Category Archives: Θυμέλη

«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» από την «Πράξη»

Επιμένοντας στην ποιοτική ρεπερτοριακή κατεύθυνσή του, ο θίασος «Πράξη» ανέβασε στο «Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας» ένα έργο «σταθμό» του γερμανόφωνου μεταπολεμικού θεάτρου, την «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντίρενματ, σε νέα, νοηματικά και θεατρικά δραστική μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Ιδεολογικά και δραματουργικά επηρεασμένος από τον Μπρεχτ, ο σπουδαίος Ελβετός δραματουργός και πεζογράφος Ντίρενματ με το έργο αυτό (1956), χρησιμοποιώντας το συνηθέστατο, οικουμενικό, από γενέσεως ανθρώπου, φαινόμενο της ερωτικής προδοσίας, αλληγορικά αποκαλύπτει τη δύναμη του κεφαλαιοκρατικού χρήματος. Το χρήμα εκπορνεύει. Είναι αδυσώπητο, απάνθρωπο. Χάριν της εξουσίας του, χρησιμοποιεί όλες τις μεθόδους για να εκβιάζει, να διαβρώνει και να εξαγοράζει συνειδήσεις. Οχι μόνο του ατόμου, αλλά και τη συλλογική συνείδηση μιας κοινωνίας. Εκμεταλλεύεται τα πάντα. Τα προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα, την αδυναμία, τις προσωπικές φιλοδοξίες, την επαγγελματική ή κοινωνικοθεσμική θέση και εργασία του ανθρώπου, κυρίως τη φτώχεια του ανθρώπου της ανάγκης. Εκμεταλλεύεται προπαντός την εκτεταμένη οικονομική κρίση και ανέχεια της κοινωνίας. Αυτό «διαμήνυσε» στην εποχή του και στην εποχή μας ο Ντίρενματ. Οπως ο Μπρεχτ, ο Ντίρενματ πίστευε ότι ο άνθρωπος αλλάζει. Οτι οι συνθήκες, η ταξική θέση και στάση του, η κοινωνική ή μη συνειδητοποίησή του τον αλλάζουν. Τον ωθούν – αναλόγως – είτε στο καλό είτε στο κακό. Και με αυτή την πεποίθηση έπλασε όλα, ανεξαιρέτως, τα πρόσωπα του έργου αυτού. Ο Ντίρενματ γράφει τη «Γηραιά κυρία» σε μια κρίσιμη εποχή. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει. Το μεγάλο κεφάλαιο ανακατανέμεται, ανασυντάσσεται και σωρεύεται «καταβροχθίζοντας», σιωπηλώς και εν μια νυκτί, τον εθνικό πλούτο ανίσχυρων, πασχόντων εξαθλιωμένων κοινωνιών και χωρών (εκτάσεις, υποδομές, εργοστάσια, άλλες επιχειρήσεις κλπ.) και παριστάνοντας τον κοινωνικό «ευεργέτη» αλώνει τις ανθρώπινες συνειδήσεις. Το κεντρικό πρόσωπο του έργου, η Κλαιρ Τσακανασιάν, γηραιά ιδιοκτήτρια πολλών μεγάλων επιχειρήσεων και εκτάσεων σε διάφορες χώρες, κληρονόμος των οκτώ αθλίων, αλλά ζάμπλουτων που παντρεύτηκε, η οποία εν κρυπτώ αγόρασε και τη δημόσια περιουσία (εκτάσεις, δάση, εργοστάσια) της γενέτειράς της, μετά από πενήντα χρόνια απουσίας επιστρέφει σ’ αυτήν, με ένα μόνο σκοπό. Σκοπό που είχε σε όλη τη ζωή της. Με την ισχύ του πλούτου της να εξαγοράσει, ως «ευεργέτις» όλες τις συνειδήσεις στον εξαθλιωμένο οικονομικά και παραγωγικά τόπο της, προκειμένου να τιμωρήσει – έως θανάτου – τον άντρα που ερωτεύτηκε στη νιότη της, τον Αλφρεντ, ο οποίος την εγκατέλειψε, αν και έγκυο, για μια άλλη, εξαιτίας του οποίου ξενιτεύτηκε, έγινε πόρνη για να ζήσει και έχασε το εγκαταλειμμένο, λόγω της ανέχειάς της, μωρό της, αλλά και τη γενέτειρά της (κατοίκους και θεσμούς) που, αντιμετωπίζοντάς την ως πορνίδιο, απάλλαξαν από τις ευθύνες του τον άντρα που την άφησε έγκυο. Ο σκοπός της υπηρετείται από όλα τα πρόσωπα. Ολα εξαγοράζονται, όλα γίνονται συνένοχα. Ο συμπατριώτης της δικαστής, που τον εξαγόρασε για να υπηρετεί όλες τις υποθέσεις της. Ολα τα θεσμικά όργανα – λ.χ. δήμαρχος, αστυνόμος, παπάς, δημοσιογράφοι, πολίτες. Ακόμα και η γυναίκα και τα παιδιά του ηλικιωμένου μικρομαγαζάτορα, αγαπημένου της νιότης της. Μόνο ο δάσκαλος αντιστέκεται στο κακό, αλλά τελικά και αυτός υποκύπτει στην απαίτηση της «ευεργέτιδος»: Κάποιος από όλους να δολοφονήσει τον προδότη του νεανικού έρωτά της. Ο Αλφρεντ, εν μέσω μιας κοινωνικής «ζούγκλας», αναγνωρίζοντας ότι υπήρξε υπαίτιος ενός κακού, αυτοκαθαιρείται αυτοκτονώντας. Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού αναδεικνύει, τα μέγιστα, τη διαχρονική και επίκαιρη αξία του έργου, αλλά και τις μπρεχτικές επιρροές του. Κράμα ρεαλισμού, αλλά και συμβολικού εξπρεσιονισμού, αποστασιοποίησης και σαρκαστικού σχολιασμού, η σκηνοθεσία υπογραμμίζει το «γκέστους», τη θέση – στάση (κοινωνική, ταξική, ηθική, συνειδησιακή, ψυχοδιανοητική, συναισθηματική) του κάθε προσώπου. Την ενδιαφέρουσα, πολύ δραστική σκηνοθετική «ανάγνωση» στηρίζουν το λιτά συμβολικό σκηνικό και τα επίσης συμβολικά κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, οι «ζοφώδεις» φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, η αρμόζουσα στο «γκέστους» κάθε προσώπου κινησιολογία της Μαρίας Γοργία και η «σκοτεινή» μουσική του Θόδωρου Αμπαζή. Η κυρίαρχη ερμηνεία της παράστασης ανήκει στην Μπέτυ Αρβανίτη (γηραιά κυρία), που πλάθει ένα κυνικά απάνθρωπο και εκδικητικό, ανθρωπόμορφο «τοτέμ» της μεγαλοαστικής τάξης. Λιτά ρεαλιστική η ερμηνεία του Γιάννη Φέρτη. Αξιοι ονομαστικής αναφοράς για τις συνολικά αξιόλογες ερμηνείες τους είναι και οι άλλοι ηθοποιοί της παράστασης: Κώστας Γαλανάκης, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Θανάσης Δήμου, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Βασίλης Καραμπούλας, Τζίνη Παπαδοπούλου, Ελένη Ουζουνίδου, Ακης Λυρής, Ηλίας Κουνέλας, Δημήτρης Μυλωνάς.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 24/12/2008
Advertisements

