, γηγενών και αλλοδαπών, την ευγένεια, το χαμόγελο, την αξιοπιστία, την μπέσα στις καθημερινές μας συναναστροφές. Ο Γιώργος Χειμωνάς το 1982 έγραφε προφητικά: «Μια οργιαστική σιγή εβλάστησε σε όλες τις ρωγμές. Κοιτάξτε αυτούς τους νεαρούς των δεκαπέντε – δεκαεφτά χρόνων. Κοιτάξτε τους καλά. Προσέξτε την κατήφειά τους, τη σιωπή τους, τη δύσθυμη σκληρότητά τους. […]

    Θα έρθουν παιδιά και έφηβοι που θα είναι προορισμένοι για το Νέο Λόγο.

    Για λέξεις που ποτέ δεν διαπράχτηκαν, για νοήματα που ποτέ δεν ορθολογήθηκαν, για εικόνες που ποτέ δεν μιλήθηκαν. Φοβηθείτε τους». Ο Δημήτρης Λιγνάδης συμπληρώνει:

    – Για την τέχνη και τη ζωή: «Στην τέχνη και τη ζωή όσο μεγαλώνει ο παρονομαστής, δηλαδή ο ντεμέκ ορισμός τους, τόσο μικραίνει η αξία του κλάσματος, δηλαδή η ίδια η τέχνη, η ίδια η ζωή».

    – Για τον Κωνσταντίνο Παπαχρόνη: «Η πορεία του φίλου κι εξαιρετικού ηθοποιού Κωνσταντίνου στον καλλιτεχνικό χώρο για μένα είναι ένα πρότυπο. Δεν δικτυώθηκε παρά αξίαν, ήταν πάντα αυτό το “γλυκό χύμα”, ήρεμος, ψύχραιμος, δεν αγκώνιασε κανέναν για να πάρει τη θέση του, δεν διεκδίκησε ποτέ τίποτα».

    – Για την αγριότητα του θανάτου: «Αυτό που είναι πολύ τρομακτικό στο θάνατο δεν είναι μόνο το ίδιο το γεγονός του θανάτου. Ακόμη πιο τρομακτικοί είναι οι μηχανισμοί που ενεργοποιεί ραγδαία, επειγόντως η ζωή, ώστε να επανέλθει η κανονικότητά της. Τυχαίο ότι στη δική μας γλώσσα ο θάνατος είναι αρσενικού γένους και η ζωή θηλυκού; Όπως και η τέχνη, άλλωστε. Σκέψου το θέατρο.
    Σκέψου ότι σε ρίχνουν σε μια άδεια σκηνή χωρίς να ξέρεις τίποτα, απροετοίμαστο, σε παντελή άγνοια. Αμέσως ενεργοποιείς οποιονδήποτε μηχανισμό διαθέτεις για να επιβιώσεις εκεί πάνω, στην αρένα, σε αυτό που λέγεται σκηνή. Ε, με τον ίδιο τρόπο ενεργοποιούνται και οι μηχανισμοί επιβίωσης και εκεί κάτω, στη ζωή».

    – Για το πένθος: «Όταν έχεις βιώσει από πριν την απώλεια, ξέρεις πια το “πρόγραμμα”: Πρώτη πράξη: Πένθος. Δεύτερη πράξη: Περισυλλογή. Τρίτη πράξη: Ανοιγμα στη ζωή. Γιατί ξέρεις ότι η ζωή συνεχίζεται. Ξέρεις ότι σε μία βδομάδα η ζωή θα σου κλέψει ένα χαμόγελο. Και σε δύο βδομάδες θα κάνεις εσύ τους άλλους να γελούν».

