Category Archives: Καλουτά Αννα

Μνήμες παλιάς επιθεώρησης

  • Της Εύας Κοταμανίδου, Τα Νέα, 27/04/2010

Η αναχώρηση της μεγάλης κυρίας του μουσικού θεάτρου, της Αννας Καλουτά – ό,τι και να γράψει κανείς για το ταλέντο, την αξιοσύνη, την προσφορά της, θα ΄ναι ελάχιστο- ξύπνησε μνήμες παλιές, άλλων χαμένων εποχών, όταν αυτό το είδος του θεάτρου, η επιθεώρηση, έλαμπε στην αθηναϊκή σκηνή, με ηθοποιούς πολυτάλαντους στον λόγο, στον χορό, στο τραγούδι. Μπορεί να εθεωρείτο, αδίκως, κατώτερο θεατρικό είδος, όπως έγραψε και ο αγαπητός Κ. Γεωργουσόπουλος, από τους ειδήμονες, ηγήτορες του τότε θεάτρου, ήταν όμως η λατρεία του απλού λαού. Τα θέατρα της επιθεώρησης γέμιζαν κάθε βράδυ και σε δύσκολους καιρούς, Κατοχή, χούντα, γίνονταν εστίες αντίστασης με πολυσήμαντα υπονοούμενα, χειρονομίες, ματιές, που ξεσήκωναν αυθόρμητα το χειροκρότημα και το γέλιο. Λάτρης της επιθεώρησης και ο πατέρας μου, μέγας θαυμαστής της Καίτης Ντιριντάουα, με οδήγησε, για πρώτη μου φορά στο θέατρο, μια Κυριακή απόγευμα, στο θέατρο Παπαϊωάννου της Πατησίων. Συνηθισμένη από το θέατρο στο μικρόφωνο του ραδιοφώνου, που ακούγαμε παθιασμένα όλη η οικογένεια, απορούσα γιατί κάθε τόσο η ιστορία σταματούσε και μια άλλη άρχιζε με μουσικές, χορούς και τραγούδια. Σσστ… θα σου εξηγήσω μετά. Δεν χρειάστηκε! Γρήγορα κατάλαβα κι έγινα κι εγώ λάτρης του είδους! Αγαπητή Αννα, επ΄ ευκαιρία, δώσε θερμούς χαιρετισμούς σ΄ όλη την παλιοπαρέα: Ορ. Μακρή, Αλ. Λειβαδίτη, Ρ. Ντορ, Μ. Νέζερ, Μ. Κρεβατά, Δ. Παπαγιαννόπουλο, Ν. Σταυρίδη, Β. Αυλωνίτη, Κ. Ντιριντάουα, Κ. Μαυρέα, Μ. Κοκκίνη, Τ. Μηλιάδη, Σπ. Βρανά, Μ. Φωτόπουλο, Ντ. Ηλιόπουλο, Κ. Χατζηχρήστο, Σ. Μουστάκα, Στ. Παράβα… και πες τους «πως είν΄ ακόμα ζωντανοί στη σκηνή». Μέσα μας! Δεν τους ξεχνάμε!

Για την Αννα Καλουτά από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο

  • Ο κανόνας
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Με την Αννα Καλουτά με συνέδεε μια βαθιά φιλία και εκ μέρους μου απεριόριστος θαυμασμός. Ο θάνατός της παρ΄ όλο που ήταν ένα προσεχές ενδεχόμενο μ΄ έχει αφήσει να αναθυμάμαι βουβός τα μαθήματα που σε ανύποπτους χρόνους πήρα από την αφοπλιστική τέχνη της. Υπήρξα, και μου το αναγνώριζαν οι μαστόροι της επιθεώρησης, πράγμα που μου περιποιούσε μεγάλη τιμή, ο πρώτος κριτικός που όχι απλώς έγραψα θριαμβικά, θετικά και με ιστορικά επιχειρήματα για την επιθεώρηση αλλά ο πρώτος που έγραψα απλώς κριτική. Οι συνάδελφοι του παρελθόντος «αγνοούσαν» και περιφρονούσαν το είδος. Πλην του Φώτου Πολίτη που το θεωρούσε, όταν έγραψε μια κι έξω, ντροπή και παρακμή και ηθική έκπτωση του θεάτρου. Λάτρεψα την επιθεώρηση γιατί λάτρεψα τα «θηρία» της και κυρίως την Αννα Καλουτά, τον Κανόνα του ιδιώματος, το Μέγα Υπόδειγμα και την Ανεπανάληπτη Δασκάλα.

Αποχαιρετισμός με μουσικές για το «ευζωνάκι». Αρκετός κόσμος συνόδεψε χθες στην τελευταία της κατοικία την Αννα Καλουτά ΚΗΔΕΥΤΗΚΕ ΧΘΕΣ Η ΑΝΝΑ ΚΑΛΟΥΤΑ

  • Γιώργος Δ. Κ. Σαρηγιάννης

  • ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 21 Απριλίου 2010
Η κηδεία της Πρώτης Κυρίας του μουσικού θεάτρου μας έγινε χτες χωρίς, όπως το είχα προβλέψει, με πολύ κόσμο και χωρίς απευθείας μετάδοση από κανάλια- χωρίς ντόρο. Οπως πάντα συμβαίνει σ΄ ένα θέατρο όπως το δικό μας που καμώνεται πως έχει παράδοση χωρίς να έχει, ένα θέατρο χωρίς σεβασμό, χωρίς την αίσθηση του χρέους και της συνέχειας. Υπήρχαν μερικοί από τους παλιούς του θεάτρου μας, ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, από τους νεώτερους- κάποιες εκκωφαντικές απουσίες συ ζητήθηκαν έντονα…-, κάποιοι θεατρόφιλοι, κάποιοι θαυμαστές- όσοι έχουν απομείνει…-, υπήρχε δημοτική φιλαρμονική, μια μικρή χορωδία που τραγούδησε, καθώς το φέρετρο κατέβαινε τα σκαλιά της εκκλησίας, ένα από τα κοσμαγάπητα τραγούδια της, το «Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες» των Μίμη Κατριβάνου/ Κώστα Κιούση, υπήρχαν πολλά στεφάνια, υπήρχε συγκίνηση, υπήρχε και χειροκρότημα. Αλλά δεν υπήρχε ο αποθεωτικός αποχαιρετισμός. Που όμως η Αννα Καλουτά είχε την τύχη να τον γνωρίσει ενάμιση χρόνο πριν στο Ηρώδειο- τον γεύτηκε και τον απόλαυσε ζωντανή ακόμα.

