Category Archives: Λιβαθινός Στάθης

Επιστροφή στον Ντοστογιέφκι

«Φως στη σκοτεινή εποχή της ανθρώπινης ψυχικής κρίσης, πίστη στην αναζήτηση της ομορφιάς αλλά και του πάθους». Με αυτά τα λόγια χαρακτηρίζει ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός τον αριστουργηματικό Ηλίθιο του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, ερμηνεύοντας παράλληλα την επιλογή του να επιστρέψει σε αυτόν και τη σκηνική του απόδοση.

Έχοντας μόλις τελειώσει με επιτυχία τις παραστάσεις του Ερωτόκριτου, ο σκηνοθέτης επιστρέφει στη σκηνή του θεάτρου Ακροπόλ την επόμενη Πέμπτη, 19 Απριλίου, παρουσιάζοντας αυτή τη φορά τον Ηλίθιο, ξαναδουλεύοντας την παράσταση που είχε ανεβάσει το 2007 με την τότε ομάδα της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου. Συνέχεια

Advertisements

Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί τον «Θάνατο του Δαντόν»

Μετά τον «Βασιλιά Ληρ», ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί το έργο «Ο Θάνατος του Δαντόν» του Μπύχνερ.

Το δράμα του Γκέοργκ Μπύχνερ «Ο Θάνατος του Δαντόν» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού ανεβαίνει στη Κεντρική Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών την Πέμπτη 20 Ιανουαρίου. Πρόκειται για το πρώτο θεατρικό έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ, το οποίο έγραψε σε ηλικία 21 ετών το 1825 και ανέβηκε πρώτη φορά στη σκηνή το 1902. Το 1916 καθιερώθηκε ως ένα από τα κλασικά έργα της ευρωπαϊκή δραματουργίας από τον Μαξ Ράινχαρντ, ενώ στην Ελλάδα ήταν από τα πρώτα έργα που ανέβασε ο Φώτος Πολίτης στο Εθνικό Θέατρο το 1933.

Στο έργο, ο Δαντόν (Ηλίας Mελέτης), μία από τις ηγετικές φιγούρες της Γαλλικής Επανάστασης, έχει κουραστεί από τις αδιάκοπες εκτελέσεις και την ανούσια πλέον αιματοχυσία κι έρχεται σε σύγκρουση με τον πρώην σύντροφό του και συνεπαναστάτη, τον πανίσχυρο Ροβεσπιέρο (Βασίλης Ανδρέου), ο οποίος αρχίζει να δρομολογεί την καταστροφή του. O Δαντόν, αν και θα μπορούσε να δραπετεύσει και να σωθεί, αφήνει τα γεγονότα με προφανή αδιαφορία να ακολουθήσουν τη ροή τους. Συλλαμβάνεται, δικάζεται και τελικά αποκεφαλίζεται.

Πίσω από την απάθειά του κρύβεται η φιλοσοφική πεποίθηση ότι κάθε άνθρωπος είναι ανίσχυρος μπροστά στις ιστορικές εξελίξεις και ότι ο ιδεαλιστικός αγώνας για την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία δεν έχει κατά βάθος κανένα νόημα, όπως και η ίδια η Δημιουργία.

Στην παράσταση παίζουν και οι: Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Στέλιος Ιακωβίδης, Νίκος Καρδώνης, Μιχάλης Μουλακάκης, Δημήτρης Μπίτος, Δημήτρης Μυλωνάς, Μαρία Ναυπλιώτου, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Ευθύμης Παππάς, Χρήστος Σουγάρης και Γιωργής Τσαμπουράκης.

Παράλληλα με την παράσταση θα πραγματοποιηθούν και δυο συζητήσεις. Η πρώτη θα γίνει στις 27 Ιανουαρίου στην Κεντρική Σκηνή μετά την παράσταση με τους συντελεστές της παράστασης, σε συντονισμό του θεατρολόγου και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πλάτωνα Μαυρομούστακου. Στις 7 Φεβρουαρίου στις 19:00 θα ακολουθήσει η συζήτηση «Πολιτική βία και φανατισμός: Μια συζήτηση με αφορμή την παράσταση Ο θάνατος του Δαντόν του Γκέοργκ Μπύχνερ, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού», με ομιλητές τον καθηγητή Πολιτικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Θάνο Βερέμη, την αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης του Πάντειου Πανεπιστημίου Βασιλική Γεωργιάδου, τον πρόεδρο της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου Κωστής Παπαϊωάννου και τον δημοσιογράφο Δημήτρη Κ. Ψυχογιό.

Πληροφορίες: Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Λεωφόρος Συγγρού 108-109. Παραστάσεις: 20-23 και 26-30 Ιανουαρίου, 2-6, 9-12 και 16-18 Φεβρουαρίου 2011. Τιμές εισιτηρίων 8, 12, 15, 20, 25 και 32 ευρώ (φοιτητικά: 10 και 15 ευρώ). Τηλέφωνο πληροφοριών και πώληση εισιτηρίων: 210-9005800 (Δε-Κυρ: 9:00-21:00). Εισιτήρια διατίθενται μέσω της ιστοσελίδας της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών στο http://www.sgt.gr. Εισιτήρια πωλούνται και στα βιβλιοπωλεία και καταστήματα Ελευθερουδάκης, Public, Παπασωτηρίου καθώς και σε επιλεγμένα καταστήματα της Τράπεζας Πειραιώς με μηχανήματα Easypay.

info

» ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ

Λεωφόρος Συγγρού 107-109, Κέντρο 210-9005800

www.sgt.gr/

Πλαστοί επαναστάτες εναντίον γνήσιου

  • Επίκαιρος όσο ποτέ, αφού καταπιάνεται με τον θρίαμβο του κυνισμού, ο «Θάνατος του Δαντόν» ανεβαίνει από τον Στάθη Λιβαθινό

«Ζήτω ο Δαντόν! Κάτω ο Δαντόν!». Σε αυτές τις δύο φράσεις συνοψίζεται όλη η ουσία του πρώτου θεατρικού έργου του Γκέοργκ Μπύχνερ «Ο θάνατος του Δαντόν» που ανεβαίνει από τον Στάθη Λιβαθινό, σε μια παραγωγή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. «Πρόκειται για ένα βαθύτατα πολιτικό, επαναστατικό αλλά και ανθρωπιστικό έργο που δείχνει πόσο μάταιοι είναι όλοι οι αγώνες. Αλλωστε τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης, η ισότητα, η αδελφοσύνη και η ελευθερία, είναι ακόμα στα χαρτιά» λέει ο σκηνοθέτης και συμπληρώνει: «Ο αγώνας όμως συνεχίζεται».

