Category Archives: Καμτσής Νίκος

Samuel Beckett: Το τέλος του παιχνιδιού

Από την Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009. Κάθε μέρα εκτός Τρίτης & Τετάρτης

Τo κορυφαίο εμβληματικό έργο του Samuel Becket – έργο σταθμός για τον 20o αιώνα – θα αποτελέσει την κεντρική μεγάλη παραγωγή του ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ. Η Προσέγγιση της συνείδησης μας και του εσώτερου εαυτού μας σε έναν χρόνο «μετά». Μοναχικοί και αιώνιοι οι ήρωες του Μπέκετ είναι κλεισμένοι σε ένα ασφυκτικό αδιέξοδο δωμάτιο-φυλακή. Περιμένουν. Αλλά ούτε και αυτοί μπορούν να συγκεκριμενοποιήσουν και να ορίσουν το τι περιμένουν. Μας αφήνουν έτσι ελεύθερους να υποθέσουμε ότι δεν μπορούν να περιμένουν τίποτα άλλο από το θάνατο. Σε προχωρημένη ψυχική και υπαρξιακή αποσύνθεση οι τέσσερεις ήρωες του Μπέκετ βλέπουν από ένα μικρό παράθυρο τον έξω κόσμο έντρομοι. Έξω επικρατεί το απόλυτο τίποτα και έτσι η παραμικρή κίνηση τους τρομοκρατεί.

Μετάφραση : Κωστής Σκαλιόρας. Σκηνοθεσία-σκηνικό : Νίκος Καμτσής. Κοστούμια : Μίκα Πανάγου. Μουσική : Κώστας Χαριτάτος. Παίζουν : Πολύκαρπος Πολυκάρπου, Κώστας Μπάρας, Ναταλία Στυλιανού, Πάνος Ροκίδης

Τόπος Αλλού: «Το φεγγάρι που ματώνει» του Νίκολας Καζάν, σε σκηνοθεσία του Νίκου Καμτσή

Σκηνή από το «Φεγγάρι που ματώνει» του Νίκολας Καζάν, που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Νίκου Καμτσή

Σκηνή από το «Φεγγάρι που ματώνει» του Νίκολας Καζάν, που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Νίκου Καμτσή

Ενα από τα πιο δυνατά έργα του σύγχρονου αμερικανικού ρεαλισμού «Το φεγγάρι που ματώνει» του Νίκολας Καζάν, σε σκηνοθεσία του Νίκου Καμτσή, κάνει πρεμιέρα απόψε στο θέατρο «Τόπος Αλλού». Στη σύγχρονη Νέα Υόρκη, η Μάνια, μια λαμπερή, έξυπνη, όμορφη κοπέλα, επισκέπτεται με τον θείο της έναν φίλο του. Η φαινομενικά αθώα επίσκεψη και γνωριμία καταλήγει σε έναν στυγνό βιασμό μέσα στο διαμέρισμα του φίλου, όταν ο θείος με μια πρόφαση αποχωρεί.

Η κατάληξη αυτή ήταν προσχεδιασμένη. Ύστερα από έναν χρόνο, η Μάνια καλεί στο δικό της σπίτι τώρα τον βιαστή της και τον θείο της για ένα δείπνο φιλίας και επανασύνδεσης. Ο Καζάν, γνωστός σεναριογράφος του Χόλιγουντ, γράφει τραγωδία με σύγχρονους ρεαλιστικούς όρους. Στο πρώτο μέρος ο συγγραφέας με μαεστρία και δεξιοτεχνία παρουσιάζει τους στρατηγικούς ελιγμούς του αρσενικού, του κυνηγού, να στήσει την παγίδα του και να πιάσει το θύμα του για να εκτονώσει τη λίμπιντο αλλά και τη βία που επίσης λιμνάζει μέσα του και ζητάει να εκτονωθεί και να εκφραστεί.

Στο δεύτερο μέρος είναι η σειρά του καλού να αντιδράσει και να δείξει ότι και αυτό έχει ένα τέτοιο βίαιο πρόσωπο που μπορεί να το χρησιμοποιήσει. Μπροστά στις ορδές των διαβόλων αντιτάσσονται οι στρατιές των αγγέλων. Η Μάνια μπορεί να μεταμορφωθεί από αγνό θύμα σε αράχνη και να αποδώσει τα… δέοντα. Τη μετάφραση του έργου υπογράφει η Γωγώ Ατζολετάκη, το σκηνικό και τα κοστούμια η Μίκα Πανάγου, τη μουσική ο Κώστας Χαριτάτος. Τους ρόλους ερμηνεύουν οι Λευτέρης Ζαμπετάκης, Μάρλεν Σαϊτη, Δημήτρης Κανέλλος.

Ο κακός «καλός κόσμος»

Εκείνος είναι ηλικιωμένος και αφελής. Εκείνη νέα, όμορφη και άπιστη. Το σχήμα αποτελεί μοτίβο που ο Μολιέρος διαπραγματεύεται στο πλούσιο ρεπερτόριό του με πολλές και ποικίλες παραλλαγές. Σ’ αυτή τη δραματουργία ανήκει και ο «Ζορζ Νταντέν» που ανεβάζει ο Νίκος Καμτσής στο θέατρο «Τόπος Αλλού» ύστερα από αναβολές της πρεμιέρας λόγω των γεγονότων στο κέντρο της Αθήνας. Το έργο αφορά το χρονικό της απόλυτης γελοιοποίησης και του εξευτελισμού κάποιου που έκανε το λάθος να παντρευτεί με το αζημίωτο «μια δεσποσύνη του καλού κόσμου». Ο «Νταντέν» γράφτηκε το 1668, εκατό χρόνια πριν από τη Γαλλική Επανάσταση κι ενώ η αστική τάξη, καταπιεζόμενη ακόμα από την αριστοκρατία, προσπαθούσε να αποκτήσει μορφή.

