Category Archives: Κινηματογράφος

Ελληνικές ταινίες στην Ιταλία

«Cavo d’oro»

Στο Διαγωνιστικό Τμήμα Ταινιών Μικρού Μήκους του 69ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας, συμμετέχει για (δύο χρόνια μετά την ταινία του «Casus Belli», που πήρε 6 βραβεία στο Φεστιβάλ Δράμας κ.α.) ο Γιώργος Ζώης, με τη νέα ταινία του «Τίτλοι τέλους» (διάρκειας 11′). Η ταινία, που γυρίστηκε σε 27 ημέρες (σε σπαστά διαστήματα από χειμώνα του 2011 μέχρι το καλοκαίρι του 2012) σε ολόκληρη την Αττική, από το κέντρο της πόλης μέχρι τα πιο απομακρυσμένα προάστια (δεν παίζει κανένας ηθοποιός), αποτυπώνει σκηνές της πραγματικότητας, με μόνο εξοπλισμό μια κάμερα, ένα μικρόφωνο και ένα βαλιτσάκι με φακούς φωτογραφικής μηχανής. Σκηνοθεσία: Γιώργος Ζώης. Διεύθυνση φωτογραφίας: Γιάννης Κανάκης. Μοντάζ – ηχοληψία: Γιάννης Χαλκιαδάκης. Αρχική ιδέα: Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου. Μουσική: «Novi-sad». Επιπρόσθετες ηχογραφήσεις: Αρης Αθανασόπουλος, Γιώργος Χρόνης.

  • Η ταινία μικρού μήκους «Cavo d’ Oro» του Σιαμάκ Ετεμάντη (σενάριο – σκηνοθεσία) συμμετέχει στο Διαγωνιστικό Τμήμα «Pardi di Domani» του 65ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Λοκάρνο (1-11/8). Η ταινία, που θα προβληθεί στις 8/8, είναι υποψήφια, μαζί με 28 ταινίες μικρού μήκους από 25 χώρες, για τα τρία βραβεία που απονέμονται: «Pardino d’oro» (Α’ βραβείο), «Pardino d’argento»(Β’ βραβείο), «Locarno short filmnomine efor the European Film Awards»(σε ταινία που επιλέγεται για συμμετοχή στα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου). Θέμα της ταινίας του Ιρανού σκηνοθέτη (ζει και εργάζεται στην Αθήνα) είναι η θάλασσα, ο έρωτας, ο φόβος, η μοναξιά και γυρίστηκε στη Νότια Εύβοια. Πρωταγωνιστούν: Κυριάκος Χατζηιωάννου, Ελενα Μεγγρέλη. Φωτογραφία Διονύσης Ευθυμιόπουλος. Μουσική Drog-A-Tek. Μοντάζ Πάνος Βουτσαράς. Σκηνικά – κοστούμια Μαγιού Τρικαριώτη. Ηχος Αρης Λουζιώτης. Στην παραγωγή συνέβαλαν η ΕΡΤ και το ΕΚΚ.
Advertisements

«Ο δικός μας Αγγελόπουλος»

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΕΩΣ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ
Το Megaron Plus και το Συνέδριο Κινηματογραφικών Λεσχών διοργανώνουν εκδηλώσεις για τον Ελληνα σκηνοθέτη, αύριο και την Παρασκευή

«Ο δικός μας Αγγελόπουλος»

Από την Αθήνα έως την Αλεξανδρούπολη, τη μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου τιμούν την τρέχουσα εβδομάδα δύο ξεχωριστές εκδηλώσεις. Η πρώτη («Θόδωρος Αγγελόπουλος ? In memoriam») πραγματοποιείται αύριο στο Megaron Plus, στις 7.00 μ.μ. με ελεύθερη είσοδο (θα δοθούν δελτία προτεραιότητας από τις 5.30 μ.μ. και μετά), ενώ η δεύτερη θα διεξαχθεί στο πλαίσιο του 25ου Συνεδρίου της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδας, που ξεκινάει την Παρασκευή. Συνέχεια

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ «Σάλπισμα» της ΕΕ υπέρ των μονοπωλίων

  • Σε «βήμα» προπαγάνδας του αντιδραστικού προγράμματος της ΕΕ «Δημιουργική Ευρώπη» μετατρέπεται το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών
Να «παραμορφώσει» εντελώς τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνει η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων του κινηματογράφου (σκηνοθέτες, ηθοποιοί, τεχνικοί κλπ) σε όλη την Ευρώπη προσπαθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών (16-27/5).

