Category Archives: Καστελούτσι Ρομέο

«Καθαρτήριο», «Αρουραίοι», «Σεμινάριο βλακείας»


Τo «Καθαρτήριο» (φωτογραφία), β΄ μέρος της τριλογίας που εμπνεύστηκε από τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, παρουσιάζει ο Ρομέο Καστελούτσι στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Βασ. Σοφίας και Κόκκαλη 1, τηλ. 210-7282.333) στις 21.00, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Στα αγγλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους. Εισιτήρια: 40, 30, 20, 10 και 5 (φοιτητικό) ευρώ.

* Το «Γερμανικό Θέατρο» του Βερολίνου παρουσιάζει τους «Αρουραίους» του Γκέρχαρτ Χάουπτμαν, στην Πειραιώς 260 (Χώρος Η), στις 21.00. Μια έγκυος υπηρέτρια δέχεται να πουλήσει το ανεπιθύμητο μωρό της σε μια γυναίκα που μόλις έχει χάσει το δικό της νεογέννητο, στη συνέχεια όμως μετανιώνει και το διεκδικεί. Σκηνοθετεί ο Μίκαελ Ταλχάιμερ. Με ελληνικούς υπέρτιτλους. Εισιτήρια: 30, 20 και 15 ευρώ.

* Το «Σεμινάριο βλακείας» του Σάκη Σερέφα ανεβαίνει, σε σκηνοθεσία Κατερίνας Πολυχρονοπούλου, στο Σχολείον (Χώρος Α) στις 21.00, από το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας και την Εταιρεία Θεάτρου Commedia. Ερμηνεύει ο Δημήτρης Πιατάς. Εισιτήρια: 25, 10 και 10 ευρώ.

Advertisements

Στην ουρά για τον Παράδεισο!

  • Η ουρά όσο πήγαινε και μεγάλωνε. Για τρία λεπτά… Παραδείσου! Τόση ήταν η διάρκεια της performance την οποία μπορεί να δει το κοινό με ελεύθερη είσοδο μέχρι και την Παρασκευή στο γκαράζ της Πειραιώς 260. Τέσσερις τέσσερις έμπαιναν στον μικρό χώρο με το άσπρο χρώμα, άμεση αντίστιξη με το γκρίζο χρώμα του γκαράζ. Ολοι γνωρίζαμε ότι ένα εκτυφλωτικό φως θα συμβόλιζε την είσοδο στον Παράδεισο. Κοιτάζαμε αυτούς που έβγαιναν να δούμε τις αντιδράσεις τους. «Ηταν συγκλονιστικό», έλεγαν μερικοί. Κάποιοι άλλοι ήταν αμίλητοι σαν σφίγγες.
  • Η ώρα περνούσε. Μας περίμενε η έναρξη της «Κόλασης» του πρώτου μέρους της «Θείας Κωμωδίας» κατά Ρομέο Καστελούτσι. Αφήσαμε την ουρά έξω από το γκαράζ και κατευθυνθήκαμε προς τον Χώρο Δ, τη μεγάλη αίθουσα της Πειραιώς 260. Ο κόσμος πολύς (για άλλη μια φορά και πολλοί Ελληνες ηθοποιοί, από όλες τις γενιές). Τα τρία σκυλιά έκαναν τη βόλτα τους στον χώρο του μπαρ -με τον εκπαιδευτή τους φυσικά- λίγο πριν «παίξουν» τον δικό τους ρόλο στην παράσταση. «Τα ζώα στη σκηνή αποτελούν μια πραγματική και όχι μιμητική εικόνα του κόσμου», λέει στο βιβλίο της για τον Καστελούτσι και τη θεατρική του οπτική η Ελενα Παπαλεξίου («Οταν ο λόγος μετατρέπεται σε ύλη», εκδ. Πλέθρον).
  • Η παράσταση άρχισε. Το κοινό που πλημμύρισε τον τεράστιο Χώρο Δ περίμενε με διαφορετικά και εναλλασσόμενα συναισθήματα. Δέος, έκπληξη, θαυμασμό, αγωνία, φόβο. Η «Κόλαση» είχε πολλές εναλλαγές, πολλές εκπλήξεις, πολλά κρυμμένα μυστικά. Είχε βία, τρυφερότητα, μοναξιά, αλλά και μεγαλείο. Και είχε όλες τις ηλικίες: παιδιά, νέους, γέρους. Το τεράστιο άσπρο πανί που σκέπασε όλους τους θεατές για λίγο (αλληγορία του σάβανου) ήταν μια αίσθηση συμμετοχής αλλά και μια υπενθύμιση της κοινής μοίρας των θνητών.
  • Βγήκαμε στο υπαίθριο μπαρ του Φεστιβάλ εκστασιασμένοι και ζαλισμένοι από αυτή την εικαστική «κάθοδο» στον Αδη. Προσπαθούσαμε να ενώσουμε το τεράστιο παζλ της Κόλασης, έτσι όπως την είδε ο Καστελούτσι. Προσπαθούσαμε να εικονοποιήσουμε στο μυαλό μας το δέος. Ο Παράδεισος μπορεί να περιμένει…
  • Tης Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 4/6/2009

Οικογένεια Καστελούτσι εν σαρκοφάγω

  • Η νέα του δουλειά, που έδειξε λίγες μέρες πριν στο KunstenFestivaldesArts των Βρυξελλών, είναι μια σπουδή πάνω στη σκηνική περιπέτεια της «Θείας Κωμωδία

«Αν η τέχνη μπορεί ακόμη να έχει νόημα σε έναν κόσμο όπου η διάκριση μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης είναι συχνά αδύνατη, τότε θα πρέπει να δώσει έμφαση στις συνοριακές περιοχές», σημείωνε στο φετινό φεστιβάλ των Βρυξελλών ο καλλιτεχνικός διευθυντής του, Κριστόφ Σλαγκμίλντερ, δίνοντας τον τόνο στη διεθνή συνάντηση θεάτρου, χορού και εικαστικών τεχνών που διοργανώνεται κάθε Μάιο στη βελγική πρωτεύουσα.

