Category Archives: Κοκκίνου Άννα

ANNA ΚΟΚΚΙΝΟΥ: «Είμαστε σε απόλυτο αδιέξοδο»

  • Αγαπάει τα χαμομηλάκια και τις παπαρούνες, θα ήθελε ένα παιδί, θεωρεί την κρίση συνομήλικη με το κράτος μας και σκηνοθετεί το έργο ενός παρεξηγημένου σπουδαίου Ιρλανδού, στο οποίο και πρωταγωνιστεί

  • ΤΗΣ ΚΕΛΛΥΣ ΚΙΚΗΣ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Φουαγέ του θεάτρου Σφενδόνη, λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα της νέας παράστασης στην οποία η Αννα Κοκκίνου παίζει και σκηνοθετεί. «Αν δεν ερχόσασταν ως τις επτά και είκοσι, θα έφευγα» λέει καθώς μου σερβίρει γαλλικό καφέ σε μια κούπα. «Ηρθα στην ώρα μου ακριβώς και την πατήσατε όμως» της απαντώ, για να μου ανταποδώσει: «Την πάτησα, αλήθεια. Και μην ανησυχείτε επειδή λέω τέτοια. Είμαι παιχνιδιάρα». Την προσοχή μου τραβά η εμπριμέ τιράντα που κρατά το παντελόνι της και η οποία ίσα που φαίνεται μέσα από τη μαύρη ζακέτα της. Επειτα το τσίγκινο κατοσταράκι, βγαλμένο θαρρείς από παλιό καπηλειό, από όπου πίνει νερό. Και με απορροφά απόλυτα η παρουσία της όταν ξεκινά η κουβέντα μας, καθ΄ όλη τη διάρκεια της οποίας με κοιτά κατάματα. Η Αννα Κοκκίνου, παρά την απόσταση που διατηρεί, είναι τόσο εκφραστική ως συνομιλήτρια όσο και επί σκηνής. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τον λόγο είναι απολαυστικός, όπως και οι συχνές και μεγάλες παύσεις της. «Η δική μου εκδοχή για το θέμα είναι το πώς ένας άνθρωπος χάνει τα πάντα στη ζωή του και τότε καταλαβαίνει τι είναι η ζωή και τι είναι ο θάνατος. Φτάνει στη χειρότερη κατάσταση που μπορεί να βρεθεί κανείς και όμως στέκεται στα πόδια του. Γι΄ αυτό το έργο τελειώνει με μια ανάταση» μου λέει για τους «Καβαλάρηδες στη θάλασσα» του Ιρλανδού Τζον Μίλινγκτον Σινγκ.

Τη ρωτάω αν οι άσχημες στιγμές στη ζωή μας μπορεί να μας κάνουν να σκεφθούμε βαθύτερα ή να αναθεωρήσουμε τα πράγματα. «Ναι, βέβαια, άλλοι τα χάνουν όλα και καταβαραθρώνονται. Ο Αναξαγόρας, τον οποίο αναφέρει ο Πλούταρχος στα “Ηθικά” του, όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του γιου του, δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ και είπε: “Μα ήξερα ότι γέννησα θνητούς”. Αυτό ταιριάζει κάπου με τη Μόιρα από τους “Καβαλάρηδες στη θάλασσα”». Παρατηρώ τα χαμομήλια στο βάζο της. Λίγο μαραζωμένα.«Μαραζωμένα τα χαμομηλάκια; Οχι. Είναι επειδή σκοτείνιασε και κοιμούνται, αύριο θα ανοίξουν ξανά. Αλλά σας τα έδειξα απλώς επειδή τα λατρεύω. Μου αρέσει να μαζεύω χαμομηλάκια και παπαρούνες όταν πηγαίνω βόλτες στους γύρω λόφους».

Στο έργο που ανεβάζει η ηρωίδα αναρωτιέται κάποια στιγμή: «Πώς θα ζήσω τώρα χωρίς τα παιδιά μου;». Πόσο ταιριάζει στην ίδια η επιλογή «χωρίς οικογένεια;». Λέει: «Θα ήθελα πάρα πολύ να έχω κάνει ένα παιδί. Απλώς, εκ των υστέρων, καταλαβαίνω ότι είχα ανοιχτά θέματα με τον εαυτό μου και ίσως σωστά δεν το τόλμησα. Βέβαια ποτέ δεν ξέρεις. Θα μπορούσαν αυτά τα “ανοιχτά θέματα” να είχαν αλλάξει, αλλά τις περισσότερες φορές βλέπουμε το αντίθετο. Κάτι που υπάρχει μετατίθεται στο παιδί. Πάντως οπωσδήποτε θα ήθελα να είχα κάνει ένα παιδί αλλά δεν το αποφάσισα».