Ηταν εκεί η υφυπουργός Πολιτισμού Τουρισμού Αντζελα Γκερέκου και ο δήμαρχος Αθηναίων Νικήτας Κακλαμάνης που είπαν και λίγα λόγια- ο κ. Κακλαμάνης μάλιστα δεν δίστασε (μέσω του επικήδειου!) να αυτοδιαφημιστεί πως έδωσε πριν από έναν μήνα το όνομα των αδελφών Καλουτά στο θέατρο του δήμου στον Αγιο Σώστη ενώ το έδωσε σε μία μόνον αίθουσά του… -, ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ Γιώργος Καρατζαφέρης και μεταξύ των- ολίγων…- άλλων του θεάτρου οι Γιάννης Δαλιανίδης, Ζωζώ Σαπουντζάκη, Μάρθα Καραγιάννη, Γιώργος Κατσαρός, Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Βάσια Τριφύλλη, Κώστας Πρέκας, Σούλη Σαμπάχ, Γιάννης Ιορδανίδης, Τάκης Ζαχαράτος, Γιώργος Μεσσάλας (ο μόνος που έδωσε την ευκαιρία στην Αννα Καλουτά να παίξει στην Επίδαυρο- τον επώνυμο ρόλο, έστω και μοιρασμένο με την Νόρα Κατσέλη, στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, όπου επίσης τα έβγαλε πέρα παλικαρίσια), Σπύρος Μπιμπίλας που την αποχαιρέτησε εκ μέρους «όλων των σωματείων των ηθοποιών», Μαρία Σπαντιδάκη, Στέλιος Καλαθάς, Σπύρος Θεοδόσης.

Τελευταίο χειροκρότημα για την Ηθοποιό Αννα Καλουτά


Αννα Καλουτά, Νόρα Κατσέλη στη «Λυσιστράτη» στην Επίδαυρο, σε σκηνογραφία Αλ. Φασιανού, 1989. Σκίτσο της Ελλης Σολομωνίδη-Μπαλάνου.

Είναι σαν να χάσαμε όλοι έναν δικό μας άνθρωπο, έναν άνθρωπο του σπιτιού, της ζωής μας, που η ύπαρξή του είναι συνυφασμένη με το γέλιο, το χωρατό, την ευθυμία, την αισιοδοξία. Και επειδή ο τελευταίος «παρτενέρ» ήρθε και την πήρε στα 92 της χρόνια, πάντοτε όμορφη, κοκέτα, με το χαμόγελο τονισμένο με κραγιόν στα χείλη της, αυτά που και τι δεν τραγούδησαν, τι δεν μιμήθηκαν, στις επιθεωρήσεις που ήταν το φόρτε της, η είδηση του θανάτου της Αννας-Ειρήνης Καλουτά μάς γέμισε από μια αίσθηση απώλειας ζυμωμένη με λύπη. Η Αννα Καλουτά, το αστραφτερό ήμισυ του ντουέτου «Καλουτάκια» που άφησαν εποχή, ήταν και έμεινε θρύλος, πρωταγωνίστρια από την κορφή των ξανθών μαλλιών της ώς τα κόκκινα νύχια της. Και ένας θρύλος δεν πεθαίνει. Πολύ μετά από εμάς θα υπάρχουν άνθρωποι που θα μιλούν για τα «Καλουτάκια», για τη γλυκύτητα της σοφής Μαρίας, που έφυγε πρώτη, και την τσαχπινιά, το μπρίο της Αννας Καλουτά. Απόδειξη πως η είδηση κυκλοφόρησε από τα ΜΜΕ από το Σάββατο, δεν έμεινε συντροφιά που να μην εκφράσει τη λύπη της για την απώλεια, γιατί η Αννα Καλουτά ήταν ένα κομμάτι παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος αναντικατάστατο. Εχουμε ανάγκη από τη ζωντάνια της, από το «μπραβάντο» τού χαρακτήρα της, τη θέληση να ζει και να χειροκροτείται στο φως του προβολέα. Το ανεπανάληπτο «Ιγώ είμ’ γώ, βζωνάκ’ γοργό», που ενεθάρρυνε τα στρατευμένα παιδιά της Ελλάδος στα βουνά της Αλβανίας μέσα από τα ερτζιανά, οι μιμήσεις της, όπως «Η Σμυρνιά», «του τι είχαμε και τι χάσαμε», που οι Σμυρνιές, πρώτες, τη χειροκροτούσαν, οι ρόλοι της όχι μόνο στην επιθεώρηση αλλά και στο ελεύθερο θέατρο, σε κωμωδίες την κράτησαν κοντά μας.

Κορυφαία διάκριση

Στην παρασημοφόρησή της με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος από την Προεδρία της Δημοκρατίας, στις 15 Ιανουαρίου 2003, στεκόταν η Αννα Καλουτά, όμορφη, με τα καλά της, ανάμεσα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και στον σύζυγο της Ρένας Βλαχοπούλου που απουσίαζε για λόγους υγείας. Και όταν στάθηκε μπροστά της ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κωστής Στεφανόπουλος για να της καρφιτσώσει τα εύσημα και να επιδώσει παράσημο και δίπλωμα, η Αννα χαιρέτησε, σαν Ευζωνάκι, σε στάση προσοχής! Γέλασε ο Πρόεδρος, γελάσαμε όλοι στη μεγάλη αίθουσα των Διαπιστευτηρίων όπου επιδίδονται οι τιμητικές διακρίσεις. Ο Πρόεδρος κ. Κωστής Στεφανόπουλος, από στήθους, είπε τα ακόλουθα: «Η κυρία Καλουτά και η απουσιάζουσα, λόγω ασθενείας, κ. Ρένα Βλαχοπούλου έχουν προσφέρει όχι μόνον ως ηθοποιοί, αλλά με τον ηθοποιητικό ρόλο τους. Είναι πραγματικά άξιες της ονομασίας του Ηθοποιού, επί σειρά ετών στο θέατρο η κ. Καλουτά, στο θέατρο και τον κινηματογράφο η κ. Βλαχοπούλου. Γιατί τέχνη δεν είναι μόνο η τραγωδία που ανεβαίνει στην Επίδαυρο, αλλά και η κωμωδία και η επιθεώρηση είναι μορφές τέχνης πολύ σημαντικές. Και αυτές παιδεύουν τον λαό, και παιδευτικό έργο επιτέλεσε και η μία και η άλλη»… (Πρακτικά Προεδρίας της Δημοκρατίας 2003). Αυτή την ώρα του αποχαιρετισμού, στο ηλιόλουστο αττικό απομεσήμερο, στο Α΄ Νεκροταφείο, όπου χθες κηδεύθηκε η Αννα Καλουτά δημοσία δαπάνη, στο τελευταίο χειροκρότημα, αντί για λουλούδια, δημοσιεύουμε τρία σκίτσα της, από παραστάσεις από την Ελλη Σολομωνίδη-Μπαλάνου. Στα αδέλφια της Νίκο και Αιμιλία Καλουτά, στους λοιπούς συγγενείς τα συλλυπητήρια της στήλης για τον δικό τους άνθρωπο που «έφυγε», ενώ ο θρύλος της Ηθοποιού Αννας Καλουτά μένει…

  • Tης Eλενης Mπιστικα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21/04/2010

Άννα Καλουτά: Έφυγε η κυρία της ελληνικής επιθεώρησης

  • Η ΑΥΓΗ: 20/04/2010

Έσβησε και το τελευταίο αστέρι της αθηναϊκής επιθεώρησης, η ηθοποιός Άννα Καλουτά, που πέθανε το Σάββατο, σε ηλικία 92 ετών. Μαζί της, περνά πλέον στην ιστορία και ένα θεατρικό είδος το οποίο υπηρέτησε πιστά όλη της τη ζωή, ταυτίστηκε μαζί του και αναδείχθηκε στην απόλυτη εκπρόσωπό του.

