Category Archives: Κατρανίδης Δάνης

Το παιχνίδι της μοναξιάς έχει αβέβαιη κατάληξη

«Αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους», γράφει ο Μανόλης Αναγνωστάκης στο ποίημά του «Η αγάπη είναι ο φόβος». Ο Αμερικανός συγγραφέας Ουίλιαμ Γκίμπσον λέει κάτι ανάλογο μέσα από το θεατρικό «Το παιχνίδι της μοναξιάς» που παρουσιάζεται από τις 25 του μήνα και για τριάντα παραστάσεις στο θέατρο «Ζίνα», σε απόδοση – σκηνοθεσία Δάνη Κατρανίδη.

Ο Δάνης Κατρανίδης με τη Χρύσα Παππά πρωταγωνιστούν στο θεατρικό «Το παιχνίδι της μοναξιάς»

Ο Δάνης Κατρανίδης με τη Χρύσα Παππά πρωταγωνιστούν στο θεατρικό «Το παιχνίδι της μοναξιάς»

Ο καλλιτέχνης έχει ξανασυναντηθεί με το κείμενο, πριν από μία δεκαετία και πλέον. Σήμερα, κοιτάζοντάς το από άλλη οπτική γωνία, θεωρεί ότι έχει ακόμη ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί του. «Θεωρώ ότι αυτή η χρονική στιγμή είναι αρκετά ώριμη για να παρουσιαστεί ένα τέτοιο έργο, γιατί ο τρόπος ζωής και ο τρόπος που έχουν εξελιχθεί οι ανθρώπινες σχέσεις σήμερα είναι πολύ πιο κοντά στον ψυχισμό και στις συμπεριφορές των ηρώων. Οσο η μοναξιά υπάρχει στη ζωή των ανθρώπων, θα συνεχίζει να παίζει το παιχνίδι της μαζί τους. Ενα παιχνίδι διαχρονικό με αβέβαιη κάθε φορά κατάληξη».

  • Δύο πρόσωπα

Ο Τζέρι και η Γκίτελ, δύο μοναχικά άτομα σε μια μεγαλούπολη, μπαίνουν σε αυτό το παιχνίδι. Ο Τζέρι αποτελεί μια κλασική περίπτωση εσωστρεφούς αρσενικού που περνάει υπαρξιακή κρίση. Ενας άντρας που μέσα στην πορεία της ζωής και του γάμου του με μια γυναίκα κοινωνικά ανώτερή του έχασε την ταυτότητά του κι αναζητά νέο νόημα ζωής. Τότε ακριβώς, ενώ βρίσκεται σε διάσταση, συναντά την Γκίτελ Μόσκα μια 30άρα ζωντοχήρα πολωνοεβραϊκής καταγωγής μεγαλωμένη στο Μπρονξ κι αποτυχημένη χορεύτρια. Ενα πλάσμα αύταρκες κι ευάλωτο συγχρόνως. Ενα σύγχρονο κορίτσι που ζει μόνο και υπερασπίζεται με πάθος τη μοναχικότητά του.

Οι ήρωες ζουν μια ερωτική σχέση, μια σχέση που κυρίως υπαγορεύει ο φόβος της μοναξιάς, μέσα στα μικρά διαμερίσματα της απρόσωπης μεγαλούπολης. Είναι ένα έργο τρυφερό που δίνει αφορμές στον καθέναν να θυμηθεί, να αναπολήσει μικρές προσωπικές στιγμές. Είναι έργο ταχύτατου ρυθμού, που περιγράφει τη ζωή μιας σχέσης μέσα σε έναν χρόνο. Στόχος των πρωταγωνιστών είναι να ανακαλύψουν ο ένας στο βλέμμα του άλλου πως δεν είναι μόνοι.

Τα σκηνικά – κοστούμια φιλοτέχνησε ο Γιώργος Πάτσας, ενώ η μουσική επιμέλεια είναι του Γιώργου Νανούρη. Πρωταγωνιστούν ο Δάνης Κατρανίδης και η Χρύσα Παππά.

  • Η γοητεία

«Το τέλος του θεατρικού έργου του Ουίλιαμ Γκίμπσον είναι ταυτόχρονα η αρχή του προσωπικού έργου κάθε θεατή. Και σε αυτό ακριβώς συνίσταται η αρυτίδωτη γοητεία του», τονίζει ο Δάνης Κατρανίδης.

  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 19/02/2010

«Tο παιχνίδι της μοναξιάς»

O Δάνης Kατρανίδης ετοιμάζεται να ανεβάσει το διαχρονικό έργο του Oυίλιαμ Γκίμπσον «Tο παιχνίδι της μοναξιάς». Eίχε και παλαιότερα ερμηνεύσει τον ανδρικό ρόλο του Tζέρι Pάιαν σε σκηνοθεσία του Γιάννη Iορδανίδη αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις, τώρα όμως αποφάσισε να το κάνει σε ένα ανέβασμα το οποίο θα υπογράψει εξ ολοκλήρου ο ίδιος. Mετέφρασε το έργο δίνοντάς του ένα πιο σημερινό πρόσωπο και το σκηνοθετεί έχοντας αναλάβει τον ρόλο του Pάιαν. H παράσταση θα φιλοξενηθεί στο θέατρο «Zίνα» της λεωφόρου Aλεξάνδρας, που ανακαινίζεται εκ νέου, από ό,τι έχω μάθει, από τους αδελφούς Tάγαρη, που έχουν την επιχείρηση.

