Category Archives: Κρίση

Τζάμπα το θέατρο, όχι και ο κόπος

  • Συνηθισμένοι από τις χαμηλού κόστους παραγωγές, νέοι ηθοποιοί και σκηνοθέτες βρίσκουν τις λύσεις ώστε και χωρίς χρήματα ή αμοιβές να ανεβάζουν παραστάσεις και να κερδίζουν το χειροκρότημα

Στην εποχή της κρίσης όλοι ακόμα κάνουν θέατρο

  • Ποιο κοινό στηρίζει τις 180 σκηνές που φιλοξενούν πάνω από 400 παραγωγές

  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 18 Aπριλίου 2010

Το ελληνικό θέατρο σε ύφεση με 400 και πλέον παραστάσεις! Σε μια σεζόν που αντέχει ώς τις αρχές Ιουνίου. Με μικρές, μέτριες και μεγάλες, σκηνές, που έχουν άπειρα προβλήματα λειτουργίας και κανέναν έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές, και πολλαπλασιάζονται ανησυχητικά και ακατάλληλα δίνοντας ελπίδες στους 600 νέους ηθοποιούς που βγαίνουν κάθε χρόνο από τις σχολές. Σκηνές πολυρεπερτορίου στο μοντέλο του «Αμόρε» που άνοιξε τον δρόμο τη δεκαετία του ’90 με την κεντρική σκηνή και τον εξώστη, που διατήρησαν και στήριξαν τα όνειρα νέων ηθοποιών, σκηνοθετών, σκηνογράφων, συγγραφέων, πριν ξεκινήσει το χάος των μικροχώρων: εγκαταλελειμμένες αποθήκες, μοδάτα ή ξεπεσμένα μπαρ, συνεργεία αυτοκινήτων, υπόγεια… τουαλέτες, ξύπνησαν το ενδιαφέρον του κοινού, λαίμαργου στις περισσότερες περιπτώσεις για οτιδήποτε καινούργιο και διαφορετικό και ας μην είναι πάντα ουσιαστικό. Πολυδύναμα κέντρα με φυσιογνωμία ή όχι, τα οποία πασχίζουν με μεγάλο αριθμό παραγωγών, συμπαραγωγών, φιλοξενούμενων ή ενοικιαστών να δημιουργήσουν ένα καλλιτεχνικό προφίλ που θα δικαιολογεί την πολυπόθητη επιχορήγηση αλλά και την εμπορική κίνηση. Σε άλλους χώρους πιο οικονομικούς, νέα παιδιά με λίγα χρόνια στον επαγγελματικό στίβο και πολλά εφόδια, δοκιμάζουν τις δικές τους αντοχές για δεύτερη, τρίτη ή τέταρτη χρονιά χωρίς αμοιβή γι’ αυτό που κάνουν, αλλά με το χέρι στην τσέπη για τα έξοδα που οφείλουν να πληρώσουν κάνοντας το όνειρό τους ή την ψυχοθεραπεία τους.

Στην εποχή της κρίσης στην Αθήνα όλοι κάνουν θέατρο. Μια απειλητική περίοδος για τους περισσότερους Eλληνες, γόνιμη καλλιτεχνικά για κάποιους άλλους που δεν πτοούνται από κρίσεις και επιτίθενται με καινούργιες παραγωγές σε κάθε ελεύθερο τετραγωνικό στην πόλη.

  • Το προφίλ των θεατών

Υπάρχει κοινό για όλους αυτούς κάθε σεζόν; Καινούργιες παραστάσεις, επαναλήψεις, σε 180 σκηνές που φιλοξενούν περισσότερες από 400 παραγωγές τον χρόνο; Με νούμερα που αυξομειώνονται γιατί κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς τον αριθμό τους. Τελικά, ποιοι στηρίζουν το ελληνικό θέατρο; Κι αυτό ανθεί πραγματικά ή βρίσκεται σε κρίση; Μια ενδιαφέρουσα έρευνα του ΕΚΕΘΕΧ με θέμα «Το θέατρο, ο Χορός και το κοινό τους» που υλοποιήθηκε από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Νίκου Παναγιωτόπουλου και θα παρουσιαστεί σε λίγο καιρό, δείχνει πως η καταγωγή και η εκπαίδευση του κοινού είναι καθοριστικοί παράγοντες.

