Category Archives: Καμπανέλλης Ιάκωβος

Το Θέατρο Τέχνης γιορτάζει

  • Επτά, Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011
  • ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ

Με το έργο «Ο δρόμος περνάει από μέσα» αποφάσισε το Θέατρο Τέχνης, στα εβδομήντα χρόνια λειτουργίας του (1942-2012), να τιμήσει τη μνήμη του Ιάκωβου Καμπανέλλη, συγγραφέα που συνέδεσε στενά τη δημιουργία του με το συγκεκριμένο θέατρο.

Αλέξανδρος Πέρος, Αλίκη Αλεξανδράκη, Μαρία Ασλάνογλου, Γιάννης Φέρτης  και Γιάννης Δρακόπουλος στην παράσταση  «Ο δρόμος περνάει από μέσα» σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου.

Αλέξανδρος Πέρος, Αλίκη Αλεξανδράκη, Μαρία Ασλάνογλου, Γιάννης Φέρτης και Γιάννης Δρακόπουλος στην παράσταση «Ο δρόμος περνάει από μέσα» σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου.

Το έργο, που γράφτηκε το 1990 και πρωτοπαίχτηκε την ίδια χρονιά από τον θίασο της Μαριέττας Ριάλδη, σε σκηνοθεσία του ίδιου του Ιάκωβου Καμπανέλλη, μόλις ανέβηκε στο «Υπόγειο», σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου, σκηνικά-κοστούμια Ελλης Παπαγεωργακοπούλου, μουσική Μαρίνας Χρονοπούλου.

Με όχημα μια φαινομενικά απλή ιστορία, ο συγγραφέας σκιαγραφεί ένα πεδίο σύγκρουσης αρχών και αξιών, μια μάχη ανάμεσα στον παλιό, εύθραυστο κόσμο που υποχωρεί και σε κείνον που έρχεται αδίστακτος, ακαλλιέργητος και σαρωτικός στο πέρασμά του. Χωρίς να λείπουν τα κωμικά στοιχεία, οι ήρωες είναι πρόσωπα ζωντανά, αναγνωρίσιμα γύρω μας. Είναι άνθρωποι που μεγάλωσαν με το όνειρο της «αρπαχτής» για να καταλήξουν χαμένοι, μπερδεμένοι και απογοητευμένοι από το κυνήγι του μεγάλου ονείρου.

«Η απληστία, κυρίαρχο στοιχείο της κοινωνίας των τελευταίων δεκαετιών, βρίσκεται στο επίκεντρο του έργου» λέει ο Δ. Χρονόπουλος. «Δυο άνθρωποι, ο καθένας από τη δική του ταξική πλευρά, προσπαθούν να κερδίσουν υλικά οφέλη από έναν κόσμο στηριγμένο σε αξίες και αρχές. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού επιμένει να φυλάττει τις μνήμες που έχουν αφήσει οι νεκροί και αποτυπώνονται στους χώρους, τα έπιπλα, τις φωτογραφίες, τα μικροαντικείμενα. Οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν δεν λησμονιούνται τόσο εύκολα. Ο κυνισμός των ζωντανών να εξαφανίσει κάθε ίχνος από το πέρασμά τους στη ζωή κάποια στιγμή θα τιμωρηθεί. Οπου κι αν καταλήγει αυτός ο Δρόμος, σίγουρα περνάει από μέσα μας». Συνέχεια

Advertisements

Η αυλή των θαυμάτων στα Μέγαρα

Την Δευτέρα 28 Νοεμβρίου στις 8 η ώρα το βράδυ θα λάβει χώρα η πρεμιέρα του θεατρικού έργου του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Αυλή των Θαυμάτων», που οργανώνει ο Δήμαρχος Μεγαρέων Ιωάννης Μαρινάκης με τον Πρόεδρο της ΔΗΚΕΔΗΜΕ Θανάση Δρένη, σε ένα δράμα επίκαιρο όσο ποτέ και διαχρονικό τα μέγιστα!

Η αυλή των θαυμάτων

Η μετανάστευση, η φτώχεια, η ανεργία, τα αιώνια προβλήματα των Ελλήνων, που ζώντας σε μια μικρή κοινωνία μέσα σε μια αυλή ως νοικάρηδες, τα διαβιούν στο έπακρο. Τα κουτσομπολιά η ανεργία και η ανέχεια, συντελούν σ΄ αυτό.

Παρασύρονται στην δίνη της φτώχειας ζώντας όλοι ένα αβέβαιο «σήμερα» χωρίς τίποτε αν προδικάζει πως υπάρχει «αύριο»…

Στην παράσταση θα παρευρεθεί η κόρη του μεγάλου εκλιπόντος διακεκριμένη Σκηνογράφος Κατερίνα Καμπανέλλη καθώς και άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών.

Τέλος στο Αφιέρωμα αυτό στον Ιάκωβο Καμπανέλη συμμετέχουν ερασιτέχνες ηθοποιοί Μεγαρίτες της θεατρικής ομάδας «ΣΟΥΣΑΡΙΩΝ», που κάτω από τις σκηνοθετικές οδηγίες του Νίκου Ηλιόπουλου ζωντανεύουν τους ήρωες της «Αυλής των Θαυμάτων»!

Να σημειωθεί πως η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό.

Καλλιτέχνης είναι και ο τσαγκάρης

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, η ζωή του, η τέχνη, το θέατρο, η Ελλάδα, σε μια αδημοσίευτη συνέντευξή του στην «Κ»