Μέσα στην τεχνητή – συνεπώς απατηλή – «λάμψη» του πιο εμπορευματικού και στο περιεχόμενό του ευρωπαϊκού φεστιβάλ, η ΕΕ «σπεκουλάρει» με τις 18 ταινίες που συμμετέχουν στη διοργάνωση και υποστηρίχθηκαν από το πρόγραμμα «MEDIA» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και στο γεγονός ότι επτά από αυτές («Amour» του Μίκαελ Χάνεκε, «The Angels’ share» του Κεν Λόουτς και «Jagten» του Τόμας Βίντερμπεργκ κ.ά.), διαγωνίζονται για το «Χρυσό Φοίνικα». Συνέχεια

«Βουλιάζουν» τα εισιτήρια στα σινεμά

Οικονομική δυσπραγία και κακές επιλογές από τους διανομείς, οι αιτίες της κρίσης στους κινηματογράφους

  • Του Παναγιωτη Παναγοπουλου, Η Καθημερινή, 4/5/2012

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Σε χρονιά ελεύθερης πτώσης για τα εισιτήρια στις κινηματογραφικές αίθουσες εξελίσσεται το 2012, από τις μέχρι τώρα ενδείξεις. Η τάση είχε ήδη σημειωθεί από την περασμένη χρονιά, με τα συνολικά εισιτήρια του 2011 να έχουν μειωθεί κατά 7%. Φέτος, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη, αναγκάζοντας τις αίθουσες να πάρουν έκτακτα μέτρα μείωσης της τιμής του εισιτηρίου, στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν και πάλι το κοινό.

Οι διανομείς μέσα στη σεζόν 2011 – 12 είδαν πολύ λίγες ταινίες να έχουν ξεπεράσει το ψυχολογικό όριο των 100.000 εισιτηρίων, ενώ με την εξαίρεση της «Νήσου 2», ούτε οι ελληνικές ταινίες κατάφεραν να σημειώσουν την επιτυχία που είχαν άλλες χρονιές. Τι μπόρεσε να ξεχωρίσει; Οικογενειακές ταινίες όπως τα «Στρουμφάκια» που κυριάρχησαν χωρίς αντίπαλο στο πρώτο μισό της σεζόν, συνέχειες νεανικών franchise όπως το πρώτο μέρος της «Χαραυγής», μπλοκμπάστερ με έμπνευση από την Αρχαία Ελλάδα, όπως οι «Αθάνατοι» και η «Οργή των Τιτάνων», σίκουελ εμπορικών ταινιών σαν τη συνέχεια του «Σέρλοκ Χολμς». Συνέχεια

Κάννες 2012: Οι δημιουργοί στο προσκήνιο

  • Τερζής Κ., Η ΑΥΓΗ: 22/04/2012

Κάρι Γκραντ και Γκρέις Κέλυ στο Φεστιβάλ των Καννών το 1955 για «Το κυνήγι του κλέφτη» του Άλφρεντ Χίτσκοκ

«Θυμίζει χώρα χωρίς πολιτικό χρωματισμό, χώρα που δεν ανήκει σε κανέναν. Είναι μια μικρογραφία τού πώς θα ήταν ο κόσμος μας αν οι άνθρωποι μπορούσαν να επικοινωνήσουν άμεσα μεταξύ τους και μιλούσαν όλοι την ίδια γλώσσα» – τη γλώσσα των εικόνων εννοούσε ο πολυσχιδής Ζαν Κοκτώ, ο οποίος με αυτά τα λόγια είχε περιγράψει, πριν από πολλά χρόνια, το Φεστιβάλ των Καννών, όπου κατ’ επανάληψη είχε διατελέσει πρόεδρος της κριτικής επιτροπής.

Το Φεστιβάλ διοργανώθηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1939, με προεδρεύοντα τον εκ των πατέρων του κινηματογράφου, Λουί Λυμιέρ. Το γαλλικό υπουργείο Παιδείας, με την υποστήριξη των Αμερικανών και των Βρετανών, είχε αποφασίσει να διοργανώσει ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ ως αντίβαρο στη βενετσιάνικη Μόστρα, πίσω από την οποία βρισκόταν η φασιστική κυβέρνηση της Ιταλίας. Η μόνη ταινία που πρόλαβε να προβληθεί σε αυτήν την πρώτη διοργάνωση ήταν η «Παναγία των Παρισίων» του Γουίλιαμ Ντίτερλε, καθώς ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η γιορτή του κινηματογράφου έπρεπε να περιμένει τη λήξη του πολέμου – η πρώτη ολοκληρωμένη διοργάνωση του Φεστιβάλ των Καννών πραγματοποιήθηκε το 1946. Στο Φεστιβάλ του Σεπτεμβρίου του 1949 αποφασίστηκε η μεταφορά της διοργάνωσης τον Μάιο, ώστε να πάψει να «ακολουθεί» τη βενετσιάνικη Μόστρα, που προηγείτο χρονικά. Επειδή το διάστημα των επτά μηνών που απέμενε για τη διοργάνωση του 1950 δεν θεωρήθηκε επαρκές για την προετοιμασία, το πρώτο ανοιξιάτικο Φεστιβάλ των Καννών πραγματοποιήθηκε το 1951. Η απόφαση για τη χρονική μετάθεση αποδείχτηκε εξαιρετικά εύστοχη, και χρόνο με το χρόνο το Φεστιβάλ κέρδιζε σε λάμψη με την έλευση των σταρ του Χόλιγουντ, αλλά και την παρουσία του Ευρωπαίων δημιουργών. Συνέχεια