Οπως τονίζει ο ίδιος στο ερώτημα ποιοι παράγοντες προσδιορίζουν ή διευκολύνουν την επίσκεψη στις θεατρικές παραστάσεις: «Το κεφάλαιο πάει στο κεφάλαιο». Υπάρχει όπως λέει έντονη συσχέτιση μεταξύ επίσκεψης στις θεατρικές παραστάσεις και σχολικού κεφαλαίου (που υπολογίστηκε με βάση τα κατεχόμενα διπλώματα των θεατών), και κοινωνικής καταγωγής (που προσδιορίστηκε με βάση το επάγγελμα και το εκπαιδευτικό επίπεδο γονέων και γονέων των γονέων των θεατών). Επίσης ειδική συμβολή της κοινωνικής καταγωγής καθώς με βάση το ίδιο σχολικό κεφάλαιο, το ίδιο δίπλωμα, το βάρος της κοινωνικής καταγωγής στο σύστημα των επεξηγηματικών παραγόντων της επίσκεψης στις θεατρικές παραστάσεις τείνει να αυξάνει όσο απομακρυνόμαστε από τα σχολικά νομιμότερα θεατρικά είδη.

  • Κοινωνικές ομάδες

Το συμπεράσματα που προκύπτουν είναι πως: «Τα θεατρικά έργα εξακολουθούν να επιλέγουν με κοινωνικά κριτήρια το κοινό τους, κι αυτό συμβαίνει γιατί οι σιωπηλές συνθήκες πρόσβασης σε αυτά, δηλαδή η πρόωρη επαφή με αυτά (συνδεδεμένη με την υψηλή κοινωνική καταγωγή), καθώς και η σχολική εκπαίδευση, παραμένουν ακόμα άνισα κατανεμημένες μεταξύ των κοινωνικών ομάδων. Ειδικότερα, αυτό που εμφανίζεται ως άνισα κατανεμημένο μεταξύ των κοινωνικών ομάδων δεν είναι τα ίδια τα έργα αλλά η τάση, η ροπή, η «ανάγκη», η διάθεση που έχει κάποιος για να τα καταναλώσει, η διάθεση, δηλαδή που γεννά την «πολιτιστική ανάγκη», και η οποία δεν είναι τίποτα άλλα παρά προϊόν εκπαίδευσης, αποτέλεσμα «καλλιέργειας». Το θεατρικό έργο, ως έργο τέχνης, αναγνωρίζεται ως συμβολικό αγαθό μόνο από όσους κατέχουν τα μέσα να το ιδιοποιηθούν».

Η πρόσβαση στα θεατρικά και χορευτικά έργα είναι πρακτική των καλλιεργημένων ομάδων της χώρας. Η επίσκεψη στο θέατρο και ακόμη περισσότερο στον χορό συνδέεται με την εκπαίδευση του ατόμου και την καταγωγή του. Οταν δύο άτομα έχουν το ίδιο σχολικό κεφάλαιο διαπιστώνουμε πως αυτός που ο πατέρας του έχει ανεπτυγμένη μόρφωση και εκπαίδευση και οι παππούδες επίσης, καταναλώνει περισσότερα πρωτοποριακά και πειραματικά έργα. Και προτιμά ανάλογους σκηνοθέτες.

Η καταγωγή καθορίζει την επισκεψιμότητα; «Το να καταναλώνουμε πολιτισμό, εν προκειμένω το θέατρο, δεν είναι καθόλου φυσική ανάγκη, αλλά πολιτισμική ανάγκη κοινωνικά καθορισμένη. Αρα αν θες να κάνεις πολιτική πρέπει να δράσεις πάνω στους όρους παραγωγής αυτής της ανάγκης. Να δεις και τον ρόλο και των θεσμικών φορέων, του κράτους και της εκπαίδευσης».