  • Της Βασιλικης Χρυσοστομιδου, Η Καθημερινή, Kυριακή, 3 Aπριλίου 2011

Η «Κ» δημοσιεύει σήμερα μια συνέντευξη που δεν δημοσιεύθηκε όσο ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ήταν εν ζωή – άφησε την τελευταία του πνοή την περασμένη Τρίτη 29 Μαρτίου, στα 89 του χρόνια. Με αυτήν την ανέκδοτη έως σήμερα συζήτηση, μια εξομολόγηση αυτοβιογραφική και χωρίς τετριμμένα λόγια, έχουμε την ευκαιρία να αποχαιρετίσουμε έναν σπουδαίο άνθρωπο, με έντονο και εξαιρετικά σημαντικό δημόσιο λόγο, έναν συγγραφέα που ανανέωσε το σύγχρονο ελληνικό θέατρο.
Σε εκείνη τη συνέντευξη, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης είχε ξεκινήσει με αυτά τα λόγια: «Λάβετε υπόψη σας ότι είμαι… αρκετά γνωστός. Δεδομένου ότι τα γεγονότα της ζωής μας είναι μοναδικά, αναγκάζομαι να λέω τα ίδια και τα ίδια. Αν με ρωτήσετε, για παράδειγμα, “πώς σας ήρθε να βγείτε στο θέατρο;”, θα χρειαστεί να πω κάτι χιλιοειπωμένο, που είναι γραμμένο παντού. Με συγχωρείτε αν σας δημιουργώ δυσκολίες, αλλά θα έχει βαρεθεί πια ο κόσμος να μας ακούει. Η αλήθεια είναι πως, όταν μου ζητούν μια συνέντευξη, λέω “ναι”, όμως το κάνω από αδυναμία να αρνηθώ. Γι’ αυτό, φροντίστε σας παρακαλώ, να μην επαναληφθώ».
– Αν ανατρέξετε στην παιδική σας ηλικία, ποια στιγμιότυπα σάς έρχονται πρώτα στο μυαλό; – Πάντα πηγαίνει ο νους μου στο αγαπημένο μας παιχνίδι: να φτιάχνουμε καραβάκια. Το μέρος όπου μεγάλωσα, η Χώρα της Νάξου, είναι παραθαλάσσιο. Επειδή τότε δεν είχαμε ούτε καν μία μπάλα για ποδόσφαιρο, τα παιχνίδια μας ήταν πάντα με τη Φύση και πάντα τα φτιάχναμε μόνοι μας. Πηγαίναμε σε μια ακρογιαλιά – Ορώντα έλεγαν το μέρος. Ηταν η «αποθήκη» των υλικών μας εκεί. Χρησιμοποιούσαμε τα ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα. Παίρναμε ένα κομμάτι σανίδι, το κόβαμε λίγο, το διορθώναμε. Ενα κομμάτι από τενεκεδοκούτι έμπαινε στην πρύμνη, για τιμόνι. Πανιά ήταν τα φτερά από τα κοράκια συνήθως, άλλες φορές από γλάρους. Ετοιμο το καραβάκι μας. Το ρίχναμε στη θάλασσα και, ανάλογα με τον καιρό, πιστεύαμε ότι το έβρισκαν παιδιά από τη Μύκονο ή την Πάρο απέναντι. Αυτή είναι μια εικόνα που μου έρχεται πάντα στο μυαλό. Οπως και ένα άλλο παιχνίδι που κάναμε: πηγαίναμε σε ένα λόφο κοντά στη θάλασσα που ανέφερα πριν και σκάβαμε αυλάκια – κάτι λαγούμια, στενά μεν, αλλά με μεγάλο μήκος. Στη συνέχεια, τα σκεπάζαμε από πάνω με χώμα, φύλλα ή ό,τι άλλο βρίσκαμε. Ηταν για να κυκλοφορούν το χειμώνα, οι σαύρες και τα μυρμήγκια, χωρίς να βρέχονται. Αισθανόμασταν ότι κάνουμε κάτι σημαντικό έτσι – δεν ήταν μόνο για να περάσει η ώρα…
– Γιατί ξεχωρίζετε τα συγκεκριμένα παιχνίδια; – Επειδή δίνουν μια προέκταση σ’ αυτό που γίνεται: το καραβάκι που δεν πλέει απλώς αλλά που το βλέπαμε να φεύγει, να πηγαίνει κάπου, που πιθανόν είχε κάποιον παραλήπτη. Ή τα αυλάκια για τα μυρμήγκια και τις σαύρες είχαν μια συνέχεια, μια χρήση. Ηταν, δηλαδή, παιχνίδια που δεν τελείωναν στο φτιάξιμό τους.
– Ησασταν μαθητής του δημοτικού και ο δάσκαλός σας πρόβλεψε ότι θα γίνετε συγγραφέας. Ακούγοντάς το, εσείς αντιδράσατε με κλάματα. Γιατί; – Ημουν στην τρίτη δημοτικού. Αγαπούσα πολύ τον δάσκαλό μου. Ηταν ένας ψηλός και εύρωστος άνδρας, ο οποίος όμως, είτε σου έλεγε μια καλή κουβέντα είτε σε μάλωνε, είχε τον ίδιο βαρύ τόνο στη φωνή του. Κι αν δεν καταλάβαινες ακριβώς τις λέξεις που χρησιμοποιούσε, παιδευόσουνα να δεις αν σε έχει επαινέσει ή αν σε έχει επιπλήξει. Εχοντας διακρίνει στις εκθέσεις μου κάποια πράγματα που του άρεσαν, μου είπε με τον κατηγορηματικό τρόπο που περιέγραψα: «Εσύ θα γίνεις συγγραφέας». Εγώ δεν ήξερα τι σημαίνει αυτή η λέξη. Το μυαλό μου πήγε στο ότι θα γίνω «αχθοφόρος» ή «σκουπιδιάρης». Λέω «κάτι κακό» θα είναι κι έβαλα τα κλάματα…

  • Η αγάπη για το βιβλίο

– Πώς ξεκίνησε αυτή η «ιστορία αγάπης» για τα βιβλία; – Εξωσχολικά βιβλία δεν είχαμε ως παιδιά – το πολύ πολύ να ξαναδιαβάζαμε το βιβλίο της Ιστορίας ή των Θρησκευτικών. Οταν ήμουν περίπου 11 ετών, κάποια οικογένεια με παιδιά –ακροσυγγενείς μας– ήρθε να παραθερίσει στη Νάξο και τα παιδιά κουβάλησαν ολόκληρη παιδική βιβλιοθήκη μαζί τους: Πηνελόπη Δέλτα, Ιούλιο Βερν, Διάπλαση των Παίδων… τέτοια. Δανείστηκα μερικά, μου χάρισαν και κάποια φεύγοντας. Τα τρία ή τέσσερα βιβλία που απέκτησα τότε ήταν θησαυρός!
– Να περάσουμε στην εμπειρία της Γερμανίας… – Οχι στη Γερμανία. Σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Το οποίο ήταν γερμανικό.
– Θα περίμενε κανείς να έχετε υιοθετήσει μια εικόνα ματαιότητας των πραγμάτων, μια αίσθηση του πεπερασμένου της ανθρώπινης ύπαρξης. Ισχύει κάτι τέτοιο; – Φυσικά υπάρχει η αίσθηση της ματαιότητας. Δεν ήταν μόνο ότι ήσουν αυτόπτης μάρτυρας ενός αδιανόητου εγκλήματος, αλλά ότι κάθε στιγμή εκεί μέσα ήσουν μελλοθάνατος. Βγαίνοντας, όχι μόνο ωριμάσαμε, αλλά και γεράσαμε πρόωρα. Δεν ήταν «στρατόπεδα συγκεντρώσεως» αλλά «εξοντώσεως»: τερατώδη εγκλήματα, που κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα προϋπέθεταν αιώνες για να γίνουν, εδώ τα ζούσες «κονσομέ», συμπυκνωμένα.
– Η φαντασία λειτούργησε σαν σανίδα σωτηρίας στη διάρκεια της παραμονής σας εκεί; – Η φαντασία πάντα βοηθάει. Εχοντας διαβάσει τόσα βιβλία, το μυαλό μου έβρισκε διεξόδους. Η νιότη μου ήταν το άλλο που με προστάτευε. Ημουν μόνο 21–22 ετών. Οπως όλοι οι νέοι, που διανύουν μια περίοδο τυχοδιωκτισμού, με διέκρινε μια επιπολαιότητα, ονειρευόμουν ότι θα επιζήσω, θα κάνω ό,τι θέλω. Δεν ήμουν ένας 45άρης ή 50άρης, ο οποίος ένιωθε όμηρος της σκέψης για την οικογένειά του.
– Με ποιο τρόπο ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας; Μόνο μέσα από τα βάσανα και τις αγωνίες; – Δεν ξέρω αν υπάρχει απάντηση ή αν ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας μόνο μέσα από τα έντονα πράγματα. Γιατί μπορεί μια παρατήρηση ψυχρή να αποκαλύψει πράγματα που δεν θα αποκάλυπτε ένα συναίσθημα – ένας πόνος ή μια τεράστια χαρά. Αλλωστε, υπάρχουν εγγυήσεις γι’ αυτό; Εγώ αμφιβάλλω αν έχω βρει τον εαυτό μου…

