Category Archives: Καραμπέτη Καρυοφυλλιά

Ιοκάστη με σεξαπίλ

  • ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ


  • Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ερμηνεύει την ηρωίδα στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή, στην πρώτη συνεργασία της με τον Σπύρο Ευαγγελάτο και το Αμφι-Θέατρο

Πολυσυλλεκτική και ανήσυχη, γοητευτική και αυστηρή, αφοσιωμένη και δουλευταρού: η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, χρόνο με τον χρόνο, σεζόν με τη σεζόν, προσθέτει ρόλους σε μια πορεία που χαρακτηρίζεται από συνέπεια, λιτότητα και ακρίβεια. Δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη της κάθοδο στο αρχαίο θέατρο του Πολυκλείτου, σπεύδει να μου πει ότι «δεν συνηθίζεται η Επίδαυρος. Και όσο περνούν τα χρόνια τόσο η ευθύνη που νιώθεις είναι μεγαλύτερη». Τότε ήταν η «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Βολανάκη. Τώρα είναι η Ιοκάστη, στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή. Για πρώτη φορά θα συνεργαστεί με το Αμφι-Θέατρο και τον Σπύρο Ευαγγελάτο. Για τον «Οιδίποδα» θα συναντηθεί ξανά με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη – είχαν παίξει μαζί στη «Δούκισσα του Μάλφι» του Γουέμπστερ στο Αμόρε. Αντιγόνη, Ελένη, Ηλέκτρα- σοφόκλεια και ευριπίδεια-, Κλυταιμνήστρα και τώρα Ιοκάστη. Βολανάκης, Χουβαρδάς, Κοντούρη, Μαυρίκιος, Φασουλής, Πατεράκη, Μουμουλίδης αλλά και Πέτερ Στάιν. Αποδεδειγμένα ανοιχτή σε συνεργασίες και μεταμορφώσεις, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη πιστεύει ότι «αυτό που καθορίζει τον καλό ηθοποιό είναι να θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία διαφορετικών οπτικών και διαφορετικών τρόπων δουλειάς. Να είναι εσωτερικά ευκίνητος». Αρκεί να σκεφθεί κανείς τον ρόλο που μόλις άφησε πίσω της, την Τσούνγκα, για να τη φανταστεί βασίλισσα, μάνα και ερωμένη μαζί, Ιοκάστη στο βαθυκόκκινο κοστούμι του Γιώργου Πάτσα.

  • Ερωτισμός και θηλυκότητα

«Πράγματι,είναι θηλυκή και ερωτική η Ιοκάστη στην παράστασή μας» λέει η ίδια στο διάλειμμα μιας πρόβας. «Θα τη δούμε να αγγίζει τον Οιδίποδα, θα τη δούμε ως ζευγάρι μαζί του να μοιράζεται αγάπη και τρυφερότητα». Και συνεχίζει: «Η Κατίνα Παξινού είχε πει κάποτε ότι ο ρόλος της Ιοκάστης περιέχει τη στιγμή που την είχε δυσκολέψει όσο καμία άλλη στην καριέρα της. Είναι η στιγμή της αποκάλυψης τού ποιος είναι ο Οιδίποδας. Η στιγμή που τη χτυπάει κεραυνός. Πεθαίνει μπροστά στα μάτια των θεατών και ο απαγχονισμός δεν είναι παρά η πρακτική επισφράγιση ενός τελεσθέντος θανάτου. Η Ιοκάστη ζει το αδιανόητο.Το τερατώδες των πράξεών της την υπερβαίνει και η απόγνωση δεν της επιτρέπει να συνεχίσει να ζει.Ολο αυτό το αβάσταχτο συναίσθημα καλείται η ηθοποιός να το αποδώσει σε έναν τρομερά συμπυκνωμένο χρόνο» εξηγεί, υπογραμμίζοντας ότι είναι «από τα δυσκολότερα πράγματα» που έχει κάνει. Και εξηγεί ότι ο απαγχονισμός είναι η συνήθης έξοδος των θηλυκών ηρωίδων, όπως η Ιοκάστη αλλά και η Φαίδρα σε αντιπαράθεση με τις αρρενωπές.

