Category Archives: Ιωαννίδης Γρηγόρης

***«Το σφαγείο» του Ιλάν Χατσόρ ΔΗΠΕΘΕ Σερρών – Θέατρο του Νέου Κόσμου

Εξαιρετικά επίκαιρο, αλλά και σημαντικό, το έργο του Ισραηλίτη συγγραφέα Ιλάν Χατσόρ. Η παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου θα συζητηθεί

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Σπουδαίες ερμηνείες από τους Μιχάλη Οικονόμου, Γιώργο Παπαγεωργίου και Ορέστη Τζιόβα, στους ρόλους τριών Παλαιστίνιων αδελφών που βιώνουν την ασφυξία ενός ατελεύτητου πολέμου

Καλή προμηνύεται η χρονιά για το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών: σε ένα θαυμάσια ανακαινισμένο θέατρο, το «Αστέρια», από τα καλύτερα της περιφέρειας, εγκαινιάζει με ένα πλούσιο και γόνιμο πρόγραμμα τον διάλογο με την τοπική κοινωνία. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει συνεργασίες του ΔΗΠΕΘΕ με το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο του Νέου Κόσμου, μετακλήσεις, αλλά και δικές του παραγωγές. Χώρια τα αφιερώματα, οι μουσικές βραδιές και οι κάθε λογής εκδηλώσεις που έχει σχεδιάσει ο καλλιτεχνικός διευθυντής Θοδωρής Γκόνης. Το δημοτικό θέατρο των Σερρών, με δυο λόγια, δείχνει να αντανακλά την εικόνα μιας πόλης μικρής μεν, αλλά ανήσυχης και εύρωστης.

Ενα από τα πρώτα εγχειρήματα της χειμερινής σεζόν περιλαμβάνει τη συμπαραγωγή, μαζί με το Θέατρο του Νέου Κόσμου, του έργου του Ιλάν Χατσόρ «Το σφαγείο». Η παράσταση θα κατεβεί σύντομα και στην πρωτεύουσα και, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, θα αποτελέσει μία από τις σημαντικές και δυστυχώς εξαιρετικά επίκαιρες παραστάσεις της χρονιάς. Το ότι οι Σέρρες έχουν παρακολουθήσει πρώτες τη συγκλονιστική του μαρτυρία είναι μια μεγάλη επιτυχία.

Και αληθινά δύσκολα συγκρατεί κάποιος τον ενθουσιασμό του μπροστά στις αρετές του έργου του Χατσόρ. Η δομή είναι βέβαια γνωστή και ώς ένα βαθμό αναμενόμενη. Διαθέτει όμως μια άρτια τεχνική, με οικονομία και πυκνότητα, που θυμίζουν τις καλύτερες στιγμές του αμερικανικού θεάτρου. Εχει στο κέντρο την ένταση ενός αληθινού, όχι τεχνητού προβλήματος. Και ακολουθεί για την ανάλυσή του το υπόδειγμα της τραγικής διαλεκτικής: το πρόβλημα μετακινείται στη θέση του Αλλου και τα επιχειρήματα διατυπώνονται από αλλότριο στόμα.

Και όμως, όλα αυτά δεν αρκούν να μεταφέρουν την αίσθηση που νιώθει ο θεατής του «Σφαγείου». Γιατί λείπουν από αυτά η αίσθηση της ασφυξίας, ο εγκλεισμός του ανθρώπου, του μαλακού σαν το χόρτο, στον πόλεμο τον ατελεύτητο, που άλλες φορές μοιάζει με απελευθερωτικό κίνημα, άλλες με τρομοκρατία και άλλες με εμφύλιο.

Στον χώρο ενός σφαγείου στην Παλαιστίνη εργάζεται ο Χαλίντ, ο μικρός αδελφός μιας οικογένειας Παλαιστινίων, η οποία έχει ήδη δώσει στον αγώνα ένα θύμα, τον επτάχρονο Νιντάλ, και έναν αντάρτη στα βουνά, τον Ναΐμ. Αν, όμως, η ίδια έχει επιβιώσει, το οφείλει στον αγώνα για ζωή και προκοπή του μεγάλου αδελφού, του Νταούντ.

Αυτός ο κλειστός πυρήνας της οικογένειας συμπυκνώνεται, διασπάται και εκρήγνυται μπροστά μας σε λιγότερο από μιάμιση ώρα. Ωραίες, γνήσιες στιγμές ρεαλισμού. Και διπλή η έκπληξη, όταν κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε πως η επώδυνη αυτή, σχεδόν μαρτυρική, ανατομία δεν προέρχεται από κάποιον Αραβα, αλλά από Εβραίο συγγραφέα. Το κυριότερο, μοιάζει να λέει ο Χατσόρ, είναι να κατανοήσουμε ότι στον χώρο του «σφαγείου» κανείς δεν μπορεί να παραμένει για πολύ αθώος ή ένοχος. Οι πράξεις και οι λέξεις που σημαίνουν κάτι, όπως τρομοκρατία, προδοσία, επανάσταση, θύμα, οικογένεια, αδελφός, γίνονται όχι μόνο αντίθετες, αλλά και ασύμβατες. Πράγματα δυστυχώς γνωστά σε εμάς – έχουμε και εμείς ένα δικό μας παλιό «σφαγείο» να θυμηθούμε, όπως και μια πρόσφατη «εξέγερση» να κατανοήσουμε.

Είναι ίσως η πιο ολοκληρωμένη δουλειά του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου τα τελευταία χρόνια. Ο σκηνοθέτης λειτούργησε περισσότερο με τη βιωματική, όχι μόνο την προσωπική αλλά και τη συλλογική, κατάθεση. Μπόρεσε έτσι να κάνει αισθητή τη φρίκη του αναπόδραστου: μια βρύση που στάζει εδώ, ένα τσιγκέλι που κρέμεται από το ταβάνι, ένα βάζο ελιές και στο τέλος το σώμα ενός ανθρώπου που μετατρέπεται σε σφάγιο: αυτά είναι τα σύμβολα μιας τραγικής ιστορίας, που μεταβάλλεται από την τέχνη σε τραγικό παράδειγμα.

Ο σπουδαίος ρεαλισμός δίνει τη βάση σε σπουδαίες ερμηνείες. Ο Νταούντ του Μιχάλη Οικονόμου συμπυκνώνει την αντίφαση ενός ανθρώπου που προδίδει τις συλλογικές αρχές, όχι για χάρη του άδικου, αλλά από φόβο και ελπίδα. Συλλογιόμαστε την ερμηνεία του μέρες μετά. Ο Ναΐμ του Γιώργου Παπαγεωργίου, όμορφος στην επανάσταση και στην πνιγμένη αγάπη του για τον αδελφό. Και ο μικρός Χαλίντ του Ορέστη Τζιόβα, η μεταφορά του Αστυάνακτα, το παιδί που ο παραλογισμός και η ματαίωση γκρεμίζουν από τα τείχη.