Και για την κρίση τι λέει; « Αισθάνομαι ότι είναι πολύ υγιές που έχει ξεσπάσει όλο αυτό το πράγμα και ότι θα έπρεπε να έχει συμβεί εδώ και πολλές δεκαετίες. Πρόκειται για πράγματα τα οποία φέρει η χώρα από γεννήσεως του κράτους. Στην ουσία, δηλαδή, η νοοτροπία δεν έχει αλλάξει από τότε. Τώρα τουλάχιστον φαίνεται σαν αυτό να έχει φτάσει σε απόλυτο αδιέξοδο. Εύχομαι να είναι πράγματι απόλυτο το αδιέξοδο και να είναι μια κρίση σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στην κοινωνία και στον πολιτισμό. Εξάλλου πιστεύω ότι το πρόβλημα στην οικονομία είναι συνυφασμένο με όλα τα υπόλοιπα. Εύχομαι και ελπίζω αυτό να σημαίνει και αλλαγή νοοτροπίας. Είναι βέβαιο πάντως ότι, αν σημαίνει αυτό, θα φανεί έπειτα από δύο, τρεις ή τέσσερις γενιές. Εύχομαι να συμβεί, να είναι απόλυτη η κρίση και να δουν όλοι το αδιέξοδο σε όλα τα επίπεδα. Και να λυθεί, φυσικά». Στον πολιτισμό υπάρχει κρίση; «Αυτό που με πονάει πάρα πολύ είναι που τελειώνουν τα παιδιά, οι νέοι ηθοποιοί, τις σχολές τους και δεν γνωρίζουν ποιο είναι το αντικείμενό τους. Δηλαδή, το θέμα “λόγος” είναι κάτι το οποίο όποιος το γνωρίζει το έχει μάθει εμπειρικά. Επικρατεί παντελής έλλειψη διαπαιδαγώγησης των ηθοποιών. Βέβαια, έχω συζητήσει το θέμα και με ανθρώπους από άλλα επαγγέλματα και μου έχουν πει ότι ισχύει το ίδιο. Δηλαδή, δεν είναι θέμα σχολών αλλά γενικότερα θέμα Παιδείας στη χώρα».

Η Αννα Κοκκίνου πρωταγωνιστεί και σκηνοθετεί την παράσταση «Καβαλάρηδες στη θάλασσα» που ανεβαίνει στο θέατρο Σφενδόνη. Παράλληλα σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο παίζεται ξανά το «Λα Πουπέ» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη.

«Σφενδόνη» συναντά «Οπερα»

  • Η Αννα Κοκκίνου θα συνεργαστεί με την ομάδα του Θοδωρή Αμπαζή

Το θέατρο «Σφενδόνη» της Αννας Κοκκίνου και η Ομάδα Οπερα του Θοδωρή Αμπαζή ενώνουν τις δυνάμεις τους και εγκαινιάζουν τη συνεργασία τους με το κλασικό έργο του Ιρλανδού συγγραφέα Τζον Μίλινγκτον Σινγκ (1871-1909) «Καβαλάρηδες στη θάλασσα».

Σκηνή από τον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου, που στις 15 Οκτωβρίου θα παρουσιαστεί στο θέατρο της Κοκκίνου

Σκηνή από τον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου, που στις 15 Οκτωβρίου θα παρουσιαστεί στο θέατρο της Κοκκίνου

Γραμμένη το 1903, η μονόπρακτη αυτή τραγωδία θα παρουσιαστεί το χειμώνα στο θέατρο «Σφενδόνη» σε μετάφραση Ανθής Λεούση, σκηνοθεσία Αννας Κοκκίνου, μουσική Θοδωρή Αμπαζή, σκηνικά και διαμόρφωση χώρου Ισμήνης Καρυωτάκη. Στη διανομή η Αννα Κοκκίνου και από την Ομάδα «Οπερα» η Τζωρτζίνα Δαλιάνη και η Φανή Παναγιωτίδου.

Η ομάδα Οπερα, που ιδρύθηκε το 2000 από αποφοίτους της Δραματικής Σχολής του θεάτρου «Εμπρός» υπό την καθοδήγηση του συνθέτη και σκηνοθέτη Θοδωρή Αμπαζή, θα παρουσιάσει από τις 15 Οκτωβρίου στο θέατρο «Σφενδόνη» και τον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου. Ξαναδουλεμένη η παράσταση (ανέβηκε για λίγες παραστάσεις το Μάιο στο «Bios») συνιστά μια σύγχρονη προσέγγιση ενός από τα πλέον ανθρωποκεντρικά έργα του κλασικού ρεπερτορίου. Στόχος της ομάδας είναι να διερευνά τη δυνατότητα επιβίωσης κλασικών έργων σε μια νέα, σύγχρονη ανάγνωση. Με Μολιέρο άλλωστε ξεκίνησε οκτώ χρόνια πριν, τις «Σοφολογιότατες» στο Εθνικό Θέατρο.

Ατού της στη φετινή προσπάθεια η μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη (που έγινε για την παλαιότερη παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή). Τη σκηνοθεσία και τη μουσική υπογράφει ο Θ. Αμπαζής, τα σκηνικά-κοστούμια η Ελένη Μανωλοπούλου, την κίνηση η Ζωή Χατζηαντωνίου. Παίζουν οι: Δανάη Σαριδάκη, Ν. Γιαλλελής, Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Ν. Κοψίδας, Κ. Κορωναίος, Καλλιρρόη Μυριαγκού, Γ. Κλίνης, Φανή Παναγιωτίδου και Λ. Μπατής. Εως 22 Νοεμβρίου.