  • Καμαρώνω πολύ που είμαι Ελληνας

– Σε ποιο βαθμό θεωρείτε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να επηρεάσει τη ροή των κοινωνικών πραγμάτων; – Νομίζω ότι ο κάθε άνθρωπος μπορεί να την επηρεάσει. Να αλλάξει τον κόσμο, αποκλείεται. Σκεφθείτε ότι τόσοι, σπουδαίοι άνθρωποι πέρασαν από την ανθρωπότητα, αλλά ο κόσμος δεν άλλαξε. Μην έχουμε, όμως, πάντα στο μυαλό μας τον «μεγάλο ζωγράφο» ή τον «μεγάλο μουσικό». Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει κάτι.
– Λένε πως η εξέλιξη έρχεται μέσα από την ανατροπή. Τι σημαίνει για σας ανατροπή; – Η ιστορία προχωράει και κινείται με κάποιους δικούς της νόμους. Οι ανατροπές εντάσσονται σ’ αυτήν τη διαδρομή. Το κακό είναι ότι, ενώ αυτές οι ανατροπές στο ιστορικό γίγνεσθαι είναι γεμάτες ιδανικά και ρομαντισμό, αφού ολοκληρωθεί η ανατροπή, γίνεται καθεστώς κι αρχίζει η διαφθορά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο Ναπολέων, ο οποίος μετά τη Γαλλική Επανάσταση, πήρε μόνος του το στέμμα από τα χέρια του αρχιεπισκόπου και το φόρεσε. Ακολούθησαν οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, αιματοκυλίστηκε η Ευρώπη και εδραιώθηκε η θέση των βασιλιάδων, με αποτέλεσμα να μη σαλεύει ρουθούνι για την ελευθερία.
– Τι σημαίνει για σας Ελλάδα; Θα μου δώσετε μερικές λέξεις ή εικόνες αντιπροσωπευτικές; – Τα παιχνίδια που ανέφερα, οι γονείς μου, η υπέροχη γλώσσα μας, η ομορφιά αυτού του τόπου που δυστυχώς καταστρέφεται, η καταπληκτική μυθολογία και η ιστορία της, πράγματα που αποτελούν και το ατομικό μου παρελθόν.
– Καθώς μιλούσατε για τη γλώσσα, διέκρινα μια σπίθα στα μάτια σας… – Ναι, καμαρώνω πάρα πολύ που είμαι Ελληνας. Και έχουμε μια μεγάλη περιουσία, την οποία δεν διαχειριζόμαστε καλά. Σκεφθείτε το εξής: πηγαίνεις στο τελευταίο χωριό της Ελλάδας και βλέπεις την αγράμματη κυρούλα, να πηγαίνει την Κυριακή στην εκκλησία, να ακούει τα Ευαγγέλια που γράφτηκαν τον πρώτο αιώνα μετά Χριστόν και να καταλαβαίνει. Πόσοι λαοί σ’ αυτό τον πλανήτη έχουν το χάρισμα αυτής της κυρούλας; Λοιπόν, αυτή τη σπουδαία γλώσσα μιλάμε, αλλά δυστυχώς την αφήνουμε να κακοποιείται – είτε μέσα από τη λανθασμένη χρήση της, είτε μέσα από το περιορισμένο λεξιλόγιο, είτε ακόμη και χρησιμοποιώντας ξένες λέξεις στη θέση των ελληνικών. Είναι σαν να μην καμαρώνεις επειδή ο μπαμπάς σου ήταν κάποιος σπουδαίος άνθρωπος.

  • Το ταλέντο δεν επαρκεί

– Ποια η διαφορά ανάμεσα στον ηθοποιό και τον καλλιεργημένο ηθοποιό; – Αν είναι καλός ηθοποιός, καμία. Ομως, το ταλέντο δεν τον καθιστά επαρκή. Πρέπει να διαβάζει, να μορφώνεται, να ενημερώνεται.
– Καλλιτέχνης ποιος είναι; – Κάποτε, στη Νάξο, είχαμε πάει εκδρομή. Μπήκαμε σε ένα μιτάτο –μιτάτα είναι οι στάνες που φτιάχνουν και τυρί μέσα οι βοσκοί– και ζητήσαμε να πάρουμε τυρί. Ο βοσκός μάς έδωσε, προειδοποιώντας μας ότι «αυτό το τυρί δεν είναι πολύ καλό». Πιάνουμε την κουβέντα. Κλαίγοντας σχεδόν, μας εξομολογήθηκε το παράπονό του: «Δεν μ’ αφήνουν πια να κάνω το καλό τυρί!» – προφανώς για να τελειώνει πιο γρήγορα η δουλειά ή να βγαίνουν περισσότερα χρήματα. Μέγας καλλιτέχνης αυτός. Οπως καλλιτέχνης είναι ο τσαγκάρης που φτιάχνει τα «γαμπρικά» παπούτσια. Καλλιτέχνης είναι αυτός που επιδιώκει να κάνει το «ωραίο», το «καλύτερο». Και δεν χρειάζεται να τον αναζητούμε πάντα στις «φίρμες».

  • Υπήρχε προδιάθεση

– Θεωρείτε ότι υπάρχει μια μαγική στιγμή, που γίνεται ένα κλικ και βγαίνει το ταλέντο; – Με κλικ, όχι. Υπάρχει μια προδιάθεση, ακόμη και εν αγνοία του ίδιου του ατόμου. Ερχεται ο Καμπανέλλης από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, μπαίνει σε ένα θέατρο και κατασυγκινείται, επειδή βλέπει κάτι ανθρώπους που ζουν το δραματάκι τους. Ανακάλυψα τότε τη δύναμη της τέχνης, τη δύναμη του μεγαλοφυούς θεατρικού ψεύδους. Υπήρχε όμως ένα υπόβαθρο: Είχα διαβάσει πολλή λογοτεχνία, ήξερα Ντοστογιέφσκι απ’ έξω. Δεν μπήκα στα καλά καθούμενα σ’ ένα θέατρο κι έγινε ό,τι έγινε.