Η Άννα Καλουτά γεννήθηκε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1918. Στο θέατρο έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην τρυφερή ηλικία των τεσσάρων ετών, παίρνοντας μέρος μαζί με την αδελφή της Μαρία σε παράσταση του θιάσου Μαρίκας Κοτοπούλη και μάλιστα σε έργο πρόζας. Οι δύο αδελφές, τα περίφημα «Καλουτάκια», υπήρξαν έτσι τα παιδιά-θαύματα της εποχής, διαπρέποντας σε όλα τα είδη του μουσικού θεάτρου, από οπερέτες (Βαφτιστικός, Απάχηδες των Αθηνών κ.ά.) μέχρι επιθεωρήσεις (ιστορική θα μείνει η ερμηνεία της στο «Ευζωνάκι», που τραγούδησε το 1940), αλλά και κωμειδύλλια (Αγαπητικός της βοσκοπούλας, Γκόλφω, Μαρία Πενταγιώτισσα) ή ηθογραφίες (Φιντανάκι).

Αντίθετα απ’ ό,τι άλλοι συνάδελφοί της, συνεργάστηκε ελάχιστα με τον ελληνικό κινηματογράφο. Προπολεμικά, εμφανίζεται σε ταινίες (Δόκτωρ Επαμεινώνδας, 1937, Όταν ο σύζυγος ταξιδεύει, 1938, Καπετάν Σκορπιός, 1939) που γυρίζονται στα κινηματογραφικά στούντιο του Καΐρου, μεταγραφές από επιτυχημένες οπερέτες. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 παίρνει μέρος σε κωμωδίες (Ο εμίρης και ο κακομοίρης, 1964, Καλώς ήλθε το δολάριο, 1967 κ.ά.), όπου διαμορφώνει τον τύπο της «Σμυρνιάς» με τον οποίο ταυτίστηκε και αποθεώθηκε. Τελευταία της εμφάνιση στο πανί το 1980, στον Ελευθέριο Βενιζέλο του Π. Βούλγαρη, ενώ το 1982 και 1988 συμμετέχει και σε δύο βιντεοταινίες. Σύνολο, 14 ταινίες σε 50 χρόνια.

Παράλληλα, με την αδελφή της έκανε περιοδείες σε όλο τον κόσμο, ενώ ηχογράφησαν και πολλούς δίσκους σε Ελλάδα και εξωτερικό. Υπήρξε μέλος του ΣΕΗ, ενώ τιμήθηκε με διακρίσεις για τις περιοδείες της αλλά και για την ψυχαγωγία του στρατού σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Από το υπουργείο Πολιτισμού ανακοινώθηκε ότι η κηδεία  της «κορυφαίας μορφής του ελληνικού θεάτρου» θα τελεστεί σήμερα, δημοσία δαπάνη, στις 3:00 μ.μ. από το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Αννα Καλουτά, ανεπανάληπτη σουμπρέτα

  • Ανέβηκε στο σανίδι μαζί με την αδελφή της το 1925, σε ηλικία 6 ετών, και τη δεκαετία του ’40 ήδη μεσουρανούσα
  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20/04/2010

ΑΠΩΛΕΙΑ. Βεντέτα από γεννησιμιού της. Της άρεσε να θαυμάζουν την κομψότητά της, το χρώμα των ματιών της, τον συνδυασμό του αγοροκόριτσου και της θηλυκότητας. Χωρίς κραγιόν και σκουλαρίκια δεν την έβλεπες ποτέ. Εμπαινε, θυμάμαι, με έναν ανεπανάληπτο αέρα στο καμαρίνι της στο θέατρο «Μινώα», μέσα της δεκετίας του ’80, χαιρετούσε και τον τελευταίο τεχνικό κι εγώ, νέα στο επάγγελμα, έτρεμα ότι θα αντιμετωπίσω αυτό τον θρύλο.

«Τι είναι χρυσό μου; Κοιτάς τα μάτια μου, ε; Ξέρεις ότι για μένα γράφτηκε το τραγούδι “Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες”; “Στην ανεπανάληπτη σουμπρέτα ηφαίστειο” μου έστειλε αφιέρωση ο Κατριβάνος», κι άρχισε να το τραγουδάει με την χαρακτηριστική φωνή της.

Αυτή ήταν η Αννα Καλουτά. Ακόμη και στα 92. Ανεπανάληπτη σουμπρέτα, οδοστρωτήρας, μπριόζα με αστείρευτο κέφι. Αμεση, αλλά και βεντέτα.

Ποτέ δεν το έβαζε κάτω και όσο κι αν της άρεσε να την αποκαλούν κυρία – «ήμασταν από καλό σπίτι, με τη μαμά κέρβερο» έλεγε-, λάτρευε να ακούει τη λέξη «θεατρίνα».

Η βεντέτα

Μα πιο πολύ της άρεσε να επαναλαμβάνει το ανέκδοτο που είχε σκαρφιστεί για χάρη της ο Κώστας Μανιατάκης. «Η δυσκολότερη θεατρική γέννα που έγινε ποτέ ήταν της μαμάς. “Εβγα έξω” φώναζε πάνω στον τοκετό απελπισμένα η Κατίνα Καλουτά, αλλά εγώ δεν το κουνούσα. Με τα πολλά ανταποκρίθηκα: “Ρίξτε μου προβολέα να βγω”».

Η φήμη τους ήταν μεγάλη, όπως οι επιτυχίες τους. Από το 1925 που πρωτοανέβηκαν στη σκηνή. Η Αννα και η Μαρία Καλουτά (που έφυγε νωρίτερα) έλαμψαν στο μουσικό θέατρο, ταυτίστηκαν απόλυτα με τη λαϊκή ψυχαγωγία. Είχαν ιδιαίτερη απήχηση, ψυχαγωγούσαν τους Ελληνες τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και ήταν από τις πρώτες Ελληνίδες θεατρίνες που γνώρισαν τι θα πει αποδοχή στο εξωτερικό.

«Ξέρεις, όταν ήμουν μικρή, ήμουνα τραυλή», εκμυστηρεύτηκε στη Σπεράντζα Βρανά («Ο οργασμός του μπράβο» εκδ. Αγκυρα). «Προπολεμικά έκανα σόλα που βασίζονταν στις μιμήσεις, τον Σαρλώ, τη Σμυρνιά και άλλους τύπους. Από τις δυό μας, η Μαρία ήτανε το “μυαλό” κι εγώ η “βεντέτα”».

Ο πατέρας της, ο ηθοποιός Στέφανος Καλουτάς, ήταν ομορφάντρας και πολύ γυναικάς και έτσι η κυρία Κατίνα ανέλαβε από νωρίς τα κορίτσια της.