Το κοράκι, ο Πόε και ο Κιούζακ

Διασκεδαστική ταινία του Τζέιμς Μακτίγκ, όπου ο Αμερικανός ηθοποιός υποδύεται τον διάσημο συγγραφέα

The Observer

Ντυμένος στα μαύρα, ο Τζον Κιούζακ καπνίζει ένα χοντρό κουβανέζικο πούρο. Μοιάζει σαν φρικιό που προσγειώθηκε στο πάρτι κάποιου μεγαλοπαραγωγού του Χόλιγουντ. «Ναι, καλύτερα να μην αναφέρουμε το πούρο», λέει. «Δεν θέλω να νομίζουν ότι είμαι κανένας μεγιστάνας – εδώ που τα λέμε, τίποτα δεν θα ήταν πιο μακριά από την αλήθεια».

Δεν νομίζω ότι υπάρχει κίνδυνος να περάσει κανείς τον Κιούζακ για μεγιστάνα του Χόλιγουντ. Αλλωστε, πάντα ήταν αουτσάιντερ, από τους ανθρώπους που, χωρίς να το περιμένεις, καταφέρνουν με κάποιο τρόπο να διασφαλίζουν τον δικό τους χώρο και την καριέρα τους. Συνέχεια

Τρόμος και αθλιότητα του κινηματογράφου

Σκέψεις πάνω στην ταινία «Δεμένη Κόκκινη Κλωστή»
Σκηνή από την εν λόγω ταινία

Ο ακήρυχτος πόλεμος για τον εκφοβισμό και την άνευ όρων παράδοση του λαού στην εξαθλίωσή του έχει πολλά όπλα. Ανάμεσα στα πιο αποτελεσματικά συγκαταλέγεται και η τέχνη. Στους σχεδιασμούς της αστικής τάξης και των κομμάτων της να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη του εργατικού – λαϊκού κινήματος και την ισχυροποίηση του ΚΚΕ σημαντικό ρόλο έχει αναλάβει και ο κινηματογράφος, όπως σειρά γεγονότων καταμαρτυρούν. Για παράδειγμα, δεν είναι ούτε συμπτωματική, ούτε αγαθή – εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις – η επιλεκτική προτίμηση του ελληνικού κινηματογράφου στον εμφύλιο τα τελευταία ειδικά χρόνια, όπως δεν ήταν τυχαία και η παλιότερη εμμονή του αμερικανικού κινηματογράφου στο Βιετνάμ. 

Μια πρόσφατη απόδειξη αποτελεί η ταινία του σκηνοθέτη Κώστα Χαραλάμπους «Δεμένη κόκκινη κλωστή», η οποία μάλιστα – σε αντίθεση με τα φονικά χτυπήματα που δέχεται στις μέρες μας σχεδόν κάθε ανιδιοτελής καλλιτεχνική προσπάθεια – έτυχε υποστήριξης και αμέριστης διευκόλυνσης τόσο από τους παραγωγούς της, όπως η κρατική ΕΡΤ, όσο και από το ισχυρότερο μονοπώλιο της κινηματογραφικής διανομής στη χώρα μας, την Odeon. Μια υποστήριξη καθόλου αδικαιολόγητη, αφού η ταινία φιλοδοξεί να ανταμείψει τους «επενδυτές» της, αν όχι οικονομικά, οπωσδήποτε ιδεολογικά και πολιτικά.

Κι αυτό γιατί το θέμα της είναι μεν ο εμφύλιος, το περιεχόμενό της όμως αφορά το σήμερα και συγκεκριμένα τις ολέθριες δήθεν συνέπειες που θα έχει στη ζωή και την οντότητα κάθε αγνού και φιλειρηνικού ανθρώπου η άνοδος και η όξυνση της ταξικής πάλης, εφόσον σ’ αυτήν πρωτοστατεί το ΚΚΕ.

