Category Archives: Καραζήσης Ακύλλας

Το θεραπευτικό ντιμπέιτ Μπρόιερ-Νίτσε στη σκηνή

«ΟΤΑΝ ΕΚΛΑΨΕ Ο ΝΙΤΣΕ» ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΘΗΣΕΙΟΝ»

Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Ακόμη ένα μπεστ σέλερ βρίσκει το δρόμο για τη σκηνή. Το μοσχοπουλημένο στην Ελλάδα «Οταν έκλαψε ο Νίτσε» του Ιρβινγκ Γιάλομ (εκδόσεις «Αγρα») κάνει πρεμιέρα στις 2 Νοεμβρίου στο θέατρο «Θησείον».

«Δεν μπήκα ποτέ στην περιπέτεια της ψυχοθεραπείας», εξομολογείται ο Ακύλλας Καραζήσης.«Ετσι κι αλλιώς, δεν εξυμνούμε στην παράσταση την ψυχοθεραπεία», προσθέτει ο Ν. Χατζόπουλος

«Δεν μπήκα ποτέ στην περιπέτεια της ψυχοθεραπείας», εξομολογείται ο Ακύλλας Καραζήσης.«Ετσι κι αλλιώς, δεν εξυμνούμε στην παράσταση την ψυχοθεραπεία», προσθέτει ο Ν. Χατζόπουλος

Κι ενώ «όλη η Ελλάδα το έχει διαβάσει», όπως παραδέχονται οι δύο πρωταγωνιστές και σκηνοθέτες της παράστασης, Ακύλλας Καραζήσης (Μπρόιερ) και ο Νίκος Χατζόπουλος (Νίτσε), οι ίδιοι από άποψη δεν μπήκαν στον κόπο να κάνουν το ίδιο. Παρ’ όλ’ αυτά όταν ήλθε ουρανοκατέβατη η πρόταση της αβανταδόρικης δουλειάς από τον παραγωγό Γιώργο Λυκιαρδόπουλο και τη μεταφράστρια – διασκευάστρια Ευαγγελία Ανδριτσάνου είπαν στον Γιάλομ χωρίς να το πολυσκεφτούν αμέσως «ναι».

Δεν τίθεται ζήτημα ασυνέπειας. «Το κυρίαρχο ήταν ότι θέλαμε να κάνουμε κάτι οι δυο μας», λένε οι ηθοποιοί που έχουν ξανασυνεργαστεί στο παρελθόν από το «Αμόρε» έως το Εθνικό Θέατρο. Διαβάζοντας πια το κείμενο του Γιάλομ τούς «κέντρισε» «η πορεία της σχέσης των δύο βασικών προσώπων. Το θεραπευτικό debate μεταξύ τους». Για το λόγο αυτό η παράστασή τους εστιάζεται αποκλειστικά στην εξιστόρηση της φανταστικής σχέσης Μπρόιερ-Νίτσε. Φυσικά, υπάρχει και ο τρίτος της παρέας, ο νεαρός Χάρης Φραγκούλης (Φρόιντ), που επωμίζεται ισομερώς το κομμάτι της αφήγησης. Συνέχεια

«Μια κοινωνία σαπισμένη μέχρι το κόκαλο…»

  • Μα γιατί δεν παίζουν τακτικότερα έργα με θέμα το Βυζάντιο; Στο λεγόμενο «mainstream» ελληνικό θέατρο; Απορώ δηλαδή. Αφού, στο παρασκήνιο, το Βυζάντιο δίνει και παίρνει…- σχεδόν η αποκλειστική τους ενασχόληση όταν δεν είναι επί σκηνής. Τόση άσκηση να πηγαίνει χαμένη…  Κρίμα. «Το στραβόξυλο», την κωμωδία με την οποία ο Δημήτρης Ψαθάς πρωτοεμφανίστηκε ως θεατρικός συγγραφέας το 1940, όταν την παρουσίασε ο Βασίλης Αργυρόπουλος με το θίασό του κρατώντας το βασικό ρόλο του Νίκου Μαρούλη, θα παρουσιάσει το χειμώνα, στο θέατρο «Γκλόρια», επωμιζόμενος τον ίδιο ρόλο, ο Δημήτρης Πιατάς (στη φωτογραφία). Σε σκηνοθεσία του ειδικότατου στο θέμα Κώστα Τσιάνου και με σκηνικά και κοστούμια Άγγελου Μέντη. Στο θίασο, Νικολέττα Βλαβιανού, Τάκης Παπαματθαίου. Κώστας Φλωκατούλας, Λουκία Στεργίου, Γεωργία Καλλέργη, Γρηγόρης Σταμούλης, Γεννάδιος Πάτσης, Αντιγόνη Δρακουλάκη.  Ο Δημήτρης Πιατάς επανέρχεται στον Δημήτρη Ψαθά του οποίου είχε παρουσιάσει στο «Ακάδημος» την κωμωδία «Ένας βλάκας και μισός», σε σκηνοθεσία Μανούσου Μανουσάκη, με ιδιαίτερη επιτυχία- παίχτηκε δυο σεζόν (1993- ΄94, 1994- ΄95)- με αφορμή και την επέτειο των τριάντα χρόνων απ΄ το θάνατο (13 Νοεμβρίου 1979) του διακεκριμένου δημοσιογράφου και συγγραφέα. Η εξαίρετη κωμωδία έχει να παιχτεί «επίσημα»- με βάση, τουλάχιστον, τα στοιχεία που διαθέτει το Θεατρικό Μουσείο- απ΄ τη σεζόν 1983- ΄84 όταν την ανέβασε ο Πάνος Παπαϊωάννου στο ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου- εναρκτήρια παράστασή του. Σημειώστε πως έχει μεταφερθεί δυο φορές στον κινηματογράφο: απ΄ τον Χρήστο Αποστόλου το 1952, με τον πρώτο διδάξαντα στη σκηνή το ρόλο του Μαρούλη, του «στραβόξυλου», Βασίλη Αργυρόπουλο, και το 1969 απ΄ τον Ορέστη Λάσκο, με τον Γιάννη Γκιωνάκη ο οποίος την προηγούμενη σεζόν είχε επαναφέρει στη σκηνή «Το στραβόξυλο» κάνοντας μεγάλη επιτυχία για να καθιερωθεί ως ο σημαντικότερος ίσως ερμηνευτής των χαρακτήρων του Δημήτρη Ψαθά.
  • Ο πατήρ Γιώργος Μπινιάρης (φωτογραφία) κάνει πρώτης γραμμής ερμηνεία στο «Αγγέλων Βήμα» ως Λούκα Λάμπαν στον «Επαγγελματία» του Κοβάτσεβιτς, σκηνοθετημένος απ΄ την Πηγή Δημητρακοπούλου. Ο υιός Άρης Μπινιάρης, που εντυπωσίασε πέρσι ως Καραγκιόζης στο έξοχο «Ο Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος δράκος» του Δήμου Αβδελιώδη κάνει, αβανταρισμένος κι απ΄ τη σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου, πολύ αισθητή τη βουβή παρουσία του στο «Δεσποινίς Μαργαρίτα» του Ατάιντε πλάι στην Όλια Λαζαρίδου στην Νέα Σκηνή του «Απλού».