Το διαβατήριο για τη Μαρίκα ήταν οι αδερφές της Κοτοπούλη (Φωτεινή και Χρυσούλα), οι οποίες την έπεισαν να πάρει τα δυο κοριτσάκια της φίλης τους στη «Στοργή» του Μπατάιγ.

Υστερα ήρθαν τα «Απαχάκια», τα «Τσολιαδάκια», επιτυχίες που τους πρόσφεραν και τα πρώτα τους χρήματα. Αυτά τις οδήγησαν με απόφαση της αυστηρής κυρίας Κατίνας στην Ιόνιο Σχολή.

Η δεκαετία του ’40 είναι η εποχή που οι δεσποινίδες πια Καλουτά μεσουρανούν. Οι θαυμαστές σχηματίζουν ουρές όπου κι αν εμφανίζονται, οι προτάσεις γάμου ήταν αμέτρητες, όσοι και οι υποψήφιοι γαμπροί, τα δώρα επίσης. Στο θίασο των: Αττίκ, Μακέδου, Σαμαρτζή για αρχή, το «Ευζωνάκι» και η «Σμυρνιά» είχαν τρομερή επιτυχία όπου και αν παρουσιάζονταν. Κυρίως τον καιρό του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Οι συνεργασίες ήταν πολλές (Ορέστης Μακρής, Κυριάκος Μαυρέας, Μίμης Κοκκίνης, Κώστας Μανιατάκης, Μενέλαος Θεοφανίδης, Κούλης Στολίγκας, Νίκος Σταυρίδης κ. ά.) και παντού θρίαμβος, όπως επί τρία χρόνια στην Αφρική.

«Ούτε εραστάς είχα»

Επιστροφή το 1949 με δώρα, επιτυχίες και το σχέδιο να αποκτήσουν επιτέλους το δικό τους θέατρο. Νέα τουρνέ, στο Γιοχάνεσμπουργκ και στην Αυστραλία.

Τα κατάφεραν τελικά. «Ποτέ δεν ξοδεύαμε, ήμασταν οικονόμες» καμάρωνε η Αννα Καλουτά. Και το πέτυχαν βάζοντας ό, τι είχαν στο θεάτρό τους. «Πουλήσαμε ακόμη και την έπαυλη στο Χαλάνδρι, μπιζού και γούνες». Αλλά το θέατρο πήγαινε καλά μόνο όταν ανέβαζαν επιθεωρήσεις.

Τον γάμο ούτε να τον σκεφτεί, κι ας παντρεύτηκε το 1967 η αδερφή της. «Χρυσή μου, εγώ είχα παντρευτεί το θέατρο». «Ούτε εραστάς είχα. Μόνο τρεις άντρες αγάπησα». Εναν βιομήχανο της εποχής και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Ηταν όμως και ο Δ. Χορν που αποκάλυπτε μόνο σε ιδιωτικές συζητήσεις. Από τη δεκαετία του ’70 περιόρισε τις εμφανίσεις της και περισσότερο στη δεκαετία του ’80.

Τελευταία εμφάνιση ήταν δύο χρόνια πριν, στο Ηρώδειο «Αυτά που κάψαν το σανίδι» του Σταμάτη Κραουνάκη. Η κηδεία της Αννας Καλουτά θα γίνει σήμερα στις 3 το μεσημέρι στο Α΄ Νεκροταφείο, δημοσία δαπάνη.

Σήμερα το «τελευταίο αντίο» στην Αννα Καλουτά

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Κηδεύεται σήμερα στις 15:00 το μεσημέρι, δημοσία δαπάνη, στο πρώτο νεκροταφείο της Αθήνας η Αννα Καλουτά, η οποία «έφυγε» το Σάββατο πλήρης ημερών.

Γεννημένη στις 29 Σεπτεμβρίου του 1918 στην Αθήνα η Ειρήνη Αννα Καλουτά αποτέλεσε μαζί με την αδερφή της Μαρία τα περίφημα «Καλουτάκια», που είχαν μεγάλη επιτυχία την εποχή του μεσοπολέμου ως παιδιά θαύματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη.

Η Αννα Καλουτά συμμετείχε σε 14 κινηματογραφικές ταινίες, αλλά άφησε εποχή στην επιθεώρηση αλλά και στην οπερέτα, χάρη στο μπρίο και τη χαρακτηριστική φωνή της.

Πρωταγωνίστησε σε οπερέτες όπως Γλυκιά Νανά, Βαφτιστικός, Απάχηδες των Αθηνών, σε ηθογραφίες όπως (το Φιντανάκι του Χορν), καθώς σε κωμειδύλλια όπως ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας, η Γκόλφω και η Μαρία η Πενταγιώτισσα.

Επεσε η αυλαία για την Αννα Καλουτά

Γεύτηκε όσο λίγες τόσο χειροκρότημα. Ολη της η ζωή ήταν το θέατρο. Η μεγάλη κυρία της επιθεώρησης, Αννα Καλουτά, «έφυγε» το Σάββατο το βράδυ και κηδεύεται σήμερα (3μμ) από το Α’ Νεκροταφείο, δημοσία δαπάνη.

Καταγόμενη από τη Σύρα, η Αννα Καλουτά γεννήθηκε στην Αθήνα το 1918. Γονείς της ο Στέφανος Καλουτάς, ηθοποιός, και η Κατίνα Γερακουλαίου, τραγουδίστρια. Η Μαρίκα Κοτοπούλη διακρίνει το ταλέντο των δύο μικρών κοριτσιών και τις βγάζει στο θέατρο, το 1925, στη «Στοργή» του Μπατάιγ. Τα «Καλουτάκια» κατακτούν το κοινό. Το 1941 συγκροτούν δικό τους θίασο. Ανεβάζουν επιθεωρήσεις, οπερέτες, μουσικές κωμωδίες, με μεγάλη επιτυχία. Συνθιασάρχες με τον Ν. Σταυρίδη το 1952, περιοδεύουν στο εξωτερικό. Αρχικά στο Παρίσι, μετά Νότια Αφρική, Ν. Ζηλανδία, Νέα Υόρκη, Σικάγο, Ντιτρόιτ και Λονδίνο. Τη δεκαετία του 1960 τα «Καλουτάκια», φτασμένες θεατρίνες, αποκτούν δικό τους θέατρο επί της οδού Πατησίων, με το όνομά τους. Το θέατρο πριν λίγα χρόνια γκρεμίστηκε και έγινε σούπερ μάρκετ. Η Αννα Καλουτά πικράθηκε πολύ.

Η Αννα Καλουτά πρωταγωνίστησε σε δημοφιλείς μουσικές κωμωδίες, σε γνωστές ηθογραφίες («Το Φυντανάκι» του Χορν), κωμειδύλλια («Αγαπητικός της βοσκοπούλας», «Γκόλφω», «Μαρία Πενταγιώτισσα»), αλλά θρυλική έμεινε για τις πολεμικές επιθεωρήσεις του 1940, ιδίως στο «Ευζωνάκι», καθώς και στους ρόλους της Σμυρνιάς.