Υστερα από όλη αυτή την εμπειρία, τι είναι η τραγωδία για την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη; Δεν έχει την απάντηση, την ψάχνει… Εχει όμως βρει μια φράση που την εκφράζει: «Η τραγωδία αρχίζει όταν κανείς ερμηνεύει τον μύθο με τα μάτια του πολίτη» μου λέει. «Η τραγωδία χωράει πολλές και διαφορετικές απόψεις. Είναι έργα τρομακτικά σύνθετα που έχουν δεχθεί πάμπολλες και αντικρουόμενες αναλύσεις- θρησκευτικές, πολιτικές, εσχάτως ψυχαναλυτικές. Ο τρόπος που πραγματεύεται τον μύθο του Οιδίποδα ο Σοφοκλής έχει να κάνει με την εποχή. Ευφυής, ανήσυχος, αεικίνητος, προσανατολισμένος προς τη γνώση- την οποία επιζητεί με κάθε κόστος και κάθε τίμημα-, ο Οιδίποδας έχει τόση εμπιστοσύνη στην ευφυΐα του που διαπράττει την ύβρι. Στην ουσία ο Σοφοκλής μάς λέει ότι ο ανθρώπινος έλεγχος και ο σχεδιασμός απέναντι στα πράγματα είναι μια αυταπάτη. Οσο έξυπνος κι αν είναι κανείς, η ζωή είναι τόσο πολύπλοκη… Εχει απέναντί του τους θεούς, τη μοίρα, την τύχη. Για όλους υπάρχει ένα αόρατο σχέδιο».

Χωρίς εντυπωσιασμούς
Με αφετηρία μιαν ανάγκη εσωτερική και όχι «παιχνίδια εντυπωσιασμού» , αναζητεί μια νέα ανάγνωση έστω κι αν κρύβει παγίδες. «Κάθε γενιά θέλει να ανακαλύψει τον δικό της Σοφοκλή. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να μένουμε πιστοί σε μια παράδοση, γιατί αυτό θα επέφερε απονέκρωση, στείρο ακαδημαϊσμό και μουσειακό είδος. Αντιθέτως βρίσκω τη ζωντάνια και την ελευθερία εξαιρετικά εποικοδομητικές, κι ας σκοντάφτουν!». Και ο Ευαγγελάτος; «Μπορώ να σου ότι είναι πιο σύγχρονος από τους ηθοποιούς. Ο τρόπος που μας διδάσκει τη γλώσσα μαρτυρά τη βαθιά του ενασχόληση με τα κείμενα. Αν μπορούσαμε εμείς οι ηθοποιοίνα ακολουθήσουμε τον τρόπο που εκείνος ζητεί, θα ήμασταν πολύ πιο ασφαλείς. Δεν είναι όμως και τόσο εύκολο- σε παρασύρει το μέγεθος του θεάτρου. Θέλεις ό,τι λεςνα είναι κατανοητό ως την τελευταία κερκίδα». Δεν ξεχνά άλλωστε ότι «ο κύριος Ευαγγελάτος», όπως τον αποκαλεί, ήταν διευθυντής στο Κρατικό Θέατρο όταν εκείνη ήταν στο τρίτο έτος και για έναν μήνα τούς έκανε σεμινάριο. «Τώρα με τη συνάντησή μας αυτή είναι σαν να κλείνει ένας κύκλος που άρχισε τότε στη Θεσσαλονίκη». Και αν μετά την Ιοκάστη οι μεγάλοι ρόλοι του αρχαίου δράματος αρχίζουν πια να περιορίζονται, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη θα έβλεπε θετικά την επιστροφή σε κάποιους από αυτούς; «Στα χρόνια που έχουν περάσει και εγώ και η κοινωνία έχουμε αλλάξει. Ευχαρίστως θα έμπαινα στην περιπέτεια μιας άλλης ανάγνωσης, ενός διαφορετικού τύπου ερμηνείας με έναν άλλον σκηνοθέτη- χωρίς να αμφισβητώ την αξία της πρώτης φοράς. Ωριμάζοντας κανείς κοιτάζει πίσω του και αναιρεί πράγματα, αφαιρεί. Εχω την ανάγκη μιας εκφραστικής λιτότητας. Ανέκαθεν προσπαθούσα να αποφύγω τον ακαδημαϊκό στόμφο χωρίς να τα καταφέρνω πάντα». Και προσθέτει: «Αυτοί οι ρόλοι είναι θηρία. Ζητούν από εσένα το μέγιστο της απόδοσης, της ενέργειας, της αφοσίωσής σου. Μπορούν να σε συντρίψουν». Και επισημαίνει μιαν αντίφαση, «μέσα στην ίδια μας τη φυσιολογία. Ενώ μεγαλώνοντας ωριμάζει η ψυχή, το πνεύμα, η κοσμοθεωρία σου, ενώ έχεις έναν μεγαλύτερο πλούτο εμπειριών και αναφορών, από την άλλη σε εγκαταλείπει το τεχνικό κομμάτι, το ίδιο σου το σώμα. Τη δύναμη, την ορμή, την ενέργεια, την αντοχή που έχεις ως νέος, δεν τα έχεις πια. Και αυτό είναι δύσκολο… Προσωπικά δεν το έχω νιώσει ακόμα, αλλά σκέφτομαι το μέλλον που έρχεται… Γι΄ αυτό και ο ηθοποιός δεν πρέπει να αφήνεται ποτέ» καταλήγει.