Όσο για το Άγιο Πνεύμα είναι, ως φαίνεται, παρόν στο Χάρισμα της οικογένειας Μπινιάρη.

  • Εγώ, αυτά δεν τα καταλαβαίνω καλά…: ο Πέτρος Φυσσούν παίζει στην Θεσσαλονίκη το μονόλογο «Η ζωή μου με τον Μότσαρτ» απ΄ το έργο του Ερίκ- Εμανουέλ Σμιτ που παρουσιάστηκε πέρσι την άνοιξη στο «Αμφι- Θέατρο», ως δεύτερη νέα παραγωγή του για το 2008- 2009. Η παράσταση παίζεται στην ίδια μετάφραση της Τέτας Χατζηχρήστου και με τον ίδιο Πάρη Μέξη που υπέγραφε πέρσι την επιμέλεια χώρου και τη βίντεο αρτ. Αλλά σε σκηνοθεσία, λέει, του ίδιου του Πέτρου Φυσσούν και όχι του Σπύρου Ευαγγελάτου. Μυστήρια πράγματα…
  • Πολύ καλή η σκηνοθετική δουλειά του Γρηγόρη Χατζάκη- φοβερό ζουζούνι ο μικρός, όλο και ψάχνει «αλλιώτικους» χώρους για τις παραστάσεις του- στην «Ξενάγηση» που ΄χει κάνει με κείμενα Διαμαντή Γκιζιώτη στο Μουσείο Σπύρου Βασιλείου- πηγαίνετε να τη δείτε έως την Κυριακή που παίζεται, θα υποστείτε ολίγη ορθοστασία αλλά θα σας αποζημιώσει ένα φινάλε- έκπληξη τόσο, μα τόσο συγκινητικό… Εξαιρετικές οι μουσικές του Χρήστου Θεοδώρου, καλά τα παιδιά της παράστασης, αφοπλιστικής αμεσότητας ο αφηγητής Χάρης Αττώνης αλλά η άλλη έκπληξη της παράστασης είναι η Μέλπω Κωστή (βασική φωτογραφία). Πού κρυβότανε αυτή η ηθοποιός; Έκανε, λέει, τηλεόραση. Μα τη θέλει τόσο η σκηνή! Ωραία γυναίκα, αρχοντική- κλάσης Μαρίας Ναυπλιώτου-, γλυκιά και ΤΙ ηθοποιός! Ώριμη, μεστωμένη, ουσιαστική, βαθιά… Την απόλαυσα.
  • Σαρώνει με την αμεσότητά του στην πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση του Ακύλλα Καραζήση «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς. Cannabis indica- Ρatria graeca» που παρουσιάζει το Εθνικό στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας» ο Γιώργος Κοζομπόλης, ταβερνιάρης άλλοτε στην Χαϊδελβέργη, φίλος του συγγραφέα- σκηνοθέτη, που δέχτηκε ν΄ ανεβεί στη σκηνή. Ένας λεβεντόγερος με ιστορία: είναι ο Μανιάτης, ο Γιώργος, ο ήρωας του ντοκιμαντέρ «Ο Γιώργος από τα Σωτηριάνικα» του Λευτέρη Ξανθόπουλου, ενός απ΄ τα ντοκιμαντέρ που ΄χουν «γράψει» στον ελληνικό κινηματογράφο. Τότε ήταν 1978. Σήμερα 2009. Έχουν περάσει τριάντα ένα χρόνια.
  • Μια κοινωνία σαπισμένη μέχρι το κόκαλο: κλέφτες, ψεύτες, απατεώνες, θρησκόληπτοι, πατριδοκάπηλοι, φαύλοι, ποταποί, μικρόψυχοι, ευτελείς, χαμερπείς, χυδαίοι, γελοία ανθρωπάρια με επίστρωση λαϊφστυλίστικου λούστρου…: η ρώσικη κοινωνία που περιγράφει το 1868 ο Οστρόφσκι στη σάτιρά του «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα»- παρουσιάζεται απ΄ το Εθνικό, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, μέχρι την Κυριακή στη Σκηνή «Κοτοπούλη» του «Rex» και με εντυπωσίασε ως έργο. Μια κοινωνία που είχαν ήδη περιγράψει ο Γκριμπογιέντοφ στο «Συμφορά απ΄ το πολύ μυαλό» κι ο Γκόγκολ στον «Επιθεωρητή» του. Μια κοινωνία που, όπως είχε καταντήσει, απόλυτα λογικό και δίκαιο ήταν να συντριβεί, να σαρωθεί, πενήντα χρόνια μετά, από μια επανάσταση. Κάτι, μα κάτι δε σας θυμίζει η κοινωνία αυτή; Ε; Με την αφορμή: το έργο πρωτοπαρουσίασε στην Ελλάδα ο Δημήτρης Ποταμίτης. Το 1989- ΄90 στο «Θέατρο Έρευνας. Το ΄χω γράψει και το ΄χω ξαναγράψει.
  • Ο φίλος της στήλης Γιώργος Παπαγεωργίου που κατοικοεδρεύει στην Κύπρο μού θυμίζει, όμως, πως στα ελληνικά το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1984- ΄85 απ΄ τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου με τον τίτλο «Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται». Σε σκηνοθεσία του μετακληθέντος Ρώσου Ευγένιου Ρανομισλένσκι με Γκλούμοφ – ο κεντρικός ρόλος τον Βαρνάβα Κυριαζή (φωτογραφία), νυν καλλιτεχνικό διευθυντή του ΘΟΚ.