Γραμμένο το 1835, όταν ο Μπύχνερ ήταν μόλις 21 ετών και ήδη αντιμετώπιζε διώξεις για την επαναστατική του δράση, το έργο ανέβηκε δεκαετίες αργότερα, συγκεκριμένα το 1902. Το ανέβασμα του Μαξ Ράινχαρντ το 1916 ήταν εκείνο που καθιέρωσε τον «Θάνατο του Δαντόν», ενώ ανάμεσα στους σημαντικούς σκηνοθέτες που καταπιάστηκαν στη συνέχεια με το έργο βρίσκουμε τα ονόματα των Τζόρτζιο Στρέλερ, Ζαν Βιλάρ, Ερβιν Πισκάτορ, Κλάους-Μίκαελ Γκρύμπερ, Κριστόφ Μαρτάλερ. Στην Ελλάδα το πρωτοανέβασε ο Φώτος Πολίτης το 1933 στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Μέσα σε ένα αφαιρετικό σκηνικό, ίσως το πιο αφαιρετικό του Στάθη Λιβαθινού, και γύρω από ένα μεγάλο αντικείμενοτο οποίο ο ίδιος αποκαλεί «τύμβο του σύγχρονου ανθρώπου», οι δεκατρείς ηθοποιοί του θιάσου αναβιώνουν στιγμές από την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης. «»Μετά το ψωμί», έλεγε ο Δαντόν, «το πιο αναγκαίο πράγμα για τον λαό είναι η παιδεία»» μας υπενθυμίζει ο σκηνοθέτης, προσθέτοντας ότι ταυτίζεται πλήρως με αυτή την άποψη. «Δουλεύω το έργο με μια φόρμα τέτοια που δεν έχω ξανακάνει, και αυτό είναι το ενδιαφέρον. Εχουμε στα χέρια μας ένα έργο με άρτια δομή, το οποίο διασκευάσαμε με το σκεπτικό να νιώθει πιο εξοικειωμένος με την ιστορία ο θεατής- χωρίς ωστόσο να του κάνουμε μάθημα ιστορίας» επισημαίνει.

«»Ο θάνατος του Δαντόν» είναι ένα από τα πιο ακραία έργα πάνω στον θρίαμβο του κυνισμού και της επαναστατικότητας της εποχής μας, που είναι πλαστή και χωρίς ιδανικά. Εχοντας κάνει την επανάσταση, ο Δαντόν πεθαίνει μέσα στη μηχανή που ο ίδιος δημιούργησε. Αυτό συμβαίνει όταν μαθαίνεις τα παιδιά σου να σκοτώνουν:Το επόμενο θύμα είσαι εσύ ο ίδιος» τονίζει ο Στάθης Λιθαθινός και εξηγεί ότι το έργο αφορά τα εγκλήματα που διεπράχθησαν στο όνομα του γαλλικού ιδεώδους, φέρνοντας στο προσκήνιο τον Δαντόν και τον Ροβεσπιέρο, σε μια ιδιότυπη σύγκρουση.

  • ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ
  • Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ιδρυμα Ωνάση, Κεντρική Σκηνή, λεωφ. Συγγρού 107-109, τηλ.213 0178.000
  • Παραστάσεις: 20-23 και 26-30 Ιανουαρίου, 2-6, 9-12 και 16-18 Φεβρουαρίου, στις 20.30
  • Τιμές εισιτηρίων: 8, 10, 12, 15, 20, 25, 32 ευρώ
  • Παράλληλες δράσειςσυζητήσεις διοργανώνονται στις 27/1 και στις 7/2
  • ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Η παράσταση, σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα, σκηνογραφία Ελένης Μανωλοπούλου , φωτισμούς Αλέκου Αναστασίου και μουσική Μπλέιν Ρέινινγκερ, βασίζεται σε μια ομάδα ηθοποιών που συνεργάζεται σε σταθερή βάση με τον Στάθη Λιβαθινό. Παίζουν οι Βασίλης Ανδρέου, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Μελέτης Ηλίας, Στέλιος Ιακωβίδης, Νίκος Καρδώνης, Μιχάλης Μουλακάκης, Δημήτρης Μπίτος, Δημήτρης Μυλωνάς, Μαρία Ναυπλιώτου, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Ευθύμης Παππάς, Χρήστος Σουγάρης, Γιωργής Τσαμπουράκης.

Το Μεταξουργείο απέκτησε την Κάρμεν του

  • «Ας έχουμε στο θέατρο το ένα ποδάρι στη ζωή!», διακηρύσσει ο Στάθης Λιβαθινός. Και από απόψε κάνει τη δήλωσή του πράξη με εμπνευσμένο τρόπο.

Η  Κάρμεν, ενσαρκωμένη από τη Μαρία Ναυπλιώτου, θα είναι μια  απενοχοποιημένη ερωτικά, χειραφετημένη σύγχρονη γυναίκα

Η Κάρμεν, ενσαρκωμένη από τη Μαρία Ναυπλιώτου, θα είναι μια απενοχοποιημένη ερωτικά, χειραφετημένη σύγχρονη γυναίκα

Στο σύγχρονο πολυπολιτισμικό «γκέτο» του Μεταξουργείου, ανάμεσα στους οίκους ανοχής, θα εκτυλίσσεται, για δέκα βραδιές, η τζαζ εκδοχή του πάνω στην οπερατική «Κάρμεν», με επικεφαλής στον ομώνυμο ρόλο της φλογερής, ερωτικά άστατης Τσιγγάνας, τη Μαρία Ναυπλιώτου.

Μπορεί να μην είναι εν ενεργεία πορνείο το νεοκλασικό οίκημα με την εσωτερική αυλή και τους ακάλυπτους χώρους στην Κεραμεικού 28, όπου θα πραγματοποιείται η παράσταση. Αλλά «στο Μεταξουργείο όλα είναι δυστυχώς ή ευτυχώς λίγο πορνεία», τονίζει ο Λιβαθινός. «Η διάθεση των ανθρώπων που κυκλοφορούν στην περιοχή δίνει την αίσθηση ότι απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να συμβεί οτιδήποτε σκοτεινό και παράνομο. Από κλοπή μέχρι φόνο».