Σκηνή από την περφόρμανς του Καστελούτσι «Ιστορία της Σύγχρονης Αφρικής ΙΙ» που παρουσιάστηκε στο παρεκκλήσι «Les Brigittines» με πρωταγωνιστές τον ίδιο και τα έξι παιδιά του

Σκηνή από την περφόρμανς του Καστελούτσι «Ιστορία της Σύγχρονης Αφρικής ΙΙ» που παρουσιάστηκε στο παρεκκλήσι «Les Brigittines» με πρωταγωνιστές τον ίδιο και τα έξι παιδιά του

Χωρίς συγκεκριμένη θεματική οι παραστάσεις του KunstenFestivaldesArts κινήθηκαν αυτήν τη χρονιά ανάμεσα σε ένα «θέατρο της πραγματικότητας» (όπως αποκαλούμε τον τελευταίο καιρό τις δουλειές που στηρίζονται σε πραγματικά ντοκουμέντα και μη επαγγελματίες ηθοποιούς) και ένα θέατρο ποιητικού ρεαλισμού. Παρόντες στο φεστιβάλ δυο γνώριμοί μας, χάρη στη συμμετοχή τους στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών. Ο Ρομέο Καστελούτσι και ο Γκι Κασίερς.

Ο πρώτος, εκτός από την τριλογία της «Θείας Κωμωδίας», παρουσίασε στο παρεκκλήσι Les Brigittines μία δράση με πρωταγωνιστές τον ίδιο και τα έξι παιδιά του. Πρόκειται για μια περφόρμανς με τίτλο «Ιστορία της Σύγχρονης Αφρικής ΙΙ», που προεκτείνει κατά κάποιο τρόπο την εγκατάσταση «Παράδεισος» που βλέπουμε ήδη στο Φεστιβάλ Αθηνών. Οπως και στην «Κόλαση», το πρώτο μέρος της τριλογίας, ο Ιταλός καλλιτέχνης αναλαμβάνει το ρίσκο της «παράστασης» μπαίνοντας με τη βοήθεια των παιδιών του μέσα σε μια μαύρη σαρκοφάγο με κινήσεις ακριβείς και υπολογισμένες, που δίνουν την εντύπωση ότι ανήκουν σε κάποιο ξεχασμένο τελετουργικό. Συμπυκνωμένη σε λίγα μόνο λεπτά, η δράση λειτουργεί στην πραγματικότητα σαν ένα αίνιγμα, μια σπουδή πάνω στη σκηνική περιπέτεια της «Θείας Κωμωδίας».

Ο δεύτερος, ο Βέλγος Γκι Κασίερς, που έρχεται στην Αθήνα με την παράσταση «Μεφίστο για πάντα» (11, 12, 13 Ιουνίου), στις Βρυξέλλες κινήθηκε προς την κατεύθυνση του ποιητικού ρεαλισμού. Παρουσίασε σε παγκόσμια πρώτη στο La Monnaie το «Σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών» επιβεβαιώνοντας τους στενούς δεσμούς του με την ιαπωνική λογοτεχνία. Πρόκειται για μια σύγχρονη όπερα του Κρις Ντέφουρτ εμπνευσμένη από το αινιγματικό διήγημα του νομπελίστα Γιασουνάρι Καβαμπάτα (1899-1972).

Το λιμπρέτο, που ο Κασίερς έγραψε μαζί με τον συνθέτη, μιλά για τις νυχτερινές επισκέψεις ενός γηρασμένου άντρα σε ένα απομονωμένο «σπίτι» όπου ηλικιωμένοι μπορούν να περάσουν τη νύχτα στο πλευρό νεαρών κοριτσιών που κοιμούνται βαθιά έπειτα από ισχυρή δόση υπνωτικών. Στην παράσταση ο μοναχικός επισκέπτης διασπάται σε δύο εαυτούς: έναν «φυσικό», που ερμηνεύεται έξοχα από τον Ντιρκ Ρούφτχουφτ (πρωταγωνιστή και του «Μεφίστο για πάντα») και έναν «φανταστικό», που ενσαρκώνεται από τον βαρύτονο Ομάρ Εμπρέμ. Αρτια εικαστικά, η νέα δουλειά του Κασίερς ξεδιπλώνεται αργά, σαν ποίημα, μέσα σε ένα απέριττο, γεωμετρικό σκηνικό με έναν υποβλητικό φωτισμό, που μας κρατά στο μισοσκόταδο σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Την παρουσία των κοριτσιών υποδηλώνει ένας τετραμελής γυναικείος χορός και μια ονειρική εικόνα: τυλιγμένη με υπέροχα υφάσματα σε έντονα χρώματα, μια γυναικεία μορφή προβάλλει σαν γλυπτό, μετέωρη στο πάνω μέρος της σκηνής που «αντιστοιχεί» στον χώρο της ενόρασης.

Η χορογραφία του δημοφιλούς Σιντι Λάρμπι Τσερκάουι αρθρώνεται γύρω από ανεπαίσθητες κινήσεις που μεταφράζουν ποιητικά την κατάσταση του ύπνου αλλά και την αβάσταχτη ομορφιά της νεότητας. Η εικόνα της Ωραίας Κοιμωμένης προβάλλει στη σκηνοθεσία του Κασίερς σαν μέσα σε ένα όραμα, εκτός χρόνου και εκτός πραγματικότητας: ο γηραλέος ήρωας όχι μόνο δεν μπορεί να την αγγίξει (σύμφωνα με τους άγραφους κανόνες του «σπιτιού») αλλά δεν έχει καν οπτική επαφή μαζί της. Τα σύνορα πραγματικότητας και ονείρου θολώνουν, καθώς δεν είμαστε σίγουροι αν ο γηρασμένος ήρωας φαντάζεται την κοπέλα αναπολώντας την περασμένη ζωή του ή αν τη βλέπει πραγματικά.

  • Της ΚΑΤΙΑΣ ΑΡΦΑΡΑ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

Φεστιβάλ Αθηνών εν τάφω

  • Η κάθοδος στον Αδη δεν είναι εύκολη υπόθεση, ακόμα κι αν ακολουθήσεις το σιωπηλό ταξίδι που σχεδίασε με οίστρο, βασισμένος στη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, το τρομερό παιδί του ιταλικού θεάτρου Ρομέο Καστελούτσι.