  • «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, Αμφι-Θέατρο Σπύρου Ευαγγελάτου, Επίδαυρος, 9-10 Ιουλίου, στις 21.00.
  • Εισιτήρια: 50, 40, 25, 15 ευρώ (η προπώληση έχει αρχίσει).
  • Πληροφορίες στο τηλ. 210 3272.000.
Advertisements

Μια άλλη Καραμπέτη

  • Τσαλακώνει την εξωτερική της εικόνα και, μακριά από τη μανιέρα της και την εκφορά λόγου που έχουμε συνηθίσει, υποδύεται την ηρωίδα με αμεσότητα
Ο θίασος της παράστασης «Λα Τσούνγκα», που παρουσιάζεται στο  θέατρο «Επί Κολωνώ» σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη και με την Καρυοφυλλιά  Καραμπέτη στον ομώνυμο ρόλο
Ο θίασος της παράστασης «Λα Τσούνγκα», που παρουσιάζεται στο θέατρο «Επί Κολωνώ» σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη και με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στον ομώνυμο ρόλο

Αντρογυναίκα. Λικνίζεται στην κουνιστή πολυθρόνα και καπνίζει το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο, με σφιγμένα χείλη και μαλλιά μαζεμένα. Ατημέλητη, αμακιγιάριστη, με τριμμένη ρόμπα, λερωμένη ποδιά και κάτι παλιοπαντόφλες, η Τσούνγκα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη καθόλου δεν θυμίζει τη μοιραία γυναίκα, ρόλους που συνόδευαν την πρωταγωνίστρια έως τώρα.

Η τελευταία τολμάει να τσαλακώσει την εικόνα της, «μεταμορφώνεται» σε μια σκληρόπετση, ψυχρή, στεγνή, μαγκιόρα πενηντάρα, που από το στόμα της οι βρισιές βγαίνουν με άνεση και οι άρρενες θαμώνες του μπαρ της, κάτι τύποι περιθωριακοί και τυχοδιώκτες, δεν τολμούν να της «κουνηθούν». Εκτός όμως από την εξωτερική της μεταμόρφωση, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο «Λα Τσούνγκα» του Μάριο Βάργκας Λιόσα, που παρουσιάζεται στο θέατρο «Επί Κολωνώ», φαίνεται ότι δούλεψε πολύ με τη φωνή και τα εκφραστικά της μέσα.

Μακριά από τη μανιέρα της και την εκφορά λόγου που την είχαμε συνηθίσει, υποδύθηκε την ηρωίδα με αμεσότητα, ειλικρίνεια και καθαρότητα. Σε αυτό θεωρούμε ότι συνετέλεσε η σκηνοθέτιδα της παράστασης, Ελένη Σκότη, η οποία ξέρει να διδάσκει ηθοποιούς.

Το έργο ταλαντεύεται ανάμεσα στον κόσμο του υπαρκτού και του φανταστικού. Η Ελένη Σκότη με την ομάδα «Νάμα», με όχημα τους κώδικες του ψυχολογικού ρεαλισμού, προσπάθησε (με επιτυχία) να προσφέρει στο κοινό την εμπειρία αυτών των εναλλασσόμενων πραγματικοτήτων.

Δύο ρευστές πραγματικότητες, πλημμυρισμένες από τους πόθους και τους φόβους που κυριεύουν τους ανθρώπους, είτε μιας απομονωμένης πόλης του Περού του 1945 είτε μιας μεγαλούπολης του 21ου αιώνα, σε μια παράσταση που τη ρουφάει ο θεατής.

Σε ένα περιθωριακό καφενείο μιας παραγκούπολης της Πιούρα το 1945. Ηρωες η ιδιοκτήτρια, η Τσούνγκα, μια προσωπικότητα αινιγματική, καθώς και τέσσερις θαμώνες, μια παρέα περιθωριακών ανδρών, οι οποίοι κάτω από το παγερό και φαινομενικά απαθές βλέμμα της Τσούνγκα, πίνουν και παίζουν ζάρια.