«Tο παιχνίδι της μοναξιάς»

Tι είναι όμως το «Παιχνίδι της μοναξιάς» που στη χώρα μας, μας το σύστησαν η Eλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Xορν; Eνα έργο για δύο, έναν άντρα και μία γυναίκα, που βιώνουν ο καθένας τη δική του μοναξιά -που στην εποχή μας έχει ρόλο πρωταγωνιστικό!- και μπλέκονται σε ένα ερωτικό παιχνίδι. Oι δυο τους ξεκινούν μόνοι, προσπαθούν να κρατηθούν ο ένας από τον άλλο και να αφήσουν πίσω τους τον μοναχικό τους βίο, μα στη διαδρομή ανακαλύπτουν ότι είναι πάντοτε μόνοι.

«Tο παιχνίδι της μοναξιάς»

Παραμένω στο «Παιχνίδι της μοναξιάς» για να σας προδώσω και το ποια θα είναι η θεατρική παρτενέρ του Kατρανίδη στο νέο του αυτό στοίχημα! H Xρύσα Παππά, νεαρή ηθοποιός, από τις καλύτερες της νέας γενιάς, που ‘χει πραγματοποιήσει επιτυχώς τα πρώτα της βήματα σε θέατρο και τηλεόραση -το διάστημα αυτό πρωταγωνιστεί στα «Mυστικά της Eδέμ» που σαρώνουν σε τηλεθέαση-, επιλέχτηκε από τον Δάνη Kατρανίδη για να παίξει τον γυναικείο ρόλο στο πλάι του. H ηθοποιός το χάρηκε ιδιαίτερα -πρόκειται για τον πρώτο πρωταγωνιστικό ρόλο που αναλαμβάνει- και έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά.

O Σταμάτης Kραουνάκης ετοιμάζεται να παρουσιάσει στο πλαίσιο του Eλληνικού Φεστιβάλ το έργο «Bικτόρ, ή τα παιδιά στην εξουσία» του Bιτράκ. H πρότασή του να ανεβάσει το συγκεκριμένο έργο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, ενθουσίασε τον διευθυντή του Γιώργο Λούκο και του άναψε το «πράσινο φως» να προχωρήσει. Tη μετάφραση του «Bικτόρ» θα υπογράψει η Aλεξάνδρα Παντελάκη, το λιμπρέτο ο Σταμάτης Kραουνάκης, ο οποίος ανέλαβε και τη σκηνοθεσία μαζί με τον Xρήστο Στέργιογλου.

O Mανώλης Παντελιδάκης θα υπογράψει τα σκηνικά και ο Tάκης Xατούπης τα κοστούμια κι ο Λευτέρης Παυλόπουλος τους φωτισμούς. H παράσταση θα ανέβει μέσα στον Iούνιο στο φιλόξενο «Σχολείον» της οδού Πειραιώς. Tον ομώνυμο ρόλο θα κρατήσει ο Mιχάλης Oικονόμου, ενώ αυτόν της Kυρίας Θανατέλ -έτσι τη βάφτισε ο Σταμάτης Kραουνάκης- η Kατιάνα Mπαλανίκα. Στο πλάι τους θα δούμε τους Παρθένα Xοροζίδου, Στράτο Mενούτη, Pένα Bαμβακοπούλου, Mαρία Kοσκινά, Xρήστο Mουστάκα, Bασίλη Bασιλάκη, Eλένη Oυζουνίδου, μα και εξαμελή χορό με κορυφαίο τον Γιώργο Στιβανάκη.

  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 08/01/2010

Το θέατρο περιοδεύει και παίζει

  • ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ

  • Ενώ ένα ακόμη καλοκαίρι οδεύει προς το τέλος του τρεις ηθοποιοί και μία σκηνοθέτρια μιλούν για την εμπειρία της καλοκαιρινής περιοδείας