Ταυτότητα έρευνας

Η έρευνα του ΕΚΕΘΕΧ με θέμα «Το Θέατρο, ο Χορός και το κοινό τους» υλοποιήθηκε από το ΕΚΚΕ, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Νίκου Παναγιωτόπουλου. Η ποσοτική έρευνα του κοινού του Θεάτρου πραγματοποιήθηκε σε 60 διαφορετικούς θεατρικούς χώρους και σε 79 διαφορετικές θεατρικές παραστάσεις με τη συμμετοχή 862 θεατών, το διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 2008 – Ιουλίου 2009. Προηγήθηκε η διεξαγωγή πιλοτικής έρευνας στο διάστημα 16-24 Νοεμβρίου 2008, σε 9 θεατρικούς χώρους και σε 11 διαφορετικές παραστάσεις.

Κυριαρχεί η γυναικεία παρουσία

Γυναίκες παντού. Η υπερεκπροσώπηση της γυναίκας αγγίζει το ποσοστό του 70%. Ειδικά στον χορό. Οσο πιο πολιτικό όμως είναι ένα έργο τόσο περισσότεροι άνδρες βρίσκονται στην αίθουσα. Οπως προκύπτει από την έρευνα, η αναλογία των ανδρών είναι σχετικά υψηλότερη (34,2%) στην ανώτερη κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορία των θεατών του θεάτρου. Η υψηλότερη γυναικεία εκπροσώπηση παρατηρείται στις ολιγοπληθείς ομάδες των αποφοίτων υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Στις άλλες τρεις ομάδες (δευτεροβάθμιας, πανεπιστημιακής και μεταπτυχιακής εκπαίδευσης) δεν παρατηρούνται έντονες διαφοροποιήσεις. «Συνοπτικά, όλα δείχνουν πως στο εσωτερικό της κατανομής του κοινού και των δύο πληθυσμών αναπαράγονται οι ιεραρχίες του έμφυλου και κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας».

Η μέση ηλικία των θεατών είναι 39,6 χρόνια. Η ηλικιακή κατηγορία 31-40 αποτελεί σχεδόν το 1/4 του δείγματος και η κατηγορία 19-25 ετών άλλο 1/4. Το νεανικό κοινό είναι ισχυρό αλλά είναι λάθος να πούμε ότι αποτελεί μια μεγάλη μερίδα του κοινού αφού πίσω από την ηλικία κρύβεται η εκπαίδευση, εξηγεί ο κ. Παναγιωτόπουλος.

  • Εθνική πολιτική

Η έρευνα αποκαλύπτει πολλές ακόμη πτυχές της φυσιογνωμίας των θεατών και τα συμπεράσματά της μαζί με τη χαρτογράφηση του χώρου θεατρικού και χορευτικού, σε επίπεδο ομάδων και σκηνών, θα αξιοποιηθούν στην άρθρωση μιας νέας εθνικής πολιτικής για το θέατρο και τον χορό. Αυτό που σχεδιάζει το ΕΚΕΘΕΧ, όσο τα μέλη του αγωνιούν για την τύχη του θεσμού, σε μια περίοδο που το κράτος έχει αποφασίσει να αποσυρθεί από τομείς που είχε την ευθύνη για τη λειτουργία τους. «Αν δεν αποφασίσει ότι θα διασφαλίσει την παραγωγή λόγιων καταναλωτών είναι σίγουρο ότι σε 10 -15 χρόνια θα υπάρχουν άνθρωποι και τομείς του θεάτρου που θα ψάχνουν κοινό».