Σε αντίθεση με το θέατρο, η παρουσία της Αννας Καλουτά στον κινηματογράφο ήταν περιορισμένη (14 ταινίες). Η πρώτη της ταινία ήταν η «Δόκτωρ Επαμεινώνδας» του Τόγκο Μιζράχι (1937). Ακολούθησαν: «Οταν ο σύζυγος ταξιδεύει» (1938) και «Απάχηδες των Αθηνών» (1950). Συνεργάστηκε με τους Αλέκο Σακελλάριο και Χρήστο Γιαννακόπουλο στις ταινίες «Εκείνες που δεν πρέπει να αγαπούν» (1951) και «Καλώς ήρθε το δολάριο» (1967). Εμφανίστηκε στο «Τσιγγάνικο αίμα» (1956) σε σκηνοθεσία – σενάριο Νίκου Τσιφόρου, «Η Σμυρνιά» (1969) σε σκηνοθεσία Νίκου Αβραμέα, «Ο ζιγκολό της Αθήνας» (1982) σε σκηνοθεσία – σενάριο Γιώργου Λαζαρίδη. Το νούμερο «Φανταράκι» από τις επιθεωρήσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατέγραφε η ταινία του Π. Βούλγαρη «Ελευθέριος Βενιζέλος» το 1980.

Τελευταία της σκηνική εμφάνιση ήταν τον Ιούνιο του 2008, στο Ηρώδειο, στην παράσταση «Χ-Σκηνής. Αυτά που κάψαν το σανίδι». Υποβασταζόμενη από τους Σταμάτη Κραουνάκη και Λάκη Λαζόπουλο έφτασε στο προσκήνιο: «Από Καλουτάκι έγινα Καλουτάρα», είπε με το γνωστό της χιούμορ και ξεκίνησε με το «Ευζωνάκι γοργό», καταχειροκροτούμενη, όπως και με το «Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα». [ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τρίτη 20 Απρίλη 2010]

Η Μαρινέλλα λάμπει και μέσα στην μπαναλιτέ

  • Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Ηταν πολύ φιλόδοξο το εγχείρημα των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα να αντιμετωπίσουν τον μύθο της Μαρινέλλας μέσω ενός λαϊκού μιούζικαλ που, μάλιστα, εξελίσσεται με δύο παράλληλες δράσεις.

Η μία αφορά την τραγουδίστρια και αφηγείται διακριτικά βασικούς σταθμούς της ζωής της, ξετυλίγοντας το νήμα από τη Θεσσαλονίκη, όταν λεγόταν ακόμα Κυριακή Παπαδοπούλου. Και η άλλη είναι μια κοινότοπη μυθοπλασία μιας ερωτικής ιστορίας, στην οποία εμπλέκονται δύο ζευγάρια που ζουν πάθη, με υπόκρουση επιλεγμένο ρεπερτόριο της Μαρινέλλας αλλά και άλλες επιτυχίες τής κάθε εποχής.

Βέβαια, το συγγραφικό «δίδυμο» είχε όσα εχέγγυα του πρόσφερε η διαπιστωμένη «χημεία» του με τις σκηνοθεσίες του Σταμάτη Φασουλή, αλλά και η Ελληνική Θεαμάτων, που σήμαινε άφθονη προσφορά μέσων. Και πραγματικά, το 3ωρο έργο «Μαρινέλλα. Το Μιούζικαλ», που έκανε πρεμιέρα την Παρασκευή, βρίθει τέτοιων: ζωντανή κι εξαιρετική ορχήστρα, αμέτρητα πολυτελή σκηνικά, χορευτικά, δεκάδες ρετρό κοστούμια. Απειρα τεχνικά «τρικ» επιτρέπουν σκηνικές ή ενδυματολογικές εκπλήξεις, όπως όταν η ουρά μιας πορφυρής τουαλέτας αποδεικνύεται απρόβλεπτα μέρος της αυλαίας, ή όταν μια ανθοστόλιστη σύνθεση πέφτει από ψηλά για να «στεφανώσει» την τραγουδίστρια ως άλλη Κάρμεν Μιράντα. Καταιγισμός εφέ με στόχο τον εντυπωσιασμό. Κατά τα άλλα, η Μαρινέλλα μένει Μαρινέλλα και το μιούζικαλ αγκομαχά.

Εκείνη τραγουδάει περίφημα καμιά 25αριά επιτυχίες της, καθηλώνοντάς μας με τα «Ανοιξε πέτρα», «Πίσω από τις καλαμιές» κ.ά. Παίζει απολαυστικά μικρούς εμβόλιμους ρόλους. Αφηγείται τσαχπίνικα επεισόδια από τη ζωή της. Χορεύει αξιοθαύμαστα. Επιβάλλει τους ενδυματολογικούς της κανόνες, αλλάζοντας βέβαια 10 διαφορετικές τουαλέτες για να εμφανιστεί απαστράπτουσα, αλλά και χωρίς «παρεκτροπές» από το προσωπικό της στιλ – το οποίο υπαγορεύει μονοχρωμία, καθαρές γραμμές και όχι ντεκολτέ. Ακόμη κι όταν στέκεται ακίνητη, παρακολουθώντας τη ζωή της (τη νεαρή «Κυριακή» υποδύεται η Λήδα Μανουσάκη), εκπέμπει ταλέντο.

Υπάρχει όμως κι η μυθοπλασία-συνταγή των Ρέππα-Παπαθανασίου: μια ιστορία παλιού ελληνικού μελό συναντά το χορευτικό μπρίο ενός μιούζικαλ του Δαλιανίδη και προσπαθεί να αποκτήσει στοιχεία παρωδίας. Το χιούμορ είχε άλλοτε διασώσει το συγγραφικό δίδυμο από το κιτς. Οχι εδώ. Γιατί ο μουσικοθεατρικός φόρος τιμής σ’ ένα λαϊκό κορίτσι, που έγινε κυρία της ζωής της και, ακούσια, σύμβολο γυναικείας χειραφέτησης, συνδυάζεται με μια μπανάλ ιστορία μικροαστικής παθογένειας: τη ζωή των δυο φανταστικών ηρωίδων (Τζένη Μπότση, Ευαγγελία Μουμούρη), καθορίζει αποκλειστικά ο έρωτάς τους για τον ίδιο άντρα (Μέμο Μπεγνή), όσο ένας ακόμη (ο Αντώνης Λουδάρος) διεκδικεί αμετανόητα την παρουσία της «άπιστης» στη συζυγική του κλίνη.

Απελπιστικά κοινότοπη η μυθοπλασία, παραγεμίζεται με ανούσια επεισόδια και χορευτικά που μεταμορφώνουν το μικροαστικό έπος σε κακόγουστη παλαιομοδίτικη υπερπαραγωγή και μάλιστα με ηθοποιούς που μοιάζουν μέτριοι μπροστά στη σκηνική εμπειρία της Μαρινέλλας. Η μόνη χρησιμότητα τόσων σκηνών είναι ότι απαλλάσσουν τους συγγραφείς από την αμηχανία να θίξουν πρόσωπα και πράγματα (πώς να παρουσιάσεις ξεκάθαρα την εποχή Καζαντζίδη;), όπως απαλλάσσουν και τη Μαρινέλλα από ένα μέρος του ρεπερτορίου της, που ερμηνεύεται από ηθοποιούς και χορευτές.