Στο «Σφενδόνη» θα επανέλθει και το «Λα Πουπέ» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη με την Αννα Κοκκίνου, η καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία της προηγούμενης σεζόν. Τον Νοέμβριο, μόνο Σάββατο και Κυριακή στις 7 μ.μ. [Ελευθεροτυπία, Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009]

  • ΥΓ. Η κυρία Κοκκίνου πότε θα πληρώσει τον κόσμο στον οποίο χρωστάει;

«ΣΦΕΝΔΟΝΗ»: Σινγκ και επιστροφή της «Λα Πουπέ»

Η Άννα  Κοκκίνου  στη «Λα  Πουπέ»
  • Το κλασικό πια έργο του Ιρλανδού Τζον Μίλινγκτον Σινγκ (1871- 1909) «Καβαλάρηδες στη θάλασσα», γραμμένο το 1903, θα ανεβεί τον χειμώνα στο θέατρο «Σφενδόνη» της Άννας Κοκκίνου εγκαινιάζοντας μία ευρύτερη συνεργασία της «Σφενδόνης» με την Ομάδα «Όπερα» του Θοδωρή Αμπαζή. Το έργο θα παρουσιαστεί σε μετάφραση Ανθής Λεούση, σκηνοθεσία Άννας Κοκκίνου, με μουσική Θοδωρή Αμπαζή, σκηνικά και διαμόρφωση χώρου Ισμήνης Καρυωτάκη και φωτισμούς Αλέκου Γιάνναρη. Στη διανομή η Άννα Κοκκίνου και από την Ομάδα «Όπερα» η Τζωρτζίνα Δαλιάνη και η Φανή Παναγιωτίδου. Στο «Σφενδόνη» όμως θα επανέλθει και η Πουπέ. Η φιγούρα και η ερμηνεία της Άννας Κοκκίνου στον μονόλογο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη «Λα Πουπέ» τον οποίο και έχει σκηνοθετήσει «έγραψαν» δύο σεζόν. Και είχαν αντίκρυσμα στο κοινό. Όπως αναφέρει η Άννα Κοκκίνου που υποδύεται τη Ρίκα, την πιο επιδέξια ράφτρα φορεμάτων κούκλας στην Αθήνα, «η Ρίκα, αυτό το πονεμένο μικρομέγαλο πλάσμα, σηκώνει τα μανίκια ψηλά και τα βάζει με τον χειρότερο εχθρό της: το Μίσος. Μ΄ όλη της τη δύναμη αντιστέκεται στη γλυκιά σαγήνη των φθονερών σκέψεων και της εκδικητικότητας. Είναι και θα μείνει για πάντα μια μεγάλη ροζ τσιχλόφουσκα- το αποφάσισε. Ο εχθρός όμως είναι πιο δυνατός. Έχει τρυπώσει μέσα για τα καλά, ζει και βασιλεύει στα σωθικά της. Ολοστρόγγυλη, ζουμερή, με άρωμα φράουλα, αλλά στην καρδιά μια σταξιά δηλητήριο». Ο μονόλογος θα παίζεται από 7 έως 27 Νοεμβρίου και μόνο κάθε Σάββατο και Κυριακή. [Γ.Δ.Κ.Σ., Τα Νέα: Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009]