Ο ένας τους, ο Χοσεφίνο (ο σημαντικότατος ηθοποιός Δημήτρης Λάλος), φέρνει μαζί του ένα ελκυστικό κορίτσι, τη Μέτσε (εντυπωσιακή αλλά «άγουρη» ακόμη η Ηλιάνα Μαυρομάτη στην πρώτη της θεατρική εμφάνιση), που γίνεται το αντικείμενο του πόθου όλων και βγάζει την παρέα των ανδρών από την ανιαρή και μονότονη καθημερινότητά τους.

Η Μέτσε επηρεάζει τους πάντες μέσα στο μπαρ (ακόμα και την Τσούνγκα). Μόλις τα ζάρια τον φέρουν σε δύσκολη θέση, δεν θα διστάσει, εκπλήσσοντας την παρέα του, να τη «δανείσει» στην Τσούνγκα έναντι ενός ποσού που θα του επιτρέψει να συνεχίσει τον τζόγο. Η Τσούνγκα θα την πάρει μαζί της και η κοπέλα θα εξαφανιστεί.

Το έργο αρχίζει πολύ μετά από αυτό το γεγονός. Στη δεύτερη πράξη οι άνδρες, ο κρυφοευαίσθητος Λιτούμα (Στάθης Σταμουλακάτος), ο κολλημένος με τα ζάρια Πίθηκος (Γιάννης Λεάκος) και ο ματάκιας Χοσέ (Δημήτρης Καπετανάκος), έναν χρόνο μετά, θυμούνται το γεγονός και προσπαθούν ο καθένας να δώσει τη δική του εκδοχή, κινούμενη μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, για την τύχη της Μέτσε και τον ρόλο της Τσούνγκα.

Στο ίδιο τραπέζι του μπαρ (εξαιρετικό το σκηνικό του Γιώργου Χατζηνικολάου), παίζοντας πάντα ζάρια, προσπαθούν μάταια να αποσπάσουν από την Τσούνγκα το μυστικό, να μάθουν τι έγινε (στην υποδειγματική μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ). Οι εικόνες που φαντάζεται ο καθένας ζωντανεύουν στη σκηνή και είναι ίσως η αλήθεια που δεν ξέρουμε. Προπάντων, όμως, είναι οι μυστικές αλήθειες που κρύβονται μέσα στον καθένα. Στο σπίτι της Τσούνγκα, η αλήθεια και το ψέμα, το παρελθόν και το παρόν, συνυπάρχουν, όπως ακριβώς και στην ανθρώπινη ψυχή.

Στην παράσταση υπάρχει ένας ακόμη ρόλος, αυτός του μουσικού-αφηγητή Ισίδωρου Πάτερου, ο οποίος ενώνει τα κομμάτια της αφήγησης με λόγο και ζωντανή μουσική.

Ο έρωτας, ο πόθος, τα ταμπού, η σχέση ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, τα ήθη και οι συνήθειες ενός συγκεκριμένου περιβάλλοντος, η θέση της γυναίκας σε μια κοινωνία πρωτόγονη και ανδροκρατούμενη και ο τρόπος με τον οποίο τα στοιχεία αυτά αντανακλώνται στο επίπεδο της φαντασίας είναι τα θέματα που θίγονται μέσα από το κείμενο, καθώς και η πεποίθηση ότι η πραγματική ζωή δεν επηρεάζει ούτε υποτάσσει την επιθυμία.

  • Το 1985
    Το «La Chunga», γραμμένο το 1985, είναι το τέταρτο από τα οκτώ θεατρικά έργα του Περουβιανού συγγραφέα Μάριο Βάργκας Λιόσα. Οι ήρωές του προϋπάρχουν σε κάποια από τα γνωστά μυθιστορήματά του.

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 26/04/2010

Η μεταμόρφωση της Καραμπέτη. Πρωταγωνιστεί στο έργο «Λα Τσούνγκα» του Μ.Β. Λιόσα που ανεβαίνει για πρώτη φορά στη χώρα μας

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη αφήνει, φέτος, εμπορικές σκηνές και κεντρικά θέατρα και συνεργάζεται με την Ελένη Σκότη και την ομάδα «Νάμα».