Αυτήν ακριβώς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα υψηλής επικινδυνότητας και αγοραίου έρωτα, φαίνεται, επιζητούσε και αποφάσισε να μπει στο «στόμα του λύκου» με τους συνεργάτες του για την πρώτη θεατρική του απόπειρα πάνω σε μια δημοφιλέστατη όπερα. «Μου αρέσει να παίζω και να διακινδυνεύω», διαπιστώνει ο σκηνοθέτης. «Και ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Ιδίως στην περίπτωση της «Κάρμεν» δεν μ’ ενδιέφερε μια προσέγγιση που να βασίζεται στο κόκκινο βελούδο». Ως εκ τούτου, για την εξεύρεση του ιδανικού «σκηνικού» περιδιάβηκε «στα χαμαιτυπεία και τα εγκαταλελειμμένα σπίτια της περιοχής». Πατώντας το πόδι του στο οικοδομικό συγκρότημα της Κεραμεικού 28, ήξερε ότι «εδώ είμαστε». «Καλύτερο «σκηνικό» δεν θα έβρισκα», παραδέχεται. «Ο χώρος ταιριάζει στον πυρήνα της ιστορίας. Εχει τα πάντα. Μέχρι και καθαρό ουρανό».

Το κοινό θα παρακολουθεί στην αυλή, στα πεζούλια και τα παράθυρα του οικήματος μια νυχτερινή ιστορία που θα ολοκληρώνεται μέσα σε μία ώρα. «Είναι μια νυχτερινή «Κάρμεν» σε ένα χώρο που μάλλον μας βαφτίζει παρά τον βαφτίζουμε εμείς», τονίζει ο σκηνοθέτης.

  • Προσωπικό πείραμα

Η «Κάρμεν», μια εκτός θεάτρου «παρανομία» του, όπως λέει, «τώρα που βρέθηκα σε κενό χρόνου και δεν μπορώ να κάθομαι», ξεκίνησε περισσότερο «σαν ένα προσωπικό πείραμα», που μάλιστα στην αρχή σκηνοθέτης και ηθοποιοί δεν θέλανε να το δείξουν σε κοινό. Η νεωτερική στην εποχή της όπερα του Μπιζέ δεν είναι παρά η αφετηρία, ώστε ο Λιβαθινός, που λατρεύει την όπερα, να αποτολμήσει τη δική του διασκευή πάνω στο λιμπρέτο της πασίγνωστης όπερας αλλά και στη λιγότερο γνωστή νουβέλα του Μεριμέ, που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για τους συγγραφείς του. «Είναι μια δραματική σπουδή πάνω στην «Κάρμεν», με άριες», λέει, «ένα μικτό δραματικό είδος για ένα ελεύθερο μυαλό», που δεν είναι μιούζικαλ, αλλά έχει ζωντανή τζαζ μουσική την οποία ερμηνεύουν οι καλλίφωνοι ηθοποιοί.

Είναι η πρώτη φορά, τονίζει με καμάρι, στην ιστορία της όπερας του Μπιζέ, που μεταφράζονται οι άριες στα ελληνικά (από τον ποιητή Στρατή Πασχάλη). Οι ηθοποιοί τις τραγουδάνε σαν να είναι σύγχρονα τζαζ τραγούδια. «Ετσι, μεταξύ πρόζας και τραγουδιού, παρακολουθούμε μια ομάδα ανθρώπων που πεθαίνουν για τον έρωτα -αλληγορικά και κυριολεκτικά. Είναι καλό να πεθαίνεις για τον έρωτα και όχι για την κρίση!», λέει με νόημα ο σκηνοθέτης.

Ο Λιβαθινός συνεργάζεται ξανά με τη μούσα του Μαρία Ναυπλιώτου. Και με τους υπόλοιπους όμως ηθοποιούς της «Κάρμεν», Ηλία Μελέτη, Χρήστο Σουγάρη, Ευθύμη Παπά, Πηνελόπη Μαρκοπούλου και Μαρία Σαββίδου, είτε είχαν δουλέψει μαζί πρόπερσι στον «Βασιλιά Λιρ» είτε είχαν συνεργαστεί παλαιότερα στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. «Είναι μια συνάντηση παλιών συνεργατών μου με νέους, απ’ την οποία προκύπτει μια εξαιρετική καινούργια ομάδα. Μαζί θα συνεχίσουμε στο μέλλον».

Η «Κάρμεν» δεν θα είχε γίνει πραγματικότητα αν δεν υπήρχε η γενναιόδωρη αρωγή της εταιρείας «Πολυπλάνητη» της βοηθού του Λιβαθινού στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, Γιολάντας Μαρκοπούλου.

INFO: Στη σκηνοθεσία συνεργάστηκε η Μαρία Σαββίδου. Την τζαζ μουσική διασκευή και ενορχήστρωση της μουσικής του Μπιζέ υπογράφει ο μουσικός Κώστας Μαγγίνας, που ερμηνεύει ζωντανά τη μουσική μαζί με τον Νίκο Καπηλίδη και τον Μάξιμο Δράκο. Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου. Παραστάσεις: 1-11 Ιουλίου. Τηλέφωνο κρατήσεων: 6981-802544. Ωρα έναρξης: 21:30. Είσοδος: 15 ευρώ. * Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ… Η «Κάρµεν» βγαίνει στον δρόµο

  • Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, TA NEA: Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

  • Μια όπερα αλλιώτικη, που συνδυάζει Μπιζέ και Μεριµέ, ανεβάζει σε µια αυλή ο Στάθης Λιβαθινός, µε πρωταγωνίστρια στον επώνυµο ρόλο τη Μαρία Ναυπλιώτου

Και τώρα όπερα! Ο Στάθης Λιβαθινός και η οµάδα του τολµούν για πρώτη φορά να προσεγγίσουν το θέµα «Κάρµεν». Αλλά µέσα τόσο από το λιµπρέτο της δηµοφιλούς – πασίγνωστης – όπερας (1865) του Ζορζ Μπιζέ όσο και από τη λιγότερο γνωστή νουβέλα (1845) του Προσπέρ Μεριµέ, που αποτέλεσε και την πηγή έµπνευσης για τους συγγραφείς του λιµπρέτου, τον Ανρί Μεϊλάκ και τον Λουντοβίκ Αλεβί. Στον επώνυµο ρόλο, η Μαρία Ναυπλιώτου.