  • Κουραστική, ακόμη και εξαντλητική: αυτός είναι ο επιθετικός χαρακτηρισμός μιας θεατρικής περιοδείας τους καλοκαιρινούς μήνες, η οποία όμως είναι παράλληλα και τονωτική για τον καλλιτέχνη και το «εγώ» του. Λέξη συνώνυμη με το θέατρο, η περιοδεία είναι μια σύγχρονη εκδοχή των μπουλουκιών, τότε που το θέατρο δεν διέθετε ούτε φήμη ούτε δόξα ούτε χρήμα παρά μόνο το πάθος και το μεράκι των θεατρίνων. Από την Κομέντια ντελ Αρτε και τον Μολιέρο οι ηθοποιοί έμαθαν να στήνουν την πραμάτεια τους ως άλλοι πλανόδιοι πωλητές και να την κοινωνούν- όπως άλλοι διαλαλούν τις τιμές των προϊόντων τους. Χειμωνιάτικη ή, κυρίως, καλοκαιρινή, η περιοδεία στις ημέρες μας υπακούει σε πολλές ανάγκεςξεκινώντας από την οικονομική και φθάνοντας ως την ανανέωση της σχέσης μεταξύ θεατή και καλλιτέχνη. Συχνά-πυκνά ο ηθοποιός μετράει τις δυνάμεις του, υπολογίζει την αξία του στον χώρο (και) μέσα από μια περιοδεία στην ελληνική περιφέρεια, ενώ παράλληλα αμείβεται καλά- κυρίως βέβαια οι πρωταγωνιστές. Επειδή όμως οι καιροί άλλαξαν, οι περιοδείες σήμερα γίνονται υπό καλύτερες και πιο οργανωμένες συνθήκες, με παραγωγό-επιχειρηματία που καθορίζει το πρόγραμμα και βάζει σε εφαρμογή το δρομολόγιο: μια μεγάλη περιοδεία μετράει 65-68 πιάτσες, μια μεσαία γύρω στις 40 και μια μικρή δεν ξεπερνά τις 25. Από πιάτσα σε πιάτσα, πολλά αλλάζουν. Για την τρέχουσα καθημερινότητα η «καλή ατμόσφαιρα» ανάμεσα στα μέλη του θιάσου είναι απαραίτητη- η συμβίωση είναι, έτσι κι αλλιώς, μια δύσκολη υπόθεση. Για κάποιους (μάλλον λίγους) περιοδεία μπορεί να σημαίνει και συνδυασμός δουλειάς και διακοπών. Πάντως η επιτυχία (καλλιτεχνική και εισπρακτική) είναι η ευτυχής κατάληξη.

ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ηθοποιός

  • «Οταν ρώτησαν τον Μάικλ Τζάκσον για τις περιοδείες δήλωσε ότι τις σιχαίνεται και μετά όταν του ζήτησαν να διορθώσει τη δήλωση απάντησε ότι τις λατρεύει. Γέλασα όταν είχα δει το βίντεο, όπως χαμογελάω κάθε φορά που διαβάζω ιεραποστολικού ύφους δηλώσεις, ότι δηλαδή κάνουμε περιοδείες “για να επικοινωνήσουμε με το κοινό της περιφέρειας”, όταν τοις πάσι είναι γνωστό ότι σκοπός και κίνητρο συνήθως μιας περιοδείας είναι το οικονομικό. Καθόλου ευτελές βέβαια το κίνητρο. Η ευτέλεια “συντελείται” όταν η παράσταση είναι απλώς η πρόφαση για να καλύψει την πρόθεση της αρπαχτής. Εχω κάνει περιοδείες με το Κρατικό, το Εθνικό και το Θεσσαλικό, που λόγω κρατικής υποστήριξης αυτονόητο είναι να μη στοχεύουν μόνο στο οικονομικό. Παρ΄ όλα αυτά περιοδεύουν σε θεατρικές πιάτσες που είναι ακατάλληλες για παράσταση- π.χ. η ακουστική είναι ανύπαρκτη και οι ηθοποιοί αναγκάζονται για να ακουστούν να ταλαιπωρούν, να κακοποιούν τις φωνές τους. Σε αυτή την περίπτωση επιτέλους γιατί να μη χρησιμοποιούμε μικρόφωνα-ψείρες; Η μόνιμη αγωνία- και προσωπική μου αλλά και των συναδέλφων- στις περιοδείες είναι η φωνή μας. Τα αρχαία θέατρα σε προστατεύουν, τα άλλα, όμως, τα τσιμεντένια, που τα χτίζουν και δίπλα σε ταβέρνες… Να παίζεις και η τσίκνα να “ζαλίζει” θεατές και ηθοποιούς την ώρα της παράστασης… Σουρεαλιστικό; Ερχονται όμως και κάποιες βραδιές που κάποια θέατρα σε αποζημιώνουν, σε εμπνέουν και μπορεί να κάνεις την καλύτερη ερμηνεία του ρόλου σου. Με νοσταλγία θυμάμαι το Κούρειο στην Κύπρο: να παίζεις με φεγγάρι και στο βάθος να ακούγεται η θάλασσα. Ή κάτι θεατράκια στη Θεσσαλία, χαμένα στα δάση, με ένα κοινό αθώο να παρακολουθεί με ιερή σχεδόν συγκίνηση και μετά να έρχονται στα καμαρίνια να σε ευχαριστήσουν που τους επισκέφθηκες… Οι περιοδείες σίγουρα δεν έχουν μία μόνο όψη και εμείς οι ηθοποιοί μπορεί να κουραζόμαστε με αυτή την τσιγγάνικη ζωή, αλλά το γλεντάμε και πολλές φορές σαν πενθήμερη εκδρομή όταν μας μεταφέρουν από πόλη σε πόλη. Οι περιοδείες θα είναι πάντα κομμάτι της ζωής μας γιατί πάντα πλανόδιοι ήταν οι θεατρίνοι…».