    – Για τη «νεκρόφιλη» φύση του ηθοποιού: «Όντας ηθοποιός φλερτάρεις καθημερινά με το θάνατο. Κάθε βράδυ η παράσταση πεθαίνει. Είναι εφήμερη. Έχει μια μοναδικότητα τόπου και χρόνου. Δεν είναι ποτέ η ίδια. Και μετά από έξι μήνες πεθαίνει τελείως. “Πεθαίνουν” οι σχέσεις με τους συναδέλφους σου. Έρχονται νέοι συνάδελφοι για να συνεργαστείς μαζί τους, για το επόμενο θνησιγενές εγχείρημα. Διαχειρίζεσαι δηλαδή μια οικία φαντασμάτων (σ.σ.: φάντασμα: το παραγόμενο από τη φαντασία). Διαχειρίζεσαι το θάνατο. Ο ηθοποιός είναι φύσει νεκρόφιλος. Ο ηθοποιός μιμείται τη ζωή. Ταριχεύει τη ζωή στο τραπέζι του καλλιτεχνικού νεκροτομείου, τη μελετά, την ανατέμνει, για να παρουσιάσει εντέλει αυτό το ζόμπι ως ζωντανό στο κοινό που έρχεται να τον δει. Όπως ένας συλλέκτης πεταλούδων, που για να τις συλλέξει τις αποκόπτει από το φυσικό τους περιβάλλον, τις βαλσαμώνει και μετά τις εκθέτει σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του για να λέει ο άλλος “α, τι ωραίες πεταλούδες!”».

    – Για τα όρια του επαγγελματισμού: «Δεν ξέρω αν στα 45 μου ασπάζομαι αυτή την υπεράνθρωπη πια επαγγελματική υπόσταση του ηθοποιού, που ό,τι και να του έχει συμβεί στη ζωή του οφείλει να βρίσκεται πάνω στη σκηνή και να κάνει τον παλιάτσο ή να αφήσει τα κόκαλά του πάνω στο σανίδι. Δηλαδή, ο ηθοποιός είναι άνθρωπος και οφείλει να είναι άνθρωπος, οφείλει να πενθήσει και να κλείσει και ακόμα τα θέατρα σε ένδειξη του πένθους του. Προσωπικά, θα είχα τεράστια δυσκολία να συνεχίσω την παράσταση αν ήμουν ένας από τους ηθοποιούς του “Ξυπνήματος της άνοιξης”».

    – Για την «τερατική» λειτουργία του ηθοποιού: «Ενώ οι άνθρωποι ζουν τη ζωή, ο καλλιτέχνης και δη ο ηθοποιός την ίδια στιγμή που τη ζει, την ίδια στιγμή βγαίνει έξω από αυτήν και την παρατηρεί σαν ένα έργο. Μέσα στη σκηνή διδάσκεις “Στη Μόσχα, αδελφές μου, στη Μόσχα” και κάνεις ένα διάλειμμα, βγαίνεις έξω και βλέπεις άλλον να τρυπιέται κι άλλον να πουσάρει ναρκωτικά, με την αστυνομία να στέκεται παραδίπλα. Ποια Μόσχα, λοιπόν; Οπότε έχεις τις εξής επιλογές: Ή λες δεν υπάρχει Μόσχα, βγαίνεις έξω και λες παρατάω το θέατρο, ή λες πάω να μονάσω, να κρυφτώ στο θέατρο, στη σοφίτα με τα παιδικά μου παιχνίδια, στον ψεύτικο κόσμο μου. Η λες ένα τρίτο: αν θέλω να αλλάξω τη σύριγγα με τα δικά μου όπλα, πρέπει να ξαναμπώ μέσα να συνεχίσω την πρόβα μου, μπας και γίνει κάτι. Αλλά έχοντας επίγνωση του τι γίνεται έξω από την πόρτα σου. Αν δεν γνωρίζεις, δεν ζεις την εποχή σου, δημιουργείς μια αυνανιστική, ομφαλοσκοπική κατάσταση, που όμως δεν ξέρω ποιον μπορεί να αφορά».