Ενα από τα ιδιαίτερα της παράστασης που έχει πειραµατικό χαρακτήρα και η δραµατουργική της επεξεργασία αποτελεί προϊόν συνεργασίας του σκηνοθέτη και των έξι ηθοποιών είναι ότι θα παιχτεί για λίγες µόνο βραδιές, µε τη συνοδεία ζωντανής τζαζ µουσικής, σε έναν εναλλακτικό υπαίθριο χώρο: στην εσωτερική αυλή ενός παλιού νεοκλασικού κτιρίου στο Μεταξουργείο.

Ο Στάθης Λιβαθινός στην πρώτη του αυτή επαφή µε την όπερα αποπειράται να προσεγγίσει (µε τη συνεργασία στη σκηνοθεσία της Μαρίας Σαββίδου) την τραγική ιστορία της Κάρµεν. Μαζί του στο εγχείρηµα αυτό, η Ελένη Μανωλοπούλου για τα σκηνικά και τα κοστούµια, ο Αλέκος Αναστασίου για τους φωτισµούς, ο µουσικός Κώστας Μαγγίνας για την τζαζ µουσική διασκευή και την ενορχήστρωση της µουσικής του Μπιζέ, ο ποιητής και µεταφραστής Στρατής Πασχάλης για την προσαρµογή των στίχων και τη δραµατολογική επεξεργασία και πέντε – συν η βοηθός, έξι – ταλαντούχοι ηθοποιοί µε τους οποίους έχει συνεργαστεί – µε µερικούς συνεργάζεται εδώ και χρόνια. Πρόκειται, εκτός της Μαρίας Ναυπλιώτου και της Μαρίας Σαββίδου, για τους Μελέτη Ηλία (Χοσέ), Χρήστο Σουγάρη (Θουνίγα, Γκαρθία), Ευθύµη Παπά (Τορεαντόρ), Πηνελόπη Μαρκοπούλου (Μικαέλα). Στην παράσταση παίζουν ζωντανά µουσική οι Κώστας Μαγγίνας (κιθάρες), Νίκος Καπηλίδης (ντραµς) και Μάξιµος Δράκος (αρµόνιο).

  • Πώς έφτασε στην όπερα ο Στάθης Λιβαθινός;

«Η όπερα µε συνοδεύει από τα παιδικά µου χρόνια γιατί λατρεύω την κλασική µουσική. Δεν είχε τύχει κανένας να µε σκεφτεί και να µου προτείνει να κάνω όπερα. Και αφού υπήρχε η Γιολάντα Μαρκοπούλου (σ.σ.: βοηθός του στον “Ηλίθιο” και δηµιουργός της εταιρείας Πολυπλάνητη που έχει δραστηριοποιηθεί από το 2007 µε θεατρικές παραγωγές), ένας πολύ κοντινός µου άνθρωπος που µπορούσε να µπει στην τρέλα αυτή και να µας στηρίξει, πήρα την απόφαση να κάνουµε την παραγωγή µόνοι µας.

Στην αρχή σκέφτηκα να κάνω την παράσταση µε νέους τραγουδιστές της όπερας που να θέλουνε να παίξουνε κιόλας. Γιατί αυτό που µε ενδιέφερε ήταν µια δραµατική σπουδή πάνω στο θέµα της “Κάρµεν”. Μετά σκέφτηκα πως έχω πολύ κοντινή σχέση µε εξαιρετικούς ηθοποιούς που θα προτιµούσα αυτούς να δω να τραγουδούν παρά τραγουδιστές της όπερας να παίζουν.

Η διάθεσή µου πάντως να συνεργαστώ µε ανθρώπους της όπερας είναι πάρα πολύ µεγάλη. Ξέρω πως υπάρχουν πολλά πολύ ταλαντούχα παιδιά που τα περισσότερα δεν έχουν χώρο να εργαστούν και να εκφραστούν.

Αλλά προτίµησα τελικά να δοκιµάσουµε πρώτα τον δραµατικό καµβά της “Κάρµεν” κρατώντας µερικές βασικές άριες της όπερας που θα τραγουδηθούν θεατρικά όµως. Η παράσταση εξάλλου είναι πάρα πολύ χαµηλού προϋπολογισµού. Από την άλλη το ενδιαφέρον µού κίνησε ο χώρος. Δεν πρέπει εµείς οι καλλιτέχνες να χάνουµε την επαφή µε τον δρόµο και τους εναλλακτικούς χώρους. Για να µη χάσουµε τη γεύση και τη µυρουδιά µας. Εχω τη ζωή της Κάρµεν µπροστά µου αφτιασίδωτη και αληθινή. Τα πρόσωπα των Κινέζων και των Πακιστανών που µαζεύονται στην πόρτα στις πρόβες και κοιτάνε ενώ εµείς παίζουµε ζωντανή µουσική είναι από τα πιο ενδιαφέροντα και συγκινητικά πράγµατα που έχω ζήσει. Εκεί, λοιπόν, ανάµεσα στις πουτάνες, στα ναρκωτικά και στις κλοπές, ακούγεται και λίγη “Κάρµεν”. Ολο αυτό φαντάζεστε πόσο φορτισµένο και αληθινό είναι…».

ΙΝFΟ

Από 1 έως 11 Ιουλίου, εκτός Κυριακής 4 Ιουλίου, στις 21.30, στον χώρο της Κεραµεικού 28 (Μεταξουργείο, τηλ. κρατήσεων 6981802544). Εισιτήριο: 15 ευρώ.

  • Πιο κοντά στον Ζενέ

Ρωτώ τον Στάθη Λιβαθινό ποια είναι τα στοιχεία του έργου που θέλησε να προβάλει. «Τη νοσταλγία για απόλυτη ελευθερία. Και την εύθραυστη και καταδικασµένη – µε ηµεροµηνία λήξης – οµορφιά. Που δεν είναι φτιαγµένη για να διατηρηθεί, για να µπει στο ψυγείο, για να πουληθεί, για να γεράσει… Που υπάρχει για να υπάρχει. Θα είναι µια Κάρµεν σύγχρονη, πιο κοντά στον Ζενέ παρά στην ισπανική της προέλευση και στα εξωτικά στοιχεία. Μια τέτοια Κάρµεν δεν µε αφορά. Αποφασίσαµε πως έχει µεγαλύτερο ενδιαφέρον να δούµε την Κάρµεν πώς γυρίζει σήµερα στους δρόµους. Πρόκειται για µια Κάρµεν της µιας νύχτας. Ο χρόνος είναι ποιητικός, σαν να είναι για µια ζωή αλλά και για µια νύχτα». Μια ανάλογη µουσική απόπειρα πάνω στην «Κάρµεν» έκανε ο Πίτερ Μπρουκ στο Παρίσι το 1981. Την άκρως λιτή παράστασή του µε τον τίτλο «Η τραγωδία της Κάρµεν», την οποία µετέφερε και στον κινηµατογράφο το 1983, είδαµε και στην Αθήνα, τον Ιούνιο του 1987, στο θέατρο που φέρει πια το όνοµά του και που δηµιουργήθηκε στο νταµάρι της Πετρούπολης για να παρουσιάσει τη «Μαχαµπχαράτα» του το 1985, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Αθήνα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης.