Πληβειακές επαγγελματικές συνήθειες

Η ιστορία του θεάτρου από τη μεταπολίτευση έως σήμερα χαρακτηρίζεται όπως λέει ο Βασίλης Παπαβασιλείου, σκηνοθέτης και αντιπρόεδρος του ΕΚΕΘΕΧ, από τα: θεσμοθέτηση των επιχορηγήσεων, κατάργηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού, ίδρυση των ΔΗΠΕΘΕ, αλλαγή του θεσμικού πλαισίου των κρατικών σκηνών, ενταφιασμό της πρωτοβουλίας για τη δημιουργία συνθηκών αναβάθμισης της θεατρικής εκπαίδευσης, εισβολή της ιδιωτικής τηλεόρασης που εκλαΐκευσε την εικόνα του ηθοποιού και τη συνέδεσε με την εύκολη αναγνωρισιμότητα και τη φαντασίωση της δυνατότητας οικονομικών αλλαγών. Η δεκαετία του ’90 χαρακτηρίζεται από τη δράση του «Αμόρε» -μια εστία θεάτρου συνόλου-, την επιλογή του Θ. Μικρούτσικου το 1995 να διαχωρίσει τους επιχορηγούμενους θιάσους, να τους εντάξει σε ένα καθεστώς διετούς και τριετούς προγραμματισμού και να τους διπλασιάσει την επιχορήγηση θέλοντας ατύπως να φτιάξει ένα δεύτερο πόλο θεάτρου του δημοσίου συμφέροντος απέναντι στο Εθνικό της Αθήνας.

«Την τρέχουσα δεκαετία που τελειώνει, έχουμε την κορύφωση μιας διαδικασίας συγκέντρωσης σε ό,τι αφορά την παραγωγή και επίταση του φαινομένου της δημιουργίας νεανικών ομάδων οι οποίες σε σχέση με αυτό που γινόταν πριν από 10 – 15 χρόνια χαρακτηρίζονται από κάποια πράγματα πολύ ενδιαφέροντα. Αυτοί οι άνθρωποι συνθέτουν έναν πληβειακό χώρο, ο οποίος έχει αποδεχτεί ότι δεν ανήκει στην εγχρήματο οικονομία. Είναι αυτά τα παιδιά που κατεβαίνουν στον στίβο ξέροντας πως όταν φτιάξουν μια ομάδα και ξεκινήσουν μια δουλειά δεν δικαιούνται να προσβλέπουν σε αμοιβή της εργασίας. Καταθέτουν χρόνο, μόχθο, βρίσκονται μεταξύ τους με συνέπεια, αποδεχόμενοι ότι το νόμισμα στο οποίο θα αμειφθούν δεν είναι το ευρώ, αλλά ένα άλλο που έχει να κάνει με την αλληλεγγύη, τα συναισθήματα, τον συμμερισμό των συγκινήσεων. Αυτό καθαυτό το φαινόμενο μπορεί από μια άποψη να ορίζει ένα είδος αποεπαγγελματοποίησης (με όρους τυπικούς) του θεάτρου, πολιτισμικά όμως η παρουσία αυτών των σχημάτων είναι ένα παρήγορο σημάδι γενικότερα για την κοινωνία μας. Με την έννοια ότι αν αυτοί μπορούν να αναγνωρίζουν ότι υπάρχει μια αξία ή ένας χώρος δίπλα στο χρήμα, μας δίνει ένα παράδειγμα ανάδειξης της ζωής χωρίς χρήμα. Αυτό είναι ένα μάθημα για την ελληνική κοινωνία».

Είναι όλα αυτά που πρέπει να εξετάσει το ΥΠΠΟΤ μαζί με το ΕΚΕΘΕΧ για να οδηγηθούν σε μια εθνική πολιτική. Να δουν πώς διαμορφώνεται το θεατρικό τοπίο σε συνάρτηση με τον εκπαιδευτικό παράγοντα. Να επανεξετάσουν ξεπερασμένες αντιλήψεις, οικονομικά συμφέροντα, να εξηγήσουν πώς γίνεται μια χώρα σαν την Ελλάδα να έχει τέτοια πρωτιά (600 ηθοποιοί τον χρόνο), αλλά και αντοχές που να επιτρέπουν τόσες σκηνές και τόσες παραγωγές.