Στις Σέρρες το έργο παίχτηκε σε κυκλική σκηνή. Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου ελπίζω να διατηρήσει την πρώτη αυτή ιδέα: να δούμε το «Σφαγείο» ενσωματωμένοι στη δισημία των λέξεών του. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 29/12/2008

Advertisements

* «Παραμυθ… issimo» Μικρή Πόρτα

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Για τυπικούς μονάχα λόγους ας σημειώσουμε ότι η παράσταση απευθύνεται πρωτίστως σε παιδιά. Στην πραγματικότητα, η νέα πρόταση της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου είναι αντάξια κάθε ενήλικης θεατρικής εξόδου, μάθημα θεάτρου για σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Ο όρος του παιδικού θεάτρου δίνει μόνο την πρόφαση (και την ευκαιρία) στους δύο καλλιτέχνες να μιλήσουν από καρδιάς, με ποιητική διάθεση, χιούμορ και απλότητα για τα λαϊκά παραμύθια. Και το κάνουν υπέροχα για μια ακόμη φορά. Το έχω πει και παλιότερα: Η «Πόρτα» υπηρετεί ένα θέατρο τόσο καλό, ώστε να το δίνουμε και στα παιδιά μας.

Σκηνή από το έργο που έγραψε η Ξένια Καλογεροπούλου και σκηνοθέτησε ο Θωμάς Μοσχόπουλος

Το πρώτο υλικό το δίνει τώρα η ιταλική ψυχοτροπία, που γέννησε από τις Άλπεις ώς τη Σικελία τα δικά της υπόκωφα όνειρα. Ο Ιταλο Καλβίνο τα μάζεψε από την ιταλική επαρχία και με λαογραφική επιμέλεια τα παρακολούθησε να συνθέτουν από τη ρευστή τους φύση ένα αυτοτελές, γόνιμο σώμα. Επόμενο ήταν να μαγευτεί από την κατάφαση του μαγικού. Στα λαϊκά παραμύθια κρυσταλλώνεται το σκοτάδι και το φως από τη σοφία του αλλόκοτου, όπως αυτή εκφράστηκε συλλογικά στη δική της γλώσσα, στο ύφος και στα δικά της μονοπάτια έκφρασης και αντίληψης.

Κι όμως παρά την κοινή πηγή, τα λαϊκά παραμύθια της Ιταλίας είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα της κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, όπως και από τα δικά μας. Φέρουν μια δική τους γεύση, όσφρηση και αφή, μια πιπεράτη διάθεση μαζί με μια τραχιά, βακχική αίσθηση. Σου ζητούν όχι μόνο να τα αφηγηθείς και να τα ακούσεις, αλλά και να τα παίξεις.

Σε αυτό ακριβώς στήριξαν την παράστασή τους η Ξένια Καλογεροπούλου και ο Θωμάς Μοσχόπουλος, στο παιχνίδι ανάμεσα στο υλικό της φαντασίας και την πραγματικότητα, στη σκηνή και την πλατεία. Στο εμπνευσμένο σκηνικό της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου το ένα παραμύθι εγκιβωτίζει το άλλο, σαν το κινέζικο κουτί μιας κυκλικής και αέναης αφήγησης. Ένας παπαγάλος παραμυθάς αποκαλύπτει την ιστορία της αμαζόνας πριγκίπισσας, που κι αυτή αποκαλύπτει την ιστορία ενός βασιλιά βοσκού, που κι αυτή δίνει τη θέση της στην ιστορία της κοπέλας που ταξιδεύει με ξύλινο φόρεμα. Κοινό θέμα σε όλα η μεταμόρφωση και η αποκάλυψη της αληθινής φύσης και του πραγματικού εαυτού πίσω από ένα παιχνίδι ρόλων και μαγικών αντικειμένων. Οπως συμβαίνει στα παραμύθια, δύο δυνάμεις δρουν από κοινού: η πρώτη κρύβει τον κόσμο και η δεύτερη τον αποκαλύπτει.

Δεν τελειώνει όμως εδώ το ενδιαφέρον: για τους προσεκτικούς θεατές βρίσκεται στον τρόπο που το παιχνίδι των ιταλικών λαϊκών παραμυθιών στο «Πόρτα» κτίζεται με μερικά από τα βασικότερα υλικά της ιταλικής σκηνικής παράδοσης: την προοπτική, τα σπετσάτα, την ενέργεια της κομέντια ντελ άρτε, καθώς και το γενικό πανηγύρι γύρω από το σώμα και την κίνηση του ηθοποιού.

Αυτό εν τέλει στο οποίο φτάνουν συγγραφέας και σκηνοθέτης, σκηνογράφος και ηθοποιοί ξεπερνάει ακόμα και την πιο απαιτητική προσδοκία μας, ακόμα και τις καλύτερες δουλειές τους. Είναι χάρμα. Η σύνθετη όμως δομή, ο καταιγισμός των εμπνεύσεων, όπως και μερικά σημεία στο σώμα της παράστασης δυσερμήνευτα και δυσπρόσληπτα κάνουν την παράσταση περισσότερο κατάλληλη για παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας.

Αναφέρω τους ηθοποιούς ονομαστικά, επισημαίνοντας ότι για μια ακόμη φορά το θέατρο «Πόρτα» γίνεται πόρτα εισόδου νέων ονομάτων στο θέατρό μας: Μιχάλης Σαραντής, Τατιάνα-Αννα Πίττα, Χρίστος Νικολάου, Στέλιος Χλιαράς, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Δάφνη Μαρκάκη, Τώνια Γελεκλίδου, Μιχάλης Σαράντης και Γιάννης Κουκουράκης. Σε όλους, μπραβίσιμο! *

Ελευθεροτυπία / 2 – 27/12/2008

**«Βάκχες» – Θέατρο «Πορεία»

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Οι «Βάκχες» στο «Πορεία» προκαλούν γενικευμένη αμηχανία. Οχι γιατί το κοινό αδυνατεί να κατανοήσει τις αρετές τους όσο γιατί δυσκολεύεται να μπει στη λογική τους. Αν κάποιες παραστάσεις μπορούν να δείξουν από μακριά την καταγωγή του σκηνοθέτη τους, τότε, ναι, αυτή η παράσταση αποκαλύπτει εξαρχής το καλλιτεχνικό γονίδιο της Αυστριακής Ρενάτε Τζετ: οι «Βάκχες» της, στον ελαχιστοποιημένο από σημεία και σημαινόμενα χώρο τού «Πορεία», ακολουθούν την τυπικά γερμανική διαλεκτική παράδοση, στη σειρά του Στάιν, που ζητά να θέσει τη θερμοκρασία τήξης του έργου στο μηδέν και να ενεργοποιήσει την προσοχή του θεατή στο μέγιστο.