Δεν είναι όλη η παράσταση έτσι. Απολαυστικό είναι το σκετς με τη νεαρή Κυριακή (Λήδα Μανουσάκη) να βαφτίζεται Μαρινέλλα από τον Τόλη Χάρμα (εξαιρετικός ο Λουδάρος, διασώζεται). Το ίδιο και η Μαρινέλλα όταν θυμίζει πώς έκανε την πρώτη της επιτυχία: το «Σταλιά-σταλιά» το είχε γράψει ο Ζαμπέτας για τη Βουγιουκλάκη, αλλά το θεώρησε πολύ βαρύ και το παραχώρησε στη νεαρή τραγουδίστρια. «Ξεκίνησα με ένα όνομα που δεν ήταν δικό μου και μ’ ένα τραγούδι που είχε γραφτεί για άλλη», σχολιάζει η ίδια. Τέτοια στιγμιότυπα, γραμμένα επιτέλους με τρόπο τολμηρά αυτοσαρκαστικό απέναντι στον μύθο της, είναι ακαταμάχητα. Ολα τα υπόλοιπα, τι χρειάζονταν;

Γι’ αυτό και το χειροκρότημα της Παρασκευής, παρότι θερμό, ήταν κι αυτό «διχασμένο». Αλλο η Μαρινέλλα κι άλλο μια παράσταση σαν… περιττό ροζ «μποά» στο λαιμό της. *

Αννα Καλουτά: «Το θέατρο κύλησε στο αίμα μου»

  • «Η κυρία επιθεώρηση» με τη νεανική φρεσκάδα, την υποκριτική ετοιμότητα και την αντοχή στον χρόνο, που με την αδελφή της Μαρία άφησαν εποχή ως Καλουτάκια, «έσβησε» στα 92 της κλείνοντας ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής θεατρικής Ιστορίας

Νεανική φρεσκάδα, χιούμορ, χορευτική δεινότητα, μουσικότητα, αυτοσχεδιαστικός καταιγισμός, υποκριτική ετοιμότητα, αντοχή στον χρόνο. Με αυτά τα «υλικά» ήταν πλασμένη. Εάν προσθέσουμε ισχυρές δόσεις τσαχπινιάς και μπρίο, για τα οποία απέδειξε ότι δεν έχουν ηλικία, καθώς και έναν ιδιαίτερο τρόπο εκφοράς του λόγου, τότε έχουμε το φαινόμενο Αννα Καλουτά.

Η Αννα Καλουτά υπήρξε η ιστορία της αθηναϊκής επιθεώρησης. Με το «φευγιό» της, το Σάββατο στις 10 το βράδυ, σε ηλικία 92 ετών, ήλθε το τέλος μιας εποχής, έκλεισε ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής θεατρικής ιστορίας. Γιατί η Αννα Καλουτά ήταν ένα κομμάτι αυτής της Ιστορίας. Και το αποδείκνυε σε κάθε της εμφάνιση, μέχρι το τέλος της ζωής της.

«Το θέατρο κύλησε στο αίμα μου»

Μπροστά στο κοινό έμοιαζε να ξαναγεννιέται. Απόδειξη η παρουσία της τον Ιούνιο του 2008 (σε ηλικία 90 ετών) στο Ηρώδειο, στην παραγωγή «Χ-Σκηνής. Αυτά που κάψαν το σανίδι». Υποβασταζόμενη από τον Σταμάτη Κραουνάκη και τον Λάκη Λαζόπουλο έφτασε μπροστά στη σκηνή, στο φινάλε της παράστασης. Ετοιμόλογη, «από Καλουτάκι έγινα Καλουτάρα», με το γνωστό της κέφι και τη ζωντάνια (παρά τα προβλήματα υγείας που την ταλαιπωρούσαν) πέρασε από το «Ευζωνάκι γοργό» στο «Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί στη σκηνή σαν ροκ συγκρότημα».

«Σας αγαπώ πολύ», είπε, αφού ευχαρίστησε τρις τους θεατές που όρθιοι την χειροκροτούσαν. «Μπορεί να είναι η τελευταία φορά που έρχομαι σε επαφή μαζί σας. Μόνο ο Θεούλης το ξέρει», είπε στο τέλος.

 Η τελευταία της εμφάνιση το 2008 στο Ηρώδειο, όπου οι θεατές  όρθιοι τη χειροκροτούσαν

Η τελευταία της εμφάνιση το 2008 στο Ηρώδειο, όπου οι θεατές όρθιοι τη χειροκροτούσαν

Ισως αυτή να ήταν η τελευταία «επαγγελματική» εμφάνισή της. Η κατάσταση της υγείας της δεν της επέτρεψε να παραστεί στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας, στον Αγιο Σώστη, -αν και το ήθελε πολύ- όπου μία από τις αίθουσες πήρε το όνομά της. Εδώ και αρκετούς μήνες ένα ατύχημα που συνέβη μέσα στο σπίτι της την είχε καθηλώσει στο κρεβάτι. Ακόμα όμως και τότε, σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, το θέατρο τη συντρόφευε. Θυμόταν νούμερα, σκετς, επιθεωρήσεις, γεγονότα που συνέβησαν στην πολύχρονη καριέρα της.

Μια καριέρα που ξεκίνησε το 1925, σε ηλικία 7 ετών, στο πλευρό της Μαρίκας Κοτοπούλη, στη «Στοργή» του Μπατάιγ, μαζί με την αδελφή της Μαρία. Τότε γεννήθηκαν τα παιδιά-θαύμ, τα «Καλουτάκια». Εζησαν ημέρες μεγάλης δόξας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, στιγμές λατρείας και υπερβολικών εκδηλώσεων αγάπης. Από τις δύο η Αννα ήταν αυτή που δεν «πρόδωσε» ποτέ το θέατρο.

Εβδομήντα χρόνια συνεχώς βρισκόταν στο σανίδι (1925-1994). «Για μένα το θέατρο λειτούργησε καταλυτικά. Κύλησε στο αίμα μου. Εγινε ένα με το είναι μου και την ύπαρξή μου. Θυσίασα τα πάντα γι’ αυτό. Παιδικά παιχνίδια, νεανικές τρέλες και προσωπικές ευτυχισμένες στιγμές. Ολα για το σανίδι! Για το χειροκρότημα!… Εμένα η οικογένειά μου υπήρξε το θέατρο και παιδιά μου οι ρόλοι μου», γράφει στον πρόλογο του βιβλίου «Αννα Καλουτά – Η κυρία επιθεώρηση» του Μάκη Δελαπόρτα.

Αλλά κι όταν αποφασίζει να εγκαταλείψει το θέατρο και ερωτάται σχετικά, απαντά σε συνέντευξή της στο «Εθνος»: «Ναι. Το εγκαταλείπω οριστικά, 99,9%. Γιατί… άνθρωποι είμαστε! Μπορεί να τύχει κάτι ωραίο, μεγάλο. Μία Επίδαυρος… Εμένα ο καημός μου είναι να παίξω στην Επίδαυρο δράμα. Αλλά, επειδή με ανέδειξε η επιθεώρηση, όλοι θεωρούν ότι είμαι της επιθεώρησης».