«Λα Πουπέ». Η Αννα Κοκκίνου, απόλυτα μεταμορφωμένη…

«Λα Πουπέ»
  • «Ο κόσμος ζει μέσα στο μίσος. Το βλέπεις παντού, σε κάθε πρόσωπο που κοιτάς. Σφραγίδα», μονολογεί δυνατά μπαίνοντας φουριόζα στο θέατρο η Ρίκα, η πιο επιδέξια ράφτρα φορεμάτων κούκλας. Η θυελλώδης, κυκλοθυμική, λιχούδα, εμμονική ηρωίδα του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, που φέρνει εμφανισιακά στην Divine του Τζον Γουότερς αλλά εδώ έχει μελιτζανί μαλλί, διαθέτει «αναπτυγμένη φαντασία», κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανησυχίες, δεν τα πάει καλά με τα οικονομικά («μία φορά, μου έκαναν έξωση»), παραδέχεται ότι είναι «υπναρού, λαίμαργη, ψεύτρα, αδύναμος χαρακτήρας που οι άλλοι τσαλαπατούν», επικοινωνεί μέσω του σκαθαριού-φαντάσματος ενός μεταφραστή με το επέκεινα κι αποφεύγει να σκέφτεται «τις χάρες του θανάτου, γιατί αυτό μπορεί να οδηγήσει στην αυτοκτονία. Οταν πεθαίνεις, δεν εργάζεσαι, δεν σε συκοφαντούν, δεν πας φυλακή. Εμένα με αγριεύουν οι ζωντανοί».
  • Ο συγγραφέας Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης μπάζει με την ορμή και τη ζωντάνια της Ρίκας μια φέτα ζωής, σκληρή, αστεία, φρέσκια, ζουμερή, μέσα στον προστατευμένο χώρο της σκηνής. Η ζωή της Ρίκας είναι μια σύνθεση από άδεια κουτιά (σκηνογραφία Νίκος Αλεξίου), τα οποία γεμίζει με επώδυνες μνήμες του παρελθόντος και ιλαροτραγικά συμβάντα του παρόντος. Στο τέλος αυτά τα κουτιά, παραταγμένα σε ευθεία διάταξη, γίνονται ένας κόσμος, ένα τείχος που εγκλωβίζουν και συνάμα προστατεύουν τη Ρίκα από την ανυπόφορη πραγματικότητα του έξω κόσμου. Η κόλασή της είναι σίγουρα οι άλλοι και συχνά το καθρέφτισμά τους μέσα της την υπερβαίνει. «Οι γονείς μου με μισούν. Οταν είσαι μικρό κοριτσάκι και σε μισούν, θες να πεθάνεις. Και καμιά φορά γλιστράς στο μίσος. Ομως, τη μεγαλύτερη δύναμη στη ζωή την έχει η μεγαλοψυχία. Να μπορείς να συγχωρείς».
  • Η Αννα Κοκκίνου, απόλυτα μεταμορφωμένη, όχι μόνο ως προς το σωματότυπό της, αλλά και στην κίνηση και την τοποθέτηση της φωνής της, που φέρει το βάρος του κορμιού της, αλλά και της συναναστροφής της με τον κόσμο, αποδεικνύει το πραγματικά μεγάλο υποκριτικό της μέγεθος. Η Ρίκα της Αννας Κοκκίνου είναι ένα μικρό, πληγωμένο κοριτσάκι παγιδευμένο στο σώμα μιας ευτραφούς πενηντάρας και στον άχρονο χρόνο του γενέθλιου τραύματος, που προσπαθεί με τη φροντίδα και την αγάπη που επενδύει στα φορεματάκια που φτιάχνει για «κουκλίτσες και μικρά κοριτσάκια» να ξορκίσει τις ενοχές και τα φαντάσματα του παρελθόντος, το μίσος της μαμάς και του μπαμπά προς το πρόσωπό της. Η Αννα Κοκκίνου είναι η απάντηση στο γιατί πρέπει να επιχορηγούνται κάποιοι άνθρωποι του θεάτρου. Κι αν υπήρχε σοβαρή πολιτιστική πολιτική σε αυτόν τον τόπο, που κόπτεται πραγματικά για την περιβόητη εξαγωγή του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό, αυτή τη στιγμή η παράσταση της Κοκκίνου θα περιόδευε στα πιο σημαντικά φεστιβάλ θεάτρου του εξωτερικού. Σε αυτή τη χώρα, όπου η μετριότητα βγάζει τελάλη για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της και η ευτέλεια κάνει παρέλαση πάνω στην ανοχή όλων μας, η επαφή με το ατόφιο, συμπαγές, πηγαίο ταλέντο δεν μπορεί παρά να είναι συγκινητική. Α, και φεύγοντας από το θέατρο μην ξεχάσετε να πάρετε την επαγγελματική κάρτα της Ρίκας. Οταν θα της τηλεφωνήσετε, θα ακούσετε ένα γλυκό μήνυμα που θα σας φτιάξει την ημέρα.

ΣΦΕΝΔΟΝΗ: Μακρή 4, Μακρυγιάννη, τηλ. 210-9246692. Εως τις 10/5.

  • ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, ET AGENDA, Σάββατο, 02.05.09

«Λα Πουπέ»: Ολοστρόγγυλη, αλλά λεπτοδουλεμένη

  • ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΤΙΑ
  • «Λα Πουπέ». Γυναίκα απροσδιορίστου ηλικίας, απρόβλεπτης ψυχολογίας, δεξιοτέχνης στα ρουχαλάκια για κούκλες και κοριτσάκια. Βιρτουόζα στη δυσεύρετη τέχνη της, όσο και η Αννα Κοκκίνου στη δική της. Κάτω από τις ολοστρόγγυλες φόρμες τής αλλόκοτης ηρωίδας του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, η ηθοποιός την ερμηνεύει παραδειγματικά στο θέατρο «Σφενδόνη». Η φιγούρα που έπλασε θαρρείς πως ξεπήδησε από πίνακα του Μποτέρο.
  • Ογδοντάλεπτος μονόλογος είναι η «Λα Πουπέ». Υποφέρεται; ‘Η, κόντρα στις καλύτερες των προθέσεων, βαθμηδόν διολισθαίνεις στις γνώριμες σε μονολογικά «γυμνάσματα» αφασικές στιγμές…. άπνοιας και πλήξης; Και, από ένα σημείο και μετά, στριφογυρνώντας απεγνωσμένα στην καρέκλα σου (που δυστυχώς με τα τριξίματά της, σε προδίδει!), περιμένεις την ευκαιρία να γλιστρήσεις σαν τον κλέφτη μακριά απ’ το ατέλειωτο θεατρικό μαρτύριο; Ε, λοιπόν. «κιχ», πόσω δε μάλλον τριξίματα δεν ακούγεται στην παράσταση.
  • Η Αννα Κοκκίνου, αυτοσκηνοθετούμενη με κέφι και μεγάλη έμπνευση, στήνει ένα συναρπαστικό θεατρικό παιχνίδι, κεντώντας, όπως η Πουπέ τα λιλιπούτεια ρουχαλάκια, το μονόλογο-«διαμάντι» του Χατζηγιαννίδη. Μαστόρισσα της λεπτομέρειας, όπως στον «Βιζυηνό» (που παρεμπιπτόντως επανέκαψε στο «Σφενδόνη» τις Πέμπτες), η ηθοποιός δεν διολισθαίνει στο γκροτέσκο της σκηνικής περσόνας, ούτε πελαγοδρομεί στην υπερβολή της ιδιότυπης παραβατικότητας του οριακού μονολόγου. Ακροβάτισσα σε τεντωμένο σκοινί για μία ώρα και 20 λεπτά, μεθά τους θεατές της με καλό θέατρο.
  • ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 23/03/2009