Σκηνή από την παράσταση της Ρενάτε Τζετ

Εμείς βέβαια έχουμε συνηθίσει αλλιώς: προσεγγίζουμε παραδοσιακά τη ζωτική ενέργεια της συγκεκριμένης τραγωδίας μέσα από την αναζήτηση ζεστών, λαϊκών διαχύσεων και φασαριόζικων εκφράσεων – μας είναι, λόγου χάριν, δύσκολο να κατανοήσουμε τις «Βάκχες» σαν αστικό πρόβλημα. Η παράσταση στο «Πορεία» όμως ζητά κάτι άλλο: να συμβιβαστούμε με μια ήπια, σχεδόν ντροπαλή προσέγγιση, που στοχεύει κυρίως στην περίσκεψη· με μια συζήτηση μεταξύ κυρίων που κάποια στιγμή παρεκτρέπεται.

Με αυτά τα δεδομένα κατανοώ γιατί πολλοί βρίσκουν το αποτέλεσμα άρρυθμο και άθυμο. Είναι αλήθεια ότι ξενίζει η έλλειψη διάθεσης από τη μεριά των ηθοποιών και της σκηνοθεσίας να κάνουν το έργο ζωντανό και ζεστό. Η διαλεκτική διαδικασία όμως επιτάσσει ακριβώς αυτό: να μη συγκρούονται τα αντίθετα, αλλά να συμπλέκονται σε μια κοινή πορεία. Η μυθική πράξη δεν επαναλαμβάνεται, αλλά αναπαρίσταται σαν παράδειγμα υπερβατικής σύνθεσης.

Σε αυτό το πλαίσιο ένα από τα κλειδιά της παράστασης βρίσκεται στον τρόπο που η σκηνοθεσία διαχέει στο έργο έναν επιτηδευμένα χαλαρό ρυθμό σαν μούδιασμα μέθης. Σπασμωδικές κινήσεις, μειωμένα αντανακλαστικά και σκόρπια λόγια: μπροστά μας μια πόλη έχει γίνει έρμαιο της διονυσιακής παραζάλης, σαν να έχει μόλις βγει από το χθεσινοβραδινό μεθύσι και περιμένει το πρωινό χανγκόβερ. Απέναντι σε αυτή την πόλη ο Πενθέας μοιάζει αποσυνάγωγος: είναι ο μόνος νηφάλιος, ο μόνος αλύγιστος, ο μόνος αμύητος. Είναι γενικά μόνος.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση οδηγεί τη σκηνοθέτιδα σε κάτι ακόμα: πέρα από τον ρεαλισμό ή τον συμβολισμό, επιλέγει να καταργήσει το κυνήγι του συμβατικά αρεστού και σημασιολογικά «όμορφου» και να στραφεί στο καθαρό σημείο. Αφήνει έτσι βέβαια πολλά να γίνουν από τη μεριά του θεατή. Στον τελευταίο ανήκει η ευθύνη των διασυνδέσεων, η συμπλήρωση των κενών, η μεταφορά της χαμένης θερμότητας.

Βοηθάει σε αυτό πολύ η ευρηματική διάταξη του χώρου στο «Πορεία», που παραπέμπει στα φεστιβαλικά αντανακλαστικά της Πειραιώς. Και βοηθάει βέβαια η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά: διαλεκτική και σημαίνουσα, αποκαλύπτει τη συνομιλία στο έργο του ορθού με τον πλάγιο λόγο.

Αναρωτιέμαι πόσοι θα επέλεγαν για τον ρόλο του Διόνυσου τον Νίκο Ελευθεριάδη. Η ανατρεπτική φιγούρα του δίνει εξαρχής στον Διόνυσο τη σημασία της έννοιας, όχι του προσώπου. Ο Μπλέιν Ράινινγκερ αναλαμβάνει τον άχαρο προλογικό ρόλο – προτιμώ τη μουσική του παρέμβαση. Ο Πενθέας του Δημήτρη Τάρλοου, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μορφή: εγκλωβισμένος στο σώμα του, αδυνατεί να ενταχθεί και να συνταχθεί με το γενικό κλίμα. Κρίσιμη και η Αγαύη της Ναταλίας Καποδίστρια, καθώς δείχνει προς το πένθος. Ο Τειρεσίας του Γιούργκεν Στέσινγκερ δίνεται μέσα από τα χάσματα ενός ελλειπτικού λόγου· λειτουργώντας συμπληρωματικά, ο Κάδμος του Γιώργου Μωρόγιαννη θέτει το μέγεθος μιας παλιάς μυθικής μορφής. Στον Αγγελο του Απόστολου Πελεκάνου εντοπίζεται όμως η πλήρης μεταφορά του παραδείγματος με λίγα μέσα, αρκετά κενά και περισσή τιμιότητα. Οι τρεις Βάκχες (Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη) μεταφέρουν στην παράσταση την ατμόσφαιρα της παραίσθησης. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 20/12/2008

* «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας – Κεντρική Σκηνή

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Ο Φρίντριχ Ντίρενματ ανήκει στο Ηρώον των συγγραφέων μιας περασμένης γενιάς, της πρώτης ουσιαστικά γενιάς που έπρεπε να διαχειριστεί πολιτικά, ιδεολογικά και αισθητικά το βάρος του Β’ Παγκοσμίου Πόλεμου. Εχοντας ισχυρή πολιτική συνείδηση, χωρίς να είναι ένας ακριβώς πολιτικός συγγραφέας, όπως ο Μπρεχτ, με σατιρική διάθεση, αν και δύσκολα θα τον χαρακτηρίζαμε σατιρικό όπως τον Μαγιακόφσκι, εξπρεσιονιστής χωρίς να είναι ο Βέντεκιντ και παράλογος χωρίς να είναι ο Ιονέσκο, ο Ντίρενματ είναι τελικά ένας ποταμός συνείδησης πάνω στο ανθρώπινο και κοινωνικό μεταπολεμικό γίγνεσθαι. Το σπουδαιότερο έργο του «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» όμως, εκτός από όλα αυτά, είναι μαζί και καθαρό θέατρο: θέατρο δηλαδή που χαίρεται αυτόματα, άτακτα και αυθόρμητα τον εαυτό του. Εδώ βρίσκεται ίσως και το μεγάλο πρόβλημα με την «Επίσκεψη» για τον κάθε σκηνοθέτη. Μια πηγή λαϊκού, αυθόρμητου και ζωντανού θεάτρου πρέπει να συνδυαστεί με τη λελογισμένη, συντεταγμένη και δομημένη προοπτική της ερμηνείας του.