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη μαζί με την ομάδα «Νάμα» στο «Λα Τσούνγκα» του Μάριο Βάργκας Λιόσα

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη μαζί με την ομάδα «Νάμα» στο «Λα Τσούνγκα» του Μάριο Βάργκας Λιόσα

Η πρωταγωνίστρια, μακριά από την ωραία γυναίκα που την είχαμε συνηθίσει, θυσιάζει την εικόνα της και «μεταμορφώνεται» σε ιδιοκτήτρια ενός περιθωριακού καφενείου μιας παραγκούπολης της Λίμα, το 1945, στο έργο «Λα Τσούνγκα» («La Chunga») του Μάριο Βάργκας Λιόσα, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στην Κεντρική Σκηνή του θεάτρου «Επί Κολωνώ» (πρεμιέρα 11 Φεβρουαρίου).

Στο «La Chunga», γραμμένο το 1985, βλέπει κανείς την εναγώνια προσπάθεια των ανθρώπων μιας μικρής πόλης στην άκρη της ερήμου, της Πιούρα, να επιβιώσουν.

Στην πόλη αυτή, σε ένα συνοικιακό μπαρ, μια παρέα περιθωριακών αντρών, κάτω από το παγερό και φαινομενικά απαθές βλέμμα της Τσούνγκα, της ιδιοκτήτριας, ζωντανεύουν τις μάταιες φαντασιώσεις τους.

«Αυτό που προκαλεί τις φαντασιώσεις αυτές και βγάζει την παρέα των αντρών από την ανιαρή και μονότονη καθημερινότητά τους είναι η εμφάνιση μιας νεαρής γυναίκας, της Μέτσε», εξηγεί η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. «Η Μέτσε επηρεάζει τους πάντες μέσα στο μπαρ και καταλήγουν ο καθένας χωριστά να παλεύει με τους δαίμονες και τους αγγέλους του. Κι όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιου είδους κλειστές κοινότητες, εκείνο που για τους άντρες αποτελεί όνειρο είναι για τις γυναίκες εφιάλτης».

  • Μαγικός ρεαλισμός

Η Τσούνγκα θα πάρει μαζί της την κοπέλα, η οποία θα εξαφανιστεί. Εναν χρόνο μετά οι άντρες θυμούνται το γεγονός και προσπαθούν ο καθένας να δώσει τη δική του εκδοχή, κινούμενη μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, για την τύχη της Μέτσε και τον ρόλο της Τσούνγκα. Πρόκειται για ένα κοινωνικό έργο με ρεαλιστική απόδοση χαρακτήρων που κινείται στα όρια του μαγικού ρεαλισμού.

«Αυτό που βρήκαμε εξαιρετικά ενδιαφέρον», τονίζει η Ελένη Σκότη, «ήταν η συνειδητή του απόπειρα να ανακαλύψει τον κατάλληλο τρόπο να φανερώσει τη συνθετική ικανότητα του ανθρώπου να βιώνει ταυτόχρονα την αντικειμενική και υποκειμενική πραγματικότητα ή μάλλον να αποκαλύψει αυτή καθαυτή την εμπειρία της διαδικασίας της σύνθεσης αυτής». Το έργο αποτέλεσε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση.

Τη μετάφραση από τα Ισπανικά επιμελήθηκε η Μαρία Χατζηεμμανουήλ. Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Ελένη Σκότη, το σκηνικό και τα κοστούμια σχεδίασε ο Γιώργος Χατζηνικολάου. Παίζουν: Κ. Καραμπέτη, Δ. Λάλος, Στ. Σταμουλακάτος, Δ. Καπετανάκος, Γ. Λεάκος, Ηλ. Μαυρομάτη, Ισ. Πάτερος.

  • Πολυδιαβασμένος
    Το «La Chunga» είναι το τέταρτο από τα οκτώ θεατρικά έργα του Περουβιανού Μάριο Βάργκας Λιόσα, του πιο πολυδιαβασμένου -μετά τον Μαρκές- εν ζωή Λατινοαμερικανού συγγραφέα στον κόσμο.
  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 02/02/2010

«Ζούμε την ‘‘Οπερα της πεντάρας”»

Ο κύριος Ιερεμίας Πίτσαμ, που δηλώνει ο φτωχότερος άνθρωπος του Λονδίνου, έχει στήσει τη μεγαλύτερη εταιρία ζητιάνων. Ο Μακίθ, ο διασημότερος ληστής και το γρηγορότερο μαχαίρι του Λονδίνου, προκειμένου να βάλει χέρι στην επιχείρηση ζητιάνων, παντρεύεται κρυφά την κόρη του, Πόλι. Ωσπου εμφανίζεται ο μεγάλος έρωτάς του, η διάσημη πόρνη Τζένι, η οποία αποφασίζει να τον εκδικηθεί. Δεκαέξι χρόνια μετά το ανέβασμα του μπρεχτικού έπους από τον Ζυλ Ντασσέν, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη καλείται να υποδυθεί ξανά την «Τζένι των πειρατών» στην «Οπερα της πεντάρας». Αφού παρουσιάστηκε για τρεις βραδιές με επιτυχία στο θέατρο Μπάντμιντον, η παράσταση θα ταξιδέψει στην ελληνική περιφέρεια και την Κύπρο. Πρώτος σταθμός το Κηποθέατρο Παπάγου στις 23 Ιουνίου.
  • Ανελέητη σάτιρα