Ο τραγικός χορός του Καστελούτσι σε μια σκηνή επαναλαμβανόμενων φόνων

Ο τραγικός χορός του Καστελούτσι σε μια σκηνή επαναλαμβανόμενων φόνων

Η «Κόλαση», το πρώτο μέρος της τριλογίας του, ήταν η εναρκτήρια παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών το βράδυ της Δευτέρας και οι… κολασμένοι που έσπευσαν στην Πειραιώς 260, εκατοντάδες. Η λέξη «Inferno» (κόλαση στα ιταλικά), αντεστραμμένη, με γράμματα από νέον που αναβόσβηναν, ήταν η πρώτη εικόνα που αντίκριζαν οι θεατές στον άδειο βιομηχανικό χώρο. Οι απόκοσμοι ήχοι, ηχητικά «σκουπίδια» που πλήγωναν τα αυτιά, ενέτειναν ένα αίσθημα κινδύνου.

Ο σκηνοθέτης εμφανίστηκε για να συστηθεί. «Ονομάζομαι Ρομέο Καστελούτσι», είπε στα ελληνικά. Και ό,τι ακολούθησε επιβεβαίωσε ότι η κάθοδός μας στην Κόλαση δεν είχε επιστροφή: τρία εξαγριωμένα λυκόσκυλα όρμησαν πάνω του και τον «κατασπάραξαν». Αν δεν φορούσε στολή με ειδική επένδυση, θα αποχωρούσαν με τις σάρκες του στα δόντια. Αυτή ήταν και η μόνη σαφής αναφορά στο ποίημα του Δάντη και στην επίθεση που δέχεται ο ποιητής στο δάσος από τρία τέρατα.

Και νήπια από την Ελλάδα κατέβηκαν στην Κόλαση του Καστελούτσι στην Πειραιώς, υπό το άγρυπνο βλέμμα του Αντι Γουόρχολ

Και νήπια από την Ελλάδα κατέβηκαν στην Κόλαση του Καστελούτσι στην Πειραιώς, υπό το άγρυπνο βλέμμα του Αντι Γουόρχολ

Οι πενήντα και πλέον περφόμερ, από ηλικιωμένοι μέχρι νήπια, κινήθηκαν εν είδει τραγικού χορού ή Ελευσίνιας πομπής με τον τρόμο του θανάτου στους ώμους, αλλά με ζώσες επιθυμίες. Σύρθηκαν στο υγρό πάτωμα, πάλεψαν με αόρατους δαίμονες, έγιναν άγγελοι που έπεσαν στο κενό, χθόνιες σκιές μιας νεκρικής πομπής πίσω από τα τζάμια του θεάτρου, θύτες και θύματα μιας μαζικής γενοκτονίας.

Νήπια (μικρά Ελληνόπουλα) έπαιξαν εγκλωβισμένα σ’ ένα γυάλινο κιβώτιο. Ενα πιάνο κάηκε κι ένα πάλλευκο ζωντανό άλογο περπάτησε διστακτικά πάνω στη σκηνή για να βαφτεί με… αίμα. Πανταχού παρόν ήταν και το φάντασμα του Αντι Γουόρχολ που φωτογράφιζε με πολαρόιντ το κοινό. Ολη η δράση του Καστελούτσι θα μπορούσε να αναγνωστεί ακόμα και ως εφιαλτική εκδοχή της γουορχολικής εποχής μας. Κορυφαία της στιγμή εκείνη που οι περφόρμερ σκέπασαν όλους τους θεατές μ’ ένα τεράστιο λευκό σάβανο.

  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗΣ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

«Αγωνιστικό» χρώμα στην πρεμιέρα του Φεστιβάλ Αθηνών…

  • Με πανό, φέιγ βολάν και 24ωρη στάση εργασίας χθες το σωματείο τεχνικών που απασχολούνται σε ζωντανά θεάματα έδωσαν «αγωνιστικό» χρώμα στην πρεμιέρα του Φεστιβάλ Αθηνών. Η πρεμιέρα της «Κόλασης» του Ρομέο Καστελούτσι βρήκε τα μέλη του σωματείου με πανό έξω από τους χώρους της Πειραιώς 260 να μοιράζουν έντυπα ζητώντας άμεση σύμβαση συλλογικής εργασίας, νόμιμη ασφάλιση και καταβολή χρεών. Οι «αφανείς ήρωες», όπως χαρακτηρίζουν τους εαυτούς τους στα κείμενα των φέιγ βολάν, μιλούν για «εργασιακό μεσαίωνα», για «διπλά ωράρια εργασίας», για «συναδέλφους τους που έχουν τραυματιστεί ή έχουν χάσει τη ζωή τους».