Ο πατριάρχης της απλότητας

  • Επτά, Κυριακή 3 Απριλίου 2011 ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης δεν φοβόταν τον θάνατο. Κόντευε τα 80 όταν το δήλωνε, αλλά δεν μπορούσες παρά να τον καμαρώσεις, βλέποντάς τον δημιουργικό και ακμαίο, ν’ ανυπομονεί να δει την «Κωμωδία» του επί σκηνής.   Ηταν το καλοκαίρι του 2002, τότε που ο Γιώργος Μιχαηλίδης ετοιμαζόταν να παρουσιάσει στο Ηρώδειο αυτήν την ξεκαρδιστική του σάτιρα, που εκτυλίσσεται στον Αδη, κι όπου οι νεκροί πολιτεύονται, χρηματίζονται, διασκεδάζουν και καταλώνουν αφειδώς, όπως και στην προηγούμενη ζωή. «Ειλικρινά δεν τον φοβάμαι» μας διαβεβαίωνε: «Ισως επειδή έζησα καθημερινά μαζί του, κρατούμενος στο Μαουτχάουζεν. Εκεί που βρισκόμουν, οι πιθανότητες να βγεις ζωντανός ήταν μία στις εννιά… Αυτή η εμπειρία μού άφησε μια αίσθηση ματαιότητας που ουδέποτε μ’ εγκατέλειψε, αναξάρτητα από τις φιλοδοξίες μου. Αν φοβάμαι κάτι, είναι ο κακός θάνατος, αυτός που σε διασύρει…» Γεννημένος στη Νάξο τον Δεκέμβριο του 1922, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έμελλε να περάσει τους τελευταίους μήνες της ζωής του στο «Μητέρα», ταλαιπωρούμενος από νεφρική ανεπάρκεια. Εκεί ξεψύχησε την περασμένη Τρίτη, αφήνοντας ένα κενό που δύσκολα θα συμπληρωθεί. Γόνος πολυμελούς οικογένειας που για οικονομικούς λόγους μετεγκαστάθηκε το 1935 στη Νίκαια, ο «πατριάρχης του νεοελληνικού θεάτρου» αναγκάστηκε από μικρός να εργάζεται την ημέρα και να σπουδάζει τα βράδια σε τεχνική σχολή. Τη δίψα του για μόρφωση την κάλυπτε νοικιάζοντας μεταχειρισμένα βιβλία από τα παλαιοβιβλιοπωλεία… Οταν όμως εξελέγη παμψηφεί μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, είχε να το παινεύεται: «Μπορεί να μην έχω απολυτήριο γυμνασίου, αλλά ήμουν πιο διαβασμένος από πολλούς πτυχιούχους της εποχής μου. Θα ‘θελα βέβαια να γνωρίζω αρχαία ελληνικά ή να έχω μια προπαίδεια στα φιλοσοφικά ζητήματα. Εκεί οι σπουδές σε πάνε ακόμα πιο βαθιά. Η ζωή ωστόσο ενός θεατρανθρώπου συνδέεται αναγκαστικά με τους χιλιάδες χαρακτήρες του παγκόσμιου δραματολογίου. Εγώ έζησα και με αυτόν τον κόσμο, αντλώντας άπειρα διδάγματα. Και μέσα απ’ αυτό το υπερπανεπιστήμιο, το υπερταμείο βιωμάτων, καθοδηγήθηκα στο να ερμηνεύσω φαινόμενα και κοινωνικά και υπαρξιακά». Ο Καμπανέλλης σαγηνεύτηκε από το θέατρο, αφού είχε ήδη βιώσει την εμπειρία του εγκλεισμού στο ναζιστικό στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν, «ανταμοιβή» για την αντιστασιακή του δράση επί Κατοχής, η οποία αποτυπώθηκε στο ομώνυμο βιβλίο του και μπήκε στα χείλη όλων μας χάρη στους μελοποιημένους στίχους του από τον Μίκη Θεοδωράκη. Ηταν χάρη στις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Κουν, τον χειμώνα του ’45, που ανακάλυψε τον εαυτό του και τον προορισμό του σ’ αυτή τη ζωή. Τι αναζητούσε όμως, κυρίως, όταν ξεκινούσε να γράφει θέατρο ο ίδιος; Εναν τρόπο έκφρασης ή ένα μέσο βιοπορισμού; «Ημουν και παραμένω ερασιτέχνης», επέμενε σ’ εκείνη τη συνάντησή μας. «Θεωρώ μάλιστα προσβλητικό να με αποκαλούν επαγγελματία. Ποτέ δεν σκέφτηκα αν το έργο θα φέρει κόσμο. Φυσικά, ήθελα να το δουν πολλοί, επειδή και η επιχείριση – δεν δίνονταν τότε κρατικές επιχορηγήσεις – έπρεπε να συντηρηθεί. Εγραφα όμως και επιφυλλίδες, εργάστηκα ως κειμενογράφος σε διαφημιστικές εταιρείες, είχα και κάποια ποσοστά από τραγούδια, ζούσαμε. Ξεκινώντας δύο στόχους είχα: το Τέχνης και το Εθνικό. Καθώς το πρώτο παρέμεινε κλειστό μεταξύ ’49 και ’54, υπέβαλλα τα έργα μου στο δεύτερο. Ε, απορρίπτονταν το ένα μετά το άλλο! Δεν σταμάτησα την προσπάθεια μέχρι να το εκπορθήσω, αλλά πάντοτε με τους δικούς μου όρους. Κι έγραφα πάντα για να εκφραστώ». Το Εθνικό άνοιξε τελικά τις πόρτες του το ’55, με την «Εβδομη μέρα της δημιουργίας», ενώ δύο χρόνια αργότερα ο Κάρολος Κουν σκηνοθετούσε στο υπόγειο του Τέχνης την «Αυλή των θαυμάτων», από τα πιο σημαντικά έργα της σύγχρονης δραματουργίας μας. «Αμέσως μετά, δεν είχα ανάλογες επιτυχίες» παραδεχόταν: «Πολλοί μάλιστα αναρωτιώνταν γιατί δεν συνέχιζα έτσι, αφού είχα βρει έναν τρόπο γραφής και μια συγκεκριμένη θεματολογία. Η ιδέα όμως της «Αυλής…» και τα προβλήματα των ηρώων της με είχαν ερεθίσει τον καιρό που έμενα δίπλα σε μια αυλή και η κοινωνική μου κατάσταση ήταν παρεμφερής με τη δικιά τους. Οταν αργότερα ήμουν φίρμα, όταν μ’ έβλεπε για παράδειγμα ο γιατρός στην ουρά και μ’ έβαζε πρώτον μέσα, δεν ήμουν ο ίδιος. Θα ήταν συγγραφική φτωχοκαπηλεία να πουλάω θεατρικά τον πόνο των άλλων για να βγάλω περισσότερα χρήματα και να γίνω ακόμα μεγαλύτερη φίρμα». Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης σφράγισε τη νεοελληνική δραματουργία με το έργα του -«Παραμύθι χωρίς όνομα», «Γειτονιά των αγγέλων», «Το μεγάλο μας τσίρκο», «Βίβα Ασπασία», «Οδυσσέα γύρισε σπίτι», «Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα», «Ο μπαμπάς ο πόλεμος», «Ο δρόμος περνά από μέσα» … – ενώ δικά του ήταν και τα σενάρια του «Δράκου» του Κούνδουρου, της «Στέλλας» του Κακογιάννη, του «Κορίτσια τον ήλιο» του Γεωργιάδη. Αποχώρησε πλήρης ημερών, έχοντας ευτυχήσει να τιμηθεί εν ζωή από την πολιτεία και από τους ακαδημαϊκούς της θεσμούς. Κι έχοντας διασχίσει όλον σχεδόν τον 20ό αιώνα, ήταν πεπεισμένος πως δεν ήταν οι πολιτικές ηγεσίες που κυβερνούσαν αλλά το «κεφάλαιο»: «Το ίδιο συμβαίνει και τώρα», έλεγε μέχρι πρόσφατα: «Οι λαοί δεν ελέγχουν τους κυβερνήτες τους».