Τι νόημα έχει όμως να ανεβεί το έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ ογδόντα ένα χρόνια από τη συγγραφή του; Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη εξηγεί: «Γιατί το ίδιο έργο παίζεται δυστυχώς και σήμερα. Γράφτηκε το 1928 σε μια περίοδο όπου τα πρώτα συμπτώματα του παγκόσμιου οικονομικού κραχ του 1929 ήταν έκδηλα και στην Ευρώπη. Εκτοτε παραμένει ένα έργο ανατριχιαστικά επίκαιρο και σαρκαστικό».

Είναι μία ανελέητη σάτιρα των ηθών και των κοινωνικών σχέσεων, που, όπως λέει η ηθοποιός, «θαρρείς και γράφτηκε από Ελληνα για την ελληνική πραγματικότητα του 2009. Με τα σκάνδαλα, τις διαπλοκές, την οικονομική κρίση, τις συνεχείς δραπετεύσεις από τη φυλακή, το μεροληπτικό δικαστικό σύστημα, την ατιμωρησία παντός ενόχου, αλλά πάνω απ’ όλα το χρήμα, το οποίο έχει ανακηρυχθεί ως υπέρτατη αξία. Δεν υπάρχει βρομιά που να μην ξεπλένεται, αν υπάρχει χρήμα».

Η ίδια εξομολογείται ότι παρακολουθεί με σκεπτικισμό τις εξελίξεις των καιρών. «Μας έχουν βάλει μια θηλιά στο λαιμό και μας “τρέχουν”. Οι πραγματικές συμμορίες είναι οι ισχυροί της εξουσίας και του χρήματος, που σε κατάσταση πλήρους ασυδοσίας κακοδιαχειρίζονται το πολιτικοοικονομικό σύστημα της χώρα μας». Διατηρεί βέβαια την ελπίδα της αλλαγής. «Θέλω να ατενίζω το παρόν και το μέλλον μου με αισιοδοξία,  διαφορετικά δεν μπορώ να επιβιώσω. Δυστυχώς όμως η Ιστορία έχει αποδείξει ότι δύσκολα έρχεται η μεγάλη αλλαγή. Από τη μία πλευρά ελπίζουμε στους νέους που έχουν όραμα να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά από την άλλη αντιλαμβάνεσαι ότι ο τεράστιος μηχανισμός της εξουσίας παρασέρνει τους πάντες, διαφθείροντας συνειδήσεις».

Μετά την «Οπερα», θα την απολαύσουμε για άλλη μια φορά στο ρόλο της πόρνης. «Με την Ομάδα “Νάμα” θα ανεβάσουμε σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη το έργο του Περουβιανού Μάριο Βάργκας Λιόσα “La Chiunga” στο θέατρο “Επί Κολωνώ”. Είμαι χαρούμενη γιατί ξεκίνησα από τις πειραματικές ομάδες και σ’ αυτές επιστρέφω, ύστερα από καιρό».