Πώς θα επιβιώσουν τόσα θέατρα;

Είναι βέβαιο ότι τα περισσότερα από τα θέατρα της ελληνικής επικράτειας αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα κι αυτό σημαίνει ότι περισσότεροι ηθοποιοί μένουν άνεργοι ή αναγκάζονται να κάνουν δουλειές άσχετες με το επάγγελμα που πίστεψαν ότι θα υπηρετήσουν και  το οποίο θα μπορούσε να τους «ζήσει». Και δεν είναι μονάχα οι ηθοποιοί αλλά και άλλοι παράγοντες της θεατρικής τέχνης που πλήττονται από την οικονομική κρίση. Πού θα πάει η κατάσταση; Κανείς δεν ξέρει. Θα επιβιώσει εκείνος που θα πιστέψει ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες… Αυτά σκεφτόμουν, διαβάζοντας, στην εφημερίδα The Independent, ένα σχετικό άρθρο για τα θέατρα της γηραιάς Αλβιώνος, τα οποία αντιμετωπίζουν ολοένα αυξανόμενη την απειλή της οικονομικής δυσπραγίας και ενδεχομένως και το κλείσιμο!

Radical theatres in crisis as audiences opt for escapism

Several leading venues for overtly political drama have either closed or are under severe pressure

By Dan Carrier and Andrew Johnson, The Independent, Sunday, 11 October 2009

The Hackney Empire will go dark for nine months next year

andy paradise

The Hackney Empire will go dark for nine months next year

Art for art’s sake, goes the saying. But the UK’s radical theatres are increasingly pleading for money for God’s sake, as they face a growing threat of financial hardship and closure. Despite a bumper year for Britain’s stages, political theatres find audiences are staying away, opting to forget their troubles with escapist, light-hearted productions. The latest venue at risk is The Tricycle in north London, which has staged a series of productions based on recreations of seismic political events such as the Scott inquiry, the Nuremberg trials, the Stephen Lawrence inquiry and the Bloody Sunday inquiry. The Tricycle’s misfortunes follow hard on the heels of the collapse of several other radical theatres. The 7:84 theatre company in Edinburgh closed in January after funding problems, and the Citizens Theatre in Glasgow is said to be in discussions with its local authority and could be facing cuts in an upcoming «week of bad news» for arts organisations in the city. Some of Britain’s leading artists, including Paula Rego and Antony Gormley, said this weekend that they intend to help save The Tricycle by donating works for auction later this month. «It is very important to have political theatre,» said Gormley, «where recent events, or attitudes to events, are reflected on.»

Rego added: «English theatre is the greatest in the world and the plays in smaller theatres are often the ones that the larger venues shy away from.» Other famous names to donate include the actor Sir Antony Sher, the illustrator Ralph Steadman, the artist Maggi Hambling and Sir Peter Blake, who designed The Beatles’ Sergeant Pepper album cover. The theatre, which has also produced acclaimed plays about Guantanamo Bay, Deepcut – the Army barracks where four soldiers died of gunshot wounds – and the Hutton inquiry, needs £2.75m a year to stay afloat, only a third of which comes from ticket sales.

The Tricycle’s artistic director, Nicolas Kent, said that, while Tricycle productions have transferred not only to the West End but to other stages around the world, and it has hosted world-renowned actors such as Vanessa Redgrave, audiences have preferred more light-hearted work during the recession.

«The pressure on us because of the recession is twofold,» Kent said. «The cash we raise from charitable trusts has gone down enormously, and there has been less money coming in from individuals. «Last autumn people were worried and tended not to spend money on going to the theatre, particularly serious theatre. They were opting for more light-hearted shows. We put on Deepcut and got great reviews but it did not do as well as we hoped at the box office. «Musicals have been doing stormingly well, but all serious theatres rely on donations and they have been drying up.» As if to hammer home the point, the Hackney Empire, which also has a strong political track record, has announced it will close early in the new year for nine months amid financial difficulties.