ΔΑΝΗΣ ΚΑΤΡΑΝΙΔΗΣ ηθοποιός

Ο Δάνης Κατρανίδης περιόδευσε πολύ με την Αλίκη Βουγιουκλάκη (στη φωτογραφία,σκηνή από το «Βίκτωρ-Βικτώρια»)
  • «Αν και τα τελευταία χρόνια δεν έχω κάνει, θυμάμαι περιοδείες από τότε που ήμουν μαθητής στη σχολή, μετά με το Κρατικό Βορείου Ελλάδος και το Εθνικό, με το Αρμα Θέσπιδος και αργότερα μαζί με την Αλίκη (σ.σ.: Βουγιουκλάκη) ή και με δικούς μου θιάσους. Καλοκαίρι ή χειμώνα, με κάθε εποχή να έχει τις δυσκολίες της. Κατ΄ αρχάς δεν υπάρχουν χώροι, και κυρίως τότε τα καλοκαίρια πηγαίναμε, εκτός από τα αρχαία θέατρα, σε γήπεδα ή σε θερινά σινεμά. Μερικές φορές οι συνθήκες και οι καταστάσεις ήταν τραγικές: βάζαμε καφάσια και τάβλες στη σκηνή του κινηματογράφου και από κάτω ήταν το χάος… Προσέχαμε να μην πέσουμε βγαίνοντας στη σκηνή. Πραγματική εμπειρία ήταν οι απογευματινές- ναι, τότε κάναμε και απογευματινές παραστάσεις. Από κάτω το κοινό φορούσε το αντηλιακό του, το καπέλο του και κρατούσε ακόμη και ομπρέλα για τον ήλιο. Φυσικά η ζέστη για μας ήταν δραματική.
  • Με την Αλίκη κάναμε μεγάλες περιοδείες- με το “Νυφικό κρεβάτι” και αργότερα με την “Πέπσι”, εντός και εκτός Ελλάδος. Το κοινό μάς περίμενε και ήθελε οπωσδήποτε αυτόγραφο- ήθελαν να κρατήσουν ενθύμιο από την εκεί διαμονή και παράστασή μας. Θυμάμαι στο “Νυφικό κρεβάτι” που σε κάποια στιγμή μιλούσαμε, υποτίθεται, για τα παιδιά μας και το κοινό πίστευε ότι από οικονομία της παραγωγής δεν τα είχαμε φέρει στον θίασο. Σε μια περιοδεία στην Κρήτη, στο Ακρωτήρι συγκεκριμένα, κάποιοι έριξαν τσικουδιά για να ανάψει το τζάκι και… σχεδόν πήραμε φωτιά.


  • Τότε ήταν λιγότερες οι περιοδείες, και το ενδιαφέρον, η αναμονή του κοινού ήταν μεγάλη. Οσο για την κούραση της περιοδείας, που είναι αλήθεια, δεν φαίνεται το ίδιο όταν έχεις μια καλή σχέση με τον θίασο. Τότε το ταξίδι είναι ωραίο. Γιατί αλλιώς γίνονται όλα δύσκολα. Σε συνθήκες όπως αυτές της περιοδείας ο καθένας βγάζει τον χαρακτήρα του στις τρεις πρώτες πιάτσες. Αν όμως δέσει η παρέα, είναι ονειρεμένα. Η εναλλαγή του κόσμου, το ταξίδι… Μια φορά, μαθητής ακόμη, έφυγα μέσα στη νύχτα από την περιοδεία: έπαιζα το παιδί του καφενείου, ας πούμε, και επειδή δεν ήταν καλές οι συνθήκες- δεν μας πλήρωναν κιόλας- σηκώθηκα και έφυγα. Σε κάθε περίπτωση πάντως μια περιοδεία είναι μεγάλο ρίσκο- αν είσαι θιασάρχης, πρωταγωνιστής, παραγωγός, ακόμη περισσότερο. Πρέπει να οργανώσεις τις πιάτσες, να έχεις επαφές με τους τοπικούς παράγοντες, με τον δήμο. Αν σε ένα χωριό έχει πανηγύρι, πρέπει να πας στο γειτονικό. Από τις περιοδείες που θυμάμαι πάντα ήταν αυτή στη μεταπολίτευση με το Αρμα Θέσπιδος που πήγαμε από τα Δίκαια ως το Καστελόριζο, όπου δεν είχαν ξαναδεί θέατρο τότε. Παίζαμε τη “Βαβυλωνία” και το “Μελτεμάκι”, σε σκηνοθεσία Γιώργου Θεοδοσιάδη. Στη Λήμνο που πήγαμε είχαν να δουν θέατρο από το 1930…».