Η εισαγωγή της ταινίας επιδιώκει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του θεατή, παίρνοντας τάχα το μέρος των αδικημένων. Ενα τέχνασμα που αποσκοπεί να προσδώσει αληθοφάνεια στις δυνατές δόσεις κατασυκοφάντησης της λαϊκής πάλης και υποδόριου αντικομμουνισμού που ελλοχεύουν στο ξετύλιγμα της πλοκής της με εμφανείς προεκτάσεις στο σήμερα, και συνοψίζονται στα παρακάτω:

Στον εμφύλιο πόλεμο δε συγκρούστηκαν τα αντίμαχα κοινωνικά – ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και της πλειονότητας του ελληνικού λαού με εκείνα της ντόπιας πλουτοκρατίας και των ξένων συμμάχων της για το ποια τάξη θα έχει την εξουσία. Ηταν πάλη κάποιων ομάδων με στενά κομματικά και άλλου είδους ψυχολογικά π.χ. κίνητρα, όπως «το άσβεστο, σχεδόν μεταφυσικό μίσος των αντίπαλων στρατοπέδων», ένα είδος κοινωνικού αυτοματισμού δηλαδή.

Eπομένως, ο αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού με την καθοδήγηση του ΚΚΕ δεν είχε στην πραγματικότητα όραμα και ιδανικά. Ηταν αγώνας αντεκδίκησης και εξουδετέρωσης των πολιτικών αντιπάλων του, όπως γίνεται και στην ταινία «Οι συμμορίες της Νέας Υόρκης», όπου αγνοούνται προκλητικά οι ζωτικές κοινωνικές αιτίες της σύγκρουσης των εποίκων Ιρλανδών με τους αυτόχθονες Νεοϋρκέζους, για να προβληθεί η ωμότητα και η αγριότητά της, άρα και η αναγκαιότητα να μπει επιτέλους τάξη.

Η κομματική ηγεσία εγκλώβισε φιλήσυχους οικογενειάρχες σε έναν αδιέξοδο και παράλογο κύκλο μίσους και αίματος, καταστρέφοντας όχι μόνο τη ζωή τους, αλλά και την ηθική, ψυχική και πνευματική τους υπόσταση με τη μετατροπή τους σε στυγερούς δολοφόνους και αποκτηνωμένους βασανιστές ακόμη και αθώων γυναικόπαιδων!

Για να διαλυθεί και η παραμικρή αμφιβολία ως προς τους πραγματικούς στόχους της ταινίας, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο δελτίο Τύπου που την προανάγγειλε. Σύμφωνα με αυτό, πίσω από τους αιματηρούς αγώνες και τα δράματα της ιστορίας δεν υπάρχει η ταξική πάλη, αλλά «οι θεωρούμενες πιο «προικισμένες» ομάδες», όπως καλή ώρα το ΚΚΕ, που «ονοματίζουν το συμφέρον τους καθήκον, και προσπαθούν να το επιβάλουν σε άλλες ομάδες νομιμοποιώντας τη χρήση και της πιο απεχθούς βίας γι’ αυτό που θεωρούν ως ιερή αποστολή «για το καλό της ανθρωπότητας»»!

Στην ουσία, η ταινία διακατέχεται από τη μεταμοντέρνα θεωρία της ιστορικής αποδόμησης, περί της τρίτης και δήθεν «ουδέτερης» και «αμερόληπτης» – έξω από τους δύο ταξικούς υποκειμενισμούς – άποψης. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η αφήγηση δεν πρέπει να ενδιαφέρεται για την ίδια την ιστορία, αλλά για μεμονωμένα εμπειρικά, βιωματικά περιστατικά της, υποκειμενικά σαφώς επιλεγμένα, που δημιουργούν ένταση και σασπένς τύπου σπλάτερ. Μια θεωρία πολύ βολική για να μπορεί καθένας ελεύθερα να παραποιεί την ιστορία και αυθαίρετα να την ερμηνεύει σε όφελος των συμφερόντων του κεφαλαίου και της κυρίαρχης ιδεολογίας, παρουσιάζοντάς την ως καθολικά «αντικειμενική», όπως γίνεται και στην «Κόκκινη κλωστή».

Σ’ αυτό το περίγραμμα, καμία έκπληξη δεν προκαλεί το γεγονός ότι η ταινία, προκειμένου να παραλύσει από φόβο και εκβιαστικά διλήμματα του τύπου «υποταγή ή εμφύλιος όλεθρος» το μυαλό του θεατή, δανείζεται τις τεχνικές και τα ειδικά εφέ της από τις αμερικάνικες ταινίες τρόμου. Αίμα, τανάλιες, ψαλίδια, λεπίδια, καρφιά, όλα τα σατανικά σύνεργα βασανισμού και βίας επιστρατεύονται σ’ αυτήν την αποστολή στο όνομα του ρεαλισμού, ενώ ο φακός ζουμάρει καταγράφοντας επίμονα και εξονυχιστικά και την πιο ανατριχιαστική λεπτομέρεια, ειδικά όταν αυτή αφορά την εγκληματικότητα των «ένοπλων αριστερών», σε μια προσπάθεια αναπαλαίωσης της πιο ξετσίπωτης και μισαλλόδοξης αστικής προπαγάνδας των δεκαετιών του ’50 και του ’60 για τα «κονσερβοκούτια» των «ληστοσυμμοριτών». O μόνος λόγος που το έργο αναφέρεται στις ωμότητες και της άλλης πλευράς, είναι για να εξισωθεί τελικά ο κομμουνισμός με το φασισμό, ο οποίος σε καμία περίπτωση βέβαια δεν αντιμετωπίζεται ως το άλλο πρόσωπο της «αστικής δημοκρατίας» και γέννημα της ίδιας μ’ αυτήν μήτρας, της αστικής εξουσίας δηλαδή.