Είναι βέβαια θέατρο κατάλληλο για κρατική σκηνή, που διαθέτει τους κατάλληλους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους. Στο μικρό και στενό θέατρο της Κεφαλληνίας το εγχείρημα μοιάζει φιλόδοξο, ακόμα και για έναν έμπειρο σκηνοθέτη όπως ο Στάθης Λιβαθινός. Ο τελευταίος στρέφεται -και είναι αυτό πολύ ευχάριστο- σε ένα θέατρο άλλης υφολογίας από το ρωσικό. Με κάποια αμηχανία και θέλοντας να χωρέσει πολλά πράγματα στο ίδιο -και μικρό- καλάθι, καταλήγει σε μια ιμπρεσιονιστική παράσταση, μαυρόασπρη σαν κόμικς, όπου με μπρεχτικές, διδακτικές παρεμβάσεις το αρχικό κείμενο εισάγεται στη χοάνη του μεταδραματικού θεάτρου.Αυτά είναι στοιχεία που μπορούν ίσως να περιγράψουν, αλλά όχι και να χαρακτηρίσουν μια παράσταση. Ακόμα περισσότερο δεν μπορούν να πείσουν. Η προσπάθεια του σκηνοθέτη να χωρέσει το έργο στη μικρή και στρογγυλή σκηνή της Κεφαλληνίας, που αφήνει ακάλυπτα τα νώτα και διαχέει τη δυναμική σε όλες τις κατευθύνσεις, τον παρέσυρε σε ένα υπερβολικό ντάμπλινγκ (ηθοποιοί που εμφανίζονται σε παραπάνω από έναν ρόλους) και σκόρπισε τη διασκευή και το στήσιμο της παράστασης στην ασάφεια.

Από την άλλη, η δομή της παράστασης μοιάζει στενή για να επιτρέψει στους ηθοποιούς μια αληθινά αυθόρμητη δημιουργία. Η «Επίσκεψη» βυθίζεται σε ένα κλίμα μελαγχολίας και βαρύθυμης διαπίστωσης που δεν διακόπτεται και δεν αναιρείται από τη χαρά του θεάτρου.

Ετσι, στο χωριό του Γκίλεν, όπου οι κάτοικοι περιμένουν στην αγορά συναθροισμένοι την έλευση της σωτηρίας, στο πρόσωπο της βαθύπλουτης γηραιάς Νέμεσης, το γκροτέσκο στοιχείο γίνεται βαρύ στολίδι και άγριο κόσμημα. Στο πρόσωπο της Μπέττυς Αρβανίτη κάτι τέτοιο λειτουργεί. Η ηθοποιός έχει να επιδείξει τα τελευταία χρόνια μια ολόκληρη σειρά πορτρέτων γυναικών μοιραίων και αυτοσαρκαζόμενων, ώστε να μπορεί να χτίζει τώρα με ευκολία τον ρόλο και το στιλ της Κλαίρης Ζαχανασιάν. Με την ίδια άνεση ο θαυμαστά θαλερός Γιάννης Φέρτης σηκώνει τον απαιτητικό ρόλο του Ιλ, του μόνου στο έργο που σηκώνεται έστω και λίγο ψηλότερα από το ανάστημά του, έστω και λίγο πριν από την τελική πτώση.

Παρόμοια θετικές είναι οι παρατηρήσεις που αφορούν τους υπόλοιπους ηθοποιούς (Κώστας Γαλανάκης, Νίκος Αλεξίου, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Βασίλης Καραμπούλας, Τζίνη Παπαδοπούλου, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Θανάσης Δήμου, Ελένη Ουζουνίδου, Ηλίας Κουνέλας και Ακις Λυρής). Το σύνολο όμως εδώ είναι κατώτερο των μερών του. Το έργο από κάποια στιγμή και μετά κουράζει, και μάλιστα στο σημείο που θα έπρεπε κανονικά να υψώνεται σε μια καυστική αλληγορία της σημερινής πιστωτικής και οικονομικής μας κρίσης. *

Ελευθεροτυπία / 2 – 13/12/2008

* «Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ»-Από Μηχανής Θέατρο

Κριτική Θεάτρου

Ιρλανδοί εν τάφω

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ,  ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 06/12/2008
Να μια ευκαιρία να συγκρίνουμε, και μάλιστα σε πραγματικό χρόνο, τις ικανότητές μας πρόσληψης με εκείνες του βρετανικού κοινού, με αφορμή το νέο έργο ενός γνώριμου μας Ιρλανδού συγγραφέα. Το θαυμάσια ανακαινισμένο από την Εταιρεία Θεάτρου Συν-Επί «Από Μηχανής» θέατρο, παραμυθία σε μια από τις πιο πραγματικές περιοχές της Αθήνας, ανεβάζει σχεδόν ταυτόχρονα με το Εθνικό θέατρο της Αγγλίας το έργο του Εντα Γουόλς «Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ». Οι όποιες διαφορές στην πρόσληψη είναι ζήτημα οπτικής και ίσως ψυχοτροπίας: εκεί που οι Αγγλοι αναλύουν -θαυμάσια, όπως το συνηθίζουν- το πραγματιστικό επίπεδο του έργου, στη συνείδησή μας τα πράγματα τρέχουν με τον τυπικό ιρλανδικό τρόπο του Γουόλς: ένα ψέμα προβάλλεται στην πραγματικότητα και αυτή υποχωρεί μπροστά στη μαγεία του.

Νίκος Γιαλελής, Γιώργος Ζιόβας, Θύμιος Κούκιος και Ντέμπορα Οντόγκ στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Εκτορας Λυγίζος

Στο 15ο όροφο μιας πολυκατοικίας στο Λονδίνο ζουν εν τάφω τα αρσενικά μέλη μιας οικογένειας Ιρλανδών. Αποκομμένοι από το περιβάλλον, κολλημένοι σε μια διαστροφική αναπόληση του παρελθόντος, εκτονώνουν την ενέργειά τους στη συνεχή επανάληψη μιας φάρσας. Στο κλειστοφοβικό και ακραία φροϊδικό θέατρο της πραγματικότητας εισάγεται μια φαιδρή, παραβολική και παρενδυτική απόκλιση. Προσοχή όμως στο πρωτόκολλο: Τα πάντα πρέπει να εκτελούνται με τον προκαθορισμένο τρόπο, να υποτάσσονται στην παράδοση, να ανάγονται σε μια τελετουργία εξαγνισμού. Γιατί αυτή η φάρσα που παίζεται κάθε βράδυ στο διαμέρισμα των μεταναστών είναι μια αμλετικού τύπου μεταφορά ενός παλιού εγκλήματος στον χώρο του μύθου και της λύτρωσης.