Η Κάρμεν… χορεύει τζαζ στο Μεταξουργείο

Ενας εναλλακτικός υπαίθριος χώρος στην οδό Κεραμεικού θα είναι το  σκηνικό της «Κάρμεν»

Ενας εναλλακτικός υπαίθριος χώρος στην οδό Κεραμεικού θα είναι το σκηνικό της «Κάρμεν»
  • Η Μαρία Ναυπλιώτου ενσαρκώνει την ηρωίδα της όπερας του Μπιζέ σε μία πειραματική παράσταση με ζωντανή μουσική που λαμβάνει χώρα στην αυλή ενός νεοκλασικού κτιρίου, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού
  • Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί όπερα. Ο σκηνοθέτης στην πρώτη του επαφή με την όπερα αποπειράται να προσεγγίσει την τραγική ιστορία της «Κάρμεν». Μαζί με την ομάδα του τολμούν για πρώτη φορά να προσεγγίσουν το θέμα «Κάρμεν» όχι μόνο από την «πλευρά του λιμπρέτου της πασίγνωστης όπερας του Μπιζέ, αλλά και από τη λιγότερο γνωστή εκδοχή της νουβέλας του Μεριμέ, που αποτέλεσε και την πηγή έμπνευσης για τους συγγραφείς του λιμπρέτου».

Η παράσταση που έχει πειραματικό χαρακτήρα και η δραματουργική της επεξεργασία είναι προϊόν συνεργασίας του σκηνοθέτη και των έξι ηθοποιών και θα παρουσιαστεί σε έναν «εναλλακτικό υπαίθριο χώρο» στην οδό Κεραμεικού, αριθμ. 28, στο Μεταξουργείο, σε μια γειτονιά με «πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, μια περιοχή καλλιτεχνικά ζωντανή σε πλήρη ανάπτυξη που αναζητά προτάσεις που αντλούν έμπνευση από την ίδια και τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα της». Στην αυλή ενός παλιού νεοκλασικού κτιρίου, με τη συνοδεία ζωντανής τζαζ μουσικής, θα ζωντανέψει η «Κάρμεν», για μόνο λίγες παραστάσεις, από την 1η έως τις 11 Ιουλίου, με τη Μαρία Ναυπλιώτου στον κεντρικό ρόλο.

Η όπερα σαν μια ιδιαίτερα απαιτητική μορφή τέχνης έχει πάψει πια να απασχολεί αποκλειστικά και μόνο καλλιτέχνες του είδους και να απευθύνεται σε ένα ιδιαίτερο κοινό.

  • Πρόκληση

Στην πρόκληση της όπερας και στις υψηλές καλλιτεχνικές της απαιτήσεις, τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα στην Ευρώπη, έχουν αρχίσει να ενδίδουν και σκηνοθέτες του θεάτρου που θέλουν να ανανεώσουν τα εκφραστικά τους μέσα και να εμπλουτίσουν το καλλιτεχνικό τους λεξιλόγιο. Ετσι η όπερα γίνεται πλέον ένα πεδίο έρευνας και πειραματισμού για σκηνοθέτες, τραγουδιστές, ηθοποιούς και σκηνογράφους, σε μια προσπάθεια να βγει σαν καλλιτεχνικό είδος από τα καθιερωμένα, να πλησιάσει τη σύγχρονη πραγματικότητα και να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο και -γιατί όχι;- πιο νεανικό κοινό.

Ο ποιητής και μεταφραστής Στρατής Πασχάλης υπογράφει την προσαρμογή των στίχων των τραγουδιών και τη δραματολογική επεξεργασία. Ο Στάθης Λιβαθινός τη σκηνοθεσία (με τη συνεργασία της Μαρίας Σαββίδου) και τη δραματουργική επεξεργασία (μαζί με τους ηθοποιούς). Η Ελένη Μανωλοπούλου φιλοτεχνεί τα σκηνικά και τα κοστούμια.

Ο μουσικός Κώστας Μαγγίνας είναι υπεύθυνος για την τζαζ μουσική διασκευή και ενορχήστρωση της μουσικής του Μπιζέ, ενώ ο Αλέκος Αναστασίου για τους φωτισμούς. Πρωταγωνιστούν: Μαρία Ναυπλιώτου (Κάρμεν), Μελέτης Ηλίας (Χοσέ), Πηνελόπη Μαρκοπούλου (Μικαέλα), Ευθύμης Παπάς (Τορεαντόρ), Χρήστος Σουγάρης (Θουνίγα, Γκαρθία), Μαρία Σαββίδου. Στην παράσταση παίζουν ζωντανά μουσική οι: Κώστας Μαγγίνας (κιθάρες), Νίκος Καπηλίδης (ντραμς), Μάξιμος Δράκος (αρμόνιο).

  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 18/06/2010

Βυσσινόκηπος χωρίς πολλά χρώματα…

  • Ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθετεί το κύκνειο έργο του Τσέχοφ σε μια παραγωγή που δεν φτάνει το υψηλό επίπεδο περασμένων παραστάσεων της Οδού Κεφαλληνίας, δίχως ωστόσο να απογοητεύει

Eνας κόσμος που φεύγει, ένας κόσμος που έρχεται. Κι εκεί, στο μεταίχμιο, στο «γύρισμα» της ιστορίας, στέκει ο «Βυσσινόκηπος» του Αντον Τσέχοφ, ένα σπίτι στην εξοχή με τον ωραιότερο βυσσινόκηπο της περιοχής που βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και της κατάρρευσης. Οι σχεδόν αδιάφοροι μικροαστοί ιδιοκτήτες του δεν κάνουν τίποτα για να το σώσουν από την πώληση.