ΥΓ. Όλα τα παραπάνω για την κυρία Άννα Κοκκίνου θα είχαν ισχύ εάν η κυρία Άννα αποφάσιζε να είναι συνεπής και τίμια με τους ανθρώπους που συνεργάζεται ή συνεργάστηκε. Εάν της λέει κάτι το γεγονός ότι χρωστάει και της Μιχαλούς, τι θα έλεγε; Τι να το κάνω εγώ ότι παίζει καλά; Όταν στην πραγματική ζωή κοροϊδεύει τον κόσμο; «Βιρτουόζα» στην κοροϊδία. Με κλαψουρίσματα, μια ζωή…

Αγαπητή Άννα, μήπως θυμάσαι ότι κάποτε συνεργαστήκαμε [επαγγελματικά] και δεν με πλήρωσες ποτέ; Με κορόιδεψες! Με εξαπάτησες! Και είπες ότι ο καιρός θα τα πάρει σβάρνα και θα ξεχαστούν. Εγώ δεν ξεχνώ. Δούλεψα σκληρά για την οργάνωση του Φεστιβάλ Μπέκετ [θυμάσαι;] και δεν με πλήρωσες ποτέ! Με εξαπάτησες! Πλέον σε ξέρω… Το «ήθος»  του καλλιτέχνη για σένα είναι ένα παραμύθι για βλάκες. Αλλά υπάρχει και το ήθος που πρέπει να έχουμε όλοι στην καθημερινότητά μας. Να σεβόμαστε τους άλλους. Κάτι που εσύ δεν το κάνεις. Συνεπώς, γιατί κάνεις θέατρο;