Αυτό, να το ματαδώ, δε μου ΄χε τύχει: στο πρόγραμμα της παράστασης της κωμωδίας των Τσιφόρου- Βασιλειάδη «Οι γυναίκες προτιμούν τους σκληρούς (Μια τρελή, τρελή οικογένεια)» που παίζεται στο θέατρο «Μπροντγουαίη», στη θέση του «σημειώματος του σκηνοθέτη» τι λέτε πως διάβασα;  Τον σκηνοθέτη κ. Μιχάλη Παπανικολάου να αναδημοσιεύει επιστολή του προς τη διεύθυνση περιοδικού όπου σε «ανυπόγραφο αρθρίδιο», λέει, «ανώνυμος συντάκτης» είχε αναφερθεί απαξιωτικά στους ηθοποιούς της παράστασης πριν η παράσταση ανεβεί. Ε, και τι μας κόφτει εμάς;

  • Το τέταρτο κουδούνι. Του Γιώργου Δ.Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 9 Απριλίου 2009

«Η “δημοκρατία” της απληστίας πρέπει να έχει όρια»

«Η “δημοκρατία” της απληστίας πρέπει να έχει όρια»

  • Γερμανία 1960-1970. Ενας Ελληνας αφήνει πίσω την πατρίδα του για να αναζητήσει τη γνώση και την αυτογνωσία στο Βορρά. Ο Ακύλλας Καραζήσης υπογράφει το κείμενο και τη σκηνοθεσία της παράστασης «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς, Cannabis indica-patria graeca» με τα αυτοβιογραφικά στοιχεία τα οποία ζωντανεύουν στη σκηνή από την παρουσία των φίλων του Λόλας Τότσιου (σολίστ πιάνου), Ζωής Σιλλάτ και Γιώργου Κοζομπόλη (οι οποίοι δεν είναι ηθοποιοί) και της γυναίκας του Μαρίας Σκουλά. Στην παράσταση επίσης υπάρχει «πολλή, ζωντανή κι αυτοσχεδιαστική μουσική, η οποία λειτουργεί ως μια παράλληλη δραματουργία προς το έργο, καθώς όλοι οι ηθοποιοί παίζουν μουσική», επισημαίνει ο δημιουργός της παράστασης.
  • Ποια… βήματα όμως ακολουθεί «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς»; «Την πορεία ενός ανθρώπου εν είδει χορού από το Νότο προς το Βορρά, τη διαμονή του εκεί για κάποια χρόνια -με ένα focus στην ερωτική του ζωή- και μετά τη διάλυσή του μέσα σε αυτή την εμπειρία», διευκρινίζει ο Α. Καραζήσης, ο οποίος «αποκωδικοποιεί» και τον υπότιτλο του έργου «Cannabis indica»: «Αφορά στο ταξίδι προς τα μέσα. Συμβολικά η κάνναβη είναι ένα πολιτισμικό κομμάτι των τελευταίων γενεών. Οπως και η Αριστερά. Νόμιμα, παράνομα, μας αρέσει, δεν μας αρέσει. Σήμερα ζούμε στην εποχή που ακόμα και να ονομάσεις κάτι ποινικοποιείται. Πριν από τριάντα χρόνια είχαμε κατοχυρώσει το δικαίωμα να μιλάμε για κάτι παίρνοντας ταυτόχρονα θέση γι’ αυτό». Σήμερα ο ίδιος ποια θέση παίρνει απέναντι στο θέατρο; «Πιστεύω ότι κοινό και καλλιτέχνες μπορούν να συγκροτήσουν ένα νέο είδος γλώσσας που να είναι πολιτικό, συναισθηματικό, απόλυτα προσωπικό και συγχρόνως κοινωνικό. Αυτό είναι για μένα η έννοια της πολιτικής και της Αριστεράς. Αυτή η συζήτηση γινόταν κατά κόρον στην Ευρώπη στις δεκαετίες του ’60 και ’70. Για κάποιον λόγο διακόπηκε. Σήμερα, στη θέση αυτής της συζήτησης υπάρχει κενό. Απουσία σκέψης και διαλόγου».
  • Οι πρόσφατες βομβιστικές επιθέσεις φανερώνουν ότι ο κοινωνικός διάλογος θα έχει πλέον εκρηκτική μορφή; Ο Α. Καραζήσης είναι κατηγορηματικός: «Η βία δεν είναι διάλογος. Η βίαιη αντίδραση είναι πάντα μια έκφραση βαρβαρότητας. Η βαρβαρότητα ενός καπιταλισμού χωρίς όρους και όρια συμπληρώνεται από τη βαρβαρότητα της αντίδρασης που προκαλεί. Ομως η “δημοκρατία” της απληστίας πρέπει να έχει όρια. Ζούμε έναν παραλογισμό που αυτοτροφοδοτείται από άχρηστα υλικά. Το ζητούμενο είναι πώς θα βγούμε από αυτό το φαύλο κύκλο του βάρβαρου καταναλωτισμού δημιουργικά κι όχι αυτοκαταστροφικά. Πώς θα συνυπάρξουμε χωρίς να αλληλοσπαραχτούμε». 
  • «Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ, Cannabis indica-patria graeca»: ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ: Ευμολπιδών 41, Γκάζι, τηλ.: 210-3455020, 210-7234567. Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετ. – Σάβ. στις 21.00, Κυρ. στις 19.00. Τιμές εισιτηρίων: €20, €16, €13 (φοιτ.). Εως: 12/4.
  • Ι.Μπ., ET AGENDA, Σάββατο, 04.04.09

ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ ΚΑΙ ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ. Για την καρδιά του γκασταρμπάιτερ