 Η Μπέττυ Αρβανίτη (Λιουμπόφ) και ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος (Λοπάχιν) στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ

Η Μπέττυ Αρβανίτη (Λιουμπόφ) και ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος (Λοπάχιν) στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ

Ο συγγραφέας μέσα από το κύκνειο έργο του απεικονίζει τη διαρκή φθορά της καθημερινής ζωής στη Ρωσία του 20ού αιώνα, δίνοντας όμως μια νότα ελπίδας για το μέλλον και κάνοντας μια ακριβή πρόβλεψη της ίδιας της επανάστασης που ακολούθησε. Ο Στάθης Λιβαθινός με όχημα αυτή την ιστορικο-κοινωνικο-πολιτική αλλαγή και άξονα τη στέρεη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη σκηνοθετεί το έργο, στο «Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας» (Α’ Σκηνή).

Ο Γιάννης Φέρτης ως Γκάγεφ «χτίζει πύργους στην άμμο», παίζει μπιλιάρδο κι εκφωνεί λόγους, ενόσω ο «Βυσσινόκηπος», το πατρικό του σπίτι, χάνεται λόγω χρεοκοπίας

Ο Γιάννης Φέρτης ως Γκάγεφ «χτίζει πύργους στην άμμο», παίζει μπιλιάρδο κι εκφωνεί λόγους, ενόσω ο «Βυσσινόκηπος», το πατρικό του σπίτι, χάνεται λόγω χρεοκοπίας

Η παράσταση, με συντελεστές και καστ που έχουν ανεβάσει τα προηγούμενα χρόνια τον πήχη ψηλά, δεν φτάνει στο επίπεδο των περασμένων παραγωγών, χωρίς ωστόσο να απογοητεύει. Ο χώρος μικρός για το έργο, αν και με έξυπνες σκηνογραφικές λύσεις (Ελένη Μανωλοπούλου), στερεί την ατμόσφαιρα της ρωσικής επαρχίας και «στριμώχνει» τους ήρωες.

Οι τελευταίοι ζωντανεύουν στη σκηνή χαρακτήρες αντιφατικούς μεταξύ τους, αλλά με κοινά σημεία το ότι αποτελούν το σύμβολο της τάξης των γαιοκτημόνων που η τελματωμένη ζωή τους και η άνθηση άλλων παραγωγικών τάξεων τους παρασύρει στον όλεθρο και την εξαφάνιση, ως το σύμβολο του παρελθόντος που σβήνει παραδίνοντας την ομορφιά του στο τσεκούρι εκείνων που έρχονται. Σε αυτά στάθηκε η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, καθώς και στο ότι οι ήρωες του «Βυσσινόκηπου» κάθε άλλο παρά μονοκόμματες φιγούρες είναι.

Η Λιουμπόφ Αντρέγεβνα της Μπέττυς Αρβανίτη διαθέτει την ψυχολογία της ηρωίδας. Μοιάζει να μην καταλαβαίνει τις αλλαγές της εποχής, είναι ευάλωτη, απ’ όλους και απ’ όλα, να σκορπάει τα λεφτά που δεν έχει, αιωρείται ανάμεσα στη λατρεία της για τον βυσσινόκηπό της και στον έρωτά της για τον ανάξιο εραστή που άφησε στο Παρίσι αλλά είναι πηγή αγάπης, τρυφερότητας, καλοσύνης, γενναιοδωρίας και κατανόησης για τα πάθη, τα αισθήματα και τα παθήματα των ανθρώπων.

Ο Γκάγεφ Αντρέγεβιτς του Γιάννη Φέρτη, «ανεπρόκοπος» και «πάσχων» από ακατάσχετη λογοδιάρροια, είναι αγαθός, στοργικός, καλοπροαίρετος, αλλά δίχως την ελαφράδα του ρόλου. Ο άλλος «ρήτορας», ο Τροφίμοφ (Δημήτρης Παπανικολάου), σκληρός στις επικρίσεις του για τους αλλοτινούς «αφέντες», ευαγγελίζεται επαναστατικές ανατροπές, κατακεραυνώνει τους λογάδες κι αγιάζει την εργασία μένοντας ο ίδιος άεργος.

Ο Λοπάχιν (ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος πασχίζει σε ένα κόντρα ρόλο, τον οποίο τελικά κατακτά) πλούτισε από τον καινούργιο συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων, παθιάζεται για τη δουλειά και το χρήμα, αλλά δεν είναι ένας αναίσθητος εκμεταλλευτής, ένας στυγνός κερδομανής, ένας φανφαρόνος νεόπλουτος. Είναι «τίμιος, ευαίσθητος, ευπρεπής», λατρεύει κι ευγνωμονεί τη Λιουμπόφ, αγωνίζεται έως το τέλος να τη σώσει από την καταστροφή.

Ακούραστα εργατική κι ανέλπιδα ερωτευμένη η Βάρια (Τζίνη Παπαδοπούλου). Ο Επιχόντοφ (Βασίλης Καραμπούλας) αραδιάζει αδιάκοπα κωμικές προτάσεις στην Ντουνιάσα (Πηνελόπη Μαρκοπούλου) που είναι έτοιμη να τις δεχτεί, αλλά «μαγεύεται» από τον φαντασμένο κυνικό Γιάσα που φαντάζεται ότι είναι παντογνώστης Παριζιάνος (Αρης Τρουπάκης). Αμπελοφιλοσοφεί από τρίτο χέρι ο Πίστσικ (Στέλιος Ιακωβίδης), διασκεδάζει με τα ταχυδακτυλουργικά της κόλπα η Σαρλότα (Μαρία Σαββίδου), η δροσιά και τα νιάτα χαρακτηρίζουν την Ανια (Μαρία Συμέου), ενώ ο Φιρς (Κώστας Γαλανάκης) στο φινάλε αποκωδικοποιεί όλη την ουσία του έργου.