Στήσε έναν μονόλογο, μπορείς

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΧΕΙ ΕΙΣΒΑΛΕΙ ΕΠΙΘΕΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ. ΔΕΚΑΟΚΤΩ ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΣΕ ΔΕΚΑΟΚΤΩ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΘΗΝΑΪΚΩΝ ΣΚΗΝΩΝ ΜΕ ΔΕΚΑΕΝΝΕΑ ΜΟΝΟΛΟΓΟΥΣ ΚΑΝΟΥΝ ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ, ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΑΥΤΕΣ, ΤΟ ΣΟΛΟ ΤΟΥΣ
  • Μονολογώ, μονολογείς, μονολογεί. Μονολογούμε, μονολογείτε, μονολογούν. Το ρήμα «μονολογώ» κλίνεται πια πολύ τακτικά στο ελληνικό θέατρο. Και δεν μιλώ ούτε για σταντ απ ούτε για παραμυθάδες. Μιλώ για μονολόγους θεατρικούς. Στη στήλη των θεαμάτων μετρώ δεκαεννέα!
  • Κάποτε, μόνο μία Έλλη Λαμπέτη- τη δεκαετία του ΄50 με την «Ανθρώπινη φωνή» και, κατόπιν, του ΄70 με ένα πρόγραμμα μονολόγων- ή ένας Δημήτρης Χορν με «Το ημερολόγιο ενός τρελού» τη δεκαετία του ΄60 θα τολμούσαν να σταθούν μόνοι τους στη σκηνή ενώπιον του κοινού. Από τη δεκαετία του ΄80, εφαρμόζοντας, όπως πάντα, τα εξ Εσπερίας παραδείγματα, η ελληνική σκηνή αρχίζει να παραδίδεται στους μονολόγους. Διστακτικά στην αρχή, ολοκληρωτικά και αμαχητί στη συνέχεια. Και φτάνουμε στο 2002 και το 2003 που η Πολιτιστική Ολυμπιάδα οργανώνει δύο προγράμματα μονολόγων με το άνθος των πρωταγωνιστών μας και με εξαιρετική επιτυχία. Ο μονόλογος πια γίνεται κοινή πρακτική που την ακολουθούν από παλαίμαχοι μέχρι νέοι, σχεδόν πρωτάρηδες και άσημοι. Και με αντίκρυσμα στο κοινό.
  • Είναι οι λόγοι οικονομικοί- φτηνή παραγωγή- που οι μονόλογοι έχουν τόση ρέντα; Μήπως έγινε μόδα; Ή μήπως έχει εισπραχτεί το ενδιαφέρον του κοινού; Ο Γιώργος Μεσσάλας κάνει το «Ημερολόγιο ενός τρελού» για ένατη συνεχή χρονιά! Η Άννα Κοκκίνου επανέρχεται για πολλοστή φορά στο εξαιρετικό «Μορφές από το έργο του Βιζυηνού» και, παράλληλα, παίζει για δεύτερη σεζόν το «Λα Πουπέ» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη. Τέταρτη σεζόν για τον Άγγελο Αντωνόπουλο και το «Ο Μαρξ στο Σόχο». Η Νένα Μεντή θριαμβεύει για δεύτερη χρονιά με το «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου». «Πριν από λίγα χρόνια θα λέγαμε «ποιος θα ΄ρθει να δει έναν μονόλογο και να τον πληρώσει όσο μία κανονική παράσταση;» λέει η Νένα Μεντή. «Σήμερα η προσέλευση δηλώνει πως ο κόσμος βρίσκει στον μονόλογο κάτι το ιδιαίτερο. Ναι, οι μονόλογοι αρέσουν στον κόσμο. Και ναι, είναι πιο εύκολο να ανεβεί ένας μονόλογος. Αλλά με τίποτα δεν μπορώ να το δω σαν μόδα. Οι ηθοποιοί, κάποιας πείρας τουλάχιστον, το κάνουμε ίσως γιατί με έναν μονόλογο εκφράζεσαι πολύ πιο προσωπικά». Η Όλια Λαζαρίδου που παίζει το «Δεσποινίς Μαργαρίτα» αλλά έχει ήδη πείρα στην ερμηνεία μονολόγων συμφωνεί- «είναι μία ευκαιρία να εκφραστεί κάποιος πιο προσωπικά»- έχει όμως και ένα δικό της επιχείρημα: «Είναι όλοι αυτοί οι λόγοι αλλά είναι και αποτέλεσμα αμηχανίας. Γιατί ζούμε σε μία περίοδο που το συλλογικό δεν ευνοείται. Οι ομάδες με πυρήνα μακροχρόνιο και με παράδοση είναι πολύ λίγες πια».
  • «Σαφώς και υπάρχουν οικονομικοί λόγοι» λέει ο Άγγελος Αντωνόπουλος, πρωτάρης στους μονολόγους. «Αλλά υπάρχει και το προσωπικό ενδιαφέρον. Εγώ μόνο γι΄ αυτό ανέβασα το «Ο Μαρξ στο Σόχο». Και ξαφνικά το αντίκρυσμα ήταν πρωτοφανές».
  • «Εμένα σαν ανάγκη μου προέκυψε- να βρεθώ αντιμέτωπος με κάτι καινούργιο». Είναι η άποψη του Χρήστου Στέργιογλου που κάνει τον μονόλογο του Αλέξη Σταμάτη «Το παιδί για τα θελήματα» στην παράσταση μονολόγων «Γένεση». «Στην αρχή, πέρσι, που πρωτοέκανα μονόλογο, όταν μου το πρότειναν φοβήθηκα. Αλλά όταν άρχισα να ασχολούμαι τον είδα σαν ένα έργο κανονικό. Δεν είναι καθόλου εύκολο να κάνεις μονόλογο. Είσαι μόνος με το κοινό».

Νιώθει δηλαδή μοναξιά ο ηθοποιός του μονολόγου;

  • «Είναι άλλου είδους λειτουργία ο μονόλογος» λέει η Όλια Λαζαρίδου. «Με την έννοια ότι στερείσαι τη χαρά της ανταλλαγής ενέργειας με τους άλλους ηθοποιούς, που είναι από τα πιο ωραία του θεάτρου- όταν αυτό πετυχαίνει. Από την άλλη γλιτώνεις από τη μοναξιά που, αν η ανταλλαγή δεν πετύχει, τότε είναι που θα τη νιώθεις στη σκηνή…».

cebcceb1cf81cebe-cf83cf84cebf-cf83cf8ccf87cebf

«Φταίει πάντα ο ηθοποιός»

Πώς μπορεί ο ηθοποιός να κρατήσει «ξύπνιο» τον θεατή στον μονόλογο; Είναι θέμα κειμένου, προσωπικής ακτινοβολίας ή τεχνικής;

«Χρειάζεται πείρα» η γνώμη του Άγγελου Αντωνόπουλου. «Πρέπει να βρίσκεις διαρκώς ανανεωτικά στοιχεία. Αλλά το κοινό είναι που σου δίνει το κυρίως έναυσμα. Ποτέ δεν είναι προκατειλημμένο αρνητικά. Έρχεται να εξαργυρώσει το εισιτήριό του. Όταν δεν υπάρχει καλή επικοινωνιακή λειτουργία συνήθως λέμε πως φταίει το κοινό. Εγώ λέω πως φταίει πάντα ο ηθοποιός. Κάποιο ρεφλέξ σου δεν ήταν το ίδιο με το προηγούμενο βράδυ που η επαφή ήταν καλή».