Οι γκασταρμπάιτερ το γλεντούν σε ταβέρνα της  Γερμανίας με ένα «Χορό της μοναχικής  καρδιάς» διά χειρός Ακύλα Καραζήση στο  Εθνικό Θέατρο
  • Ένας ταβερνιάρης από τη Γερμανία και μια ψυχίατρος συμπρωταγωνιστούν στο έργο «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς», που έγραψε αντλώντας από τις εμπειρίες του, σκηνοθέτησε και παίζει ο Ακύλας Καραζήσης. Ξεκίνησε την πορεία του ως ηθοποιός. Το 2006 πήρε το βάπτισμα, ως συγγραφέας και ως σκηνοθέτης, στο «Αμόρε», στο πλαίσιο της πέμπτης διοργάνωσης των πειραματικών «Δοκιμών» που οργάνωνε το «Θέατρο του Νότου», στη σταθερή δύναμη του οποίου ανήκε και όπου ανέδειξε τις ικανότητές του, με το έργο του «Περιπέτεια στην πόλη και στην εξοχή». Πέρσι συνυπέγραψε με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό- κείμενο και σκηνοθεσίατην παράσταση «Στάλιν. Μια συζήτηση για το ελληνικό θέατρο» στο Εθνικό Θέατρο. Φέτος ο Ακύλας Καραζήσης επανέρχεται στην ίδια Σκηνή του Εθνικού με μια δουλειά αποκλειστικά δική του- κείμενο και σκηνοθεσία:«Ο χορός της μοναχικής καρδιάς. Cannabis indica – patria grαeca».
  • Τι είναι το έργο αυτό και η παράσταση αυτή; «Μια διαφορετική, ποιητική αλλά και συγχρόνως ανατρεπτική προσέγγιση στο θέμα του ξένου, της ζωής μακριά από την πατρίδα, της αναζήτησης ταυτότητας σε έναν διαφορετικό τόπο», υπόσχεται το Εθνικό θέατρο. Ο συγγραφέας-σκηνοθέτης περιγράφει το έργο του: «Στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 έ νας νέος άντρας αφήνει το σπίτι του στον Νότο για να ζήσει μια άγνωστη ζωή στον Βορρά. Την ώρα που το Τογιότα διασχίζει τις κορδέλες του ορεινού όγκου των Άλπεων, ο ήρωάς μας αγνοεί ότι θα λείψει πάρα πολλά χρόνια, ότι δεν θα παντρευτεί στα ξένα, ότι θα περάσει αμέτρητα βράδια στο «Stammtisch», μια ταβέρνα με φόντο γύψινους κίονες και πλαστικά σταφύλια. Υποπτεύεται μόνο ότι θα πίνει και θα χορεύει μέχρι το πρωί και θα ξυπνάει μεσημέρι. Θα περιγράψω ως εξής τις δύο- περίπου – περιόδους που θα ζήσει τα επόμενα χρόνια. Διαλέγω έναν τίτλο γι΄ αυτή την περιπέτεια: «Μακριά απ΄ το σπίτι».
  • Πρώτη περίοδος: Τοπογραφικά θα την τοποθετούσα στην περιοχή γύρω από τον σιδηροδρομικό σταθμό μιας μικρής γερμανικής πόλης. Ένα φτηνό σούπερ μάρκετ, δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας, ένα «Εros Center», ένα δωμάτιο σε φοιτητική εστία και ένα χορευτικό κέντρο για μοναχικές καρδιές συνιστούν τον κόσμο του νεαρού ήρωα.
  • Στη δεύτερη περίοδο βρίσκει καταφύγιο σε μια ελληνική ταβέρνα, στέκι μιας ανομοιογενούς παρέας που αποτελείται από αστούς, λαϊκούς, γκασταρμπάιτερ, φοιτητές, τυχοδιώκτες. Εκεί θα γνωρίσει Αυτήν. Είναι κοντούλα, ξανθιά, φοράει παλτά που κρύβουν το σώμα της και μιλάει λίγο. Έρχεται απ΄ τον σκανδιναβικό βορρά. Ο ήρωας δεν σπουδάζει. Δουλεύει πού και πού γκαρσόνι, καπνίζει, πίνει και γνωρίζει τη βαθιά πλευρά της άγνωστης ζωής που ονειρεύεται. Στο τέλος το ζευγάρι χωρίζει κι ο ήρωας, ύστερα από μια μικρή ψυχεδελική Οδύσσεια, γυρνάει σπίτι. Είναι πραγματικότητα; Είναι μυθοπλασία; Η σκηνή είναι ο χώρος όπου η ποσόστωση μεταξύ αυτών των δύο λέξεων αλλάζει ανά δευτερόλεπτο».
  • Το έργο ανέβηκε με σκηνικά της Ζιλιέτ Ζανκλόντ, κοστούμια της Κάτριν Κρούμπαϊν, μουσική της Λόλας Τότσιου που και παίζει ζωντανά στο πιάνο, κίνηση του Κυριάκου Κοσμίδη, φωτισμούς Γιάννη Δρακουλαράκου και βοηθό σκηνοθέτη και δραματουργική συνεργάτρια τη Μαριλένα Ρασιδάκη. Στη σκηνή, εκτός από τον Ακύλα Καραζήση, οι: Ευθύμης Θέου, Θεανώ Μεταξά, Άλκηστις Πουλοπούλου, Μαρία Σκουλά, Γιώργος Τζαβάρας και- αυτή είναι η έκπληξη της παράστασης- δύο φίλοι του Ακύλα Καραζήση οι οποίοι δεν επαγγέλλονται τον ηθοποιό: ο Γιώργος Κοζομπόλης που έχει ταβέρνα στην Χαϊδελβέργη και η ψυχίατρος Ζωή Σιλλάτ.

ΙΝFΟ: «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς» από το Εθνικό Θέατρο στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας- Α΄ Σκηνή (Ευμολπιδών 41, τηλ. 210-3455.020, 210-3305.074). Αγορά εισιτηρίων μέσω πιστωτικής κάρτας: τηλ. 210-7234.567 και στο http://www.nt.gr.

Βασισμένο σε βιώματα

  • Το έργο, αν και δεν έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία, σίγουρα σχετίζεται με τα βιώματα του συγγραφέα-σκηνοθέτη: Θεσσαλονικιός, γεννημένος το 1957, ο Ακύλας Καραζήσης έφυγε στα δεκαοκτώ του στη Γερμανία όπου σπούδασε Ιστορία και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Από το 1985 στράφηκε στο θέατρο και εργάστηκε ως ηθοποιός στο Κρατικό Θέατρο της Χαϊδελβέργης έως το 1990, οπότε και επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, για να συνεργαστεί με πολλούς θιάσους και Έλληνες και ξένους σκηνοθέτες, ενώ παράλληλα έκανε κινηματογράφο και τηλεόραση.
  • Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη. ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Ταξιδευτής χωρίς πατρίδα…

  • Ο Ακύλλας Καραζήσης μιλάει για το νέο του έργο «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς», μια ανατρεπτική προσέγγιση στο θέμα του ξένου, που παρουσιάζει το Εθνικό