Φεστιβάλ Αθηνών: Ρίτσος και Δάντης

Κατά Ρίτσο «Φαίδρα»
  • Το Φεστιβάλ Αθηνών τιμώντας τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, παρουσιάζει στην «Πειραιώς 260, Χώρος Η», παραστάσεις με δραματικούς μονολόγους του ποιητή: «Η σονάτα του σεληνόφωτος», «Οταν έρχεται ο ξένος», «Φαίδρα».
  • «Η σονάτα του σεληνόφωτος» (2-4/5) παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία – ερμηνεία Ρούλας Πατεράκη. Πιανίστας ο Διονύσης Μαλλούχος. Σκηνικά – κοστούμια: Αγγελος Μέντης. Σύμβουλος μουσικής: Δημήτρης Καμαρωτός. Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος. Επιμέλεια κίνησης: Μπέτυ Δραμισιώτη. Το έργο «Οταν έρχεται ο ξένος» παρουσιάζεται (έως 5/6) από τον Ακύλα Καραζήση, σε σκηνοθεσία Βίκτωρα Αρδίττη και σκηνικά – κοστούμια Αντώνη Δαγκλίδη. Σύμβουλος μουσικής: Δημήτρης Καμαρωτός. Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Η «Φαίδρα» (παρουσιάζεται σε δύο ακόμη παραστάσεις: 3-4/6), σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Λιγνάδη. Ερμηνεύει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Συμμετέχει ο Αρης Παπαδημητρίου. Σκηνικά – κοστούμια: Εύα Νάθενα. Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Κίνηση: Λία Τσολάκη.
  • Ο Ρομέο Καστελούτσι, σημαντική προσωπικότητα του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου, συμμετέχει για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Αθηνών, με μια τριλογική παράσταση βασισμένη στη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη. Το τρίπτυχο παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στο περσινό διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου της Αβινιόν. Ο Καστελούτσι, ανανεωτής της θεατρικής φόρμας από τις αρχές της δεκαετίας το 1980, διαμορφώνοντας με την ομάδα του «Societas Raffaello Sanzi» νέες τάσεις στο θέατρο, προέρχεται από την αρχιτεκτονική και τις εικαστικές τέχνες. Πειραματίστηκε με τη σύνθεση, τη δραματουργία και τη σκηνογραφία, στοιχεία που συχνά αναλαμβάνει ο ίδιος στις παραστάσεις του. Το πρώτο μέρος της τριλογικής παράστασης η «Κόλαση» παρουσιάζεται στην «Πειραιώς 260, Χώρος Δ» (σήμερα και αύριο), όπως και το τρίτο μέρος, ο «Παράδεισος» (από σήμερα έως τις 6/6). Στις 8-9/6 στο Μέγαρο Μουσικής θα παρουσιαστεί το δεύτερο μέρος, το «Καθαρτήριο».

Οι κύκλοι της «Κόλασης».

//

  • «Πώς να παρουσιάσεις τον Θεό ή το απόλυτο κακό;» αναρωτιέται ο Ρομέο Καστελούτσι, που φέρνει την «Κόλαση» της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη στην Πειραιώς 260 (Χώρος Δ) στις 21.00, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Η «Θεία Κωμωδία» του Δάντη στη θεαματική εκδοχή του Ρομέο Καστελούτσι, που εξασφάλισε για το καλοκαίρι ο Γιώργος Λούκος, είναι μια σπουδαία παραγωγή που προκάλεσε ενθουσιασμό στο Φεστιβάλ της Αβινιόν, όπου παίχτηκε πέρυσι. Η τριλογία «Κόλαση- Καθαρτήριο- Παράδεισος» δεν είναι στημένη πάνω στους συμβατικούς θεατρικούς κώδικες, αφού δεν θα ακούσουμε τον ποιητικό λόγο ούτε θα δούμε μια αναπαράσταση της αλληγορικής περιήγησης του ποιητή στους εννέα κύκλους της Κόλασης, στις επτά ανοδικές στεφάνες του Καθαρτηρίου, στις εννέα σφαίρες του Παραδείσου και το ουράνιο ρόδο. Οι ριζοσπαστικές, οραματικές προτάσεις του Καστελούτσι προσεγγίζουν την τριλογία του Δάντη εικαστικά, οντολογικά. «Δεν έχουμε ένα έργο μελέτης, αλλά ένα έργο φαντασίας πάνω στις λέξεις Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος. Η σύλληψη είναι να φανταστείς κάτι που δεν μπορείς να δεις. Πώς θα παρουσιάσεις π.χ. τον Θεό ή το απόλυτο κακό; Μετασχηματίζεται σε κινήσεις, εικόνες, ήχους, σε σχέση με τον αιώνιο χρόνο, πάνω στην ψυχολογική και θεολογική δομή» λέει ο Ρομέο Καστελούτσι. Ερμηνεύουν οι Αlessandro Cafiso, Μaria Luisa Cantarelli, Εlia Corbara, Sara Dal Corso, Silvia Costa, Μanola Μaiani, Luca Νava, Gianni Ρlazzi, Stefano Questorio, Sergio Scarlatella, Silvano Voltolina. Εισιτήρια: 30, 20 και 15 (φοιτητικό) ευρώ. Πληροφορίες τηλ. 210-3272.000.

ΙΝFΟ

«Κόλαση» του Ρομέο Καστελούτσι, βασισμένη στη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, στην Πειραιώς 260 (Χώρος Δ) στις 21.00, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Εισιτήρια: 30, 20 και 15 (φοιτητικό) ευρώ. Πληροφορίες, τηλ. 210-3272.000.

ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

//

Μήπως ο Παράδεισος είναι η Κόλαση;

  • Ο Ρομέο Καστελούτσι και οι Societas Raffaello Sanzio μετασχηματίζουν σε κίνηση και εικόνες τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη
  • Της Μαριας Κατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/5/2009
  • Αύριο θα ξέρουμε τι εννοεί ο Ρομέο Καστελούτσι μιλώντας για Κόλαση με ανθρώπινο πρόσωπο. Πώς παρουσιάζεται θεατρικά αυτός ο αινιγματικός και ακαθόριστος χώρος, στον οποίο συνωστίζεται ένα πλήθος ανθρώπων, ενώ τα παιδιά, ο «καρπός της ζωής», έχουν καθοριστικό ρόλο. Πώς ο 48χρονος σκηνοθέτης, το «τρομερό παιδί» της ιταλικής πρωτοπορίας, εμπνεύστηκε από τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη μετασχηματίζοντας σε κίνηση και εικόνες ένα θεμελιώδες βιβλίο, «το πρώτο έργο τέχνης που γεννήθηκε μέσα από τη φαντασία», όπως λέει ο Καστελούτσι.
  • Οποιος περιμένει να δει την αλληγορική περιήγηση του ποιητή στις τρεις περιοχές του υπερπέραν, όπως δογματικά τις καθορίζει η Δυτική Εκκλησία (Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος) με οδηγό τον Βιργίλιο, σταλμένο από τη Βεατρίκη, η οποία έχει ήδη ανυψωθεί στον Παράδεισο και ενεργεί ως μεσολαβητική δύναμη ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, μάλλον θα απογοητευτεί…
  • Η πρώτη παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260 (σε αρμονική συνύπαρξη με το παρακείμενο αφιέρωμα στον Ρίτσο) έρχεται, με εγκωμιαστικές κριτικές από το εξωτερικό. Η ομάδα του Καστελούτσι προτείνει ένα θέατρο ριζοσπαστικό, εξπρεσιονιστικό και απολύτως αντινατουραλιστικό. Η αναγεννησιακή ζωγραφική και φιλοσοφία αλλά και οι πλαστικές τέχνες περιλαμβάνονται στις βασικές πηγές έμπνευσης του θιάσου.
  • «Εκλεισα το βιβλίο»