Το θεατρικό θαύμα του Ιάκωβου Καμπανέλλη

  • Της Κατερίνας Διακουμοπούλου*
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης (1922-2011) υπήρξε ο κορυφαίος Έλληνας μεταπολεμικός θεατρικός συγγραφέας. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1943, σε ηλικία είκοσι ετών, αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς και παρέμεινε κρατούμενος στο στρατόπεδο Μαουτχάουζεν της Αυστρίας, απ’ όπου επέστρεψε στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1945 και ανακάλυψε τη θεατρική μαγεία μέσα από τις παραστάσεις του Κ. Κουν στο Θέατρο Τέχνης. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, για βιοποριστικούς λόγους αναγκάστηκε να εργαστεί ως γραφέας στο υπουργείο Αεροπορίας.
Το 1950 παραστάθηκε έργο του για πρώτη φορά, ο Χορός πάνω στα στάχυα, στο θέατρο Διονύσια της Καλλιθέας, από τον θίασο του Αδαμάντιου Λεμού. Η αναγνώριση όμως ήρθε το 1957, με την Αυλή των θαυμάτων, στο Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν, σκηνικά του Γιάννη Τσαρούχη και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Οι εγκυρότεροι θεατρικοί κριτικοί -ανάμεσά τους και ο Άγγελος Τερζάκης- επεσήμαναν την αξία του νεαρού συγγραφέα και σύντομα έγινε αντιληπτό ότι η παράσταση αυτή αποτέλεσε σταθμό για το νεοελληνικό θέατρο. Η Αυλή των θαυμάτων δεν υπήρξε μόνο το έναυσμα για την ανανέωση της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας αλλά ήταν και η ιδανική επιλογή ώστε να πραγματοποιηθεί το θεατρικό όραμα του Κουν. Η ταύτιση απόψεων και η αλληλεπίδραση των δύο ανδρών ήταν συνεχής, εποικοδομητική και πολύτιμη παρακαταθήκη για το νεοελληνικό θέατρο.
Συχνά ο Καμπανέλλης πραγματεύτηκε βιώματα της προσωπικής του πορείας, γι’ αυτό άλλωστε θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα έργα του διατρέχουν ανάγλυφα τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και κοινωνία. Παρατήρησε με σεβασμό τις λαϊκές τάξεις και τον βιοτικό χώρο τους, δηλαδή τις λαϊκές συνοικίες λίγο πριν την παραμόρφωσή τους (δεν είναι τυχαίο ότι είχε σπουδάσει αρχιτεκτονικό σχέδιο στη Σιβιτανίδειο Σχολή). Τρέφοντας, λοιπόν, βαθιά εκτίμηση στους λαϊκούς ανθρώπους, ανέδειξε όψεις των Νεοελλήνων, ακόμα και τις πιο ποταπές εκφάνσεις τους, όχι όμως με διάθεση κριτική, αντιθέτως, δίνοντας πάντα ελαφρυντικά, θέλοντας συμπονετικά να δικαιολογήσει και όχι να καταδικάσει.
Είναι ο δημιουργός του «θεάτρου της καθημερινής ζωής», αυτοδίδακτος, με εμπειρικό φορτίο από τη γενέτειρά του, τη Νάξο, και τις φτωχογειτονιές της Αθήνας, που κατάφερε να διοχετεύσει στα θεατρικά του έργα αναλλοίωτο τον πλούτο του προφορικού λαϊκού λόγου, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη, προσωπική γλωσσική φόρμα, διαμετρικά αντίθετη από την επίπλαστη ηθογραφία, αναδεικνύοντας έναν αυθεντικό πολιτισμό. Μία γλώσσα λαϊκή και ταυτόχρονα ποιητική, διφορούμενη και υπαινικτική.
Προσπαθώντας να σκιαγραφήσει και να ερμηνεύσει τη νοοτροπία του Έλληνα της μεταπολεμικής περιόδου, σημείωνε ο ίδιος: «Η Αυλή των θαυμάτων βασίζεται στην έλλειψη σταθερότητας και σιγουριάς που χαρακτηρίζει τη ζωή του Έλληνα. Η αστάθεια αυτή, τόσο γνώριμη σε όλους μας, αρχίζει από το αλλοπρόσαλλο κλίμα μας, την στρατηγική γεωγραφική μας θέση, τη φτώχεια του τόπου μας, και τελειώνει στην ιδιωτική μας οικονομία.
Όλα στην Ελλάδα ανεβοκατεβαίνουν πολύ εύκολα, κυλούν, φεύγουν, κι η συνηθισμένη λαχτάρα του Ρωμιού είναι να στεριώσει κάπου, να σιγουρέψει κάτι. Η λαϊκή τάξη εκφράζει πάντα με πιότερη γνησιότητα τα χαρακτηριστικά της ζωής, γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο που τοποθέτησα το έργο στο χώρο της» (Ιάκωβος Καμπανέλλης, από το πρόγραμμα της παράστασης της Αυλής των θαυμάτων από το Θέατρο Τέχνης το 1957). Η εργογραφία του, οι λαϊκές τραγωδίες του νεοελληνικού θεάτρου, αποτέλεσαν και αποτελούν πρότυπο για όλους τους μετέπειτα θεατρικούς συγγραφείς.
Η συμβολή του ωστόσο στον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό υπήρξε σημαντική και στον κινηματογράφο, τη μουσική και τη λογοτεχνία. Ως σεναριογράφος συνεργάστηκε με τον Κακογιάννη (Στέλλα) τον Κούνδουρο (Δράκος και Ποτάμι), τον Γρηγορίου (Αρπαγή της Περσεφόνης) κ.ά. Το 1968 μάλιστα ο ίδιος σκηνοθέτησε το σενάριό του το Κανόνι και τ’ αηδόνι. Ως στιχουργός συνεργάστηκε με τους σπουδαιότερους συνθέτες: τον Χατζιδάκι (Παραμύθι χωρίς όνομα), τον Θεοδωράκη (Μαουτχάουζεν), τον Ξαρχάκο (Το μεγάλο μας τσίρκο), τον Μαμαγκάκη (Ο κύκλος με την κιμωλία). Τέλος, το 1963 έγραψε το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα Μαουτχάουζεν.
* Η Κ. Διακουμοπούλου είναι θεατρολόγος
  • Θεατρική εργογραφία
Χορός πάνω στα στάχυα (Θίασος Αδ. Λεμού, 1950)
Έβδομη μέρα της δημιουργίας (Εθνικό Θέατρο, Β’ Σκηνή, 1955-56)
Αυτός και το παντελόνι του και Κρυφή ζωή (μονόπρακτα) (Βασ. Διαμαντόπουλος, 1957)
Η αυλή των θαυμάτων (Θέατρο Τέχνης, 1957-58)
Η ηλικία της νύχτας (Θέατρο Τέχνης, 1958-59)
Ο Γορίλας και η Ορτανσία (Θίασος Ε. Βεργή, 1959)
Παραμύθι χωρίς όνομα (Νέο Θέατρο Βασ. Διαμαντόπουλου – Μαρ. Αλκαίου 1959-60)
Γειτονιά των αγγέλων (Θίασος Καρέζη, 1963-64)
Βίβα Ασπασία (Θίασος Καρέζη, 1966-67)
Οδυσσέα γύρισε σπίτι (Θέατρο Τέχνης, 1966-67)
Αποικία των τιμωρημένων (Πειραματικό Θέατρο Ριάλδη, 1970-71)
Ασπασία (Θίασος Καρέζη – Καζάκου, 1971-72)
Το μεγάλο μας τσίρκο (Θίασος Καρέζη – Καζάκου, 1972-73)
Το κουκί και το ρεβύθι (Θίασος Καρέζη – Καζάκου, 1974)
Ο εχθρός λαός (Θίασος Καρέζη – Καζάκου, 1975)
Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα (Θέατρο Τέχνης, 1976-77)
Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού (Θέατρο Τέχνης, 1978-79)
Ο μπαμπάς ο πόλεμος (Θέατρο Τέχνης, 1981)
Ο αόρατος θίασος (Εθνικό Θέατρο, 1988)
Ο δρόμος περνά από μέσα (1992)
  • Η ΑΥΓΗ: 03/04/2011

Το τελευταίο αντίο στον Ιάκωβο Καμπανέλλη

Το ύστατο χαίρε στον Ιάκωβο Καμπανέλλη είπαν το πρωί του Σαββάτου συγγενείς, φίλοι και θαυμαστές του σπουδαίου θεατρικού συγγραφέα στην κηδεία του που έγινε σε κλίμα βαθιάς θλίψης στο Β’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Για «τον δημοκράτη, τον ποιητή και τον άνθρωπο» μίλησε ο σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος που έδωσε το παρόν στην κηδεία του.

Ο καθηγητής Θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Πλάτωνας Μαυρομούστακος τον ευχαρίστησε για όσα μας έχει προσφέρει και ο κριτικός θεάτρου, Κώστας Γεωργουσόπουλος τον χαρακτήρισε «παλμογράφο-χαρτογράφο της πραγματικότητας».

Τον παρόν στην κηδεία του έδωσαν επίσης ο Τηλέμαχος Χυτήρης μαζί με τη Μαρία Φανταντούρη, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, η υφυπουργός Άννα Νταλάρα και ο Γιώργος Νταλάρας, οι βουλευτές Απόστολος Κακλαμάνης και Φωτεινή Πιπιλή, ο Μανώλης Γλέζος, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Άγγελος Δεληβορριάς, ο Παναγιώτης Τέτσης, η Κική Δημουλά και ο δήμαρχος Νάξου και Μικρών Κυκλάδων, Μανώλης Μαργαρίτης, ο οποίος έφερε χώμα από τη γη που γεννήθηκε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης.

Μεταξύ άλλων, στεφάνια έστειλαν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κ.Παπούλιας ο πρωθυπουργός, Γ.Παπανδρέου, ο πρόεδρος της Βουλής Φ.Πετσάλνικος, ο υπουργός Πολιτισμού,  Π.Γερουλάνος, η γενική γραμματέας του ΥΠΠΟ Λ. Μενδώνη, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλ.Τσίπρας, η Ακαδημία, το Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ, το Θέατρο Τέχνης, το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, η Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων και Ελλήνων Σκηνοθετών.

O Ιάκωβος Καμπανέλλης πέθανε το μεσημέρι της Τρίτης 29 Μαρτίου, μετά από δίμηνη νοσηλεία στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου ΜΗΤΕΡΑ του Ομίλου «Υγεία».