Με λίγα λόγια αυτού του είδους τα μεταμοντέρνα ιδεολογικοπολιτικά επινοήματα, που δεν είναι μόνον κινηματογραφικά, αφού στις μέρες μας αξιοποιούνται κατά κόρον από την αστική πολιτική, την ιστοριογραφία, την τηλεόραση, τις εφημερίδες και τα περιοδικά, έχουν ένα γενικότερο στόχο. Να παρασύρουν με όρους ψυχολογικούς το δέκτη τους, μετατοπίζοντας την προσοχή του από το πρόβλημα της ιστορικής πραγματικότητας και τις αιτίες του στη χυδαιότερη επιφάνεια μιας συνειδητής και σκόπιμης περιπτωσιολογίας (π.χ. μια καθαρίστρια στην τάδε δημόσια υπηρεσία παίρνει 3.000 ευρώ μισθό) για να ακυρώσουν την κρίση και τη λογική του και να τον εμποδίσουν να συνειδητοποιήσει μονομιάς τα ταξικά και βλαβερά για το λαό μηνύματά τους. Απευθυνόμενοι σε στιγμιαίες και παροδικές αισθήσεις και παραβιάζοντας κατάφωρα την αλήθεια και τη λογική πρώτα και κύρια επιδιώκουν να καταδικαστεί στη λαϊκή συνείδηση ως ωμή, αποτρόπαιη βία και «ολοκληρωτισμός» η πάλη της εργατικής τάξης για το δίκιο της και να αμαυρωθεί η ηθική και ιδεολογική – πολιτική υπεροχή της οργανωμένης πρωτοπορίας της, των κομμουνιστών. Να αφαιρέσουν δηλαδή από το λαό τα μόνα του όπλα και στηρίγματα, τη δυνατότητά του να δει ότι υπάρχει εναλλακτική γι’ αυτόν λύση, που έχει τη δύναμη να την επιβάλλει. Πρόκειται για επικίνδυνες και ύπουλες μεθόδους, που όσο θα σαπίζει το καπιταλιστικό σύστημα και θα διογκώνονται τα αδιέξοδά του, τόσο θα εντείνονται, γι’ αυτό και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υποτιμηθούν.

Ωστόσο, οι μεγάλες ταξικές αναμετρήσεις, σε πείσμα των κάθε λογής πολιτικών, δημοσιογραφικών ή καλλιτεχνικών εκφοβιστών και εκβιαστών του λαού, είναι αναπόφευκτες σε συνθήκες απότομης όξυνσης των λαϊκών προβλημάτων και αδυναμίας των «πάνω» να τα διαχειριστούν, όσο αναπόφευκτοι και αμείλικτοι είναι οι νόμοι της ιστορίας, δηλαδή της κοινωνικής εξέλιξης.

Ε. Μ. – Γ. Σ., ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ,  Κυριακή 18 Μάρτη 2012

Τα βραβεία του 14ου ΦΝΘ

Το βραβείο κοινού σε ελληνική ταινία απέσπασε το ντοκιμαντέρ «Encardia, η πέτρα που χορεύει», σε σκηνοθεσία Aγγελου Κοβότσου.

Έπεσε η αυλαία του 14ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Εικόνες του 21ου Αιώνα, με την απονομή των βραβείων της διοργάνωσης, σε μια λιτή τελετή λήξης το βράδυ του Σαββάτου στον κινηματογράφο Ολύμπιον.

Ο διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Δημήτρης Εϊπίδης, στον σύντομο απολογισμό του ανέφερε μεταξύ άλλων: «Στην έναρξη του Φεστιβάλ αναφέρθηκα στο στόχο μας, που πάντα παραμένει ο θεατής. Επιθυμούμε να γεμίζουμε τις αίθουσες γιατί σήμερα έχουμε ανάγκη το ντοκιμαντέρ περισσότερο από ποτέ. Και τον στόχο αυτόν τον πετύχαμε. Οι θεατές κατέκλυσαν τις αίθουσες του Φεστιβάλ, ξεπερνώντας τους 50.000! Αυτή είναι για μας η μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη επιβράβευση».