  • Μια διαφορετική, ποιητική αλλά και συγχρόνως ανατρεπτική προσέγγιση στο θέμα του ξένου, της ζωής μακριά από την πατρίδα, της αναζήτησης ταυτότητας σε έναν διαφορετικό τόπο, κατατίθενται στο καινούργιο έργο του Ακύλλα Καραζήση, «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς» (Cannabis indica-patria graeca) που παρουσιάζει το Εθνικό Θέατρο στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας» (Α΄ Σκηνή).
Ταξιδευτής χωρίς πατρίδα...
  • Την ώρα που το τογιότα διασχίζει τις κορδέλες του ορεινού όγκου των Αλπεων, ο ήρωάς μας αγνοεί ότι θα λείψει πάρα πολλά χρόνια, δεν θα παντρευτεί στα ξένα, θα περάσει αμέτρητα βράδια στο Στάμτις, μια ταβέρνα με φόντο γύψινους κίονες και πλαστικά σταφύλια. Υποπτεύεται μόνο ότι θα πίνει και θα χορεύει μέχρι το πρωί και θα ξυπνάει μεσημέρι. Στα μισά της δεκαετίας του ’70 ένας νέος άντρας αφήνει το σπίτι του στον Νότο για να ζήσει μια άγνωστη ζωή στον Βορρά. Από κει ξεκινάει η ιστορία του έργου. «Θα περιγράψω ως εξής τις δύο (περίπου) περιόδους που θα ζήσει τα επόμενα χρόνια» εξηγεί ο συγγραφέας και σκηνοθέτης της παράστασης που κρατάει κι έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Διαλέγει έναν τίτλο γι αυτή την περιπέτεια: «Μακριά Απ το Σπίτι».
  • Την πρώτη περίοδο τοπογραφικά την τοποθετεί στην περιοχή γύρω από τον σιδηροδρομικό σταθμό μιας μικρής γερμανικής πόλης. «Ενα φτηνό σούπερ μάρκετ, δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας, ένα Ερος Σέντερ, ένα δωμάτιο σε φοιτητική εστία και ένα χορευτικό κέντρο για μοναχικές καρδιές, συνιστούν τον κόσμο του νεαρού ήρωα». Στη δεύτερη περίοδο βρίσκει καταφύγιο σε μια ελληνική ταβέρνα, στέκι μιας ανομοιογενούς παρέας που αποτελείται από αστούς, λαϊκούς, φοιτητές, τυχοδιώκτες. Εκεί θα γνωρίσει αυτήν. Είναι κοντούλα, ξανθιά, φοράει παλτά που κρύβουν το σώμα της και μιλάει λίγο. Ερχεται από τον σκανδιναβικό Βορρά. Ο ήρωας δεν σπουδάζει. Δουλεύει πού και πού γκαρσόνι, καπνίζει, πίνει και γνωρίζει τη βαθιά πλευρά της άγνωστης ζωής που ονειρεύεται. Στο τέλος το ζευγάρι χωρίζει κι ο ήρωας, ύστερα από μια μικρή ψυχεδελική οδύσσεια, γυρνάει σπίτι. «Είναι πραγματικότητα; Είναι μυθοπλασία; Η σκηνή είναι ο χώρος όπου η ποσόστωση μεταξύ αυτών των δύο λέξεων αλλάζει ανά δευτερόλεπτο», καταλήγει ο Ακύλλας Καραζήσης.
  • Τα σκηνικά φιλοτέχνησε η Ζιλιέτ Ζανκλόντ και τα κοστούμια η Κάτριν Κρούμπαϊν. Η μουσική είναι της Λόλα Τότσιου που παίζει πιάνο ζωντανά επί σκηνής. Παίζουν: Ευθύμης Θέου, Ακύλλας Καραζήσης, Γιώργος Κοζομπόλης, Θεανώ Μεταξά, Αλκηστις Πουλοπούλου, Ζωή Σιλλάτ, Μαρία Σκουλά, Γιώργος Τζαβάρας.
  • ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 03/03/2009

Θέλει και παρτενέρ ο «χορός της μοναχικής καρδιάς»

  • Ο Ακύλας Καραζήσης γράφει, σκηνοθετεί, παίζει και συναντά τη συνθέτρια Λόλα Τότσιου στη σκηνή του Σύγχρονου Θεάτρου

Σκηνή από την παράσταση του Εθνικού «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς», που παρουσιάζεται στην Α΄ Σκηνή του Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας. «Στην ουσία είναι η αισθηματική αγωγή ενός ανθρώπου» λέει για το έργο ο δημιουργός και πρωταγωνιστής του Ακύλας Καραζήσης (δεξιά), με τη φίλη του, συνθέτρια και πιανίστρια, Λόλα Τότσιου να συμπληρώνει: «Αυτή η παράσταση μου δίνει την αίσθηση ότι βρίσκομαι μέσα σε ένα λούνα παρκ όπου υπάρχουν τα πάντα»