«Τελευταία πράξη» για τον Ιάκωβο Καμπανέλλη

Περισσότερα από 30 θεατρικά έγραψε σε μισό αιώνα ο Ιάκωβος Καμπανέλλης
  • ΤΗΣ ΧΡΥΣΑΣ ΝΑΝΟΥ: Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Ο «πατριάρχης» του ελληνικού θεάτρου Ιάκωβος Καμπανέλλης, που έδωσε μεταπολεμικά νέα πνοή στην ελληνική δραματουργία, πέθανε χτες το μεσημέρι, στα 89 του χρόνια. Εδώ και δύο μήνες νοσηλευόταν στην εντατική μονάδα του νοσοκομείου «Μητέρα», στην Αθήνα, με νεφρική ανεπάρκεια.
Πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης άφησε πίσω του ένα πολυδιάστατο και σημαντικό έργο: περισσότερα από 30 θεατρικά έργα σε διάστημα περίπου μισού αιώνα -ανάμεσά τους και τα έργα – ορόσημα «Η Αυλή των θαυμάτων» και «Παραμύθι χωρίς όνομα», καθώς και σενάρια κινηματογραφικών ταινιών, στίχους που μελοποίησαν μεγάλοι συνθέτες, όπως ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, και πολλά άρθρα σε εφημερίδες. Πέρα από την καλλιτεχνική του αξία, το έργο του διαποτίζεται από βαθιά πολιτική και κοινωνική ανησυχία, που συνδέεται με τη διαδρομή της Ελλάδας κατά τη μεταπολεμική περίοδο.
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γεννήθηκε στη Νάξο το 1922. Το 1934, λόγω οικονομικών προβλημάτων, οι γονείς του με τα εννέα τους παιδιά μετοίκησαν στην Αθήνα. Ο ίδιος αναγκάστηκε να εργάζεται την ημέρα και να σπουδάζει σε νυχτερινή τεχνική σχολή. Αν και δεν τέλειωσε ποτέ το Γυμνάσιο, τον χαρακτήριζε η ευρυμάθεια, ενώ μιλούσε επίσης γαλλικά και αγγλικά. Από μικρός νοίκιαζε μεταχειρισμένα βιβλία από τα παλαιοβιβλιοπωλεία. Στα 18 του χρόνια ήταν ήδη γνώστης μεγάλου μέρους της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Στην Κατοχή συμμετείχε στην Αντίσταση. Το 1943 συνελήφθη από την Γκεστάπο και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν. Εκεί παρέμεινε κρατούμενος μέχρι το Μάιο του 1945, οπότε και απελευθερώθηκε από τους συμμάχους. Καρπό της επώδυνης αυτής εμπειρίας του αποτέλεσε η μαρτυρία του με τίτλο «Μαουτχάουζεν».

  • Μισό αιώνα στο θέατρο

Το 1950 έγραψε το πρώτο του θεατρικό έργο, «Χορός πάνω στα στάχυα», που ανέβηκε στο θέατρο «Διονύσια» από το θίασο του Αδαμάντιου Λεμού. Η ουσιαστική του μύηση στη μαγεία του θεάτρου έγινε το 1954, όταν βρέθηκε στο Θέατρο Τέχνης, για να παρακολουθήσει την παράσταση του έργου του Ουάιλντερ «Το τέλος της μικρής μας πόλης». Αμέσως μετά την εμπειρία του αυτήν που τον συνάρπασε στράφηκε στη συστηματική μελέτη του θεάτρου. Τρία χρόνια αργότερα, ο Κάρολος Κουν σκηνοθέτησε την «Αυλή των Θαυμάτων» που έφερε τον Καμπανέλλη στην πρώτη γραμμή του ελληνικού θεάτρου. Το έργο, που σφράγισε την πορεία του ελληνικού θεάτρου, έχει ως θέμα τη ζωή στις πυκνοκατοικημένες αυλές της γειτονιάς και των προσφυγικών συνοικισμών. «Σ’ αυτές τις αυλές άργησε πολύ να φτάσει η καλύτερη ζωή που δημιούργησε η ανασυγκρότηση κι η ανοικοδόμηση στη μεταπολεμική εποχή. Το μερίδιο της φτωχολογιάς στο οικονομικό θαύμα που γινόταν ήταν ένα σκέτο μεροκάματο κι αυτό όχι καθημερινά σίγουρο», έγραφε ο ίδιος.
Για την προσφορά του επί μισό και περισσότερο αιώνα στο νεοελληνικό θέατρο του απονεμήθηκαν πολυάριθμοι τίτλοι. Εκλέχτηκε παμψηφεί τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου και της Θεατρολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επίσης, τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με την απονομή ανώτατου παρασήμου.
Το «Παραμύθι χωρίς όνομα», από τα πιο αγαπητά έργα του Καμπανέλλη, είναι βασισμένο στο ομώνυμο αφήγημα της Πηνελόπης Δέλτα. Ο μύθος του αποτελεί αλληγορία για την Ελλάδα. Μέσα από την επιστράτευση για πόλεμο που ετοιμάζει η χώρα, ο συγγραφέας σατιρίζει το πώς διοικείται ο τόπος και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο λαός.
Στα υπόλοιπα θεατρικά του έργα συγκαταλέγονται και τα: «Εβδομη μέρα της δημιουργίας», «Ηλικία της νύχτας», «Γειτονιά των Αγγέλων», «Βίβα, Ασπασία», «Οδυσσέα, γύρισε σπίτι», «Αποικία των τιμωρημένων», «Το μεγάλο μας τσίρκο», «Ο εχθρός λαός», «Ο μπαμπάς ο πόλεμος», «Στη χώρα Ιψεν». Τα έργα του ανέβηκαν από το Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ αλλά και άλλα σχήματα, όπως το Θέατρο Τέχνης, ο θίασος Καρέζη – Καζάκου, ο θίασος Βεργή, η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης». Τα έργα του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Κέδρος».
Εγραψε επίσης σενάρια κινηματογραφικών ταινιών, κυριότερα των οποίων είναι τα: «Στέλλα» (σκην. Μ. Κακογιάννη), «Ο δράκος» (σκην. Ν. Κούνδουρου), «Αρπαγή της Περσεφόνης» (σκην. Γρ. Γρηγορίου), και «Κορίτσια στον ήλιο» (σκην. Β. Γεωργιάδη). Σκηνοθέτησε επίσης τις ταινίες «Το κανόνι και τ’ αηδόνι», σε συνεργασία με τον αδερφό του, τον ηθοποιό Γιώργο Καμπανέλλη, και «Η Χιονάτη και τα επτά γεροντοπαλίκαρα». Αρκετά από τα θεατρικά του έχουν μεταφραστεί και παιχτεί σε Αγγλία, Αυστρία, Γερμανία και άλλες χώρες. Εξαιρετική ήταν η επίδοσή του στη στιχουργία: το «Παραμύθι χωρίς όνομα» (μουσική Μάνου Χατζιδάκι), το «Μαουτχάουζεν» (μουσική Μίκη Θεοδωράκη), το «Μεγάλο μας Τσίρκο» (μουσική Σταύρου Ξαρχάκου) και άλλα σημαντικά έργα της ελληνικής μουσικής φέρουν την υπογραφή του.
Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία στις εφημερίδες «Ελευθερία», «Ανένδοτος» και «Τα Νέα».