  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 04/01/2010

ΘΟΚ, Νίκος Μαστοράκης, «Βυσσινόκηπος», Στάθης Λιβαθινός

  • Στη μπούκα

  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 17 Μαΐου 2009
  • Οχι: «Δεν «“αποχώρησε” από τον ΘΟΚ, αλλά αντίθετα ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου έπαυσε τον κ. Μαστοράκη από τα καθήκοντά του», με ενημερώνει με σχετική επιστολή ο πρόεδρος του ΔΣ του ΘΟΚ κ. Δημήτρης Καραγιάννης και με καλεί να διορθώσω το λάθος- «δεν είσθε σωστά ενημερωμένη», επισημαίνει. * * *Πράγματι. Ο ΘΟΚ έπαυσε τον Νίκο Μαστοράκη. Και εγώ, προσωπικά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι όταν ένας καλός σκηνοθέτης φεύγει και αντ΄ αυτού έρχεται μια «ομαδική σκηνοθεσία», πρώτο θύμα είναι η παράσταση και οι θεατές… * * *Απορώ όμως γιατί ένα θέατρο να επαίρεται για το γεγονός ότι «έπαυσε» τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη… * * * Από τον περασμένο Φεβρουάριο ο Μαστοράκης κατέβηκε στη Μεγαλόνησο (όπου έμεινε για ένα δίμηνο), θέλοντας να διοργανώσει την παράσταση και να κάνει τη διανομή για τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, την εναρκτήρια παράσταση των Επιδαυρίων 2009. * * * Δεν επαρκούσαν όμως οι ηθοποιοί και σίγουρα δεν βρήκε ανάμεσα στους Κυπρίους του ΘΟΚ τον δικό του Φειδιππίδη. Οπότε και θέλησε να καλέσει έναν ηθοποιό από την Αθήνα. * * * Αιτία ή αφορμή, οι σχέσεις ανάμεσα στον σκηνοθέτη και στο θέατρο κλονίστηκαν. Εκείνος έφθανε στο «αμήν» για να φύγει- αλλά τον κρατούσε η σκέψη να φθάσει η παράσταση σε αίσιο τέλος. Ο ΘΟΚ προτίμησε να τον παύσει… * * * Τι απομένει από όλη αυτή την ιστορία; Μια παράσταση που θα έχει «ομαδική» σκηνοθεσία και κάτι ακόμη, που επισημαίνει ο Νίκος Μαστοράκης. «Λασπολόγησαν εναντίον μου, αλλά δεν θα τους απαντήσω.» * * * Τον πρώτο του Τσέχωφ θα σκηνοθετήσει τον προσεχή χειμώνα ο Στάθης Λιβαθινός: Πρόκειται για τον «Βυσσινόκηπο», το οποίο και θα ανεβάσει για την Πράξη της Μπέτυς Αρβανίτη και του Βασίλη Πουλαντζά στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας. * * * Συνεχίζοντας τη συνεργασία του για τρίτη φορά- μετά τη «Βάσα» και την «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας»-, ο Λιβαθινός θα προχωρήσει σε έναν συνδυασμό. Μαζί με την Μπέτυ Αρβανίτη, τον Γιάννη Φέρτη, τον Κώστα Γαλανάκη, την Τζίνη Παπαδοπούλου και τον Βασίλη Καραμπούλα θα παίξουν ορισμένα από τα παιδιά της πρώην Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού (Παπανικολάου, Σαββίδου, Τρουπάκης, Ιωακειμίδης, Συμεού). * * * Εκτός από τον «Βυσσινόκηπο», ο Λιβαθινός θα (ξανα)σκηνοθετήσει «Το κτήνος στο φεγγάρι», το εξαιρετικά ενδιαφέρον, και τόσο επιτυχημένο στην Ελλάδα και διεθνώς, έργο του Ρίτσαρντ Καλινόσκι με το οποίο ο σκηνοθέτης εγκαινίασε, το 1999, τη συνεργασία του με τον Δημήτρη Τάρλοου και τον Δόλιχο. * * * Δέκα χρόνια μετά, πάλι με τον Δημήτρη Τάρλοου (και σε δική του μετάφραση) και την Ταμίλα Κουλίεβα, η παράσταση θα ζωντανέψει στο Πορεία. Στο επίκεντρο το ζευγάρι των Αρμενίων (Αράμ και Σέτα Τομασιάν) που επέζησαν της Γενοκτονίας του 1915 και μεταναστεύουν στην Αμερική. «Το κτήνος στο φεγγάρι» ανέβασε πριν από δύο μήνες το ΔΗΠΕΘΕ Βόλου. * * * ΥΓ.: Μπορεί να τελειώνει απόψε η «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.», αλλά, ευτυχώς, θα συνεχιστεί και του χρόνου. Οπου υπάρχει ταλέντο…

Ιστορία της, αμαρτία της

  • Είναι εξαιρετικά λυπηρό ένα θέατρο που ιδρύθηκε από κάποιον όπως η Αννα Βαγενά (με γνωστή θητεία, από το Θεσσαλικό κι εδώθε), να ακυρώνει μια παραγωγή του, λόγω οικονομικών δυσχερειών. Εξίσου δυσάρεστο είναι ένα κράτος να μην ανταποκρίνεται καν στις βασικές υποχρεώσεις του προς τους επιχορηγούμενους. Η Αννα Βαγενά δεν είναι φυσικά η μοναδική που αντιμετωπίζει πρόβλημα. Ούτε είναι «ντεμπιτάντ» ώστε να μη γνωρίζει τι ποσοστό δονκιχωτισμού προϋποθέτει η έκφραση «κάνω τέχνη» στην Ελλάδα, πόσο πενιχρές είναι οι κρατικές παροχές για τον πολιτισμό και πόσο επικίνδυνα καθυστερεί κατά κανόνα η εκταμίευση των επιχορηγήσεων.
  • Δεν σημαίνει ότι περιμένει κανείς από οποιονδήποτε καλλιτέχνη, επειδή ξέρει την ελληνική πραγματικότητα, να μη διαμαρτύρεται, να μην οργίζεται και να κάθεται άπρακτος. Αλλά δεν περιμέναμε επίσης στο δελτίο Τύπου με το οποίο η κ. Βαγενά δημοσιοποίησε την ακύρωση αλλά και το χρέος (160.000 ευρώ) του θεάτρου, να «καρφώνει» τον Στάθη Λιβαθινό. Κι, όμως, αναφέρεται σαφώς πως «η προσπάθεια της Αννας Βαγενά να στηρίξει την ομάδα του Στάθη Λιβαθινού και να της δώσει χώρο να δημιουργήσει, ήταν τελικά από οικονομική άποψη δυσβάσταχτη και καταστρεπτική για την ίδια και το θέατρο «Μεταξουργείο» (…)».
  • Μα μήπως δεν πρόκειται για την ίδια που «μόλις πληροφορήθηκε το τέλος της Πειραματικής, έδρασε», όπως γράφαμε τότε, «ακαριαία. Δεν αρκέστηκε να παραχωρήσει στον Λιβαθινό στέγη για μία ή δύο παραστάσεις της ομάδας του. Του ανέθεσε εν λευκώ την καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου της»; Που αναγνώριζε ότι οι 50 άνθρωποι που θα εργάζονταν αυτή τη σεζόν στο «Μεταξουργείο» «είναι τεράστιο οικονομικό ρίσκο και μεγάλη ευθύνη»; Και που στο περιθώριο ευχόταν το ΕΚΕΘΕΧ να είναι πιο αποτελεσματικό στο μέλλον;
  • Το ΕΚΕΘΕΧ δεν αποδείχτηκε μέχρι στιγμής αποτελεσματικότερο. Αλλά από εκεί μέχρι να ζητεί κανείς και τα ρέστα για το προσωπικό του καλλιτεχνικό ρίσκο έχει μεγάλη απόσταση. Οπως και το να «καρφώνει» εκ των υστέρων την επιλογή του.