‘);
}
// ]]>

«Παιδείας καταφύγιο» του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Δεν χρειάζεται καμιά βαρύγδουπη κοινωνιολογική μελέτη για να εξηγηθεί ένα φαινόμενο που, αφού επανειλημμένα επαληθεύεται, δεν χρειάζεται άλλους μάρτυρες είτε την επιστράτευση λεπτών μεθόδων έρευνας. Μετά το Γουδή, κατά τους Βαλκανικούς Αγώνες, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην περίοδο της δικτατορίας Μεταξά, στην Κατοχή, στον Εμφύλιο, στη χούντα και τώρα με την οικονομική κρίση ο κόσμος, σε σύγκριση με άλλες εποχές, πάει στο θέατρο. Η σημαντικότερη περίοδος του Εθνικού Θεάτρου ήταν ανάμεσα στο ΄34 έως το ΄40. Ο Κουν δοξάστηκε στην Κατοχή, στον Εμφύλιο και στη χούντα, όπως και το Ελεύθερο Θέατρο αλλά και τα κρατικά θέατρα (το πιο μοντέρνο ρεπερτόριο και στα δύο από Χάντκε, Μπρεχτ και Ιονέσκο έως Βίτκιεβιτς και Ντίρενματ, για πρώτη φορά τότε τους παρουσίασαν). Έστω κι αν το ψυχολογικό αίτιο είναι η καταφυγή σε περιόδους κινδύνου στο κύρος της ποιότητας από την ανεμελιά της φτηνής διασκέδασης, το κέρδος είναι υπέρ της παιδείας. Διότι ακόμη και το ανάλαφρο θέατρο είναι παιδευτικότερο από τα σκυλάδικα, που μαθαίνω πως μαζί με τις διασκεδαστικές καζάρμες περνάνε κρίση!!

[ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 22 Απριλίου 2009]

ΑΥΞΗΤΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΣΕ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ: «Με θέατρο ξορκίζουμε την κρίση»


Σε περίοδο παγκόσμιας ύφεσης, το ελληνικό θέατρο όχι απλώς γλιτώνει την κρίση, αλλά παρουσιάζει και αύξηση.  Έτσι ξορκίζει ο κόσμος την κατήφεια, λένε οι άνθρωποι του θεάτρου.
  • Η χειμερινή σεζόν, κόντρα στη γενική ύφεση και την ανασφάλεια, ήταν πολύ καλή για το θέατρο. Αν και χωρίς καλλιτεχνικές εξάρσεις, πολλές παραστάσεις είχαν αυξημένη προσέλευση, ενώ αρκετές επιβίωσαν αξιοπρεπώς. Εκείνο όμως που κάνει τη διαφορά από άλλες χρονιές είναι οι πάρα πολλές πρεμιέρες. Ώς τώρα έχουν δοθεί περισσότερες από 400 (260 καινούργιες παραγωγές, συν 100 επαναλήψεις, συν τα παιδικά). Ο αριθμός θα αυξηθεί, καθώς η χειμερινή σεζόν προεκτείνεται με την εαρινή, προβλέποντας νέο ρεκόρ παραστάσεων. Αν και η ποσοτική υπεροχή δεν εγγυάται απαραίτητα την ποιοτική, είναι πάντως ένας δείκτης αισιοδοξίας για το ελληνικό θέατρο. Η θεατρική έκρηξη κόντρα στην κρίση. Ή μήπως πολυτέλεια κόντρα στη μιζέρια;
  • «Ίσως περισσότερο τώρα έχουμε ανάγκη τη «συντροφιά» του θεάτρου. Όταν κάτι το έχεις ανάγκη, δεν είναι πολυτέλεια. Είναι δείγμα ανάγκης», είναι η άποψη της Ρένης Πιττακή. Για ανάγκη σε παρακμιακούς καιρούς, κάνει λόγο και ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος: «Στην Κατοχή ο κόσμος έβλεπε πολύ θέατρο. Τώρα, αν δεχτούμε πως ζούμε σε περίοδο παρακμής, υπάρχει ένα κομμάτι του πληθυσμού, μικρό μεν αλλά τεράστιο για το θέατρο, που κλείνει την τηλεόραση και θέλει να διαβάσει, να πάει θέατρο, να μοιραστεί μια εμπειρία ζωντανή».