«Όλα παίζουν τον ρόλο τους» λέει η Νένα Μεντή. «Χωρίς καθόλου έπαρση θα πω όμως πως πάνω απ΄ όλα είναι αυτό που ο ηθοποιός φέρει- η προσωπικότητά του. Και το κείμενο».

Ο Χρήστος Στέργιογλου, πάλι, πιστεύει πως το κοινό μπορείς να το κρατήσεις «όταν οι σκέψεις που σου προκαλεί το κείμενο είναι ελεύθερες να βγαίνουνε μέσα από το κείμενο και να έχουν το σωστό τάιμινγκ στην εκφορά τους».

Και η Όλια Λαζαρίδου; «Εκείνο που εγώ έχω νιώσει είναι ότι κάτω από τον μονόλογο τρέχει ένα παράλληλο, βουβό κείμενο που είναι η προσωπική σου επαφή με τους θεατές. Αυτό είναι που μπορεί να τους κρατήσει. Κατά βάθος, πάντως, ιδέα δεν έχω…».

ΜΟΝΟΙ ΜΕ ΤΟ ΚΟΙΝΟ

  • Σμαράγδα Σμυρναίου: «Το υπέροχό μου διαζύγιο» («Αγγέλων Βήμα»).
  • Γιώργος Μεσσάλας:«Το ημερολόγιο ενός τρελού» («Αλκυονίς»).
  • Όλια Λαζαρίδου: «Δεσποινίς Μαργαρίτα» («Απλό»/ Νέα Σκηνή).
  • Γιώργος Καπετανάκος: «Αληθινή ιστορία… Ταξίδι για άλλη στεριά» («Αργώ»/ Studio).
  • Νένα Μεντή: «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» («Βασιλάκου»).
  • Αλίσια Φωτιάδη: «Η πιο δυνατή» («Εκάτη»).
  • Άννα Ετιαρίδου: «Αδύνατος… χαρακτήρας» («Ημέρας»/ Μπλε Σκηνή).
  • Δημήτρης Κωνσταντίνου: «Το ημερολόγιο ενός τρελού» («Κέλυφος»).
  • Ανδρέας Ταρνανάς: «Η σύντομη Οδύσσεια της Κατερίνας Γώγου» («Κέλυφος»).
  • Δημήτρης Σακατζής: «Caveman» («Coronet»).
  • Γιάννης Τσορτέκης: «Μαύρη γαλήνη» («Νέου Κόσμου» / Δώμα).
  • Βαγγέλης Βαφείδης: «Σκουπίδι» («Ράγες»).
  • Άννα Κοκκίνου: «Λα Πουπέ» («Σφενδόνη»).
  • Άννα Κοκκίνου: «Μορφές από το έργο του Βιζυηνού» («Σφενδόνη»).
  • Κάτια Γέρου: «Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές» («Τέχνης»/ Υπόγειο).
  • Άγγελος Αντωνόπουλος: «Ο Μαρξ στο Σόχο» («Τέχνης»/ Υπόγειο).
  • Χρήστος Στέργιογλου: «Το παιδί για τα θελήματα».
  • Ρηνιώ Κυριαζή: «Καθρέφτης»: παράσταση «Γένεση» («Χώρα» / Μικρή Χώρα).
  • Αθηνά Χατζηγιαννάκη:«Ο Μπέκετ ξαναχτυπά» («Χώρος Αλλού»).

Γράφει ο Γιώργος Δ. Κ. Σαρηγιάννης, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Μακριά από την Άννα Κοκκίνου!

Την είχα ξεχάσει, ωσότου σήμερα διάβασα στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία μια συνέντευξη του σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Γιάνναρη ο οποίος στο θέατρο «Χώρα» κάνει τη δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του στο θέατρο, ανεβάζοντας το έργο του Μάριους φον Μάγενμπουργκ «Eldorado». Μια μαύρη κωμωδία με πρωταγωνιστές τα μέλη μιας μεγαλοαστικής οικογένειας που βουλιάζει εξαιτίας της φιλοδοξίας του απατεώνα γαμπρού, καταμεσής ενός εμφυλίου πολέμου. Η δημοσιογράφος [Έφη Μαρίνου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία] του κάνει την εξής ερώτηση:

– Η πρώτη σας θεατρική δουλειά ήταν στο «Σφενδόνη» μ’ ένα τρίπτυχο βασισμένο σε κείμενα των Μπέκετ – Κοκτό – Ντίκινσον. Πώς τα πήγατε με την Αννα Κοκκίνου;

Και η απάντηση του Γιάνναρη: «Θαυμάσια. Βέβαια, επιμηκύνθηκε ο χρόνος προετοιμασίας της παράστασης και μετά δυσκολευόταν να με πληρώσει. Σ’ αυτό το θέμα είμαι λίγο δύσκολος… Απείλησα ότι θα της καταστρέψω το σκηνικό αν δεν καταβάλει την αμοιβή μου, και το έκανε το επόμενο πρωί».