Μπορεί να μην έπαιξε στην Επίδαυρο τον δραματικό ρόλο που ονειρευόταν (γιατί έπαιξε στη «Λυσιστράτη»). Ωστόσο, είτε με φτερά, παγέτες και πούλιες είτε με σμόκιν και ημίψηλο είτε με φουστανέλα και τσαρούχια, η Αννα Καλουτά υπήρξε ένα πλάσμα που εξέπεμπε γοητεία.

«Μαγνήτιζε» τα βλέμματα. Διέθετε αυτό το «κάτι», πέρα από το αναμφισβήτητο ταλέντο της. Κι ήταν «βεντέτα» από γεννησιμιού της. Υπήρχε, μάλιστα, ένα ανέκδοτο για τον βεντετισμό της που το είχε πει ο Κώστας Μανιατάκης. Η δυσκολότερη θεατρική γέννα ήταν αυτή της μαμάς Καλουτά όταν γεννούσε την Αννα. Η οποία Αννα δεν έβγαινε με τίποτα. «»Εβγα, μωρό μου», φώναξε κάποια στιγμή απελπισμένη η μάνα της, η κυρά Κατίνα. Κι η Αννα φώναξε: «Ρίξε μου προβολέα να βγω»»!

Είχε συνηθίσει στις εκδηλώσεις θαυμασμού τόσο από κοινό και θαυμαστές (το καμαρίνι της ήταν πάντοτε γεμάτο λουλούδια) όσο και του καλλιτεχνικού κόσμου (το «Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες» το έγραψε ο Κατριβάνος για κείνη). Από τους μεγάλους της έρωτες ήταν αυτός με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Η Ειρήνη-Αννα Καλουτά γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 1918. Απόφοιτος της Ιονίου Σχολής Θηλέων, έκανε σπουδές πιάνου και αφοσιώθηκε στο θέατρο. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη χορογραφία, τη σκηνοθεσία και την καλλιτεχνική διεύθυνση. Εμφανίστηκε σε 14 ελληνικές ταινίες, ενώ στο θέατρο πρωτοεμφανίζεται μαζί με την αδελφή της Μαρία, με την οποία δημιούργησαν τα περίφημα «Καλουτάκια», παιδιά-θαύμα της εποχής εκείνης, σε όλα τα είδη του μουσικού θεάτρου.

Συμμετείχε σε επιθεωρήσεις των γνωστότερων επιθεωρησιογράφων, σε οπερέτες («Γλυκιά Νανά», «Διαβολόπαιδο», «Βαφτιστικός», «Μοντέρνα κορίτσια» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, «Γυναίκα του δρόμου», «Απάχηδες των Αθηνών», «Οι πειρατές» του Νίκου Χατζηαποστόλου, «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους), σε μουσικές κωμωδίες («Μ’ αγαπά δεν μ’ αγαπά» των Γιανουκάκη – Ριτσιάρδη), σε ηθογραφίες («Το Φυντανάκι» του Χορν), σε πρόζα («Το πανηγύρι» του Χορν), σε κωμειδύλλια («Αγαπητικός της βοσκοπούλας», «Γκόλφω», «Μαρία Πενταγιώτισσα»). Εμεινε θρυλική στις πολεμικές επιθεωρήσεις του 1940, ιδιαίτερα στο «Ευζωνάκι», αλλά και αργότερα σε ρόλους Σμυρνιάς.

Επί 15 χρόνια έκανε περιοδείες στην Ευρώπη, την Αμερική, την Αυστραλία, την Αφρική και τη Ν. Ζηλανδία. Εμφανίστηκε στη «Salle de Gaveau» στο Παρίσι, στο «Κάρνεγκι Χολ» στη Νέα Υόρκη, στο «Παλλάς Θίατερ» στο Λονδίνο. Επαιξε, μαζί με την αδελφή της, με μεγάλα διεθνή ονόματα, όπως ο Μορίς Σεβαλιέ, η Μιστενγκέτ, ο Τίνο Ρόσι, η Λίλιαν Χάρβεϊ, η Πατασού, ενώ είχαν εμφανιστεί και στο σόου του Εντ Σάλιβαν.

Ηχογράφησαν μαζί πολλούς δίσκους στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Αναφέρουμε ενδεικτικά: «Μ’ αγαπά δεν μ’ αγαπά», «Γερακίνα», «Οι κερασιές», «Η βροχή», «Βεμ – Βεμ». Εχει τιμηθεί με πλείστα διπλώματα ελληνικών πρεσβειών για τις περιοδείες της και ακόμη με πολλές στρατιωτικές μνείες για τη ψυχαγωγία του Στρατού.

Η Αννα Καλουτά γεύτηκε στη ζωή της πολλά. «Είδα τόσα, έζησα τόσα, έπαιξα τόσα, εύχομαι με όλη μου την καρδιά, όλοι οι συνάδελφοί μου, άνδρες και γυναίκες, να δουν και να παίξουν αυτά που είδαμε και παίξαμε η αδελφή μου κι εγώ», έλεγε σε συνέντευξή της στο «Εθνος». «Καρφώνω το βλέμμα μου μακριά στον ορίζοντα και δεν ξέρω τι να πρωτοθυμηθώ και τι να ξεχάσω.

Τις τιμές που μας γινόντουσαν έξω, το σουξέ, το ντάντεμα, που μας ντάντευαν σαν παιδιά, την αγάπη που μας δείχνανε… Γιατί ήμασταν και πολύ κυρίες στις συναναστροφές μας… Λοιπόν, δεν στερήθηκα τίποτα. Και χειροκροτήματα και τιμές και πίκρες – κι αυτό μέσα στη ζωή είναι».

Η κηδεία της θα τελεστεί δημοσία δαπάνη από το υπ. Πολιτισμού και Τουρισμού αύριο, στις 3 μ.μ., στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Τα νούμερα που άφησαν εποχή
Το ηρωικό ευζωνάκι και ο τρίτος άνθρωπος

«Ιέν – δυο – ιέν – δυο, ιγώ ιμ ιγώ, ιβζουνάκι γοργό…» τραγουδούσε η Αννα Καλουτά στο θέατρο «Μοντιάλ» λίγο μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, ξεσηκώνοντας κάθε βράδυ τους θεατές, με αποτέλεσμα να καθιερωθεί απ’ αυτό το νούμερο ως το «ηρωικό ευζωνάκι» του ελληνικού θεάτρου.

Ο «Τσολιάς» ήταν ένα από τα αγαπημένα της νούμερα κι έριχνε τα τσάμικα και τα όπα της. Ως « Σμυρνιά» είχε μεγάλη ρέντα. «Ιβή, καλέ, τσι γλυτσίδι τσι παλιολλαδίτσιδι, κι είχαμε κι είχαμε και τι δεν είχαμε…» έλεγε κι «έπεφτε» το θέατρο.