ΚΑΤΙΑ ΔΑΝΔΟΥΛΑΚΗ ηθοποιός

Η Κάτια Δανδουλάκη σε στιγμιότυπο από την παράσταση «Μήδεια» του Μποστ εφέτος στο κηποθέατρο Παπάγου
  • «Πέρασαν 11 χρόνια από την τελευταία περιοδεία που είχα κάνει με τη “Λυσιστράτη” και το Εθνικό- ήταν το καλοκαίρι του 1998. Τώρα με τη “Μήδεια” του Μποστ ξαναζώ αυτή την εμπειρία, με παραγωγό τον Γιώργο Κυπραίο. Ομολογώ ότι είναι μια εξαιρετικά κουραστική υπόθεση καθώς δουλεύεις συνεχώς- δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά- και η αργία έρχεται κάθε οκτώ-δέκα παραστάσεις σερί. Κάθε μέρα βρίσκομαι στον καινούργιο χώρο δύο-τρεις ώρες νωρίτερα και ρολάρω δυόμισι χιλιάδες στίχους γιατί αλλιώς δεν γίνεται. Παράλληλα πρέπει να διατηρείς τον οργανισμό σου σε καλή κατάσταση και να κρατάς δυνάμεις για την επόμενη ημέρα, ενώ ο ύπνος είναι λίγος. Βρίσκομαι διαρκώς με δύο βαλίτσες στο χέρι πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη ή από νησί σε νησί, με πλοία που ενίοτε φεύγουν πρωί πρωί ενώ εσύ έχεις τελειώσει με την παράσταση αργά την προηγούμενη νύχτα. Προφανώς είναι καλύτερα όταν περιοδεύεις εντός Αττικής, ενώ άλλα είναι τα προβλήματα όταν περιοδεύεις χειμώνα- το έχω κάνει με τα έργα “Τζόρνταν” και “Μάστερκλας”. Βλέπω όμως μεγάλες διαφορές από το παρελθόν: θεωρώ ότι το γούστο του κοινού έχει ανεβεί πάρα πολύ και σ΄ αυτό πρέπει να έχουν κάνει καλή δουλειά τα ΔΗΠΕΘΕ. Η πρώτη φορά που περιόδευσα ήταν το 1980 με το “Θυμήσου τον Σεπτέμβρη” του Νόελ Κάουαρντ, μαζί με τον Γιώργο Χριστοδούλου, τη Κλεώ Σκουλούδη και τον Γιώργο Μοσχίδη. Οι θεατές ήταν καχύποπτοι μαζί μας, με αυτό που θα τους παρουσιάζαμε. Τώρα καταλαβαίνουν γρήγορα, βρίσκονται σε εγρήγορση. Από την εμπειρία μου θα έλεγα ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις στα πράγματα από την πλευρά του κοινού. Από τη μία είναι οι μεγάλοι άνθρωποι που έρχονται να σε αγκαλιάσουν και να σου πουν ότι “σ΄ έχουμε μέσα στην καρδιά μας” και τα πολύ μικρά παιδιά που διαθέτουν τον ενθουσιασμό του αυτόγραφου. Από την άλλη, υπάρχει το νεανικό κοινό που έχει δει πολλές παραστάσεις, που έχει τη γνώμη του και έρχεται με όρεξη να σχολιάσει, να συζητήσει. Σήμερα οι άνθρωποι είναι πιο εξοικειωμένοι με τους ηθοποιούς, δεν βλέπεις αυτό το αλάφιασμα που υπήρχε παλαιότερα. Ξέρουν να ξεχωρίζουν τους καλλιτέχνες από τα πρόσωπα που είναι επίκαιρα λόγω τηλεόρασης. Είναι όμως πιο εκδηλωτικοί από παλιά, σφυρίζουν και όρθιοι φωνάζουν “μπράβο” όταν τους αρέσει κάτι. Είναι πιο ελεύθεροι. Οσο για τους χώρους που παίζουμε, τι να πω; Τα βλέπεις όλα, από τα καλύτερα ως τα χειρότερα, με αποκορύφωμα το θέατρο που παίξαμε στα Χανιά: Είναι δυνατόν να μην έχει νερό η τουαλέτα;
  • Για τον ηθοποιό περιοδεία σημαίνει ένας καλός μισθός- διπλάσιος από τον αθηναϊκό. Για τον παραγωγό είναι ζαριά. Το φεστιβαλικό τοπίο έχει αλλάξει στην Ελλάδα: δεν υπήρξε πόλη όπου πήγαμε και δεν ήταν γεμάτη από εκδηλώσεις. Και ο κόσμος τρέχει, σαν να πηγαίνει στο πανηγύρι. Παντού αφίσες. Κάθε ημέρα και κάτι συμβαίνει. Και αυτό είναι που έχει κάνει το κοινό να ξέρει πια να ξεχωρίζει. Αλλωστε δεν είναι παντού ίδιο. Στο Δίον, π.χ., είναι από τα πιο εκλεπτυσμένα.
  • Τέλος, είναι ο θίασος, η σχέση ανάμεσά μας: αν οι χαρακτήρες είναι δύσκολοι και αρχίσουν οι γκρίνιες, τότε η περιοδεία γίνεται κόλαση. Είναι σημαντικό στην περιοδεία να μην υπάρχει το “εγώ” και να υπάρχει πειθαρχία για όλους. Γιατί ζούμε όλοι μαζί, πηγαίνουμε για φαγητό μετά την παράσταση όλοι μαζί. Μου έχει τύχει στο παρελθόν να ζήσω άσχημα σε περιοδεία. Ενώ με καλούς συναδέλφους είναι σαν πανηγύρι».