Γι’ αυτό κι εγώ θα ξαναφέρω στην επικαιρότητα το γεγονός ότι συνεργάστηκα με την Άννα Κοκκίνου στην οργάνωση του «Φεστιβάλ Μπέκετ» και δεν με πλήρωσε ποτέ! Με εξαπάτησε, όπως προφανώς έχει κοροϊδέψει άπειρους ηθοποιούς και άλλους ανθρώπους του θεάτρου. Δεν πλήρωνε τον Γιάνναρη κι εκείνος, καθ’ ομολογία του, απείλησε ότι θα της καταστρέψει το σκηνικό! Κι έτσι τακτοποίησε την υποχρέωσή της. Λοιπόν, η Άννα Κοκκίνου δεν είναι… εντάξει! [Δεν θα γράψω καμιά κακή κουβέντα]. Μου χρωστάει την αμοιβή μου και είμαι βέβαιος ότι δεν θα με πληρώσει ποτέ… Μη συνεργαστείτε ποτέ με την Κοκκίνου. Θα σας φάει τα λεφτά σας! Τη θυμάμαι μια ζωή να κλαψουρίζει ότι ΔΕΝ έχει λεφτά. Όμως έχω την εντύπωση κι όπως διαβάζω κάθε τόσο τους καταλόγους με τα επιχορηγούμενα θεατρικά σχήματα, ότι εισπράττει επιχορηγήσεις από το υπουργείο Πολιτισμού. Ενδεχομένως και από αλλού… Μακριά από την Άννα Κοκκίνου!

Νίκος Λαγκαδινός

Η Αννα Κοκκίνου ανάμεσα στη μυθοπλασία, την αλληγορία και τον σουρεαλισμό

Η Αννα Κοκκίνου συνεχίζει και φέτος το επιτυχημένο ράψιμο των φορεμάτων της «Λα Πουπέ». Μετά τον πρώτο κύκλο παραστάσεων της προηγούμενης σεζόν, το μονόπρακτο θεατρικό έργο «Λα Πουπέ» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη με την Αννα Κοκκίνου παρουσιάζεται ξανά στο θέατρο «Σφενδόνη», με μικρές… επιδιορθώσεις και νέα ευρηματικά φινιρίσματα.

Αννα Κοκκίνου

Ο θεατρικός αυτός μονόλογος -μια «μαύρη» κωμωδία- αποτελεί την αφορμή για την πρώτη συνεργασία της Άννας Κοκκίνου με τον συγγραφέα Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη. Η Ρίκα είναι η πιο επιδέξια ράφτρα φορεμάτων κούκλας στην Αθήνα. Διαθέτει σπάνια κουμπιά και υφάσματα κι ένα ακόμα πιο σπάνιο ταλέντο. Ωστόσο, η ενασχόλησή της αυτή μοιάζει να την έχει καθηλώσει σε μια αφύσικη παιδικότητα.

Κλεισμένη στον κοριτσίστικο κόσμο της, δυσκολεύεται να καταλάβει τους άλλους, πληγώνεται και τότε γίνεται τρομακτική. Ευτυχώς υπάρχει η υπέργηρη κυρία Νέλλη του διπλανού διαμερίσματος και το σκαθάρι στο παράθυρό της που με τις ισχυρές του κεραίες την καθοδηγεί. Επίσης, η Ρίκα λατρεύει τα γλυκά και το τραγούδι…

Ανάμεσα στη μυθοπλασία, την αλληγορία και τον σουρεαλισμό κινείται το πολύ ενδιαφέρον κείμενο στο οποίο η Ρίκα της Άννας Κοκκίνου (αυτοσκηνοθετούμενη) κατάφερε να βρει τις ισορροπίες και τα μυστικά του. «Βασίλισσα» στο τεράστιο χαρτόκουτό της (σκηνικό Νίκος Αλεξίου) θα μας μεταφέρει νοητά σε πολύβουους δρόμους, συνοικιακά μαγαζάκια και αραχνιασμένα αθηναϊκά διαμερίσματα.

Σαν ένα ανθρώπινο «καρτούν», μέσα στο εξαιρετικό της κοστούμι της Χριστίνας Μαθέα -αφράτη αφράτη, ντυμένη κουκλίστικα, σαν μια μεγαλόσωμη κούκλα του κουτιού με φούξια φόρεμα, δαντελένια γάντια, τουρλωτά οπίσθια και τεράστια περούκα- φλυαρεί ακατάσχετα κραυγάζοντας την απέραντη μοναξιά της.

Αυτό το πονεμένο μικρομέγαλο πλάσμα, σηκώνει τα μανίκια ψηλά και τα βάζει με τον χειρότερο εχθρό του: το μίσος. Μ’ όλη του τη δύναμη αντιστέκεται στη γλυκιά σαγήνη των φθονερών σκέψεων και της εκδικητικότητας. Είναι και θα μείνει για πάντα μια μεγάλη ροζ τσιχλόφουσκα – το αποφάσισε. Ο εχθρός όμως είναι πιο δυνατός. Εχει τρυπώσει μέσα για τα καλά, ζει και βασιλεύει στα σωθικά της. Ολοστρόγγυλη, ζουμερή, με άρωμα φράουλα, αλλά στην καρδιά μια σταξιά δηλητήριο. Και η ανατροπή δεν αργεί να έλθει… [Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 24/11/2008]