    – Για το έργο του Πέρινεν: «“Η καλή οικογένεια” διαχειρίζεται τη χαρά σε όλα τα επίπεδα. Παρακολουθούμε μια καλή οικογένεια σε διάφορες στιγμές της ζωής της και πουθενά δεν βλέπουμε σκιές ή στιγμές δυστυχίας. Αρχικά ο Πέρινεν πήγε να γράψει ένα έργο για μια δυσλειτουργική οικογένεια αλλά δεν του βγήκε. Και ομολογεί πως αφού αυτός δεν προέρχεται από μια δυσλειτουργική οικογένεια, του προέκυψε ένα απόλυτα θετικό έργο. Τώρα, αν ο Πέρινεν με αυτό το έργο δίνει μια γροθιά, παρωδεί τη ζοφερή εποχή μας με ένα απόλυτα θετικό έργο ή απαντάει στο ζόφο που υπάρχει και στη θεατρική δημιουργία με ένα έργο που λέει “όλα θα πάνε καλά”, εγώ τείνω να υποστηρίξω τη δεύτερη εκδοχή. Όλο το έργο είναι σαν μια σεκάνς διαφημίσεων για την ευτυχία. Έτσι ακριβώς βλέπω εγώ αυτή την παράσταση. Σαν μια ωριαία διαφήμιση για ένα αιώνιο, υγιεινό, λάιτ γιαούρτι. Ο Πέρινεν κλείνει το έργο του με τη φράση: “Το καλοκαίρι αυτό δεν θα τελειώσει ποτέ. Είναι αιώνιο”. Έτσι και το “γιαούρτι” αυτό δεν έχει ημερομηνία λήξης. Ισως περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή να έχουμε ανάγκη από μια θετική καλλιτεχνική απεικόνιση της πραγματικότητας, ένα θετικό πρότυπο».

    – Για το προσωπικό του στοίχημα: «Σε αυτή την παράσταση έβαλα ένα στοίχημα με τον εαυτό μου: Να προσπαθήσω να αποτυπώσω κατά λέξη αυτό που θέλει να πει ο συγγραφέας. Να μην επέμβω διασκευαστικά δηλαδή στο κείμενο. Να μην προεξέχει το δικό μου σχόλιο αυτό του έργου. Αν υπάρξει μια υπογράμμιση δική μου, ένα κλείσιμο ματιού, θα το αποφασίσω τρεις μέρες πριν την πρεμιέρα. Επίσης, η παράσταση κινείται μεταξύ εικονικής και εικαστικής πραγματικότητας. Εξελίσσεται μέσα σε τρισδιάστατο σκηνικό, γεγονός που συμβαίνει για πρώτη φορά σε θέατρο πρόζας».

    – Για την παράσταση «Βάτρα-Χ»: «Οι “Βάτρα-Χ” έγιναν. Θα έρθει κάποιος που θα τους κάνει καλύτερα ή κάποιος άλλος που θα τους κάνει χειρότερα. Οι «Βάτρα-Χ» ήταν περισσότερο ένα statement παρά παράσταση. Η πρόθεσή μου ήταν να κουνήσω λίγο την αριστοφανική κορνίζα. Τώρα, πόσο κομψά ή άκομψα το έκανα, τι να σου πω; Εχω εκατό αρνητικά να σου πω για τους «Βατράχους» κι άλλα εκατό θετικά. Αλλά προχωράμε και τώρα είμαστε ήδη σε άλλα συγγραφικά τοπία».

    – Για την ανάγκη ελπίδας: «Σε καμία περίπτωση δεν μοιάζει η δική μου οικογένεια με αυτή που περιγράφει ο Πέρινεν. Εγώ προέρχομαι από μια αστική οικογένεια με τα προβλήματά της, τους χωρισμούς της και όλα τα συναφή. Κι αν θέλω να είμαι ειλικρινής, φυσικά και θα ήθελα -από μικρό παιδί δηλαδή- να προέρχομαι από μια οικογένεια όπου όλα θα ήταν τέλεια, φωτεινά. Μου αρέσει αυτή η υπόσχεση της ελπίδας. Μπορεί να μην τη βλέπω γύρω μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να την ονειρευτώ. Εγώ λοιπόν αυτό θέλω να πουλήσω. Κι αν θέλετε εσείς, αγοράστε το».

    info
    «Η καλή οικογένεια»
    ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», Αγ. Κωνσταντίνου 22-24,
    Ομόνοια, τηλ.: 210-3305074.
    Πρεμιέρα: 21 Δεκεμβρίου.
    Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ
    Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης
    Σκηνικά – Κοστούμια: Εύα Νάθενα
    Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης.
    Παίζουν: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Νίκος Πουρσανίδης, Μηνάς Χατζησάββας,
    Μαρίνα Ψάλτη

    ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ / AGENDA, Σάββατο, 13.12.08