Σόλο που άφησε εποχή ήταν ο «Τρίτος άνθρωπος», πάνω σε ιδέα από την ομώνυμη ταινία που τότε χάλασε κόσμο, κι αυτό το νούμερο είχε πάρει τότε βραβείο καλύτερου νούμερου και καλύτερης ερμηνείας. «Στη ζωή αυτή συχνά τρίτος άνθρωπος περνά/ σαν σκιά θολή, παράξενη πολύ, σαν μια σκιά θολή./Μυστικά, διακριτικά, προτού προλάβει την ουρά/ κάθε φορά παντού να βάλει. Μια σκιά θολή, παράξενη πολύ». Αυτό ήταν το κουπλέ, κι ακολουθούσε η ενδιάμεση πρόζα που ήταν μεστή από πολιτική σάτιρα, με τρία ρεφρέν, αμερικανικό, ρωσικό κι ελληνικό.

Αλλά περνώντας τα χρόνια και σατιρίζοντας την… «αντοχή» της στη σκην,ή τραγουδούσε: «Μα το λέω ορθά κοφτά… ας βρεθεί μια Καλουτά,/τα μαζεύω και στο σπίτι μου πηγαίνω,/τα μαζεύω και στο σπίτι μου πηγαίνω…».

  • «Για πάντα στην ψυχή μας»
  • Καταρράκτης ταλέντου, σύμβολο χειραφέτησης

«Ως γυναίκα σε δύσκολες εποχές υπήρξε σύμβολο χειραφέτησης. Το πολύπλευρο ταλέντο της, η ενέργειά της, η ιδιοσυγκρασία της, η ευγένεια, το ήθος, η ζωντάνια που πήγαζε ακόμα και στα βαθιά γεράματα από το χαμόγελό της και η διαύγειά της θα μείνουν αξιομνημόνευτα» αναφέρει, μεταξύ άλλων, στο συλλυπητήριο μήνυμά του για τον θάνατο της Αννας Καλουτά το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ Γιώργος Καρατζαφέρης δήλωσε: «Η απώλεια της μεγάλης Ελληνίδας ηθοποιού Αννας Καλουτά αφήνει δυσαναπλήρωτο το κενό όχι μόνο στο θέατρο, αλλά γενικότερα στον πολιτισμό μας. Εμείς στον ΛΑΟΣ πενθούμε διπλά, γιατί ήταν ένας άνθρωπος που συνόδευε την προσπάθειά μας από τα πρώτα της βήματα με την παρουσία και την προσωπικότητά της».

«Κιβωτό της ελληνικής επιθεώρησης» χαρακτηρίζει την Αννα Καλουτά στο συλλυπητήριο μήνυμά του ο δήμαρχος Αθηναίων Νικήτας Κακλαμάνης. Και συνεχίζει: «Ο απόλυτος καταρράκτης ταλέντου και μπρίο του ελληνικού θεάτρου μπορεί να έφυγε από κοντά μας, αλλά η γνήσια και παντοτινή γοητεία της έχει δημιουργήσει μια μόνιμη όαση για να ξεκουράζονται τα όνειρά μας. Η πόλη της, η Αθήνα, την έχει ευχαριστήσει εν ζωή, μετονομάζοντας τον Πολυχώρο του Νέου Κόσμου σε «Πολυχώρο Αννας και Μαρίας Καλουτά», ως ελάχιστη ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς της που θα μείνει για πάντα στην ψυχή μας».

  • Θέατρο «Καλουτά»
  • Ονειρο και «Βατερλό» τους

Υπήρξε το όνειρο και το (οικονομικό) Βατερλό τους. Ηθελαν ένα δικό τους θέατρο, κοπίασαν ιδιαίτερα, χρεώθηκαν, έφτιαξαν ένα «κόσμημα» για την εποχή. Το θέατρο «Αννα – Μαρία Καλουτά», στην πλατεία Κολιάτσου. Εγκαινιάστηκε το 1961. Εκαναν δικές τους παραγωγές. Δεν περπάτησαν, μπήκαν μέσα. Το έχασαν. Πικράθηκαν πολύ. Τώρα έχει γίνει σούπερ μάρκετ. Το γεγονός αυτό κόστισε ιδιαίτερα στην Αννα. Ισως να μην το ξεπέρασε ποτέ.

«Μαζεύαμε σαν μυρμηγκάκια τα λεφτά μας. Είχαμε το όνειρό μας: να κάνουμε το θέατρό μας. Εμείς, όταν τα είχαμε τα λεφτά, κάναμε ένα θέατρο εφάμιλλο του «Ρεξ». Μετά το «Ρεξ», ήταν το «Καλουτά»», διηγείται στο «Εθνος». «Δώδεκα μέτρα είχε άνοιγμα το «Ρεξ», δεκατέσσερα το «Καλουτά». Εμείς τα λεφτά μας δεν τα σκορπίσαμε. Πήγαν στο θέατρο. Τώρα, οι αντιξοότητες, οι παλιανθρωπιές, γιατί εμείς υπήρξαμε δυο γυναίκες που δεν ξέρανε τίποτα άλλο από το να παίζουμε, χίμηξαν απάνω και μας το φάγανε το θέατρο. Ανθρωποι που είχανε και τρία και τέσσερα θέατρα, κοιτάξανε να φάνε και το δικό μας, το ένα και μοναδικό. Τέλος πάντων». Από εκείνη την εποχή έχει μείνει μόνο η στάση «Καλουτά».

  • 14 ταινίες στον κινηματογράφο

Σε αντίθεση με το θέατρο και τη σκηνή, η παρουσία της Αννας Καλουτά στον κινηματογράφο ήταν περιορισμένη (μόλις 14 φιλμ). Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1937 με το «Δόκτωρ Επαμεινώνδα» του Τόγκο Μιζράχι. Ακολούθησαν το «Οταν ο σύζυγος ταξιδεύει» (1938) και οι «Απάχηδες των Αθηνών» (1950).

Η πρωταγωνίστρια συνεργάστηκε επίσης με τους Αλέκο Σακελλάριο και Χρήστο Γιαννακόπουλο στις ταινίες «Εκείνες που δεν πρέπει να αγαπούν» (1951) και «Καλώς ήρθε το δολάριο» (1967). Εμφανίστηκε επίσης στο «Τσιγγάνικο αίμα» (1956) σε σκηνοθεσία και σενάριο Νίκου Τσιφόρου. Στις πιο γνωστές επιτυχίες της συγκαταλέγονται επίσης «Ο εμίρης και ο κακομοίρης» (1964) σε σενάριο Γιώργου Λαζαρίδη και σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου, η ταινία «Και οι… 14 ήταν υπέροχοι» σε σενάριο των Κώστα Κινδύνη και Γιώργου Λαζαρίδη (1965) και «Η Σμυρνιά» (1969) σε σκηνοθεσία Νίκου Αβραμέα. Η τελευταία της ταινία ήταν «Ο ζιγκολό της Αθήνας» (1982) σε σκηνοθεσία και σενάριο Γιώργου Λαζαρίδη.

  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 19/04/2010