  • ΦΑΡΑΖΗ ΧΡΙΣΤΙΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, 21.06.09

Βάργκας Λιόσα για τον χειμώνα

  • Το τέταρτο κουδούνι
  • Του Γιώργου Δ.Κ. Σαρηγιάννη,ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 28 Μαΐου 2009
  • Το ξέρω, έχει τις μουσικές και τις συναυλίες του να νοιαστεί. Έχει και την καριέρα της συζύγου του, της Φωτεινής Δάρρα, να φροντίσει. Αλλά μήπως ο συνθέτης Δημήτρης Παπαδημητρίου πρέπει λίγο να ασχοληθεί και με το Τρίτο Πρόγραμμα της «δημόσιας» ΕΡΑ που διευθύνει; (Αλήθεια, ακούει καθόλου Τρίτο;). Διότι το Τρίτο, που εγώ συστηματικά ακούω, έχει κουτρουβαλήσει απ΄ τη σκάλα στα πολύ χαμηλά πια. Ειδικά εκεί, απ΄ το απογευματάκι, που αρχίζουν οι εκπομπές λόγου… Τόσο χαμηλά, που ΄χει πια συναντηθεί με το γεροντόφιλο και γεροντοκρατούμενο Τρίτο π.Χ.- προ Χατζιδάκι δηλαδή. Δηλαδή τις ακούς τις μασέλες… Οι τέσσερις, πέντε εξαιρέσεις που κάνουν μπαμ ανάμεσα στις εκπομπές επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Και νομίζω πως αυτή δεν είναι μόνον η δική μου γνώμη…
  • Όλος ο κόσμος, μια σκηνή… Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, πάντα ανήσυχη και τολμηρή στις επιλογές της, θα κρατήσει τον επώνυμο ρόλο τον επόμενο χειμώνα στο έργο τού πολύ γνωστού στην Ελλάδα ως πεζογράφου αλλά εντελώς άγνωστου ως θεατρικού συγγραφέα, σπουδαίου Περουβιανού Μάριο Βάργκας Λιόσα «La Chunga» που θ΄ ανεβάσει η Ελένη Σκότη με την Ομάδα «Νάμα» στο θέατρο «Επί Κολωνώ».
  • Γραμμένο το 1986 απ΄ τον 73χρονο σήμερα, πολυγραφότατο συγγραφέα, τέταρτο απ΄ τα οκτώ θεατρικά του, το «La Chunga», που κινείται στα όρια του μαγικού ρεαλισμού, διαδραματίζεται σ΄ ένα καφενείο μιας παραγκούπολης της Λίμα το 1945- ατμόσφαιρα περιθωριακή. Ήρωες, η ιδιοκτήτρια La Chunga, μια προσωπικότητα αινιγματική, και τέσσερις τακτικοί πελάτες της που μπεκροπίνουν και παίζουν ζάρια. Ο ένας τους, ο Γιοσεφίνο, φέρνει μαζί του ένα ωραίο κορίτσι, την Μέτσε που γίνεται το αντικείμενο του πόθου όλων και που ο Γιοζεφίνο αποφασίζει, όταν χάνει ένα μεγάλο ποσό στα ζάρια, με τη συγκατάθεσή της, να την «εκποιήσει». Αλλά η Chunga θα πάρει μαζί της το κορίτσι που εξαφανίζεται. Στη δεύτερη πράξη οι άντρες προσπαθούν ο καθένας να δώσει τη δική του εκδοχή, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, για την τύχη της Μέτσε.
  • Το έργο θα παρουσιαστεί σε μετάφραση απ΄ τα ισπανικά Μαρίας Χατζηεμμανουήλ και με σκηνικά και κοστούμια Γιώργου Χατζηνικολάου. Στη διανομή, Δημήτρης Λάλος (Γιοσεφίνο), Γιάννης Λεάκος, Στάθης Σταμουλακάτος, Δημήτρης Καπετανάκος ενώ γίνονται ακροάσεις για την ηθοποιό που θα παίξει την Μέτσε. Η πρεμιέρα υπολογίζεται γύρω στα Χριστούγεννα στην Κεντρική Σκηνή του «Επί Κολωνώ» αφού επαναληφθεί το «Ροτβάιλερ» του Γκιγιέρμο Έρας.
  • Ένας νέος Έλληνας συγγραφέας, ο Μανώλης Τσίπος, ένας νέος Έλληνας σκηνοθέτης, ο Ανέστης Αζάς, ένας πολύ καλός θίασος με επικεφαλής την εξαίρετη Μαρία Τσιμά και το Εθνικό πολύ καλά κλείνει τη φετινή σεζόν του και στην Α΄ Σκηνή του «Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας» την Κυριακή με το «Sabine Χ.». Πόσω μάλλον όταν το έργο προέκυψε ως Πρώτο Βραβείο απ΄ το Διαγωνισμό Συγγραφής Ελληνικού Έργου από νέους έως 35 χρόνων που το ίδιο το Εθνικό οργάνωσε σε συνεργασία με την Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς. Σας συνιστώ να δείτε την παράσταση.