  • Ο Καμπανέλλης στη Θεσσαλονίκη

Τόσο το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος όσο και η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» αγαπούσαν ιδιαίτερα τον Ιάκωβο Καμπανέλλη και ανέβασαν πολλές φορές έργα του, ενώ και ο ίδιος είχε έρθει αρκετές φορές στη Θεσσαλονίκη με την ευκαιρία αυτών των ανεβασμάτων αλλά και όταν αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του ΑΠΘ.
Για πρώτη φορά το ΚΘΒΕ ανέβασε το «Παραμύθι χωρίς όνομα» το 1979, σε σκηνοθεσία Κώστα Μπάκα και ακολούθησαν παραστάσεις όπως: «Η αυλή των θαυμάτων», σε σκηνοθεσία Ερσης Βασιλικώτη (1983), «Ο μπαμπάς ο πόλεμος», σε σκηνοθεσία Ιάκωβου Καμπανέλλη (1987), και πιο πρόσφατα τα «Τέσσερα πόδια του τραπεζιού», σε σκηνοθεσία Γιάννη Ρήγα (1998), και «Οδυσσέα, γύρισε σπίτι», σε σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά (2001).
Το 1993 η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» ανέβασε το έργο του Ι. Καμπανέλλη «Ο δρόμος περνά από μέσα», το 1995 το «Στη χώρα Ιψεν» (σε πανελληνια πρώτη) και το 2004 την παράσταση με γενικό τίτλο «Αντρες σε κρίση», που περιλάμβανε τρεις μονολόγους του συγγραφέα: «Ο πανηγυρικός», «Αυτός και το πανταλόνι του» και «Ο επικήδειος».
To 2004 είχε έρθει για τελευταία φορά στη Θεσσαλονίκη με την ευκαιρία βράβευσής του από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

Iάκωβος Kαμπανέλλης, ο «Aθάνατος» που αγάπησε το θέατρο…

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ως θεατρικός συγγραφέας τιμήθηκε –το 1999 έγινε ακαδημαϊκός στην Εδρα Θεατρικής Δραματουργίας. Στη φωτογραφία με τα διάσημα της Ακαδημίας Αθηνών, με χαμόγελο που μιλάει για την ικανοποίηση να είσαι «Αθάνατος», γράφοντας για τη μεγάλη του αγάπη, το θέατρο… (φωτο Ηλίας Αναγνωστόπουλος και Υιοί Ο.Ε.).

Tης Eλενης Mπιστικα

Kαι τα παραμύθια με όνομα έχουν ένα τέλος… Στο κατώφλι των 90 χρόνων ο Iάκωβος Kαμπανέλλης αποφάσισε να τελειώσει μια ζωή σαν παραμύθι.

Γεννήθηκε το 1922 στη Nάξο και μπήκε στην Aκαδημία το 1999, στην Eδρα Θεατρικής Δραματουργίας, γράφοντας θεατρικά έργα, με αλήθειες και χαρές και αγωνίες.

Hταν πολυγραφότατος και από τους πολυπαιγμένους -άρα επιτυχημένος- θεατρικός συγγραφέας στο β΄ ήμισυ του 20ού αιώνα. «Xωρίς γυμνασιακή μόρφωση», σημειώνει μια ηλεκτρονική «εγκυκλοπαίδεια», που δεν γνωρίζει ότι ο Iάκωβος τέλειωσε τη Σιβιτανίδειο Σχολή -κρατική, αναγνωρισμένη Aνωτέρα Σχολή- ως σχεδιαστής.

Kαι το ότι έμαθε να σχεδιάζει αποδείχθηκε σωτήριο εφόδιο για τη ζωή του, όταν τον συνέλαβαν οι Γερμανοί σε μπλόκο της Kοκκινιάς το 1943 και τον έστειλαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Mαουτχάουζεν. Eκεί είδαν τα σχέδιά του, εντυπωσιάστηκαν και τον κράτησαν στο σχεδιαστήριο.

Γλίτωσε έτσι από τις κακουχίες ώσπου οι συμμαχικές δυνάμεις τούς απελευθέρωσαν τον Mάη του 1945. Eπιστρέφοντας στην Eλλάδα μαγεύτηκε από τις παραστάσεις του Θεάτρου Tέχνης του Kουν και κατάλαβε ποιον δρόμο έπρεπε να ακολουθήσει.

Aπό το σχέδιο στράφηκε και αφιερώθηκε στο γράψιμο, και το πρώτο του θεατρικό έργο «O Xορός πάνω στα στάχυα» παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 1950 από τον θίασο Aδαμάντιου Λεμού στα «Διονύσια» της Kαλλιθέας.

H Σιβιτανίδειος είναι στην Kαλλιθέα, ο Λεμός ήταν από τη Xίο, εκεί όπου, όπως έλεγε ο πατέρας του, είχαν εγκατασταθεί οι παππούδες του που ήταν μικρασιατικής ρίζας. Kαι, μάλιστα, το όνομά τους ήταν πρώτα «Θαλασσινός». Tο πότε έγινε Kαμπανέλλης δεν το ‘ξερε.

Στην τελευταία σελίδα της «K» είναι το βιογραφικό του Iάκωβου Kαμπανέλλη που έγραψε έργα όπως «H αυλή των Θαυμάτων», «Παραμύθι χωρίς όνομα», «Γειτονιά των Aγγέλων» και στη δικτατορία «Tο Mεγάλο μας Tσίρκο» με τον θίασο Kαρέζη-Kαζάκου που έδωσε φωνή, πέρασε μηνύματα στη μέγγενη της δικτατορίας.

Aυτά μέσα σε λίγες γραμμές για τον Iάκωβο Kαμπανέλλη που η γυναίκα του Nίκη, το γένος Iωαννίδου, ήταν από την Kωνσταντινούπολη.

Kαι η μητέρα του Iάκωβου, η Kατίνα Λάσκαρη, καταγόταν από Φαναριώτικη οικογένεια. Στη Nάξο όπου γεννήθηκε ο Iάκωβος περνούσε όλα του τα καλοκαίρια, στο πατρικό σπίτι, με τη μοναχοκόρη τους Kατερίνα και τα εγγόνια τους, τη Nίκη και τη Pοδόπη.

Πρώτη «έφυγε» η Nίκη, μια ζωή στο πλευρό του, αυτού του άλλου Iάκωβου Kαμπανέλλη που, μετά το θέατρο, η οικογένειά του και οι φίλοι του ήταν αταλάντευτες αξίες στη ζωή του.

Mια άγνωστη λεπτομέρεια που μας αποκάλυψε ο στενός φίλος του Mανώλης Tσακίρης: το σενάριο της «Στέλλας» που έγραψε ο Kαμπανέλλης κι έγινε, σε σκηνοθεσία Mιχάλη Kακογιάννη και μουσική Mάνου Xατζιδάκι, η ταινία-ορόσημο για τον ελληνικό κινηματογράφο, είχε αρχικό τίτλο «H Στέλλα με τα κόκκινα παπούτσια»… [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tετάρτη, 30 Mαρτίου 2011]

Εφυγε για τη «γειτονιά των αγγέλων»

  • Εφυγε σε ηλικία 89 ετών ο «πατριάρχης του νεοελληνικού θεάτρου», ο σεναριογράφος της «Στέλλας» και του «Δράκου», ο στιχουργός του «Μαουτχάουζεν» και του «Μεγάλου μας τσίρκου»

Τον χαρακτήρισαν «πατριάρχη του νεοελληνικού θεάτρου» και «γεννήτορα του μεταπολεμικού νεοελληνικού θεάτρου». Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ανανεωτής της θεατρικής μορφής και ο εικονοκλάστης του δραματικού περιεχομένου, έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, χθες στις 13.50 στην εντατική μονάδα του γενικού νοσοκομείου «Μητέρα», μετά από δίμηνη νοσηλεία. Η καρδιά του δεν άντεξε και υπέκυψε σε ηλικία 89 ετών. Αφησε πίσω του έργο που χαρακτηρίζεται για τον πλούτο και τη διαχρονικότητά του, που αντικατοπτρίζει την κοινωνική ευαισθησία η οποία τον χαρακτήριζε ως άνθρωπο σε συνδυασμό με την εμπειρία του στρατοπέδου συγκέντρωσης ? στοιχεία που τον καθόρισαν. Στη γραφή του ενσαρκώνονται μαχητικά τα πιο πρωτοποριακά κοινωνικά αιτήματα της νεότερης ιστορίας της χώρας και της νεοελληνικής περιπέτειας.

