Category Archives: Λεοντάρης Γιάννης

Θαλερή «Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»»

«Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης»
Η «Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»» καταξιωμένη στη συνείδηση των ανθρώπων του θεάτρου, εδώ και πολλά χρόνια, λογίζεται ως η «καρδιά» της θεατρικής Θεσσαλονίκης. Ως μια «εστία» ανθεκτική απέναντι στα οικονομικά και άλλα προβλήματα, πεισματικά και παραγωγικότατα αφοσιωμένη στο ποιοτικό ρεπερτόριο (θεματολογικά και μορφολογικά), αλλά και ανοιχτή, πειραματιζόμενη και «εισηγούμενη» συνεχώς το καινούριο. Αγνωστα και άπαιχτα στην Ελλάδα σημαντικά έργα παλιών σπουδαίων αλλά και άγνωστων ξένων δραματουργών, έργα δοκίμων και πρωτοεμφανιζόμενων Ελλήνων, καθώς και νέες κειμενικές και αισθητικές τάσεις. Συμπληρώνοντας το 2009 τριάντα χρόνια λειτουργίας της, η «Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»» παραμένει ποιοτικά και καινοτόμα θαλερή. Μια ακόμη περί αυτού απόδειξη είναι οι παρακάτω παραστάσεις της, στο θέατρο «Αμαλία».
  • «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης»

Στην «Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»» οφείλεται η «ανακάλυψη», το ανέβασμα πέρσι και η συνεχιζόμενη και φέτος μεγάλη παραστασιακή επιτυχία του τελευταίου έργου του Ακη Δήμου «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης», σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου. Επιτυχία τόση, που το έργο να ανεβαστεί, με εξίσου μεγάλη επιτυχία, φέτος και στο αθηναϊκό θέατρο «Δημήτρης Χορν». Η στήλη έγραψε για την παράσταση στο «Δημήτρης Χορν», στις 5/11/2008, και σχετικά με το έργο ανέφερε τα εξής:

«Τα σαράντα κλειδιά»

Έργο δραματουργικής ωριμότητας, «γέννημα» σε ώρα μιας πολύ εύφορης σατιρικής διάθεσης, οργιαστικά ευρηματικής μυθοπλοκής με φαρσικές καταστάσεις, «βιτριολικά» ετοιμόλογης γλώσσας (ιδιαίτερα στους διαλόγους) και μιας «διαβολικής» γελοιοποίησης χαρακτήρων, αντιλήψεων, ελευθερίων ηθών, συμπεριφορών, του εγωτισμού, της ασύλληπτης αμορφωσιάς, της ξενομανίας, της τηλεοπτικής αποχαύνωσης που «ανθούν» στην «τάξη» των κάθε λογής νεόπλουτων, «μολύνοντας» και τους μετανάστες – «υπηρέτες» τους, και όλη τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, είναι το έργο του Ακη Δήμου. Ο Δήμου με τους χαρακτήρες, την πλοκή, τις φαρσικές καταστάσεις και τα διαλογικά «γκανγκς», κυριολεκτικά «κάνει με τα κρεμμυδάκια» τα «νέα τζάκια». Τη σάρα και μάρα, τα λαμόγια, τα πανούργα – ενδοελληνικά και ευρωενωσιακά – κόλπα για πλουτισμό, τις ελευθεριάζουσες ερωτοδουλειές, τον κακόγουστο, μιμητικό κοσμοπολιτισμό τους. Κεντρικό πρόσωπο της καυστικότατης κοινωνικής σάτιρας είναι η Ιοκάστη. Μια θεοπάλαβη, αμόρφωτη, τηλεορασόπληκτη, ατομίστρια, μεσήλικη «χήρα» εργοστασιάρχη, που μαϊμουδίζει παριστάνοντας την «αριστοκράτισσα», τη «μορφωμένη», τη «γλωσσομαθή», αδιάφορη που ο γιος της δηλώνει ομοφυλόφιλος κι η κόρη της θέλει να γεννήσει εξώγαμο με όποιον βρει. Ολα τα «άπλυτα» των μελών της οικογένειας και των «δορυφόρων» της θα αποκαλυφθούν με ένα δείπνο «εργασίας» μεταξύ των κληρονόμων του «πεθαμένου» εργοστασιάρχη και του «έμπιστου» και «τίμιου» διαχειριστή – λαμόγια του εργοστασίου και με τη «νεκρανάσταση» του (διόλου αναμάρτητου επιχειρηματικά και συζυγικά) εργοστασιάρχη.