  • «Στον Δάντη υπάρχει ήδη το πρόβλημα της αναπαράστασης», δηλώνει ο σκηνοθέτης και εμψυχωτής. «Η Θεία Κωμωδία είναι ένα σχέδιο αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Το μεγαλείο του υπερβαίνει και τον πληρέστερο μελετητή. Αν θελήσουμε, δε, να το περιγράψουμε με θεατρικούς όρους είναι εντελώς μάταιο. Για να μπορέσω να αντιμετωπίσω το βιβλίο, το έκλεισα. Εχει προηγηθεί φιλολογική δουλειά, αλλά η φιλολογία μπορεί να σε οδηγήσει στην εικονογράφηση, που δεν έχει κανένα στοιχείο περιπέτειας. Η πρώτη σκέψη μου ήταν να μπω στη θέση του Δάντη. Να φανταστώ την Κόλαση, τον Παράδεισο και το Καθαρτήριο».
  • Τί σημαίνουν αυτές οι τρεις λέξεις σήμερα; Πού τις συναντάμε, πού κρύβονται μέσα στη μέρα; Πού βρίσκεται η Κόλαση και πού το Καθαρτήριο αν όχι στις 4 η ώρα κάθε Κυριακή απόγευμα; Τα ερωτήματα θέτει ο ίδιος ο Καστελούτσι και στρέφεται στο κοινό: «Να είστε θεατές 24 ώρες στο 24ωρο, μήπως δεν είναι μια καταδίκη στην Κόλαση;»
  • Για όσους ετοιμάζονται να δυσφορήσουν ή να εκφράσουν ενστάσεις, ο Ιταλός δημιουργός έχει έτοιμη την απάντηση: «Η Θεία Κωμωδία είναι μια κίνηση προς τον Δάντη αλλά επίσης και εναντίον του Δάντη». Η σύνθεση, σε τρία μέρη, είναι τρεις διαφορετικές οπτικές με κοινό άξονα: η εικόνα σε συνάρτηση με τη βία και την αλήθεια, η αναπαράσταση του δυνατού και του αδύνατου.
  • Η τριλογία και η μουσική της

  • Στην «Κόλαση» ο Καστελούτσι τοποθετεί ως κεντρική φιγούρα το πλήθος. Στην έναρξη, εμφανίζεται ο ίδιος επί σκηνής και συστήνεται στο κοινό. «Σε αυτή την ιδιαίτερη προσωπογραφία η ατομικότητα είναι πλήρως ενσωματωμένη στη μάζα, στο απρόσωπο πλήθος, που παρακολουθεί και παρακολουθείται παρελαύνοντας στη σκηνή», διαβάζουμε στις σημειώσεις της παράστασης. «Ακόμη και ο λόγος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ακαθόριστο σύνολο από φωνήεντα, σαν κραυγές στο χείλος του γκρεμού, που εισάγουν την αίσθηση του κινδύνου. Ενσταντανέ από συναντήσεις, εναγκαλισμούς, αγγίγματα, χαιρετισμούς».
  • Στο «Καθαρτήριο», η δράση τοποθετείται σε ένα πολυτελές σπίτι, όπου όλα μοιάζουν να είναι σε πλήρη τάξη και αρμονία. Ενα βίαιο γεγονός όμως στιγματίζει τον φαινομενικά αδιατάρακτο βίο, φέρνοντας στο προσκήνιο τη σχέση Πατέρα/Δημιουργού – Γιου. Η κυριαρχία του πατέρα αντιπαραβάλλεται με την αθωότητα του γιου. Κινηματογραφικές τεχνικές και ψυχεδελική εικονογραφία προτρέπουν τον θεατή να αναιρέσει τα όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας.
  • Σε τρία λεπτά

  • Στον «Παράδεισο», τα πάντα διαρκούν μόλις τρία λεπτά… Ο χώρος –πρόκειται ουσιαστικά για μια θεατρική εγκατάσταση– απογυμνώνεται και κατακλύζεται από άπλετο φως, καθιστώντας αδύνατη τη λειτουργία της όρασης. «Μπροστά στο αναπάντεχο ή πρωτόγνωρο αυτής της φωτεινότητας, ο θεατής χάνει τη διάσταση του χρόνου και του χώρου». Ο σκηνοθέτης «παίζει με την ιδέα της παράλυσης απέναντι στο μεγαλείο του Θεού και μετατρέπει το ρόλο του θεατή από παρατηρητή σε αντικείμενο παρατήρησης».
  • Η ηχητική επένδυση είναι ένα κεφάλαιο στην παράσταση ειδικά επεξεργασμένο που υποστηρίζει και ενισχύει τη σκηνική σύλληψη. Στην «Κόλαση» δούλεψε με τους ήχους του ανθρώπινου σώματος, τους οποίους ηχογράφησε στη διάρκεια μιας νεκροψίας. Τίποτα τρομακτικό. «Το βρίσκω πολύ ανθρώπινο, γλυκό και μελαγχολικό», διευκρινίζει ο Καστελούτσι. Στο «Καθαρτήριο», όλα μοιάζουν με ψίθυρο. Η κινηματογραφική τεχνική βοηθάει να δημιουργηθεί η αίσθηση ενός διαρκούς, υπόγειου μουρμουρητού. Στον «Παράδεισο» δεν υπάρχει μουσική. Μόνο ο ήχος του νερού.
  • Ο θεατής, συνδημιουργός