  • Η πορεία ενός ανθρώπου ο οποίος ξεκίνησε γύρω στα μέσα του 1960- 1970 από τον ευρωπαϊκό Νότο με κατεύθυνση προς την Κεντρική Ευρώπη. Αυτό είναι το καινούργιο έργο του Ακύλα Καραζήση «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς», που παρουσιάζεται στην Α΄ Σκηνή του Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας από το Εθνικό. Ο ηθοποιός, ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία, μαζί με τη φίλη του, συνθέτρια και πιανίστρια, Λόλα Τότσιου μοιράζονται μια συνεργασία που ονειρεύονταν από καιρό.
  • «Με εφαλτήριο την πορεία αυτής της “μοναχικής καρδιάς” θέλουμε να πάμε παρακάτω,στη μυθοπλασία» λέει ο ίδιος. «Στην ουσία είναι η αισθηματική αγωγή ενός ανθρώπου. Το παρελθόν έρχεται ως ανάμνηση μέσα από αναφορές στην οικογένεια, τη μάνα, τον πατέρα, αλλά και το νότιο φως. Είναι η μύησή του σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό- τον αναπτυγμένο». Με τη συμμετοχή της Λόλας Τότσιου και των φίλων του Γιώργου Κοζομπόλη και Ζωής Σίλλατ (οι οποίοι δεν είναι ηθοποιοί), ο συγγραφέας δίνει τον αυτοβιογραφικό τόνο στο έργο- διαθέτει στοιχεία και από την προσωπική του ζωή-, με τη (γυναίκα του) Μαρία Σκουλά να συμμετέχει επίσης στην παράσταση. «Είναι σαν ντοκουμέντο που στελεχώνεται από ανθρώπους που είναι μάρτυρες των καταστάσεων· ανθρώπων που έζησαν από κοντά τα γεγονότα» προσθέτει. Και τότε μπαίνει στην κουβέντα η συνθέτρια, με την οποία μοιράστηκαν την εμπειρία της Γερμανίας, τα χρόνια και τις σπουδές στη Χαϊδελβέργη. «Θέλαμε η μουσική να βγει βιωματικά μέσα από τις πρόβες. Δεν πήρα ένα κείμενο για να κάνω το σάουντρακ. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι το έργο και ο Ακύλας ήθελαν πολλή μουσική». Ιδού το σημαντικό για την ίδια: «Η μουσική να δουλεύει αντιστικτικά και συμπληρωματικά με το κείμενο- ποτέ περιγραφικά. Να μπαίνει μέσα στο κείμενο και να ενώνεται με τη γλώσσα, φτιάχνοντας ένα σύνολο».
  • Στιγμιότυπα, αφήγηση, σκηνές, δράση, χορικά και πολύ τραγούδι διαθέτει ο «Χορός». Ο κεντρικός ήρωας ξεκινά από την Ελλάδα, διασχίζει, μέσα από τον μεγάλο αυτοκινητόδρομο, τη Γιουγκοσλαβία, μπαίνει στη Γερμανία, ζει μια ερωτική ιστορία και συναντά μια παρέα μέσα σε μια ταβέρνα τη νύχτα. Εκεί μπλέκονται άνθρωποι και ιστορίες, ερωτικές, φιλικές και κοινωνικές καταστάσεις, έξω από την αγκαλιά της μαμάς πατρίδας. «Είναι λίγο “φαουστικό” το κλίμα. Ακολουθεί τη ρήση “γνωρίζω τον κόσμο πουλώντας την ψυχή μου στον διάβολο”». Εξ ου και ο υπότιτλος Cannabis indicapatria graeca. Είναι και μια κατάβαση στις μνήμες του συγγραφέα;«Περισσότερο ασχολείται κανείς με το παρελθόν γενικώς, παρά με το παρελθόν του. Δεν μου αρέσει να σκέφτομαι ότι κάτι πέρασε δια παντός – τίποτε δεν θέλω να περάσει δια παντός. Με ενδιαφέρει ο αγώνας για τη διάρκεια και την προβολή του παρελθόντος στο μέλλον».
  • «Μέσα από αυτή την παράσταση έμαθα πολλά» λέει με τη σειρά της η Λόλα Τότσιου, καθώς απολαμβάνει την πρωτόγνωρη εμπειρία «να συνομιλεί η μουσική μου με τους ηθοποιούς. Παράλληλα όμως αυτή η παράσταση μου δίνει την αίσθηση ότι βρίσκομαι μέσα σε ένα λούνα παρκ όπου υπάρχουν τα πάντα: και ο λάκκος με τα φίδια,και ο αρλεκίνος που πονά, και το γλέντι, και ο σπαραγμός». Οι δυο τους πιστεύουν ότι ο τρόπος που γράφουν και εκφράζονται, με λέξεις ή με νότες, είναι κοινός. «Με τη Λόλα να κινείται σε έναν ορθόδοξο δρόμο και εμένα σε έναν ανορθόδοξο» συμπληρώνει ο ηθοποιός. Και η συνθέτρια δίπλα του χαμογελά. Τελικά, «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς» θέλει τουλάχιστον δύο.

«Ο χορός της μοναχικής καρδιάς» του Ακύλα Καραζήση παίζεται στο Σύγχρονο Θέατρο της Αθήνας, Σκηνή Α΄Πληροφορίες στο τηλ. 210 3455.020

  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ,  Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Θεατρικό έργο made in Greece

Ενάμιση μήνα μετά την έναρξη της σεζόν, 80 ελληνικά έργα έχουν ανέβει στα αθηναϊκά θέατρα

Θεατρικό ργο made in Greece

«Χωρίς ελληνικό έργο δεν υπάρχει ελληνικό θέατρο», έλεγε ο Κάρολος Κουν. Ετσι, έπειτα από μια μακρά περίοδο (από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έως τις αρχές του 2000) θεατρικής συγγραφικής νηνεμίας ή και βαλτώματος, έχουμε φτάσει τα τελευταία πέντε χρόνια να μιλάμε για σαφή άνοδο της μετοχής του ελληνικού έργου στο θεατρικό χρηματιστήριο.

Αποκορύφωμα η φετινή σεζόν, όπου ήδη, ενάμιση μόλις μήνα από την έναρξή της, μετράμε περί τα 80 ελληνικά έργα στα αθηναϊκά θέατρα. Πρόκειται για άλλη μία πολιτιστική φούσκα; Για συγγραφικό φασόν ή κειμενική υψηλή ραπτική; Ο χρόνος θα δείξει. Προς το παρόν, η παραγωγή σύγχρονου ελληνικού έργου αναπτύσσεται ευθέως ανάλογα με τη συνεχή αύξηση των παραγωγών της θεατρικής μας σκηνής.

Εργο από τον τόπο σου…
Μπορούμε, επομένως, να μιλάμε σήμερα για σύγχρονο ελληνικό θεατρικό έργο; «Νομίζω πως μπορούμε να αρχίσουμε να μιλάμε. Είναι, βέβαια, νωρίς ακόμα για να ολοκληρώσουμε οποιαδήποτε κατηγοριοποίηση χωρίς να είμαστε επιπόλαιοι», λέει η Λένα Διβάνη. «Το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι τόσο η συγχρονία όσο η διαχρονία. Το έργο εκείνο που δεν τρέχει απλώς πίσω από ή έστω συμβαδίζει με τον καιρό του, αλλά εκείνο που ανοίγει τον καιρό του στη μνήμη του παρελθόντος και στην προοπτική του μέλλοντος. Δεν είναι και τρομερά δύσκολο, ο Τσέχοφ, ας πούμε, το κατάφερε μια χαρά», παρατηρεί ο Βασίλης Κατσικονούρης. «Για κάθε κοινωνική στιγμή υπάρχει και ο θεατρικός λόγος που την αντανακλά. Η ελληνική κοινωνία έχει καθηλωθεί από το χυδαίο τηλεοπτικό ‘’mainstream’’ και ο συγγραφέας σαν να πρέπει να ‘’εξοριστεί’’, να βρει τη θεματολογία του στις παρυφές της Ελλάδας (μετανάστες, τουρίστες) για να βρει την ελληνική ψυχή. Το ζήτημα, λοιπόν, για εμένα είναι πώς επιλέγονται τα συγκεκριμένα έργα που παίζονται στις διάφορες θεατρικές σκηνές. Δεν αποκλείεται δυνατά έργα να βρίσκονται στα συρτάρια των συγγραφέων», τονίζει ο Αντώνης Νικολής. «Επίσης, είναι πολύ βασικό το πώς ένα σύγχρονο έργο κρίνεται από τους συγχρόνους του. Γιατί οι σύγχρονοι έχουμε μια αμφιθυμική σχέση με το σύγχρονο: στο κλασικό αναζητούμε το σύγχρονο αλλά όταν εκφράζεται το σύγχρονο μέσα από ένα νέο έργο, δημιουργείται κατευθείαν ένα πρόβλημα. Το αντιμετωπίζουμε όλοι σαν να είμαστε συγγραφείς. Σαν το σύγχρονο έργο να είναι ένας ρεφενές συγγραφικός. Μάλλον η χρονική απόσταση βοηθά στη μυθοπλασία», προσθέτει ο Ακύλλας Καραζήσης.