«Οι έμποροι»

Η ευρηματική, γοργόρυθμα κουρδισμένη, με βιτριολικό σατιρικό χιούμορ, αλλά και μπρεχτικά σχολιαστική, με χωρισμό του έργου σε σκηνές, σκηνοθεσία του Γιάννη Μόσχου, αντιμετώπισε το έργο σαν σουρεαλιστική «οπερέτα», σαν «κωμωδία του παραλόγου» -ατομικού και κοινωνικού – με συνειδητό και ασυνείδητο, αλληλοαποκαλυπτικό, πλήρη εκτροχιασμό των προσώπων και καταστάσεων, στήνοντας μια καυστικότατα κωμική παράσταση. Στο εξαιρετικό παραστασιακό αποτέλεσμα συνέβαλαν εύστοχα οι Νίκος Βίττης (επέλεξε τις «οπερετικές» μουσικές), Απόστολος Βέττας (σκόπιμα μεταμοντέρνας κακογουστιάς σκηνικό και κοστούμια), Στέλλα Μιχαηλίδου (κινησιολογία αρμόζουσα στα πρόσωπα), Χρήστος Γιαλαβούζης (φωτισμοί). Προπάντων συνέβαλαν η σπαρταριστά σατιρική, υπογείως σχολιαστική, ερμηνεία της Εφη Σταμούλη (Ιοκάστη) και οι αψεγάδιαστοι υποκριτικά Δημήτρης Ναζίρης, Χριστίνα Γιαγκούλη, Δημήτρης Βάρκας, Νίκος Λύτρας, Πρόδρομος Τσινικόρης, Μαριέττα Σπηλιοπούλου.

  • «Οι έμποροι»

Ο θίασος μας συστήνει τον άγνωστο, στην Ελλάδα και διεθνώς, Γάλλο, πρώην ερασιτέχνη ηθοποιό, δημιουργό της θεατρικής ομάδας «Louis Broyillard», σκηνοθέτη και δραματουργό της, Ζοέλ Πομερά, ανεβάζοντας το έργο του «Οι έμποροι» (το τρίτο σκέλος μια τριλογίας), σε λιτή γλωσσικά μετάφραση και εξίσου λιτή, σεβαστικά και πειθαρχικά ακολουθούσα τη δραματουργική και αισθητική άποψη του συγγραφέα, σκηνοθεσία του Γιάννη Λεοντάρη.