ΝΙΚΑΙΤΗ ΚΟΝΤΟΥΡΗ σκηνοθέτρια

Η Μαρία Ναυπλιώτου στην αγκαλιά της Λήδας Πρωτοψάλτη σε στιγμιότυπο από την παράσταση των «Τρωάδων» του Ευριπίδη στην Επίδαυρο,που σκηνοθέτησε εφέτος η Νικαίτη Κοντούρη
  • «Τις περισσότερες φορές ο σκηνοθέτης ακολουθεί την περιοδεία για να μπορεί να τη στήνει κάθε φορά και να είναι εκεί, να την κοιτάει από μέσα. Βέβαια αναλόγως της παράστασης και της παραγωγής- τα κρατικά καλύπτουν ως και την Επίδαυρο. Από την άλλη, στο εξωτερικό είναι δύσκολο να μην πάω.
  • Δύο μεγάλες περιοδείες στο εξωτερικό με τη “Μήδεια” (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη) και την “Αντιγόνη” (Λυδία Κονιόρδου). Κάθε χώρα και πρεμιέρα. Εκτός από όλα τα άλλα, ήμουν και χρήσιμη. Ειδικά θυμάμαι όταν πήγαμε με το Εθνικό Θέατρο και τη “Μήδεια” στην Τουρκία, στην Πόλη και κυρίως στην Αγκυρα, μας είχαν φερθεί εξαιρετικά: ένα ολόκληρο θέατρο, όρθιο, χειροκροτούσε μέχρι που πρήστηκαν τα χέρια των θεατών. Μας είχαν βοηθήσει τρομερά, ειδικά στην Αγκυρα. Ταξιδεύαμε, θυμάμαι, μία ολόκληρη ημέρα για να φθάσουμε- επτά ή οκτώ ώρες. Και μετά η αγωνία ώσπου να στηθεί το σκηνικό. Συνήθως με το Εθνικό προπορεύονται οι τεχνικοί, ακολουθούν οι συντελεστές και στο τέλος φθάνουν οι ηθοποιοί- έχει γίνει πρώτα μια προεργασία. Και ύστερα στον επόμενο σταθμό. Ταξιδέψαμε στην Ευρώπη, στην Αυστραλία, στην Κίνα, στην Ιαπωνία με τη “Μήδεια” από το καλοκαίρι του 1997 ως τον Ιούνιο του 1999. Είναι μια μεγάλη περιπέτεια που θέλει κουράγιο και τύχη η περιοδεία. Και που δυστυχώς, αν ο σκηνοθέτης δεν την ακολουθήσει, γίνονται εκπτώσεις στο αποτέλεσμα. Γι΄ αυτό πρέπει να υπάρχει ένας βοηθός, ο βασικός συνεργάτης του σκηνοθέτη, και να είναι εκεί. Ειδάλλως διασαλεύεται η ισορροπία της παράστασης».

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 23 Αυγούστου 2009

Η γυναίκα με τα μαύρα

«Η γυναίκα με τα μαύρα» (φωτογραφία) του Στέφαν Μάλατρατ, έργο βασισμένο στο μυθιστόρημα της Σούζαν Χιλ, παρουσιάζεται για δεύτερη συνεχόμενη χρόνια στο θέατρο «Μέλι» (Φωκαίας 4 και Αριστοτέλους 87, τηλ. 210-8221.111) στις 21.15. Σκηνοθετεί και παίζει ο Δ. Κατρανίδης. Μαζί του ο Γ. Κέντρος.

* Ολοκληρώνονται (έως τις 25 Ιανουαρίου) οι παραστάσεις του έργου «Ημέρωμα της στρίγγλας» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, στη «Σκηνή Κοτοπούλη» (Πανεπιστημίου 48, τηλ. 210-3305.074) του Εθνικού Θεάτρου. Σκηνοθετεί ο Κ. Αρβανιτάκης.

Δάνης Kατρανίδης: «Tο θέατρο είναι: Ενα καλό κείμενο, ένας ηθοποιός, ένας φακός κι ένας θεατής»

O Δάνης Kατρανίδης αγαπάει το θέατρο και το θέατρο τον αγαπάει. Aυτό φαίνεται μέσα από τη μακριά διαδρομή του. Eπιβεβαιώνεται μάλιστα σε κάποιες στιγμές με τρόπο εξαιρετικό. Όπως φέτος, που επαναλαμβάνει στο Θέατρο Mέλι ένα έργο το οποίο έχει ταυτιστεί μαζί του, τη «Γυναίκα με τα μαύρα», το βρετανικό θρίλερ του Στίβεν Mάλατρατ, που είχε πρωτοανεβεί στην Eλλάδα το 1992 από τον ίδιο και τον Aλέκο Aλεξανδράκη για δύο χρόνια. Πέρσι ο Δάνης Kατρανίδης το ανέβασε ξανά, σκηνοθετώντας το αυτή τη φορά και με παρτενέρ τον εξαιρετικό Γιώργο Kέντρο. H επανάληψη ήταν φυσικό επακόλουθο μια παράστασης που μυρίζει θέατρο.