Ποιες είναι, όμως, άραγε οι αφετηρίες έμπνευσης των θεατρικών μας συγγραφέων; «Η πείνα και η δίψα για ζωή και η ακύρωσή της. Μιλάμε για μεγάλο δράμα», παραδέχεται ο Βασίλης Κατσικονούρης. «Κοιτάζω γύρω μου και η έμπνευσή μου ορίζεται από το πώς διαθλάται ο κόσμος μέσα μου», λέει ο Γιάννης Μαυριτσάκης. «Πρόκειται για την ανάγκη κοινοποίησης κάτι πολύ προσωπικού -όχι με μια ανάγκη ψυχοθεραπευτική ή έκθεσης του εσωτερικού μου κόσμου- αλλά για την ανάγκη να μιλήσω με πολιτικούς όρους για το χώρο μου, για αυτό που ζω, που εμπεριέχει και την κριτική αντιπαράθεση με το βίωμα αυτό καθαυτό», υπογραμμίζει ο Ακύλλας Καραζήσης.

…κι ας είναι παραμελημένο
Παρ’ όλη την αύξηση σύγχρονων ελληνικών έργων στο σανίδι η Πολιτεία μοιάζει ανδρανής. «Εν αρχή ην η τρέλα. Αυτή θα μας σώσει. Το κράτος δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του – δεν το βλέπετε που διαλύεται;», διερωτάται φωναχτά η Λένα Διβάνη. «Σίγουρα η τρέλα και το ψώνιο της ελληνικής Πολιτείας βοηθάει κάθε συγγραφέα, όσον αφορά τουλάχιστον την έμπνευσή του», παρατηρεί σκωπτικά ο Βασίλης Κατσικονούρης. «Δεν υπάρχει πουθενά το ΥΠΠΟ για τους νέους συγγραφείς. Θα ήταν ευχής έργο να υπάρχει ένας θεσμός που θα βοηθούσε το ελληνικό έργο να βγει και εκτός συνόρων», εύχεται ο Γιάννης Μαυριτσάκης. «Το ΥΠΠΟ είναι απόν σε ό,τι αφορά τους συγγραφείς. Ενώ διαμορφώνει τη θεατρική αγορά με τις επιχορηγήσεις του επιτρέποντας σε περίπου πενήντα ανθρώπους να είναι επαγγελματίες σκηνοθέτες, δεν κάνει κάτι αντίστοιχο και με τους θεατρικούς συγγραφείς», τονίζει ο Αντώνης Νικολής. Ο Ακύλλας Καραζήσης θέτει και μία άλλη παράμετρο: «Είναι βασικό οι κοινωνικές ομάδες που σχετίζονται με τη συγγραφή -θίασοι, λογοτέχνες, θεσμικά όργανα της Πολιτείας, οι εφημερίδες- να στηρίζουν το ελληνικό έργο. Και δεν εννοώ τόσο την οικονομική στήριξη αλλά τη στήριξη με την έννοια της συζήτησης, χωρίς να αποκλείσουμε και τη σύγκρουση».

Εδώ, λοιπόν, στην Ελλάδα το ελληνικό έργο καλά κρατεί προς το παρόν. Μπορεί όμως να εξαχθεί και στο εξωτερικό; «Φυσικά – ειδικά άμα σκεφτούμε τι έχουμε κάνει κατά καιρούς εισαγωγή!», αποκρίνεται η Λένα Διβάνη. «Οταν ένα έργο είναι πραγματικά καλό, λειτουργεί σε κάθε τόπο και χρόνο γιατί λειτουργεί αυτόματα στο συλλογικό υποσυνείδητο των ανθρώπων. Είμαστε, επομένως, εμείς οι συγγραφείς εργολάβοι του παγκόσμιου συλλογικού υποσυνείδητου. Αν φτάσουμε να γράφουμε καλά έργα -τα οποία γίνονται σχεδόν συμπτωματικά- θα είναι και εξαγώγιμα και όχι μόνο τοπικού ενδιαφέροντος», τονίζει ο Αντώνης Νικολής. «Οταν οι μητροπολιτικές εστίες του οικονομικού, πολιτικού αλλά και πολιτιστικού ιμπεριαλισμού (Λονδίνο, Βερολίνο, Παρίσι, Νέα Υόρκη) έχουν να δείξουν μια συνεχή ροή παραγωγής σύγχρονων έργων, το ζητούμενο είναι πώς χειραφετημένα θα συνομιλήσουμε με αυτούς τους πολιτισμούς και πώς θα προστατευθούμε από τη δύναμη της επιβολής της γλώσσας τους σε παγκόσμιο επίπεδο», παρατηρεί ο Ακύλλας Καραζήσης.

Πες το με έναν τίτλο

Αν το σύγχρονο ελληνικό έργο ήταν βιβλίο, τι τίτλο θα του έδιναν οι συγγραφείς; «“Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα” (γιατί τώρα η αξιολόγηση γίνεται συνοπτικά με αστεράκια…)», κατά τη Λένα Διβάνη. Ο Βασίλης Κατσικονούρης θα του έδινε τον τίτλο του βιβλίου του Σωτήρη Δημητρίου «Η βραδυπορία του καλού», ενώ ο Γιάννης Μαυριτσάκης θα το τιτλοφορούσε «Ξανά προς τη δόξα τραβά…», ο Αντώνης Νικολής «Η διαμαρτυρημένη αυτογνωσία» και ο Ακύλλας Καραζήσης θα προσέθετε το σχόλιο: «Ελληνικό ναι, αλλά με ποιους όρους;».