Ο κ. Εϊπίδης πρόσθεσε: «Πιστεύω ότι πετύχαμε κάποιους από τους στόχους μας. Και, φυσικά, η προσπάθεια θα συνεχιστεί και στο μέλλον. Ραντεβού στο 15ο Φεστιβάλ που θα γίνει 22 με 31 Μαρτίου του 2013».

Σκηνή από την ταινία «Ιταλία: Αγάπα την ή παράτα την» η οποία απέσπασε το βραβείο κοινού για ξένη ταινία στο 14ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ

Η απονομή

Στην τελετή απονομής η οποία ακολούθησε, η ταινία «Ιταλία: Αγάπα την ή παράτα την» απέσπασε το βραβείο κοινού για ξένη ταινία στο 14ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Η δημιουργία –σε σκηνοθεσία Γκούσταβ Χόφερ και Λούκα Ραγκάτσι- παρακολουθεί ένα ζευγάρι Ιταλών που σκέφτονται εάν θα πρέπει να εγκαταλείψουν τη χώρα τους. Με την χαριτωμένη δομή της αγγίζει αρκετά και τους Έλληνες, καθώς τα θέματα που θίγει αφορούν και την Ελλάδα.

Το βραβείο κοινού σε ελληνική ταινία απέσπασε το ντοκιμαντέρ «Encardia, η πέτρα που χορεύει», σε σκηνοθεσία ’γγελου Κοβότσου.

Στην κατηγορία κάτω των 45 λεπτών, τα βραβεία πήγαν -για ελληνική παραγωγή- στην ταινία «Ο τυφλός ψαράς», σε σκηνοθεσία Στρατή Βογιατζή και Θέκλας Μαλάμου, και – για ξένη παραγωγή- στην ταινία «ORA» (Καναδάς) σε σκηνοθεσία Φιλίπ Μπεϊλόκ.

Η φετινή Κριτική Επιτροπή της FIPRESCI απένειμε βραβείο για ελληνική παραγωγή στην ταινία «Σαγιόμι», σε σκηνοθεσία Νίκου Νταγιαντά, αναφέροντας ότι πρόκειται για «μια ευαίσθητη και ευφυή μαρτυρία για ένα από τα πιο σύγχρονα και σοβαρά θέματα που αφορούν στη μοντέρνα Ελλάδα: τη μετανάστευση». Η ταινία – που απεικονίζει τη ζωή μιας εξαιρετικής γυναίκας, εντυπωσίασε την κριτική επιτροπή με τον βαθύ σεβασμό και το θαυμασμό που επέδειξε ο ταλαντούχος σκηνοθέτης.

Το βραβείο τηλεοπτικής προβολής της ΕΡΤ3 σε ντοκιμαντέρ της ενότητας «Κοινωνία και Περιβάλλον» απέσπασαν εξ ημισείας οι ταινίες «Απαλλοτρίωση» του Μάνου Παπαδάκη και «Μια χούφτα γενναίοι άνθρωποι» της Ριγιά Αρζού Κοκσάλ. Το βραβείο συνοδεύτηκε από έπαθλο 1.500 ευρώ για καθεμιά δημιουργία.

Τζαφάρ Παναχί

Η φετινή Κριτική Επιτροπή για το βραβείο της Διεθνούς Αμνηστίας που απονέμεται σε ταινία της ενότητας «Ανθρώπινα Δικαιώματα» απένειμε το βραβείο στο ντοκιμαντέρ «Αυτό δεν είναι μια ταινία», σε σκηνοθεσία των Τζαφάρ Παναχί και Μοτζτάμπα Μιρταχμάς. Προκειμένου να ανακοινώσει το έπαθλο και το σκεπτικό της επιτροπής ανέβηκε στη σκηνή η Ειρήνη Τσολάκη, αντιπρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία είπε προλογίζοντας το βραβείο: «Έξι χρόνια κατ’ οίκον περιορισμό. Είκοσι χρόνια στέρηση των δικαιωμάτων του. Του απαγορεύτηκε η έξοδος από τη χώρα, κάθε επαφή με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και καμία κινηματογραφική δημιουργία. Κι όλα αυτά, επειδή διαμαρτυρήθηκε με τις ταινίες του κατά του απολυταρχικού καθεστώτος του Ιράν. Η Διεθνής Αμνηστία συγκέντρωσε 21.000 υπογραφές για να τον υπερασπιστεί. Πρόκειται για τον Ιρανό σκηνοθέτη Τζαφάρ Παναχί».

Αναλυτικά τα βραβεία

Βραβεία κοινού

Για ταινίες άνω των 45΄

i. Για ελληνική παραγωγή στην ταινία «Encardia, η πέτρα που χορεύει», σε σκηνοθεσία Αγγελου Κοβότσου.

ii. Για ξένη παραγωγή στην ταινία «Ιταλία, αγάπα την ή παράτα την» , σε σκηνοθεσία Γκούσταβ Χόφερ και Λούκα Ραγκάτσι.