Η τυπική φάρσα χρειάζεται βέβαια και τον αυτόκλητο επισκέπτη της: τον ρόλο αναλαμβάνει μια μαύρη Βρετανίδα, υπάλληλος στα Tesco, που διατηρεί μια ανθρώπινη επαφή με τον ένα γιο της οικογένειας. Η είσοδός της εκτρέπει την τάξη και οδηγεί τα πράγματα στην κορύφωση. Στο τέλος, τα θέατρα συμπλέουν και ο ένας ρόλος υποκαθιστά τον άλλο. Η διαφυγή, η αληθινή διαφυγή από τα όρια του αυτο-εγκλωβισμού, μοιάζει αδύνατη.

Διαβάστε το έργο ρεαλιστικά, όπως οι Αγγλοι κριτικοί, και τα πράγματα γεμίζουν ερωτήματα. Πώς ζουν αυτοί οι τρεις; Είναι δυνατόν να μην έχουν φύγει ποτέ από το διαμέρισμα; Τι ακριβώς συνέβη στο παρελθόν; Ο Γουόλς δεν γράφει όμως σε αυτό το επίπεδο: το έργο του είναι μια (ακόμη) ιρλανδική κατάθεση του καταναγκασμού της ιρλανδικότητας, μια ελεγεία στη χαμένη καταγωγή, μια αντίδραση ενάντια στην αγία ιρλανδική οικογένεια και ένας βουβός θρήνος για τη χαμένη της ενότητα. Για τους Ιρλανδούς το να ξεφεύγουν στο παρελθόν και από το παρελθόν δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση: όπως στους δικούς μας κυκλικούς χορούς και στο αρνάκι του Πάσχα, οι Ιρλανδοί αναζητούν στις συλλογικές αναφορές μια ταυτότητα, ικανή να λυτρώσει από τον φόβο του σήμερα και του χθες.

Ο Εκτορας Λυγίζος δείχνει με τη σκηνοθεσία του ότι ξέρει να ανεβάζει ένα δύσκολο έργο και να δίνει όλους τους θεατρικούς του χυμούς. Θα περιμέναμε ίσως να αναπτύξει περισσότερο το φαρσικό και χιουμοριστικό επίπεδο, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι κατάφερε στο τέλος να διαπλέκονται τα θέατρα στη Γουόλγορθ σε μια κοινή οντολογία. Εξαιρετική η παρουσία των ηθοποιών. Ο Γιώργος Ζιόβας έδινε στην κυρίαρχη πατρική φιγούρα την καθήλωση σε ένα παλιό χρέος. Οι δυο γιοι, Νίκος Γιαλελής και Θύμιος Κούκιος, δρουν συμπληρωματικά: Ο πρώτος διασκορπισμένος στην αμφιβολία, ο δεύτερος πιστός στον βωμό της θυσίας. Θαυμάσια στην αθωότητά της η Ντέμπορα Οντόγκ. Το σκηνικό της Μαγιού Τρικεριώτη λειτουργικό. *

* «Η συνοδός» της Νίνα Μπερμπέροβα, Θέατρο Βαφείο

Κριτική Θεάτρου

Η σκιά της ντίβας
Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Οφείλουμε ίσως μια ιδιαίτερη αναφορά στη «Συνοδό» του Βαφείου, που θα συνεχιστεί μέχρι τις αρχές του νέου χρόνου. Αν μη για τι άλλο, η διασκευή της περίφημης νουβέλας της Νίνα Μπερμπέροβα, που έχει μεταφερθεί παλιότερα και στον κινηματογράφο, δίνει μια καλή ευκαιρία στην ηθοποιό Δήμητρα Χατούπη να επιδείξει τις ικανότητές της εκ του σύνεγγυς. Οπως όμως συμβαίνει συνήθως σε ανάλογες προσπάθειες, το δυνατό σημείο της παράστασης αποδεικνύεται και το σημείο της αδυναμίας της.

Η Δήμητρα Χατούπη παίζει τη Σόνια στην παράσταση του «Βαφείου»

Η Σόνια, η «συνοδός» του έργου, είναι η πιανίστρια που συνοδεύει την ταλαντούχα τραγουδίστρια Μαρία Νικολάιεβνα στις κατ’ οίκον ασκήσεις και στις παραστάσεις της. Είναι γι’ αυτό ο άνθρωπος που βρίσκεται περισσότερο από τον καθένα δίπλα στο άστρο του καλλιτέχνη, αλλά και στη σκιά του. Είναι εκείνος που αισθάνεται την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία, τη φυσική ανωτερότητα, το θείο χάρισμα ή την καλή τύχη που συνοδεύει ένα πλάσμα φτιαγμένο για να υπερβαίνει τις κοινές διαστάσεις.

Πάνω σε αυτή την ιδιότητα, η Μπερμπέροβα χτίζει τη νουβέλα της, που σκηνοθετεί τώρα στο θέατρο και μεταφράζει με φανερή γνώση της σκηνικής ανάγκης ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης. Το ενδιαφέρον εστιάζεται βέβαια στη σχέση των δύο προσώπων και στο ψυχογράφημα της συνοδού. Τονίζεται όμως και από το ιστορικό πλαίσιο που φορτίζει τη σχέση με ένταση και σημασία. Πράγματι η ιστορία έχει για φόντο την πορεία της Οκτωβριανής Επανάστασης, και αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το δικό της -όχι πολύ κολακευτικό- ψυχογράφημα. Η σχέση της συνοδού με την ευεργέτιδά της, μια σχέση αγάπης, θαυμασμού, μίσους και φθόνου, φέρνει στο νου τη σχέση του προλεταριάτου με την αστική τάξη. Η Μαρία προσωποποιεί τη διάθεση της μπελ-επόκ, σαν ένα σχεδόν τέλειο πλάσμα που γεννήθηκε για να εκφράζει με το πνεύμα και την τέχνη του τη χαρά της ζωής. Καταφέρνει να προκαλεί το φθόνο, ακόμα και με τον πατερναλισμό, την εκ του ασφαλούς αγαθοεργία της, την ακλόνητη πίστη της στη γενική πρόοδο. Δίπλα της στέκει, από την άλλη, η Σόνια του στερητικού συνδρόμου: μια άκληρη, άσημη, άσχημη, αήθης ύπαρξη, που νομίζει ότι ο τρόπος για να κατακτήσει την ανωτερότητα είναι να την καταστρέψει. Θα μείνει ακίνητη στη μέση ενός δρόμου που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι καλό ή σε κάτι κακό, ασφαλώς κωμική, αν δεν ήταν παιδί της ιστορίας.