Εφυγε για τη «γειτονιά των αγγέλων»

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γεννήθηκε το 1922. Το 1934, λόγω οικονομικών προβλημάτων, οι γονείς του με τα εννέα τους παιδιά μετοίκησαν στην Αθήνα. Τα προβλήματα όμως της οικογένειας αντί να λυθούν αυξήθηκαν. Ετσι αναγκάστηκε να εργάζεται την ημέρα και να σπουδάζει σε μια νυχτερινή τεχνική σχολή. Τη δίψα του για μόρφωση την κάλυψε νοικιάζοντας βιβλία από τα παλαιοβιβλιοπωλεία. Στα 18 του χρόνια ήταν ήδη γνώστης μεγάλου μέρους της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Με τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Ζυλ Ντασσέν

Με τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Ζυλ Ντασσέν

Στην Κατοχή αναμείχθηκε στην Αντίσταση, αλλά όταν πιάστηκε από τους Γερμανούς, το 1943, σε μιαν απόπειρα απόδρασης από την Ελλάδα, συνελήφθη από την Γκεστάπο και μεταφέρθηκε στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν, στην Αυστρία. Εμεινε κρατούμενος μέχρι τις 5 Μαΐου 1945, οπότε απελευθερώθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις και έγινε ένας από τους λίγους επιζήσαντες. Οταν επέστρεψε στην Αθήνα, οι παραστάσεις του «Θεάτρου Τέχνης-Κάρολος Κουν», τον χειμώνα του 1945-46, τον συνάρπασαν. «Εκεί ανακάλυψα τον εαυτό μου και τον προορισμό μου» έλεγε. Αν και δεν ολοκλήρωσε γυμνασιακή μόρφωση, έδειξε ιδιαίτερη αφοσίωση στο γράψιμο. Ως θεατρικό συγγραφέα τον ανακάλυψε ο Αδαμάντιος Λεμός. Το πρώτο θεατρικό έργο του, «Ο χορός πάνω στα στάχυα», παρουσιάστηκε τη θερινή θεατρική περίοδο 1950 από τον θίασο Λεμού στο θέατρο «Διονύσια» της Καλλιθέας. Το τελευταίο έργο του, το «Μια κωμωδία», παίχτηκε στο Ηρώδειο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών (2002). Τα περισσότερα έργα του ανέβηκαν από το «Θέατρο Τέχνης» και το Εθνικό Θέατρο.

Ο Καμπανέλλης πρώτος ερεύνησε ως συγγραφέας τις κοινωνικές και οικονομικές αιτίες της νεοελληνικής κακοδαιμονίας και κατόρθωσε να εντοπίσει τον τυπικό αντιπροσωπευτικό Ελληνα της μεταπολεμικής περιόδου. Ετσι σχεδίασε με δραματική αποτελεσματικότητα έναν ονειροπόλο και μικροαπατεώνα, ερωτικό και προδομένο, παγιδευμένο και γενναιόδωρο ταυτόχρονα άνθρωπο, μοιρασμένο ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, στην αγάπη και το χρήμα, στην αλήθεια, την πλάνη και το ζωτικό ψεύδος.

Η θεματολογία και οι χαρακτήρες-τύποι του Καμπανέλλη αποτέλεσαν πρότυπο και αφετηρία για όλους τους μεταγενέστερους θεατρικούς συγγραφείς. Τεράστια υπήρξε επίσης η συμβολή του στον κινηματογράφο, γιατί ως σεναριογράφος συνέδεσε το όνομά του με νέους πρωτοπόρους κινηματογραφιστές: Κακογιάννης («Στέλλα»), Κούνδουρος («Ο Δράκος»), Γρηγορίου («Αρπαγή της Περσεφόνης»), Γεωργιάδης («Κορίτσια στον ήλιο»), Γλυκοφρύδης («Με τη λάμψη στα μάτια», βραβείο σεναρίου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1966). Ο ίδιος εξάλλου σκηνοθέτησε πάνω σε δικό του σενάριο την ταινία «Το κανόνι και τ’ αηδόνι» (1968).

Η συνεργασία του ως στιχουργού με σημαντικούς συνθέτες προώθησε το υψηλό επίπεδο ποιότητας του ελληνικού τραγουδιού: «Παραμύθι χωρίς όνομα» (Χατζιδάκις), «Μαουτχάουζεν» (Θεοδωράκης), «Το μεγάλο μας τσίρκο»(Ξαρχάκος), «Κύκλος με την κιμωλία» (Μαμαγκάκης). Το 1963 έγραψε το πεζογράφημα «Μαουτχάουζεν».

Εργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη έχουν μεταφρασθεί (και παιχτεί) σε Αγγλία, Αυστρία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Βουλγαρία και Σουηδία. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Επίτιμος Διδάκτωρ της Θεατρολογικής, ενώ εξελέγη παμψηφεί τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Επίσης έχει τιμηθεί από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με την απονομή ανωτάτου παρασήμου. Ζούσε στην Κυψέλη, και είχε μία κόρη, τη σκηνογράφο Κατερίνα Καμπανέλλη. Πριν από μία εβδομάδα είχε χάσει τη σύζυγό του, σύντροφο ζωής μία 60ετία, Νίκη Καμπανέλλη.

Η νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλλεί το Σάββατο στις 11.30 π.μ. στην Αγία Ζώνη Κυψέλης. Θα ακολουθήσει η ταφή στο Β’ Νεκροταφείο.

  • Η αυλή των θαυμάτων και το παραμύθι χωρίς όνομα

Δεκατέσσερα κινηματογραφικά σενάρια και πάνω από είκοσι θεατρικά έργα μάς άφησε «κληρονομιά» ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. Ανάμεσά τους: «Η αυλή των θαυμάτων», «Το παραμύθι χωρίς όνομα», «Η ηλικία της νύχτας», «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», «Γειτονιά των Αγγέλων», «Βίβα Ασπασία», «Οδυσσέα γύρισε σπίτι», «Αποικία των τιμωρημένων», «Το μεγάλο μας τσίρκο», «Ο εχθρός λαός», «Ο μπαμπάς ο πόλεμος», «Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού», «Ο αόρατος θίασος», «Ο δρόμος περνά από μέσα», «Στη χώρα του Ιψεν», «Μια συνάντηση κάπου αλλού», «Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα», «Εβδομη μέρα της δημιουργίας», «Η τελευταία πράξη», «Ο γορίλλας και η Ορτανσία», «Η αποικία των τιμωρημένων», «Αυτός και το παντελόνι του» κ.ά. (κυκλοφορούν σε επτά τόμους από τον «Κέδρο»).

  • «Σημείο αναφοράς»
    «Η ζωή και το πολυσήμαντο έργο του θα συνεχίσουν να αποτελούν σημείο αναφοράς για τις επόμενες γενιές» αναφέρει στη συλλυπητήρια δήλωση του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Ππούλιας. Συλλυπητήρια τηλεγραφήματα έστειλαν μεταξύ άλλων το ΥΠ.ΠΟ.Τ., η ΝΔ, το KKE, ο ΣΥΝ, και το ΚΘΒΕ.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 30/3/2011

Αφιέρωμα στον Καμπανέλλη

Ενα μικρό αφιέρωμα στον Ιάκωβο Καμπανέλλη πραγματοποιεί σήμερα και αύριο η ΕΡΤ. Απόψε στις 18.15 η ΝΕΤ θα μεταδώσει το ντοκιμαντέρ «Ιάκωβος Καμπανέλλης» από τη σειρά «Η ιστορία των χρόνων μου». Στις 23.00, η ΕΤ-1 θα προβάλλει σε επανάληψη την εκπομπή «Η ζωή είναι αλλού» με τον αξέχαστο θεατρικό συγγραφέα και ακαδημαϊκό και αμέσως μετά (24.00) το θεατρικό του έργο «Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού». Αύριο θα μεταδοθεί σε επανάληψη (ΕΤ-1, 18.00) και η εκπομπή «Εξιστορείν και ιστορείν» με τον Ι. Καμπανέλλη, που διετέλεσε και γενικός διευθυντής της ΕΡΑ (1981-1987), να εξιστορεί αναμνήσεις του από την κατοχή, τη σύλληψή του και τον εγκλεισμό του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν κ.ά.