«Οι συγγραφείς και τα έργα τους είναι αξίες. Από τη στιγμή που στην εποχή μας κλυδωνίζονται οι αξίες, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι επιλέγονται και τα καλύτερα έργα. Οι συγγραφείς είμαστε έρμαια δέκα σκηνοθετών και παραγωγών. Μόνο η τηλεόραση τελικά μπορεί να σε κάνει επαγγελματία θεατρικό συγγραφέα…»
Αντωνης Νικολης Συγγραφεας

«Η θεματολογία μου είναι νομίζω η ίδια που στοιχειώνει και την πεζογραφική μου δουλειά. Το περιβάλλον που μας καθορίζει ασφυκτικά, η υπαγορευμένη και ως εκ τούτου παραλυτική ατομικότητα, τα κλισέ που ομογενοποιούν τη συμπεριφορά μας έως καρικατουρικής γελοιότητος…»
Λενα Διβανη Συγγραφεας

«Ενας θεατρικός συγγραφέας μπορεί να ψωμιστεί από τη δουλειά του μόνο όταν υπάρχουν θεατές, που κάποτε άγγιξαν την ψυχή τους και τιμούν το γεγονός αυτό ως σχέση και όχι ως στιγμιαία κατανάλωση αισθημάτων. Αλλιώς και οι καημένοι οι συγγραφείς το ρίχνουν στην τηλεόραση, ή έστω οι πιο αξιοπρεπείς γίνονται συνοδοί ηλικιωμένων ευκατάστατων Αμερικανίδων».
Βασιλης Κατσικονουρης Συγγραφεας

«Αν τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 το θεατρικό έργο ήταν κυρίως πολιτικό λόγω των τότε μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, σήμερα δεν βλέπω κάτι ανάλογο. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεματολογία»

Γιαννης Μαυριτσακης Συγγραφεας

«Ισως η πραγματικότητα να είναι μια μυθοπλασία που εξωραΐζουμε μες στο μυαλό μας. Ισως, η συγγραφή να είναι το σημείο όπου συναντιέται το παρελθόν με το μέλλον μέσα
από την παροντικότητά μας»

Ακύλλας Καραζησης, Ηθοποιος, σκηνοθετης, συγγραφεας

info
• «Το γάλα» του Β. Κατσικονούρη, Βασιλάκου (Πλαταιών & Πρ. Δανιήλ, Μεταξουργείο, τηλ. 210-3467735).
• «Καλιφόρνια Ντρίμιν» του Β. Κατσικονούρη, Χυτήριο (Ιερά Οδός 44, τηλ. 210-3412313).
• «Wolfgang» του Γ. Μαυριτσάκη, Εθνικό – Σύγχρονο Θέατρο (Ευμολπιδών 41, Γκάζι, τηλ. 210-3455020).
• «Λισαβόνα» του Α. Νικολή, Στοά (Μπισκίνη 55, 210-7702830. Φεβρουάριος 2009).
• «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς: Cannabis Indicae / Patria Greca» του Α. Καραζήση, Εθνικό – Σύγχρονο Θέατρο (από 21/02/09).

• «Μεταβατικό στάδιο» της Λ. Διβάνη, Εθνικό Θέατρο– Αναλόγια (άνοιξη 2009).

ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή, 14.12.08

Βραβείο πολιτικού θεάτρου στον «Στάλιν»

Ακούστηκε, συζητήθηκε, δίχασε. Ο «Στάλιν» των Μιχαήλ Μαρμαρινού και Ακύλλα Καραζήση, μία από τις πιο αμφιλεγόμενες παραστάσεις του περασμένου χειμώνα, απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο στο 7ο Φεστιβάλ «Η πολιτική στο ελεύθερο θέατρο», που διοργανώθηκε από τις 13 έως τις 23 Νοεμβρίου στην Κολωνία. Το βραβείο συνοδεύεται από επιχορήγηση 15.000 ευρώ για να χρηματοδοτήσει μελλοντική περιοδεία της παράστασης στη Γερμανία.

Η παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου συναγωνίστηκε 16 διεθνείς παραγωγές σ’ ένα φεστιβάλ το οποίο διοργανώνεται κάθε δύο χρόνια και σε άλλη πόλη, με τη συμμετοχή σχημάτων κυρίως από γερμανόφωνες χώρες. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης της κριτικής επιτροπής, η ελληνική παραγωγή «κατόρθωσε κάτι που προσδοκούμε τόσο από την πολιτική όσο και από το θέατρο: να μας παίρνουν στα σοβαρά, να μη μας αφαιρούν τον λόγο, να δημιουργούν ένα όραμα συνύπαρξης και να υπερβαίνουν τα όρια, όρια κοινωνικά, αισθητικά, παραδοσιακά». Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και ο Ακύλλας Καραζήσης αντιμετώπισαν τον σταλινισμό και το θέατρο ως συγγενή ιδεολογικά συστήματα. «Και τα δύο διαθέτουν θεατρικότητα, και τα δύο επιβάλλουν ρόλους, και τα δύο αποφασίζουν τι ισχύει ως αληθινό και τι όχι. Τα όρια ανάμεσα στο κοινό και τη στέγη, στον κινηματογράφο και στο θέατρο, ανάμεσα στους ηθοποιούς και τους “επισκέπτες”, ανάμεσα στο κείμενο και στη ζωντανή συζήτηση καταργούνται».

Εξάγουμε τον «Στάλιν»

Το «φάντασμα» του Στάλιν, μετά την Αθήνα, ξαναζωντάνεψε στην παγωμένη Κολωνία. Η παράσταση «Στάλιν-μια συζήτηση για το ελληνικό θέατρο», ευφάνταστη συλλογική δουλειά του Μιχαήλ Μαρμαρινού και του Ακύλλα Καραζήση, που ανέβηκε πέρσι στο Εθνικό Θέατρο, συμμετείχε στο 7ο Φεστιβάλ της Κολονίας. Τίποτα δεν χαρίζεται τυχαία και αναίτια. Ο Ελληνας «Στάλιν» ταίριαζε «γάντι» στη γερμανική διοργάνωση. Απόδειξη η θεματική της: «Η πολιτική στο ελεύθερο θέατρο». Φυσικά και τα υπόλοιπα 16 σχήματα απ’ όλο τον κόσμο που μετέχουν (έως τις 23 του μήνα) συνδέουν την τέχνη με το πολιτικό.

ΙΩ. Κ., Ελευθεροτυπία, 25/11/2008