Μόνο έτσι η διασκευασμένη «Συνοδός» αποκτά κάποια ευρύτητα. Αλλιώς στενεύει πολύ. Είναι πολύ προβλέψιμη πια ύστερα από τόσα έργα που έχουν διυλίσει τη συμπλεγματική σχέση υπηρέτη και αφέντη (με κορυφαία βέβαια στιγμή τις «Δούλες» του Ζενέ). Χωρίς την ιστορική αναφορά, σαν δοκίμιο πάνω στο ίδιο θέμα, η «Συνοδός» δεν μπορεί να απασχολήσει κάτι πέρα από τη βιαστική μας εντύπωση.

Στο Βαφείο ο Κωνσταντινίδης έστησε το έργο όπως αυτό είναι: σαν μονόλογο με υπεραναπτυγμένο το αφηγηματικό μέρος, τα κατ’ ιδίαν και τις εσωτερικές εντάσεις. Δεν λείπουν οι στιγμές πυκνής ενέργειας, όπως οι σκηνές περιφοράς της Μαρίας στη Σοβιετική Ενωση, το έργο ωστόσο παραμένει μέχρι τέλους έργο του ενάμιση ρόλου. Η Δήμητρα Χατούπη φανερώνει για μια ακόμη φορά τη γνωστή της εκρηκτικότητα, το ζήτημα όμως είναι αν μια περισσότερο υπαινικτική Σόνια θα έδινε ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Ο ρόλος της Μαρίας εκπροσωπήθηκε από τη χαρισματική Ελενα Χατζηαυξέντη. Εμεινε όμως κι αυτή στο βάθος, δρώντας «συνοδευτικά» μαζί με τους άλλους ηθοποιούς: Αλκης Ζούπας, Γιώργος Καπινιάρης, Αντα Σπανού, Ηλίας Παρασκευόπουλος και Γιάννης Μουγιάκος. * ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 29/11/2008

* «Το Ημέρωμα της Στρίγγλας» Εθνικό Θέατρο – Κοτοπούλη-Ρεξ


Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο ρόλο της Κατερίνας από το «Ημέρωμα της Στρίγγλας» του Σέξπιρ σε σκηνοθεσία Κ. Αρβανιτάκη

Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης προανήγγειλε το ανέβασμα του «Ημερώματος της Στρίγγλας» στο Εθνικό σαν μια νεωτερική, ανανεωτική και προκλητική παρουσίαση του σεξπιρικού αριστουργήματος. Στην πράξη, η εκδοχή του περιελάμβανε μια νέα, δική του μετάφραση, με παρεκκλίσεις προς το μαλλιαρότερον, αρκετές περικοπές, μερικές από τις οποίες άγγιζαν τον δραματουργικό πυρήνα του έργου, ένα διογκωμένο εικαστικό μέρος, με στοιχεία από τον αμερικανικό μοντερνισμό μέχρι το γερμανικό κιτς, μια λόγια, τέλος, επικέντρωση του προβληματισμού στις σημερινές σχέσεις των δύο φύλων. Ο σκηνοθέτης είχε ασφαλώς συνείδηση ότι μια τέτοια προσέγγιση, που κάπου αλλού θα αντιμετωπιζόταν με συγκατάβαση, στο Εθνικό ήταν ικανή να προκαλέσει αντιδράσεις. Δεν είναι μόνο που στερεύουν οι ευθείες οπτικές του κλασικού ρεπερτορίου (θα αναζητούμε κάποτε ηθοποιούς που θα μπορούν να αναπνέουν σε πολυσύλλαβο στίχο). Είναι που στις προσδοκίες του μεγάλου και κάποιας ηλικίας κοινού ελλοχεύει πάντα η παράδοση του Εθνικού στον Αγγλο τροβαδούρο, μια παράδοση που παράλληλα με την αναβίωση του αρχαίου δράματος έδωσε κάποτε τη βάση για ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ακαδημαϊκό θέατρο υψηλού ύφους και φρονήματος. Σε γενικές γραμμές, και κρατώντας τις αναλογίες, ο Σέξπιρ για μια εποχή κράτησε το χειμερινό αντίβαρο στα αρχαιόθεμα καλοκαιρινά προγράμματα της κρατικής σκηνής.

Γεγονός ωστόσο είναι ότι αν η διασκευή του Αρβανιτάκη δεν φάνηκε πιστή στον Σέξπιρ, είναι γιατί θέλησε να είναι τίμια μαζί του και μαζί μας. Ζήτησε κατ’ αρχήν να αντικαταστήσει τη φαινομενολογία του θεάτρου του, που χαριεντίζεται με τον εαυτό του στον καθρέφτη, με την οπτική μετάβαση σε μια άλλη, «μεθυσμένη» πραγματικότητα. Και στη συνέχεια, εντός αυτής, να επιβάλει τη γοητεία μιας ποίησης που προκαλεί θαυμασμό καθώς καταφέρνει να κινείται όχι μόνο οριζόντια αλλά και κατακόρυφα στον άξονα του ύφους.

Ο Αρβανιτάκης διάβασε το έργο σαν τη συνάντηση (όχι σύγκρουση) δύο ανορθόδοξων αντι-ρόλων. Σε αυτήν τη σχέση ο ένας απελευθερώνει τον άλλο, τον αποδεσμεύει από τις συμβάσεις, τον αναδεικνύει σε σύντροφο. Προκύπτει έτσι μια ενδιαφέρουσα χαρακτηρολογία, που δίνει στην παράσταση του Εθνικού έναν ασυνήθιστο Πετρούκιο, μια ασυνήθιστη Κατερίνα, μια ασυνήθιστη Μπιάνκα κ.ο.κ. Και θέτει τη βάση για το βασικό ερώτημα: Ποια άραγε θεωρεί η εποχή μας ιδανική γυναίκα; Την Μπιάνκα-Μπάρμπι ή την ασυμβίβαστη, ανυπόκριτη Κατερίνα; Από την απάντησή μας κρίνεται το αν η παράσταση κατόρθωσε να απεγκλωβίσει το ελισαβετιανό έργο, αν μπόρεσε να μεταφέρει την ουσία του.