Για ταινίες κάτω των 45′

i. Για ελληνική παραγωγή στην ταινία «Ο τυφλός ψαράς», σε σκηνοθεσία Στρατή Βογιατζή και Θέκλας Μαλάμου ii. Για ξένη παραγωγή στην ταινία «ORA» (Καναδάς), σε σκηνοθεσία Φιλίπ Μπεϊλόκ.

Βραβεία Fipresci

i. Για ελληνική παραγωγή στην ταινία «Σαγιόμι», σε σκηνοθεσία Νίκου Νταγιαντά

ii. Για ξένη παραγωγή στην ταινία «Canicula» (Μεξικό), σε σκηνοθεσία Χοσέ Αλβαρες

Βραβείο ΕΡΤ3

Το βραβείο τηλεοπτικής προβολής της ΕΡΤ3 σε ντοκιμαντέρ της ενότητας «Κοινωνία και Περιβάλλον» απονεμήθηκε εξ ημισείας στις ταινίες «Απαλλοτρίωση» του Μάνου Παπαδάκη και «Μια χούφτα γενναίοι άνθρωποι» (Τουρκία) της Ρυγιά Αρζού Κοκσάλ.

Βραβείο ΕΡΤ «Doc on Air»

Το βραβείο απέσπασε το project «My Journey to Meet You» (Ιταλία), σε σκηνοθεσία Marco Simon Puccioni.

Βραβείο Διεθνούς Αμνηστίας

Το βραβείο απέσπασε το ντοκιμαντέρ «Αυτό δεν είναι μια ταινία» (Ιράν), σε σκηνοθεσία των Τζαφάρ Παναχί και Μοτζτάμπα Μιρταχμάς.

Βραβείο WWF

Το βραβείο που απονέμεται σε ταινία της ενότητας «Κοινωνία και Περιβάλλον», με θέμα το περιβάλλον και την αμφίδρομη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, απέσπασε η ταινία «Ζήτω οι αντίποδες» σε σκηνοθεσία Βίκτορ Κοσακόφσκι.

Addio εντιμότατε φίλε

O μετρ της ιταλικής κωμωδίας Μάριο Μονιτσέλι αυτοκτόνησε χθες στη Ρώμη. Όπως μετέδωσε το πρακτορείο Ansa, επικαλούμενο νοσοκομειακές πηγές, ο 95χρονος έδωσε τέλος στη ζωή του, πέφτοντας από το παράθυρο του νοσοκομείου Σαν Τζοβάνι, όπου νοσηλευόταν.

Γεννημένος το 1915 στο Βιαρέτζο της Τοσκάνης, όπου πέρασε την παιδική του ηλικία,  θεωρείται  πατέρας της ιταλικής κωμωδίας. Η σειρά ταινιών του «Οι Εντιμότατοι φίλοι μου» (1975) με πρωταγωνιστές τον Ούγκο Τονιάτσι και τον Φιλίπ Νουαρέ, για τις περιπέτειες μίας παρέας τεσσάρων φίλων που έκαναν τη διασκέδαση τρόπο ζωής, παραμένει ακόμη στον κολοφώνα της ιταλικής κωμωδίας και μία από τις καλύτερες ταινίες του. Προτάθηκε τρεις φορές για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας για τα έργα του «Ο Μεγάλος Πόλεμος», «Οι σύντροφοι» και  «Το κορίτσι με το πιστόλι». Αξέχαστες παραμένουν οι ταινίες του ο «Ο Κλέψας του Κλέψαντος» (1958) με τους Βιτόριο Γκάσμαν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και Κλαούντια Καρντινάλε, «Ιστορίες της Κλειδαρότρυπας», «Κωμωδία αλά ιταλιάνα» και «Οι Γενναίοι του Μπρανκαλεόνε». Συνεργάστηκε με τους σπουδαιότερους Ιταλούς ηθοποιούς και γύρισε συνολικά 65 ταινίες. Εργάστηκε επίσης στο θέατρο και την τηλεόραση.

Οι παλιές ελληνικές ταινίες επιστρέφουν στο θέατρο

  • Οπως συμβαίνει συχνά τα τελευταία χρόνια, τρεις νέες παραγωγές επενδύουν στην ασφάλεια της κλασικής ελληνικής κωμωδίας

Δεν είναι η πρώτη φορά που μια παλιά αγαπημένη ελληνική- και συνήθως ασπρόμαυρη- ταινία περνά στο θεατρικό σανίδι. Από τους «Γαμπρούς της Ευτυχίας», στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν στο Βεάκη ο Σταμάτης Φασουλής ζωντάνεψε τους ήρωες της κωμωδίας των Τσιφόρου- Βασιλειάδη, ως τον «Μπακαλόγατο» των Χρήστου και Γιώργου Γιαννακόπουλου με τον Πέτρο Φιλιππίδη, που έκλεισε τρία χρόνια επιτυχημένης πορείας στο Μουσούρη και σε περιοδεία, δεν είναι λίγα τα έργα που μεσολάβησαν. Η εφετινή θεατρική περίοδος περιλαμβάνει ήδη τρεις νέες παραγωγές: δύο στην Αθήνα που θα κάνουν πρεμιέρα τον Οκτώβριο και μία στη Θεσσαλονίκηστο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος- προγραμματισμένη για το 2011.