Ποιοι είναι οι βασικοί πόλοι που κάνουν το αθηναϊκό θέατρο να δίνει μαθήματα επιβίωσης;

  • Ο γιγαντισμός του Εθνικού Θεάτρου, της ιδιωτικής Εταιρείας Ελληνική Θεαμάτων, του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου» από τη μια, ο πολλαπλασιασμός των μικρών ομάδων και οι καινούργιοι θεατρικοί χώροι σε μπαράκια, κλαμπάκια, υπογειάκια από την άλλη, είναι οι δύο όχθες, μέσα από τις οποίες κατεβαίνει το ποτάμι των παραστάσεων.
  • Το Εθνικό είχε καταγεγραμμένη άνοδο συγκριτικά με πέρυσι 7% ως προς τους θεατές και 9% σε εισπράξεις. Από την άλλη πλευρά, η ιδιωτική παραγωγή της Ελληνικής Θεαμάτων, με ναυαρχίδα της το «Παλλάς» είναι στην καλύτερή της φάση. Αρχικά η «Μήδεια 2» του Δημήτρη Παπαϊωάννου και τώρα το «Κλουβί με τις τρελές» του Σταμάτη Φασουλή γεμίζουν καθημερινά ένα θέατρο 1.000 θέσεων, που αναλογεί σε χωρητικότητα δέκα μικρών. Άξιο παρατήρησης είναι το γεγονός πως τα εισιτήρια και προπωλημένα είναι και ακριβότερα από άλλα θέατρα.
  • Μικρότερης κλίμακας, αλλά με μεγάλη απήχηση στο νεανικό κοινό, οι τρεις αίθουσες του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», γνώρισαν φέτος θρίαμβο. Είναι η καλύτερη χρονιά με διαφορά – 24% άνοδο συγκριτικά με πέρυσι.

Θεαματική αρχή

  • Η φετινή σεζόν άρχισε θεαματικά, με την παράσταση του Νίκου Καραθάνου «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται», να γεμίζει με πληρότητα 100% την 600 θέσεων αίθουσα της «Πειραιώς 260». Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης της παράστασης δίνει τη δική του λογική εξήγηση στο φαινόμενο, να γεμίζουν θέατρα σε εποχές αυξανόμενης οικονομικής κρίσης.
  • «Δεν μπορώ να πάρω καινούργιο αμάξι, δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα, δεν μπορώ να χωρέσω στο κρεβάτι μου, στον μισθό μου, στους λογαριασμούς μου. Τι μπορώ να κάνω; Μπορώ να γελάσω. Κι αυτό δεν είναι λίγο. Πού συμβαίνει αυτό; Στο θέατρο, στο θέαμα, στο σινεμά, εκεί που ο κόσμος μοιάζει πιο αληθινός, πιο υλικός απ΄ αυτόν που ζούμε. Εκεί χωράω. Όταν περνάω κρίση από νάνους σε μια χαζή συμπτωματική ζωή γίνομαι γίγαντας, παίρνω τα βαριά μου πόδια και πάω να αγοράσω χαρά, να αγοράσω συγκίνηση».