«Οι έμποροι» του Πομερά, είναι ένα απολύτως πολιτικό, χωρίς ίχνος πολιτικολογίας έργο και με άκρως ιδιόμορφη γραφή. Ενώ είναι ένας απόλυτα αφηγηματικός μονόλογος, εμπεριέχει τη βουβή δράση – δράση αναπαραστατική ή αντιστικτική – άλλων επτά προσώπων, τα οποία αναφέρει η μονολογούσα αφηγήτρια. Στην αφηγήτρια όπως και στα άλλα αναφερόμενα από αυτήν πρόσωπα, ο συγγραφέας δε δίνει όνομα, τόπο γέννησης, διαμονής, εθνικότητα, αφού πολύμορφα δύστυχοι άνθρωποι σαν κι αυτούς είναι πια διεθνώς αμέτρητοι στους καιρούς μας. Το έργο, αποτέλεσμα έρευνας, αποτυπώνει «εικόνες» της εφιαλτικής εργασιακής – κατ’ επέκταση και της κοινωνικής – πραγματικότητας στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο. Η πολιτικά ανίδεη αφηγήτρια, κάτοικος μιας μικρής πόλης, εργάτρια – όπως και οι 20 χιλιάδες ενεργών κατοίκων στο μοναδικό εργοστάσιο της πόλης, το οποίο παράγει υλικό για σύγχρονους πολέμους, με το κορμί της τσακισμένο και πονεμένο από τη μονότονα και εξαντλητικά μηχανοποιημένη χρήση των χεριών της στο εργοστάσιο, διηγείται – σχεδόν ψυχρά – το δράμα μιας «φίλης» της. Η «φίλη» είναι μια αβοήθητη από την οικογένειά της απολυμένη εργάτρια, ανήμπορη να ζήσει το μικρό παιδί της και να πληρώσει τα δάνεια για αγορά διαμερίσματος και αυτοκινήτου. Ψυχολογικά συντριμμένη, μετά από μια έκρηξη στο εργοστάσιο, που με άνωθεν αποφάσεις οδηγείται στο κλείσιμο, για να μη βρεθούν στη θέση της 20 χιλιάδες εργατών, για να συγκινήσει τους «αρμοδίους» προσφέρει θυσία την έτσι κι αλλιώς καταδικασμένη ζωή του παιδιού της, ρίχνοντάς το από το σπίτι της στο κενό. Ο Πομερά πονά, ανησυχεί για το αύριο του ανίσχυρου, παθητικού, κοινωνικά ασυνειδητοποίητου εργαζόμενου ανθρώπου, που όπως η αφηγήτρια έχει καταντήσει να μη θεωρεί απαράβατο κοινωνικό και δημοκρατικό δικαίωμά του για εργασία αλλά «μεγάλη τύχη» και να μη νιώθει οργή και αλληλεγγύη, αλλά οίκτο για τον άνεργο θεωρώντας τον «ανίκανο», «ανύπαρκτο», «μηδαμινό». Ο Πομμερά διά στόματος της αφηγήτριας τονίζει: «πουλάμε την εργασία μας, πουλάμε το χρόνο μας. Οτιδήποτε πολύτιμο διαθέτουμε. Την ίδια τη ζωή μας. Είμαστε έμποροι της ζωής μας». Το ιδιόμορφο αλλά πολύ ενδιαφέρον και θεματολογικά σπουδαίο έργο, υπηρετήθηκε απολύτως από τη σκηνοθεσία, από το λιτά συμβολικό σκηνικό και τα κοστούμια της Μαρίας Καβαλιώτη, τους «σκοτεινούς» φωτισμούς του Χρήστου Γιαλαβούζη, τη βουβά εκφραστική υποκριτική όλων των ηθοποιών, με κορυφαία τη λιτότατου, εσώτατα αληθινού, δυναμικά υπονοηματικού ερμηνευτικού λόγου της Εφης Σταμούλη (αφηγήτρια).

  • «Τα σαράντα κλειδιά»

Η παιδική σκηνή του θιάσου συνεχίζοντας την ποιοτική της παράδοση διασκεύασε και ανέβασε το υπέροχο παραδοσιακό σκυριανό παραμύθι «Μαρδίτσα» (διασώζεται χάρη στην καταγραφή της Νίκης Λ. Πέρδικα και την έκδοσή του από τον αλησμόνητο Γιώργο Ιωάννου), τιτλοφορώντας το «Τα σαράντα κλειδιά». Ενα παραμύθι – ύμνος για το μητρικό φίλτρο, την αδελφική αγάπη, τη δύναμη του έρωτα, που δεν παραλείπει να αλληγορήσει για τα απρόβλεπτα βάσανα της ζωής, για το θάνατο, για το καλό και το κακό, αλλά και την τελική νίκη του καλού και του αέναου κύκλου της ζωής. Η Ελένη Δημοπούλου με λιτά μέσα αλλά πολύ φαντασία και κέφι σκηνοθέτησε μια ευφρόσυνη, παιγνιώδη παράσταση, με καθοριστικό στήριγμα το πανέμορφο, ευφυούς απλότητας αλλά και λειτουργικότητας σκηνικό, τα ευρηματικότατα κοστούμια και τους φωτισμούς του Ρίτσαρντ Αντονυ. Χυμώδης η μουσική του Κώστα Βόμβολου υπηρετεί το μυθοπλοκή και υπηρετείται από το υποκριτικό κέφι όλων των ηθοποιών: Ελένης Βλαχοπούλου, Μομώς Βλάχου, Κυριάκου Δανιηλίδη, Σταύρου Ευκολίδη, Μάριου Μεβουλιώτη, Νανάς Παπαγαβριήλ, Τάσου Τσουκάλη.

ΘΥΜΕΛΗ, Ριζοσπάστης, Τετάρτη 10 Δεκέμβρη 2008
Advertisements