  • Ο Καστελούτσι δεν πιστεύει «σε στυλ, σχολές και δασκάλους». Μόνο στον θεατή, «συνδημιουργό» της παράστασης, τον οποίο και προσπαθεί να προσελκύσει σε μια νέα δραματική εμπειρία. Το κοινό, «αυτή η αποξενωμένη αλλά και τόσο οικεία παρουσία», έχει τον κύριο ρόλο στο θέατρο της Societas Raffaello Sanzio. «Μια προσηλωμένη ματιά αντιστοιχεί πάντοτε σε βλέμμα;» αναρωτιέται ο σκηνοθέτης και μας προσκαλεί σε ένα εσωτερικό ταξίδι παράλληλο με αυτό του Δάντη: προς το φως. Με μια αυξημένη δυσκολία. Ο Καστελούτσι δεν θέλει ένα προσηλωμένο αλλά ένα ενεργητικό κοινό. Που να «παράγει» το ίδιο φως, όχι να ακολουθεί απλώς τη διαδρομή…
  • Λάτρης της αρχαίας Ελλάδας

  • Ο Ρομέο Καστελούτσι, από τις σημαντικότερες δυνάμεις της ευρωπαϊκής θεατρικής πρωτοπορίας, γεννήθηκε στην Τσεζένα, ένα μικρό χωριό κοντά στην Μπολόνια, το 1961. Οι πρώτες του σπουδές ήταν γεωργικές, με σκοπό να γίνει αγρότης. «Στην πραγματικότητα με ενδιέφεραν τα ζώα», λέει, έστω και αν κατέληξε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών για να σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης. Το 1981, σε ηλικία 20 ετών, υπέγραψε την πρώτη του σκηνοθεσία με την ομάδα Societas Raffaello Sanzio. Μέσα στα επόμενα χρόνια ασχολείται ιδιαίτερα με Σαίξπηρ και αρχαία ελληνική τραγωδία. Η σχέση του με το αρχαίο ελληνικό θέατρο δεν είναι «μουσειακή αλλά δομική» και θεωρεί την Ορέστεια «το αριστούργημα της ανθρωπότητας». Ο Καστελούτσι έχει έξι παιδιά, που μαθαίνουν αρχαία ελληνικά και λατινικά.
  • «Κόλαση» από 1 έως 3 Ιουνίου, στην Πειραιώς 260 (9 μ.μ.). «Καθαρτήριο», 8 και 9 Ιουνίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (αίθουσα Τριάντη, 9 μ.μ.) και «Παράδεισος» από 2 έως 6 του μηνός, στην Πειραιώς 260 (Γκαράζ Δ΄, από τις 7 έως τις 11 μ.μ., με ελεύθερη είσοδο).

Φιλιά, κραυγές και παραισθήσεις

Ο Ρομέο Καστελούτσι και η ριζοσπαστική ομάδα του «Σοτσιετάς Ραφαέλο Σάντσιο» κινούνται στο μεταίχμιο των σκηνικών και εικαστικών τεχνών, αποθεώνουν τη σωμα­τικό­τητα και δίνουν έμφαση στο μουσικό περι

Ο Ρομέο Καστελούτσι και η ριζοσπαστική ομάδα του «Σοτσιετάς Ραφαέλο Σάντσιο» κινούνται στο μεταίχμιο των σκηνικών και εικαστικών τεχνών, αποθεώνουν τη σωμα­τικό­τητα και δίνουν έμφαση στο μουσικό περιβάλλον.
  • Με ζωντανά ζώα επί σκηνής, «εγκιβωτισμένα» παιδάκια και ψυχεδελική εικονογραφία, ο Ρομέo Καστελούτσι παρουσιάζει την τριλογία «Κόλαση» – «Καθαρτήριο» – «Παράδεισος». Με μια τριλογία εμπνευσμένη από τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη («Κόλαση», «Καθαρτήριο», «Παράδεισος»), ο Ρομέο Καστελούτσι και οι «Societas Raffaello Sanzio» («Σοτσιετάς Ραφαέλο Σάντσιο») συστήνονται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό, χάριν του Φεστιβάλ Αθηνών (παραστάσεις το πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου).

  • Η ριζοσπαστική θεατρική ομάδα από τη μικρή πόλη Τσεζένα, οφείλει τη διεθνή φήμη της στη ρήξη με τις θεατρικές συμβάσεις και στη συνεχή αναζήτηση ενός πρωτογενούς θεάτρου που επαναπροσδιορίζει την ευρύτερη έννοια του θεατρικού χώρου καταργώντας τα συμπαγή του όρια και εισάγοντας το κοινό σε μια νέα δραματική εμπειρία.
Κλεισμένα σε έναν... κύβο τα παιδιά στην «Κόλαση»,  που θα παρουσιαστεί στο «Πειραιώς 260» από 1 έως 3/6.

Κλεισμένα σε έναν… κύβο τα παιδιά στην «Κόλαση»,
που θα παρουσιαστεί στο «Πειραιώς 260» από 1 έως 3/6.