Υπήρχαν καλές προθέσεις επομένως, που κατέληξαν σε ένα εξαιρετικά αμφίβολο αποτέλεσμα. Φταίει πριν από όλα η αδυναμία του σκηνοθέτη να καλύψει τη σκηνή του Κοτοπούλη. Υστερα, η φορτωμένη εκ μέρους του οπτικοποίηση των πάντων. Στο εικαστικό μέρος της Ελένης Μανωλοπούλου, τεράστια κάδρα καθορίζουν τις σκηνές, μήλα σκορπούν την ερωτική ευωχία, κοστούμια σχολιάζουν την υπαρκτική κρίση των προσώπων. Υπάρχει θέαμα πολύ, ανάκατο με πόζα, και ένα όχι και τόσο ειλικρινές κυνήγι εντυπώσεων. Υπάρχει η υπόνοια μιας στάσης που θεωρεί ανίκανο το κοινό να κατανοήσει τον υπαινιγμό και κραυγάζει εμπρός του το προφανές.

Το καστ του Εθνικού είναι αξιώσεων και υπάρχει πράγματι η διάθεση για κάτι καλύτερο. Αυτό όμως που βγαίνει προς τα έξω είναι η εικόνα μια συγκροτημένης αλλά όχι αληθινά δεμένης ομάδας. Ο Ακης Σακελλαρίου υποστηρίζει την ανατρεπτική εικόνα του Πετρούκιου, δίπλα του όμως η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη περιεργάζεται αμήχανα την Κατερίνα. Οι υπόλοιποι αγκομαχούν να γεμίσουν τα κενά. Η πλατεία τελικά εισπράττει την ψυχρότητα μιας ερωτικής συνάντησης που εξελίσσεται ατυχώς σε αγχωμένο πάρτι. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 22/11/2008

Θέατρο Λαμπέτη: «Συμπέθεροι από τα Τίρανα» των Μ. Ρέππα και Θ. Παπαθανασίου

Η χαμένη ευκαιρία της φαρσοκωμωδίας

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 15/11/2008

Η ιστορία της ελληνικής φαρσοκωμωδίας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι μια ιστορία χαμένων ευκαιριών. Από την εποχή των πλέον χαλκέντερων «Διόσκουρων» συγγραφέων της, των Σακελλάριου και Γιαννακόπουλου, η φαρσοκωμωδία ήταν πάντα γεμάτη υποσχέσεις και απογοητεύσεις. Για κάποιον μυστήριο λόγο διασώθηκαν οι πρώτες και λησμονήθηκαν οι δεύτερες. Γι’ αυτό και η ελληνική φαρσοκωμωδία -και συνακόλουθα ο παλιός κινηματογράφος που την κόπιαρε- έμεινε καθηλωμένη σε μια διαρκώς υποσχόμενη, ες αεί αδιάψευστη παιδικότητα.

Ο Νικόλας Μακρής και η Δήμητρα Στογιάννη στην παράσταση των Ρέππα – Παπαθανασίου

Οι τελευταίοι διαχειριστές του είδους, στο παλιό μάλιστα και δοκιμασμένο σχήμα της ομοούσιας και αδιαιρέτου δυάδος, είναι οι Μιχάλης Ρέππας και Θανάσης Παπαθανασίου. Οι ελαφροί ας τους λέγουν ελαφρούς. Διαθέτουν περισσότερη εξυπνάδα από αρκετούς συναδέλφους τους «ποιοτικούς». Έχουν δημιουργήσει την καλύτερη φάρσα των τελευταίων ετών, το «Μπαμπάδες με ρούμι», έχουν στο ενεργητικό τους το θαυμάσιο εκείνο «Βίρα τις άγκυρες» του Εθνικού πριν από μερικά χρόνια. Και έχουν ακόμα το «Εβρος απέναντι», που μας είχε αφήσει κάποτε άφωνους.

Από την άλλη, δεν έχουν αποφύγει τις μπαλαφάρες, τις εμπορικάντζες και τα βεντετόσχημα εργάκια. Χαρακτηριστικό του είδους είναι και αυτό: εκπλήσσει όχι μόνο με το πού μπορεί να φτάσει, αλλά και με το πόσο γρήγορα μπορεί να ανεβοκατέβει τις κλίμακες ανάμεσα στον καλό και τον κακό εαυτό του.

Αυτή είναι και η περίπτωση των «Συμπέθερων από τα Τίρανα». Ενα κοκτέιλ υποσχέσεων και απογοητεύσεων, με λίγο από «Μπαμπάδες με ρούμι», λίγο από «Τρεις χάριτες» και μια πρέζα «Μάντεψε ποιος θα ‘ρθει το βράδυ», σερβιρισμένο στο βαθύ ποτήρι της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Στο κέντρο της Ελλάδας, στην καρδιά της βαθιάς Ελλάδας, μια αγία ελληνική οικογένεια διατηρεί ψηλά τα ιδανικά της φυλής: αρπακτή, αμάθεια και απομόνωση. Η κόρη από το Λονδίνο θα φέρει τον Αλβανό αρραβωνιαστικό, τους γονείς του, και μαζί, την κατάρρευση του ονείρου για μια μικρή, καθαρή, δική μας Ελλαδίτσα.

Δεν είναι αυτό μια χαμένη ευκαιρία; Το κρίμα δεν βρίσκεται στον τρόπο που αντιμετωπίζεται το θέμα, αλλά στο ότι αυτό δεν αντιμετωπίζεται τελικά καθόλου. Σαν να αποτελεί μόνο το πρόσχημα, οδηγεί σε άλλα παραγεμίσματα, φάρσες, κάποιες φορές καλά, άλλες καλούτσικα, άλλες αφελή. Το γέλιο, γιατί υπάρχει γέλιο στην παράσταση, σπαταλιέται σε έναν κυνισμό που τρώει τις σάρκες του. Υπάρχει και εδώ λόγος: είναι δύσκολο να κάνεις σάτιρα και να προσπαθείς να μην κακοκαρδίσεις το κοινό σου. Πιο γόνιμο μοιάζει το εύρημα να μιλούν οι ηθοποιοί τη λαλιά της κεντρικής Ελλάδας, όχι για να την κοροϊδέψουν αλλά για να δείξουν πόσο μακριά βρίσκεται το ψέμα στο οποίο όλοι στηριζόμαστε.