Η ιστορία αφορά το όνειρο ενός πλούσιου αγρότη (Δημήτρης Οικονόμου) που επιθυμεί απεγνωσμένα να μπει στην αριστοκρατική τάξη. Κι επειδή η περιουσία του δεν είναι αρκετή για ν’ ανοίξουν οι πόρτες του παραδείσου, θα αγοράσει τίτλους και θα παντρευτεί την Αγγελική, μια νεαρή και όμορφη αριστοκράτισσα (Ναταλία Στυλιανού), πλην ξεπεσμένη οικονομικά. Ελα όμως που το χρήμα του ανερχόμενου αστού δεν φτάνει για να ξεπληρώσει τη μεγάλη τιμή που του έκανε η Αγγελική συναινώντας στο γάμο… Τίποτα λοιπόν δεν την εμποδίζει να τον απατά, να τον εμπαίζει, να τον εξουθενώνει στα τερτίπια -με την υποκριτική δεινότητα που έχει μάθει να παίζει στα δάχτυλα ως γνήσιο τέκνο της τάξης της- μέχρι την οριστική του εξόντωση.

Στη σκηνή εξελίσσεται ένας αγώνας ανάμεσα στα προσχήματα και την αλήθεια. Ο Νταντέν βλέπει με τα μάτια του την Αγγελική να τον κερατώνει με τον Κλιτάντρ (Λευτέρης Ζαμπετάκης), όμως, αν δεν το αποδείξει, το γεγονός και η προσβολή δεν ισχύουν… Κανείς δεν τον πιστεύει γιατί δεν μπορεί να στηρίξει την κατηγορία με ντοκουμέντα. Αλλά κι όταν έχει τις αποδείξεις, η αγία αριστοκρατική οικογένεια θα κάνει το μαύρο άσπρο. Με τα αριστοκρατικά πεθερικά (Ασπασία Πίκου-Πάνος Ροκίδης) και την Αγγελική συντάσσονται και οι υπηρέτες, υπερασπιζόμενοι τον κώδικα των προσχημάτων. Είδωλο της κυρίας της, η παμπόνηρη Κλοντίν (Μαρίνα Δανέζη) συνεργάζεται για να στήσει τις μηχανές που θα φέρνουν κάθε φορά τον αξιοθρήνητο Νταντέν σε αδιέξοδο. Μόνον ο Λουμπέν (Χρύσανθος Παύλου), υπηρέτης του Κλιτάντρ, είναι ο τυπικός «μπούφος», ενθουσιώδης και αφελής.

Η παράσταση του Νίκου Καμτσή δεν περιορίστηκε στο φαρσικό επίπεδο του έργου. «Σε υπαρξιακό επίπεδο ο ήρωας είναι ένα τραγικό πρόσωπο. Ο Νταντέν είναι ένας άνθρωπος που θέλει να τακτοποιηθεί όχι μόνον κοινωνικά αλλά και προσωπικά. Ψάχνει τρόπους για να καλύψει τη μοναξιά του. Αγοράζει τίτλους για να γίνει αριστοκράτης, παρ’ όλο που ξέρει ότι δεν έχουν κοινωνικό αντίκρισμα. Τα παιδιά του, αν κάνει, θα γίνουν αριστοκράτες, εκείνος όμως ποτέ. Η παράσταση αξιοποίησε το κοινωνικό στοιχείο περισσότερο απ’ ό,τι υπόσχεται το έργο. Γι’ αυτό ζήτησα καινούρια μετάφραση από τον Ανδρέα Στάικο. Με ενδιέφερε να εμφανίσω τον Νταντέν ως πρόδρομο της αστικής επανάστασης, να δείξω πόσο το πλασματικό, το υπερφίαλο της αριστοκρατίας μπορούσε να συνθλίψει κάθε φωνή σύνεσης, λογικής, ηθικής. Η αλαζονική συμπεριφορά, το γρανιτένιο πρόσχημα κι όχι η πραγματικότητα αποτελούσε πάντα το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της τάξης των ευγενών».

Την παράσταση συνοδεύουν ένας πιανίστας (Γιάννης Παπλωματάς) και μια τραγουδίστρια (Κατερίνα Μπαλαμώτη), υπογραμμίζοντας τις δραματικές κορυφώσεις (μουσική Κώστα Χαριτάτου) που αφορούν τον θρίαμβο του ψεύδους της οικογένειας Ντε Σοτανβίλ ή τη συντριβή του Νταντέν. Τα κοστούμια φέρουν στοιχεία εποχής, ενώ το σκηνικό (Μίκα Πανάγου) δεν αποτυπώνει το σπίτι του Νταντέν. Όλα συμβαίνουν σ’ ένα θεατρικό τοπίο, σκηνή-θεωρεία, όπου οι ηθοποιοί μπαίνουν και βγαίνουν συνεπείς στο θέατρο του παραλόγου, στο ψεύτικο και συμβατικό της συνθήκης όπου συντελείται το δράμα του ζηλιάρη και άφρονος Ζορζ Νταντέν…

Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 04/01/2009