ΚΘΒΕ: Στην τελική ευθεία οι πρόβες για τον «Βασιλιά Ληρ»


©Αμοιρίδης Κώστας

Στην τελική ευθεία βρίσκονται οι πρόβες για τον «Βασιλιά Ληρ», του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, που θα παρουσιαστεί στη σκηνή του Βασιλικού Θεάτρου από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, με τον Νικήτα Τσακίρογλου στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Στον «Βασιλιά Ληρ», ο Σαίξπηρ εξερευνά τα ουσιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης: την αγάπη και το καθήκον, τη φιλία και την προδοσία, την ηγεσία και την αφοσίωση, την εξουσία και την αναρχία, το πεπρωμένο, την εξαγορά αλλά και τον τρόμο μπροστά στο αναπόφευκτο μιας ζωής που πλησιάζει στη λήξη της.

Η εικόνα της ανθρώπινης σκληρότητας, της κοινωνικής ζούγκλας, της απάτης και της αυταπάτης του «μεγαλείου», της τυραννικής εξουσίας, της άδικης δικαιοσύνης, η απεικόνιση της δυστυχίας και της οδύνης που όλα τούτα προκαλούν, είναι εδώ άγρια και πιο τρομερή παρά ποτέ. Ο Ληρ είναι το μεγάλο δραματικό ποίημα, όπου ο άνθρωπος βρίσκεται ενώπιος ενωπίω με την αλήθεια, αφού έχει πρώτα διασχίσει όλο τον ανήφορο του Πόνου, του πόνου που τον έχουν προκαλέσει τόσο οι δικές του αφροσύνες όσο και η κοινωνική βαρβαρότητα, όπου κι αυτός έχει άφθονα συμβάλει.…

Σημείωμα του σκηνοθέτη Στάθη Λιβαθινού

Η αθάνατη ιστορία του αυταρχικού βασιλιά με τις τρεις κόρες, που απαιτεί την αφοσίωση και την αγάπη τους με αντάλλαγμα πλούτη και εξουσία, γραμμένη από τον Σαίξπηρ 400 χρόνια πριν, μεταφέρεται στη φιμωμένη εποχή μας από ένα θίασο νέων ανθρώπων με πρωταγωνιστή τον Νικήτα Τσακίρογλου. Ένα σκληρό παραμύθι, ένα έργο καταιγιστικό, όπου το πάθος των νέων ανθρώπων για μια ανεξάρτητη ζωή συγκρούεται με το πείσμα και τον παραλογισμό των γέρων. Η τραγική ιστορία τρελών που οδηγούν τυφλούς αλλά και γέρων που γεννάνε αχάριστα παιδιά παραμένει επίκαιρη όσο ποτέ.

Συντελεστές

Μετάφραση: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, σκηνοθεσία: ΣΤΑΘΗΣ ΛΙΒΑΘΙΝΟΣ, σκηνικά-κοστούμια: ΕΛΕΝΗ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΥ, μουσική: ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΜΠΑΖΗΣ, φωτισμοί: ΑΛΕΚΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, κίνηση: ΝΙΚΟΛΑΪ ΚΑΡΠΟΦ, δραματουργική επεξεργασία: ΑΜΑΛΙΑ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ, βοηθός σκηνοθέτη: ΣΤΕΛΛΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, βοηθός σκηνογράφου: ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ, οργάνωση παραγωγής: ΡΟΔΗ ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ

Διανομή

Βασιλιάς Ληρ: ΝΙΚΗΤΑΣ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ, Γονερίλη: ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Ρεγάνη: ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Κορντέλια: ΕΥΤΥΧΙΑ ΓΙΑΚΟΥΜΗ, Δούκας του Ώλμπαν: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΠΟΥΛΑΣ, Δούκας της Κορνουάλης / Αγγελιοφόρος: ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΟΥΓΑΡΗΣ, Βασιλιάς της Γαλλίας: ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Δούκας της Βουργουνδίας / Κήρυκας / Αξιωματικός: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΝΤΟΣ, Κόμης του Γκλόστερ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΡΙΣΗΣ, Έντγκαρ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ, Έντμοντ: ΕΥΘΥΜΗΣ ΠΑΠΠΑΣ, Κόμης του Κεντ: ΜΕΛΕΤΗΣ ΗΛΙΑΣ, Γελωτοποιός του Ληρ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ / ΑΣΤΕΡΗΣ ΠΕΛΤΕΚΗΣ, Όσβαλντ: ΝΙΚΟΣ ΚΑΠΕΛΙΟΣ, Κούραν / Υπηρέτης του Γκλόστερ: ΚΙΜΩΝ ΚΟΥΡΗΣ, Υπηρέτης του Δούκα της Κορνουάλης: ΝΙΚΟΣ ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ, Γιατρός: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Λοχαγός: ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ, Αγγελιοφόρος: ΙΟΥΛΙΟΣ ΤΖΙΑΤΑΣ, Ιππότες του Ληρ, Στρατός των Γάλλων: ΘΙΑΣΟΣ

Παίζουν επί σκηνής οι μουσικοί: Χρήστος Κλάρος (μπάσο), Παναγιώτης Παπάζογλου (ηλεκτρική κιθάρα), Θεόδωρος Χυτήρης (τύμπανα)