Η επιτυχία στηρίζεται αποκλειστικά στην τετράδα των πρωταγωνιστών (Ελισάβετ Κωνσταντινίδου και Παύλος Κοντογιαννίδης, Τζόυς Ευείδη και Δημήτρης Μαυρόπουλος), που ξέρουν πώς να χειρίζονται την ατάκα και να μεταδίδουν το κέφι τους στην πλατεία. Οι δεύτεροι ρόλοι μοιάζουν δυστυχώς πρόχειροι. Οι Αλβανοί συμπέθεροι (Νατάσσα Κοτσοβού και Κώστας Καζάκας), ο γαμπρός (Νικόλας Μακρής) και ο διεφθαρμένος υφυπουργός Πολιτισμού (Χρήστος Τριπόδης) διακοσμούν αντί να κινούν την παράσταση. Στην αμηχανία της η Δήμητρα Στογιάννη φορά στην κόρη της οικογένειας μια μάσκα σαχλοκόριτσου. Θα βλέπουμε τους «Συμπέθερους» για αρκετές σεζόν στο «Λαμπέτη». Και ύστερα ακολουθεί φαντάζομαι η περιοδεία στα ΔΗΠΕΘΕ. *

«Wolfgang» – Σύγχρονο Θέατρο Αθηνών – Εθνικό Θέατρο


Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 15/11/2008

Πόσο σχετίζεται το έργο του Γιάννη Μαυριτσάκη με τη φρικτή ιστορία εγκλεισμού της δεκάχρονης Νατάσας Κάμπους από τον τριαντάχρονο Βόλφγκανγκ Πρίκλοπιλ στο υπόγειο του σπιτιού του, για οκτώ χρόνια; Αδιάφορο. Η σχέση με την ιστορία που συγκλόνισε την επικαιρότητα πριν από λίγο καιρό δεν είναι βέβαια συμπτωματική, είναι όμως, ευτυχώς, προσχηματική: μετά την παράσταση του Εθνικού, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο Μαυριτσάκης θα έγραφε κάποτε το ίδιο έργο, έστω και με άλλα ονόματα.

Ο Βασίλης Ανδρέου και η Λουκία Μιχαλοπούλου στην παράσταση που έστησε η Κατερίνα Ευαγγελάτου

Εκείνο που πρέπει να μας απασχολεί είναι από πού πηγάζει η γοητεία του: η κεντρική ιδέα, για παράδειγμα, δεν φαίνεται διόλου πρωτότυπη. Από το «Σχολείο γυναικών» μέχρι τον «Συλλέκτη» ανιχνεύουμε πάνω κάτω τα ίδια στοιχεία. Ούτε βέβαια είναι καινοφανής η θέα του κακού. Πέρυσι κιόλας στα Εξάρχεια ο «Καυτός Πάγος» παρουσίαζε έναν χειρότερο δαίμονα. Μετά τον Κολτές, κάθε σύγκριση ως προς το ύφος περιττεύει· και όσοι στρέφονται στο εξωτερικό έχουν την εντύπωση πως δεν απομένουν πολλά που δεν τα έχουν ξανακούσει, μεταφρασμένα από τα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα γερμανικά στη γλώσσα μας.

Και όμως, ο ενθουσιασμός διαρκεί. Δεν είναι μόνο που στο Εθνικό γινόμαστε μάρτυρες ενός έργου που φέρνει τη δραματουργία μας κοντά στις πιο ενδιαφέρουσες φωνές διεθνώς, αίροντας το δίλημμα περί ελληνικότητας. Ο λόγος βρίσκεται αλλού. Στο ότι ο «Wolfgang» του Γιάννη Μαυριτσάκη είναι -τολμά και έχει τις δυνατότητες να είναι- μια ρομαντική ιστορία αγάπης.

Θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος πως το μέγιστο ελάττωμα του έργου αποτελεί το κύριο πλεονέκτημά του. Ο Μαυριτσάκης περνά έξυπνα ανάμεσα από τη Σκύλλα της αναπαράστασης του γεγονότος και τη Χάρυβδη της ερμηνείας του. Αποφεύγει τα μεγάλα λάθη, διατρέχει όμως τον κίνδυνο να μείνει στο τέλος με άδεια χέρια. Πράγματι, ένα φάντασμα πατέρα, μια συμπλεγματική οικογένεια και ένας διαστροφικός μισογυνισμός δυσκολεύονται να διαγράψουν το υπόβαθρο της ψυχολογικής ανισορροπίας του Βόλφγκανγκ. Δεν είναι όμως αυτός ο στόχος. Ο Μαυριτσάκης δεν θέλει να αναλύσει, αλλά να περιγράψει τη διαστροφή του Βόλφγκανγκ, σαν προσπάθεια καθήλωσης του γυναικείου σώματος στο σώμα της παιδικής αγνότητας, σαν αναίρεση της λαγνείας και της φθοράς του. Είναι αυτή η δική του αίρεση απόλυτου έρωτα. Ο Βόλφγκανγκ, θέλοντας την οκτάχρονη Φαμπιέν σαν ένα διαρκές είναι, εξοντώνει το γίγνεσθαι, την εξέλιξη της φύσης της. Θα μπορούσε να είναι ένας καλλιτέχνης, αν δεν ήταν εγκληματίας.

Ο Βόλφγκανγκ, χωρίς να είναι αθώος, μοιάζει απενοχοποιημένος. Πρώτα γιατί τον ελέγχει ο δαίμονας του σαστισμένου μυαλού. Επειτα γιατί τον ελέγχει ο δαίμονας του έρωτα. Πρέπει να καταλάβουμε πως ο «πόλεμος» που επικαλείται είναι αληθινός. Και ότι είναι πράγματι το υπόγειο του σπιτιού του ένα καταφύγιο. Από αυτό το καταφύγιο θα δραπετεύσει η Φαμπιέν στο τέλος, πολύ εύκολα, πολύ ήσυχα και πολύ φυσικά. Οι αλυσίδες της αφορούν όχι την εξωτερική αλλά την εσωτερική της ελευθερία.

Τη δουλειά της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο νεο-εξπρεσιονιστικό ύφος θα τη ζήλευαν ώριμοι σκηνοθέτες, όχι μόνο του ελληνικού θεάτρου. Δίδαξε ένα καθαρό θέατρο που απεγκλωβίζει τη βία από την απεικόνισή της. Έχοντας για σύμμαχο την πύκνωση του χώρου από τον Κωνσταντίνο Ζαμάνη, κατάφερε να στήσει ένα απαιτητικό έργο, με κοφτές αλλαγές και εναλλασσόμενους χώρους.

Το ρομαντικό πορτρέτο του Βόλφγκανγκ από τον Βασίλη Ανδρέου δείχνει την άβυσσο και οδηγεί στην τελική πυρπόληση-ανάληψη. Αφαιρετική, αλλά συγκριτικά αδύναμη η ερμηνεία της Φαμπιέν από τη Λουκία Μιχαλοπούλου. Οι άλλοι ηθοποιοί (Μάνος Βακούσης, Μαρία Ζορμπά, Σωτήρης Τσακομίδης, Νικόλας Αγγελής και Σεραφίτα Γρηγοριάδου) μεταφέρουν την ανθρώπινη ενοχή που διαχέεται ακτινωτά: είτε γνωρίζουν το έγκλημα είτε θα έπρεπε να το γνωρίζουν. *