Ώς τώρα έχουν δοθεί περισσότερες από 400 παραστάσεις και ο αριθμός θα αυξηθεί, σημειώνοντας νέο ρεκόρ

Η εγγύηση του κλασικού

  • Με κλασικά έργα με βατές παραστάσεις, όπως ο «Μπόργκμαν» του Γιώργου Μιχαλακόπουλου και της Κατερίνας Μαραγκού, το «Μακρύ ταξίδι μες στη νύχτα» του Αντώνη Αντύπα, παρ΄ ότι σε επανάληψη, είδαν τα θέατρά τους να γεμίζουν. Με καινούργιες παραγωγές, η Μπέτυ Αρβανίτη, ο Αντώνης Αντύπας, ο Θανάσης Παπαγεωργίου, ο Σπύρος Ευαγγελάτος συνεχίζουν να εισπράττουν την εμπιστοσύνη του κοινού τους. «Όταν αποδομούν οι πάντες, πρέπει κάποιος να οικοδομεί» λέει στα «ΝΕΑ» ο Σπύρος Ευαγγελάτος. «Γιατί στο τέλος βαριέσαι να βλέπεις τα πάντα διαλυμένα. Αν μείνουμε στις σκηνοθετικές εντυπώσεις, τότε ακόμα και τον Χρυσό Οδηγό μπορεί κάποιος να κάνει παράσταση- «Ο Χρυσός Οδηγός, μια τραγωδία του 21ου αιώνα»- και μάλιστα θεαματική. Όταν δεν προβάλλονται τα νοήματα, είναι άχρηστος ο Αισχύλος, ο Σαίξπηρ… Αλλά αυτό είναι το ζητούμενο;».

Επιτυχίες από στόμα σε στόμα

«Πηγαίνουμε σε κρίση αλλά... χορεύοντας»,  λέει η Ρένη Πιττακή, που δίνοντας «Έξι μαθήματα χορού» πήρε μαθήματα επιβίωσης
  • Φέτος, κινήθηκαν θεαματικά παραστάσεις που δεν είχαν τον μηχανισμό του μάρκετινγκ ή τους τηλεοπτικούς κράχτες και αντίστοιχα πολλαπλασιάστηκαν οι θεατές που επέλεξαν να χωθούν σε μικρά, υπόγεια θέατρα. Φαίνεται πως η πρακτική από στόμα σε στόμα, ένας ψίθυρος που απλώνεται στην πόλη, εξακολουθεί να είναι αποτελεσματική. Τι είναι αυτό που κινεί περί τους 100.000 ανθρώπους, να δουν παραστάσεις μικρής κλίμακας με έναν ή δύο ηθοποιούς; Παραστάσεις όπως της Νένας Μεντή με την επανάληψη της «Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου», της Άννας Κοκκίνου με την «Πουπέ» ή της Ρένης Πιττακή, με τα «Έξι μαθήματα χορού», είναι ενδεικτικές.
  • «Ήταν το έργο που ανταποκρίθηκε στη δική μου ανάγκη», λέει η Ρένη Πιττακή. «Κι αυτή ήρθε και συνάντησε την ανάγκη του κόσμου. Πηγαίνουμε σε κρίση, αλλά… χορεύοντας. Νομίζω πως είναι πολλοί εκείνοι που επιλέγουν ένα συγκεκριμένο έργο, το οποίο χωρίς να σαχλαμαρίζει, δίνει μια ανάσα ζωής, ένα κράτημα, μια «συντροφιά». Είναι χαρακτηριστική η φράση ενός θεατή: «Καλό είναι το θέατρο, τι γίνεται τώρα που γυρίζω σπίτι;». Μέσα στον χαμό που γίνεται με τις 400 παραστάσεις, τι θα πρωτοπληροφορηθείς και πώς θα ξεσκαρτάρεις αυτό που πραγματικά σ΄ ενδιαφέρει; Ο ένας κινεί τον άλλον, κυρίως όμως οι γυναίκες- είναι οι 8 στους 10 θεατές- κινούν τα νήματα. Δεν θα στερηθούν την «πολυτέλεια» του θεάτρου, ίσως όμως να μειώσουν τις εξόδους τους- από δέκα θέατρα, θα πάνε σε δύο»

  • Της Έλενας Δ. Χατζηιωάννου, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 22 Απριλίου 2009