Ο Γιάννης Μπέζος επέλεξε το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του Αντωνάκη, με τη Ναταλία Τσαλίκη ως καταπιεσμένη Ελενίτσα- εμείς ως σήμερα ξέραμε τον Γιώργο Κωνσταντίνου και τη Μάρω Κοντού, στην ασπρόμαυρη εκδοχή. Στη συνέχεια ο Πέτρος Φιλιππίδης θα σκηνοθετήσει, χωρίς αυτή τη φορά να παίζει ο ίδιος, την κωμωδία του Δημήτρη Ψαθά «Φωνάζει ο κλέφτης» στο θέατρο Ηβη με πρωταγωνιστές την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, τον Γιώργο Καπουτζίδη και τον Τάσο Κωστή – η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Ντίνος Ηλιόπουλος και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, αντιστοίχως, μας την πρωτοσύστησαν στη μεγάλη οθόνη το 1965, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Διαλιανίδη.

Τέλος, τον βίο και την πολιτεία του πολιτικού Μαυρογιαλούρου θα δούμε στη Θεσσαλονίκη, μέσα από το έργο «Υπάρχει και φιλότιμο», βασισμένο στη θεατρική κωμωδία «Ανώμαλη προσγείωση» των Αλέκου Σακελλάριου- Χρήστου Γιαννακόπουλου . Τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο Γρηγόρης Καραντινάκης αλλά ο θίασος δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Πάντως ο Λάμπρος Κωνσταντάρας έχει αφήσει βαριά τα ίχνη του στον ρόλο του παραιτηθέντος, εν τέλει, υπουργού…

Εχουν προηγηθεί, την τελευταία εικοσαετία, κωμωδίες όπως το «Μακρυκωσταίοι και Κοντωγιώργηδες» από τον Γιώργο Τσιάνο (στο Εθνικό με Φιλιππίδη- Γαλίτη), «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» (με Μπέζο- Φιλιππίδη), «Η θεία από το Σικάγο» με την υπογραφή του Πέτρου Φιλιππίδη και την Αννα Παναγιωτοπούλου στον ρόλο της Γεωργίας Βασιλειάδου, «Η χαρτοπαίχτρα» του Δημήτρη Ψαθά στην περυσινή εκδοχή με τον Κώστα Ζαχαράτο και μόλις το περασμένο καλοκαίρι «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» σε σκηνοθεσία Ρέππα- Παπαθανασίου, που περιόδευσε ανά την Ελλάδα.

  • «Μπροστά από την εποχή του»

«Δεν είναι όλα τα παλιά καλά» σχολιάζει ο Γιάννης Μπέζος. «Ανάμεσά τους όμως υπάρχουν έργα γερά, στέρεα, όπως τώρα αυτή η καραμπινάτη κωμωδία του Γιώργου Τζαβέλλα που ανεβάζουμε στις 22 Οκτωβρίου, με καθαρούς και ολοκληρωμένους χαρακτήρες και καλώς εννοούμενα στοιχεία μελό.Είναι μεγάλη χαρά για εμάς τους ηθοποιούς τέτοια γραφή». Μέσα από καινούργια ματιά, βασισμένο, κυρίως στο θεατρικό έργο- τελευταίος ρόλος του Βασίλη Λογοθετίδη στο σανίδι, το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» «αποδεικνύεται ένα έργο πολύ μπροστά από την εποχή του, που αντέχει στον χρόνο».

  • «Διαχρονικό άγγιγμα»
«Κάθε φορά που βλέπουμε μια παλιά ελληνική κωμωδία στην τηλεόραση κολλάμε» λέει ο Γρηγόρης Καραντινάκης, ενώ επισημαίνει ότι η αύρα του παλιού, η μαγεία των ηθοποιών και «πάνω απ΄ όλα τα κείμενα» καθιστούν τα έργα αυτά μοναδικά. «Διαβάζοντας το “Υπάρχει και φιλότιμο” γέλασα τόσο, μα τόσο πολύ. Πρόκειται για ξεχωριστά κείμενα,μέσα στα οποία οι συγγραφείς είχαν την εξυπνάδα να εντάσσουν και τους αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών. Είναι άλλωστε τόσο επιτυχημένο και τόσο επίκαιρο. Διαχρονικά αγγίζει κάθε Ελληνα».