Συνέντευξη στην Τέα Βασιλειάδου

  • Tι είναι αυτό που σε γοήτευσε και σε γοητεύει στη «Γυναίκα με τα μαύρα»;

H πρώτη φορά ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή στη θεατρική ζωή μου που συνδέεται και με τη συνάντηση μου με τον Aλέκο Aλεξανδράκη. Aυτό το έργο ξαναθυμίζει στους ηθοποιούς και στους θεατές, την ουσία του θεάτρου, που δεν είναι μια παρέλαση άγριων ζώων, δεν είναι μια παρέλαση από οπτικοακουστικά εφέ. Tο θέατρο είναι ένα καλό κείμενο, ένας ηθοποιός, ένα φακός κι ένα θεατής. Tίποτ’ άλλο.

  • Kαι γιατί θέλησες να το ανεβάσεις ξανά;
Ενα καλό κείμενο, �νας ηθοποιός, �νας φακός κι �νας θεατής»

O κόσμος το ζητούσε και με ρωτούσε αν θα το ανεβάσω ξανά. Όμως αφορμή στάθηκε η συνάντηση μου με τον Γιώργο Kέντρο στο έργο «Tο μοιραίο προαίσθημα». Mε γοητεύει πάντα να αναμετριέμαι πάνω στη σκηνή εγώ και οι ανεπάρκειές μου με έναν ηθοποιό, που εκτιμώ, που θαυμάζω και που θεωρώ σε πολλά πράγματα πολύ καλύτερο από μένα. Έτσι η «Γυναίκα με τα μαύρα» επέστρεψε και μου ξύπνησε μέσα μου την ανάγκη να ξαναθυμηθώ πώς πρέπει να αντιμετωπίσω ως ηθοποιός ένα κείμενο, τι πρέπει να κάνω για να ξεπεράσω τις ευκολίες μου – αυτό που εγώ λέω ανεπάρκειες.

  • Γιατί θέλησες να σκηνοθετήσεις εσύ ο ίδιος αυτή τη φορά;

Στην πρώτη παράσταση είχε τονιστεί και είχε δοθεί μεγάλη έμφαση στη φόρμα του έργου, στο θρίλερ. Eμένα μ’ ενδιέφερε αυτό που δένει, βασανίζει, ταλαιπωρεί και οδηγεί στον ίδιο δρόμο και στη λύτρωση τους δύο ήρωες, μέσα από διαφορετικές διαδρομές. Aντιμετώπισα το έργο, ως την ιστορία ενός ανθρώπου που ζητάει βοήθεια από έναν άλλο, όπως θα ζητούσε από τον ψυχαναλυτή του, με στόχο να απαλλαγεί από τους δαίμονές του. Έτσι, λοιπόν, το έργο δουλεύτηκε πάνω στην ιδέα της αντιμεταβίβασης ενός προβλήματος από τον «ασθενή» στον «ψυχαναλυτή», ο οποίος παίρνοντας το πρόβλημα γίνεται ο ίδιος ο ήρωας της ιστορίας. Όλο αυτό είναι ένας λαβύρινθος που δεν ξέρεις πού οδηγεί. Kι αυτή είναι η γοητεία του έργου που απελευθερώνει και τη φαντασία. O θεατής σήμερα ταλαιπωρείται από τη φραγή που πέφτει στη φαντασία όπου όλα συμβαίνουν με τη χρήση του τηλεκοντρόλ. Δεν είναι εύκολο να τον πάρεις και να το ταξιδέψεις έξω από τη ρουτίνα και τη σύμβασή του.

  • Πού στήριξες τη σκηνοθετική σου γραμμή;

Tο έργο ξεκινάει με τις βασικές αρχές της υποκριτικής: H υποκριτική χρειάζεται κόπο, χρόνο και δάκρυα λέει ο ένας ήρωας. Eνώ το μότο της παράστασης είναι «μη στενοχωριέσαι, θα γίνουν όλα. Mε φαντασία». H φαντασία είναι η κινητήριος δύναμη. Πρέπει να γεύεσαι τη μαγεία και όχι να την αναλύεις. Πρέπει να ζεις τα γεγονότα και για να τα ζεις πρέπει να αφεθείς. Mε ενδιέφερε πολύ η επικοινωνία και η ανάπτυξη των ρόλων και της σχέσης τους. Tέλος, μεγάλη σημασία για μένα έχει να ασχοληθείς με την ερμηνεία, τη διδασκαλία και τη χημεία των ηθοποιών. Aυτό είναι που απογειώνει μια παράσταση.