Σωματικότητα

  • Η θεατρική πράξη που προτείνει ο Καστελούτσι και η ομάδα του κινείται στο μεταίχμιο των σκηνικών και εικαστικών τεχνών, αποθεώνει τη σωματικότητα και δίνει έμφαση στο μουσικό περιβάλλον, ενώ τα ζωντανά ζώα επί σκηνής υπογραμμίζουν με τον τρόπο τους την άγρια ομορφιά αυτής της αισθητικής.
  • Γεννημένος σε ένα χωριό κοντά στην Μπολόνια, με καταγωγή από αγροτο-κτηνοτροφική οικογένεια, ο Καστελούτσι γρήγορα αντιλήφθηκε ότι δεν κάνει για γεωργός και ξεκίνησε τις σπουδές του στο Καλλιτεχνικό Λύκειο. Η σκηνοθεσία δεν τον είχε απασχολήσει καθόλου έως ότου φοιτητής στην Ακαδημία παρουσίασε μία περφόρμανς. Με επιρροές από τη φιλοσοφία, τις πλαστικές τέχνες και κυρίως τη ζωγραφική, μιας και έχει τελειώσει την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Μπολόνια, πειραματιζόμενος με τη σύνθεση, τη δραματουργία και τη σκηνογραφία -στοιχεία που συχνά αναλαμβάνει ο ίδιος κατά την υλοποίηση των παραστάσεων- καταθέτει ένα θέατρο νεοεξπρεσιονιστικό, όπου η εικόνα και ο λόγος συνδυάζονται με μοναδικό τρόπο, ορίζοντας μια νέα αντιληπτική διάσταση μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου.
  • Η «Κόλαση» αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας. Ο Καστελούτσι δεν επιδιώκει οποιαδήποτε αναπαράσταση του ποιήματος. Ταυτίζεται με την ανθρώπινη διάσταση του ίδιου του δημιουργού στην προσπάθειά του να ξεκινήσει ένα ταξίδι με προορισμό το άγνωστο.  Πρόκειται για ένα έργο αυτοβιογραφικό, το οποίο μας καλεί να καταδυθούμε στο σκοτεινό σύμπαν των ερωτημάτων με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος ο ποιητής, και αντιστοίχως ο καλλιτέχνης, στην πορεία της διαδρομής του. Σκυλιά του ξεσκίζουν τις σάρκες, ένας αναρριχητής σκαρφαλώνει στην πλάτη του σκηνικού, σε έναν κύβο «το αμύγδαλο της ζωής» βρίσκονται «κλεισμένα» παιδιά.
  • Ωστόσο στο έρεβος της σκηνής ο Καστελούτσι τοποθετεί την κεντρική φιγούρα του έργου: το πλήθος. Σ’ αυτή την ιδιαίτερη προσωπογραφία η ατομικότητα είναι πλήρως ενσωματωμένη στη μάζα, το απρόσωπο πλήθος, που παρακολουθεί και παρακολουθείται παρελαύνοντας στη σκηνή. Ακόμη και ο λόγος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ακαθόριστο σύνολο από φωνήεντα, σαν κραυγές στο χείλος του γκρεμού, που εισάγουν στη σκηνή την αίσθηση του κινδύνου και αναδεικνύουν την εικαστική δύναμη του έργου.
  • Στιγμιότυπα ανθρώπινων σχέσεων επαναλαμβάνονται δημιουργώντας μια σεκάνς από φιλιά, εναγκαλισμούς, αγγίγματα, χαιρετισμούς. Παρότι η κόλαση παραμένει ένας «χώρος» αινιγματικός και ακαθόριστος, ο θεατής δεν διατηρεί την απόσταση ασφαλείας ενός εξωτερικού παρατηρητή. Παρασυρόμενος από τη δίνη των συναισθημάτων και την ενέργεια των εικόνων, διαπιστώνει ότι είναι μέτοχος σε μια εμπειρία που αναπαριστά κάτι από τη δική μας ύπαρξη (Πειραιώς 260, Χώρος Δ, 1-3/6).
  • Παρατηρητές μιας πραγματικότητας όπως αυτή βιώνεται από μια αστική οικογένεια γινόμαστε στο «Καθαρτήριο», το δεύτερο μέρος της τριλογίας που ο Ρομέο Καστελούτσι εμπνεύστηκε από τη «Θεία Κωμωδία». Η δράση τοποθετείται σ’ ένα πολυτελές σπίτι, όπου όλα μοιάζουν να είναι σε πλήρη τάξη και αρμονία. Ενα βίαιο γεγονός ωστόσο στιγματίζει τον ατάραχο φαινομενικά βίο αυτής της καθωσπρέπει οικογένειας, φέρνοντας στο μικροσκόπιο τη σχέση Πατέρα/Δημιουργού – Γιου, την αδυναμία του πρώτου να σηκώσει το βάρος της ύπαρξής του καθώς οδηγείται αναπόφευκτα στο «αμάρτημα».
  • Η κυριαρχία του πατέρα αντιπαραβάλλεται με την αθωότητα του γιου, που είναι πρόθυμος να τον συγχωρήσει για το σφάλμα που διαπράττει και να τον οδηγήσει στη λύτρωση, όπως ο γιος του Αβραάμ συγκαταβαίνει στην απόφαση του πατέρα του να τον θυσιάσει προκειμένου και οι δύο να έρθουν πιο κοντά στον Παράδεισο.
  • Κινηματογραφικές τεχνικές και ψυχεδελική εικονογραφία επιτρέπουν μια σειρά ριζοσπαστικών μεταμορφώσεων επί σκηνής προκειμένου ο θεατής να αναιρέσει τα διακριτά όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και να διεισδύσει σε μια ιδιαίτερη πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης («Μέγαρο Μουσικής Αθηνών», αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» 8, 9/6).
  • Το τρίτο μέρος της τριλογίας ο «Παράδεισος» είναι μια θεατρική εγκατάσταση στην οποία ο θεατής έχει πρόσβαση για λίγα μόνο λεπτά. Ο χώρος απογυμνώνεται και κατακλύζεται από το φως καθιστώντας αδύνατη τη λειτουργία της όρασης. Μπροστά στο αναπάντεχο ή πρωτόγνωρο αυτής της φωτεινότητας ο θεατής χάνει τη διάσταση του χρόνου και του χώρου.
  • Ο Καστελούτσι, με αναφορές στην αποφατική θεολογία, παίζει με την ιδέα της παράλυσης απέναντι στη μεγαλειότητα του Θεού και μετατρέπει το ρόλο του θεατή από παρατηρητή σε αντικείμενο παρατήρησης. Για ακόμα μια φορά γινόμαστε μάρτυρες μιας πραγματικότητας που ξεφεύγει από τα στενά σύνορα της αντίληψης και μας παρασύρει με παραισθησιογόνο δύναμη σ’ ένα χώρο «μη προσβάσιμο» για τα ανθρώπινα δεδομένα (Πειραιώς 260, Γκαράζ, 2-6/6).