  • Άλλη μόδα κι αυτή…: τα προγράμματα των παραστάσεων- μερικά, μάλιστα, πολύ προσεγμένα- στα οποία αραδιάζονται τα ονόματα των ηθοποιών που παίζουν- αλφαβητικά ή κατά σειρά «σπουδαιότητας»- αλλά αποφεύγεται πάσα… αναφορά στη διανομή- ποιος ηθοποιός παίζει ποιο ρόλο. Ώστε ο ενδιαφερόμενος θεατής να μην ξέρει ποιος είναι ο ηθοποιός που βλέπει.
  • Το ΄χα εντοπίσει για πρώτη φορά πρόπερσι στο πρόγραμμα της «Θείας από το Σικάγο» που ΄χε παιχτεί στο «Ήβη» και όλο και τακτικότερα το βλέπω τελευταία- από παραστάσεις «τρέντι» έως εναλλακτικές. Και καλά, σε κάποια έργα ιδιαίτερα, όπου ρόλοι διακριτοί δεν υπάρχουν. Ή σε κάποιες δουλειές ομαδικές, κολεκτιβίστικες, όπου όλοι τα παίζουν όλα- θυμάμαι το ΄κανε το «Ελεύθερο Θέατρο» απ΄ το ξεκίνημά του και για αρκετά χρόνια, τη δεκαετία του ΄70. Το βλέπω και σε έργα με σαφείς τούς ρόλους. Απορώ, οι ηθοποιοί δε διαμαρτύρονται; Ή είναι τόσο σίγουροι για την αναγνωρισιμότητά τους;
  • Πάντως, εμένα, αυτό μου θυμίζει εκείνες τις γιγαντοαφίσες νυχτερινών κέντρων με κάτι φάτσες τις οποίες- εγώ τουλάχιστον, που δεν πολυξέρω το χώρο- ποτέ δεν έχω ξαναδεί, χωρίς τα ονόματά τους. Τόσο πια διάσημοι, που είναι αυτονόητοι;
  • Με τις παραστάσεις να πέφτουν σαν το χαλάζι τη σεζόν που κλείνει, λογικά ήταν τα νταμπλ και τα… τριπλ. Κι αν το γκογκολικό «Ημερολόγιο ενός τρελού» παίχτηκε- σε διαφορετικές διασκευές για το θέατρο- και απ΄ τον Γιώργο Μεσσάλα στο «Αλκυονίς»- για ένατη χρονιά!!!- και απ΄ τον Δημήτρη Κωνσταντίνου για δεύτερη στο «Κέλυφος» αλλά και απ΄ τον Κώστα Αποστόλου στην Θεσσαλονίκη, στο «Σοφούλη», κι αν «Το μάθημα» του Ιονέσκο παρουσιάζεται ή παρουσιάστηκε επίσης σε τρεις Σκηνές- «Νέο Ελληνικό Θέατρο» απ΄ τον Γιώργο Αρμένη μαζί με τις «Καρέκλες» επίσης του Ιονέσκο, «Άλμα» απ΄ το θίασο «Μοντέρνοι Καιροί» σε σκηνοθεσία Κώστα Νταλιάνη και «Εξ Αρχής» σε σκηνοθεσία Σταύρου Καλού-, κι αν η «Τριλογία της Μήδειας» του Χάινερ Μίλερ ανέβηκε και απ΄ τον Δημήτρη Μπίτο και την Ομάδα «Ασίπκα» ως «Τρίπτυχο» στις τουαλέτες του «Βios» και απ΄ τον Νίκο Σακαλίδη στην Θεσσαλονίκη για την Ομάδα «Ακτίς Αελίου»- η παράσταση μόλις παίχτηκε και στην Αθήνα- το ιδιαίτερο είναι πως διπλοπαρουσιάστηκαν και τρία σύγχρονα ελληνικά έργα και μάλιστα ζώντων συγγραφέων:
  • «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του Άκη Δήμου που παιζόταν ταυτόχρονα σε Αθήνα- στο «Χορν» όπου έσκισε και θα πάει για δεύτερη χρονιά- και σε Θεσσαλονίκη- απ΄ την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» που το ανέβασε πρώτη στο «Αμαλία» όπου παίχτηκε, διότι και εκεί έσκισε, και φέτος, για δεύτερη σεζόν. «Η πόλη» της Λούλας Αναγνωστάκη – και απ΄ την ομάδα «Fabrica» στο «Βαφείο» και απ΄ την ομάδα «Βραδινοί Επισκέπτες» στο «104». Και το «Ωχ, τα νεφρά μου» του Μπάμπη Τσικληρόπουλου απ΄ τις Δεύτερες Σκηνές των θεάτρων «Μπροντγουαίη» και «Μαίρη Αρώνη».

«Το Τέταρτο Κουδούνι» με βαθύτατο σεβασμό και ακόμα βαθύτερη εκτίμηση αποχαιρετάει τον Αλέξανδρο Αργυρίου που με τον τρόπο του φώτισε τον ελληνικό πολιτισμό και όλους μας.