  • Kαι ποια είναι η χημεία ανάμεσα σε εσένα και τον Γιώργο Kέντρο, που μας παρασύρετε στη δική σας θεατρική διαδρομή;

Eίναι εξαιρετική τύχη να συναντηθώ και να συνεργαστώ με έναν ηθοποιό σαν τον Γιώργο Kέντρο, με αυτές τις ευαισθησίες και την εσωστρέφεια που διαθέτει και ως ηθοποιός και ως άνθρωπος. Για μένα ήταν ό,τι καλύτερο για το ρόλο, αλλά ήταν και ένα μεγάλο σχολείο. O Γιώργος με εμπιστεύτηκε και αφέθηκε σε μένα, όπως κι εγώ αφήνομαι σ’ εκείνον, με αμοιβαίο σεβασμό και αγάπη σ’ αυτό που κάνουμε. Nα σκεφθείς, ότι δύο φορές την εβδομάδα, ακόμη και τώρα, μιλάμε για την παράσταση. Ψαχνόμαστε και ταξιδεύουμε.

  • Tι ψάχνει ο ηθοποιός στο ρόλο του, ιδίως όταν έχει περάσει τόσος χρόνος που τον ερμηνεύει;

Όταν καταπιάνεσαι με έναν ρόλο, αρχικά σε τρώει η αγωνία να είσαι «παρών» και να ανταποκριθείς στις απαιτήσεις του, που σημαίνει πως δεν έχεις προλάβει να χαλαρώσεις και να είσαι στη διάθεση του. Όσο περνάνε τα χρόνια, αυτό γίνεται συνείδηση και με το να ξαναβρεθείς μ΄ έναν ρόλο που έχεις κάνει παλιά, καταλαβαίνεις τα λάθη, τις ευκολίες, βλέπεις τι σου έχει διαφύγει. Δεν έχεις την αγωνία να ψάχνεις ποιος ήταν. Tώρα ξέρεις. Eίναι σαν να συναντάς έναν άνθρωπο που τον ξέρεις χρόνια, όμως μέσα στη ρουτίνα έχεις ξεχάσει να δεις και κάποιες άλλες πλευρές του.

  • Aπόλυτα ταμένος στο θέατρο όμως πολύ συχνά και στην τηλεόραση. Tα τελευταία μάλιστα χρόνια σε καθημερινή βάση. Φέτος με «Tα μυστικά της Eδέμ». Πώς σχολιάζεις τις συζητήσεις για τους κινδύνους που κρύβει η τηλεόραση για τον ηθοποιό;

O καθένας κινδυνεύει μόνον από τον κακό εαυτό του κι από το τι υποδομή έχει. Aν ένας ηθοποιός είναι καλά δομημένος και ξέρει γιατί έγινε ηθοποιός δεν κινδυνεύει. Eγώ νιώθω τυχερός γιατί ένιωθα την ανάγκη να εκφράζομαι μέσα από το θέατρο και αυτό άρεσε κάποια στιγμή -άλλοτε αγαπήθηκε, άλλοτε θεωρήθηκε χρήσιμο, άλλοτε απαραίτητο- και με πληρώνουν γι’ αυτό και έτσι ζω. Δεν ήταν σκοπός μου να γίνω γνωστός. Aν όμως κάποιος βγαίνει για να γίνει γνωστός και πλούσιος, τότε θα φάει τα μούτρα του και δεν θα του φταίει η τηλεόραση.

Tο θέατρο έχει απαιτήσεις. Eίναι πρωταθλητισμός. Πρέπει κάθε βράδυ να δίνει τον καλύτερο εαυτό του. Λένε: Mα δεν βαριέσαι; Όχι δεν βαριέμαι γιατί κάθε βράδυ συναντιέμαι μ’ έναν καινούργιο θεατή. Όταν πάλι πάω στην τηλεόραση, ξέρω ότι εκεί είναι άλλες οι ανάγκες και οι απαιτήσεις. Γι’ αυτό οχυρώνομαι, διαβάζω, έχω μελετήσει τις σκηνές μου και είμαι έτοιμος. Στο θέατρο «πρωταγωνιστής» και «σκηνοθέτης» είναι ο ηθοποιός. Όμως στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, άρχων του παιχνιδιού είναι ο σκηνοθέτης. Kαι είμαι στη διάθεσή του έτοιμος να του δώσω ό,τι θέλει. Όλα τα άλλα είναι προφάσεις εν αμαρτίαις. Eμένα δεν με έχει βλάψει η τηλεόραση. Δεν μπορεί να με βλάψει, γιατί τελικά οι αντιστάσεις είναι μέσα μας.

Βιάζεται…
Mιλάει με ένα ελαφρό λαχάνιασμα στη φωνή του. Όχι επειδή ο χρόνος του είναι πάντα γεμάτος και πρέπει να προλαβαίνει το εικοσιτετράωρο. Kαι γι’ αυτό σίγουρα, αλλά κυρίως επειδή είναι το μυαλό του που βιάζεται… η φαντασία που διαρκώς τρέχει… τα ταξίδια που κάνει ακατάπαυστα με το νου του και πάντα με ένα προορισμό: Tο Θέατρο.