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 23/5/2009

Σκηνές από τον Δάντη στον 21ο αιώνα. Η τριλογία της «Θείας Κωμωδίας» με εικόνα και ήχο από τον Ιταλό σκηνοθέτη Ρομέο Καστελούτσι στο Φεστιβάλ Αθηνών

  • Ψηλός, αδύνατος, φοράει γυαλιά με χοντρό κοκάλινο σκελετό, είναι 48 ετών, έχει έξι παιδιά που μαθαίνουν αρχαία ελληνικά και λατινικά, η σχέση του με το αρχαίο ελληνικό θέατρο δεν είναι «μουσειακή αλλά δομική» και θεωρεί την «Ορέστεια» «το αριστούργημα της ανθρωπότητας». «Δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο, πιο τρομακτικό, πιο δυνατό», λέει ο Ρομέο Καστελούτσι, ρηξικέλευθος Ιταλός σκηνοθέτης, από τους κορυφαίους του ευρωπαϊκού, πρωτοποριακού, θεάτρου και ένα από τα «must» του φετινού φεστιβαλικού καλοκαιριού.
  • Θα παρουσιάσει την τριλογία «Κόλαση», «Καθαρτήριο» και «Παράδεισος», εμπνευσμένη από τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη (στην Πειραιώς 260 και στο Μέγαρο Μουσικής), φέρνοντας για πρώτη φορά σε επαφή το ελληνικό κοινό με τη δουλειά του. Η ριζοσπαστική ομάδα του Καστελούτσι, Societas Raffaello Sanzio, από τη πόλη Τσεζένα, κοντά στην Μπολόνια, (όπου γεννήθηκε και ο ίδιος), οφείλει τη διεθνή φήμη της στην ανατροπή των θεατρικών συμβάσεων, στη συνεχή αναζήτηση της φόρμας. Το θέατρο του Καστελούτσι αποθεώνει τη σωματικότητα, διερευνά την εικαστικότητα, δίνοντας έμφαση στο ηχητικό περιβάλλον. Πριν κάνει την εμφάνισή του, το 1981, με την πρώτη του σκηνοθεσία, φλέρταρε με την ιδέα να γίνει αγρότης. «Στην πραγματικότητα με ενδιέφεραν τα ζώα», προσθέτει, έστω και αν κατέληξε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. Οι πρώτες σπουδές του αφορούσαν τη γεωργία.
  • Ο Καστελούτσι μιλάει ήρεμα, στέρεα και συγκροτημένα. Ακόμη και όταν λέει ότι για την «Κόλαση» «δούλεψε με τους ήχους του ανθρώπινου σώματος, που ηχογράφησε στη διάρκεια μιας νεκροψίας», κρίνοντας το αποτέλεσμα «πολύ γλυκό». «Μια μουσική πολύ μελαγχολική. Δεν έχει τίποτα φρικαλέο». Δεν πιστεύει ότι η Κόλαση είναι τοπίο δύσκολο και σκληρό. Αντίθετα με το Καθαρτήριο και τον Παράδεισο.

Τα τρία μέρη

  • Ούτως ή άλλως, ο Ιταλός σκηνοθέτης δεν επιδιώκει οποιαδήποτε αναπαράσταση του ποιήματος. «Δεν είναι υλικό θεατρικό η ποίηση του Δάντη, οπότε μετασχηματίζεται σε κινήσεις και εικόνες. Δεν μπορείς να το παρουσιάσεις αυτό το έργο, γιατί η σύλληψη είναι να φανταστείς κάτι που δεν μπορείς να το δεις. Πώς αντιμετωπίζεις, για παράδειγμα, τον Θεό ή το απόλυτο Κακό», αναρωτήθηκε πριν από λίγες ημέρες σε συνάντησή του με δημοσιογράφους, παρουσία του Γιώργου Λούκου, στην Πειραιώς 260. Διευκρίνισε, λοιπόν, ότι όταν ξεκίνησε να σκηνοθετεί τη «Θεία Κωμωδία» έκλεισε το βιβλίο. «Η φιλολογία μπορεί να σε οδηγήσει στην εικονογράφηση», σχολίασε και πύκνωσε την άποψή του για το έργο στη φράση: «Υπάρχει Κόλαση, Καθαρτήριο και Παράδεισος για όλους, σε όλες τις στιγμές της ζωής μας».
  • Στην «Κόλαση» (α’ μέρος, Πειραιώς 260 Δ’, 1 -3 Ιουνίου), «χώρο» αινιγματικό και ακαθόριστο, ο Καστελούτσι, τοποθετεί ως κεντρική φιγούρα το πλήθος (εμφανίζεται και ο ίδιος), το απρόσωπο πλήθος, που παρακολουθεί και παρακολουθείται παρελαύνοντας στη σκηνή. Σεκάνς από φιλιά, εναγκαλισμούς, αγγίγματα, χαιρετισμούς.

Το ταξίδι στο φως

  • Στο «Καθαρτήριο» (β’ μέρος, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αίθουσα Τριάντη, 8 – 9/6), η δράση τοποθετείται σε ένα πολυτελές σπίτι, όπου όλα μοιάζουν να είναι σε πλήρη τάξη και αρμονία. Ομως η σχέση Πατέρα/ Δημιουργού – Γιου, περνάει μέσα από τη σύγκρουση πριν οδηγηθεί στη λύτρωση. Κινηματογραφικές τεχνικές και ψυχεδελική εικονογραφία επιτρέπουν μια σειρά σκηνικών μεταμορφώσεων, που αναιρούν τα όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. «Ολα μοιάζουν με ψίθυροι…», λέει ο σκηνοθέτης. «Σα νάχε φανταστεί ο Δάντης τον κινηματογράφο το Μεσαίωνα». Στον «Παράδεισο» (γ’ μέρος, Πειραιώς 260, Γκαράζ Δ’, 2 – 6/6), «το πρόβλημα είναι το φως. Τόσο λευκό που καταλήγει να είναι εκτυφλωτικό». Σύμφωνα με τον Καστελούτσι, το ταξίδι του Δάντη προς το φως είναι εσωτερικό, πρέπει να το «παράγει» ο καθένας μας, μόνος του. Το τρίτο μέρος της τριλογίας το παρουσιάζει ως θεατρική εγκατάσταση στην οποία ο θεατής έχει πρόσβαση για λίγα μόνο λεπτά (περίπου 3’). Ο χώρος απογυμνώνεται και κατακλύζεται από φως καθιστώντας αδύνατη τη λειτουργία της όρασης. Ο Καστελούτσι παίζει με την ιδέα της παράλυσης απέναντι στο μεγαλείο του Θεού και μετατρέπει τον ρόλο του θεατή από παρατηρητή σε αντικείμενο παρατήρησης. Στον Παράδεισο δεν υπάρχει μουσική. Μόνο ο ήχος του νερού.
  • Της Μαρίας Κατσουνάκη, Σάββατο, 2 Mαϊου 2009