Ξένη δραματουργία

  • «Ο θάνατος του εμποράκου» στο «Ζίνα»
«Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι»

Εξαιτίας της «παγκοσμιοποίησης» του ανθρωποβόρου καπιταλιστικού κεφαλαίου, χρόνια τώρα ζούμε το «θάνατο» του εμποράκου. Τον οικονομικό – συχνά και το φυσικό – θάνατο όλο και περισσοτέρων φτωχών και μικρομεσαίων εμπόρων και πλασιέ προϊόντων. Ζούμε το «θάνατό» τους όλο και δραματικότερα από τότε που εκδηλώθηκε η από καιρό υποφώσκουσα διεθνής οικονομική κρίση. Θα τον ζούμε όσο αυτή διαρκέσει, αλλά και μετά από αυτήν. Οσο θα «βασιλεύει» ο καπιταλισμός, όσο το «μεγάλο ψάρι θα τρώει το μικρό», όσο θα υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτή τη διαχρονική και επίκαιρη αλήθεια διεκτραγωδεί «Ο θάνατος του εμποράκου», του Αρθουρ Μίλερ – μια μεγάλη ερμηνευτική επιτυχία, πριν 25 χρόνια, του Θύμιου Καρακατσάνη, ο οποίος το ξαναπαίζει στο νέο θέατρο «Ζίνα».Δραματουργικά αριστουργηματικό, τολμηρής κοινωνικής κριτικής έργο «Ο θάνατος του εμποράκου» (1949), είναι η τρίτη εκδοχή ενός έργου που ο Μίλερ έγραψε με αφορμή το κραχ στις ΗΠΑ, το 1929, το οποίο σημάδεψε δραματικά την οικογένειά του, τον ίδιο, την αριστερή ιδεολογία και το έργο του. Το κραχ, μαζί με πολλές χιλιάδες εμπόρων, ρήμαξε και τον πατέρα του. Μαθητής ακόμα ο Μίλερ βγαίνει στη βιοπάλη. Εικοσιενός ετών γράφει το πρώτο του έργο «Δεν είναι κακός» (1934), με θέμα το κραχ. Το 1937 γράφει τη δεύτερη εκδοχή, και το 1949 την τρίτη, με τίτλο «Ο θάνατος του εμποράκου». Ο Μίλερ επιμένοντας με το θέμα αυτό αποκάλυπτε ότι στον καπιταλισμό, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, το μεγάλο κεφάλαιο εξόντωνε και θα εξοντώνει τους ανίσχυρους εμπόρους. Οτι απαράβατος κανόνας του μεγάλου κεφαλαίου είναι να ξεζουμίζει και έπειτα να ταπεινώνει και ανενδοίαστα να πετά σαν στημένη λεμονόκουπα, πριν καν συνταξιοδοτηθεί, κάθε φουκαρά, όπως ο Γουίλι Λόμαν, που μετά από τριάντα χρόνια δουλειάς σε μια εταιρεία, απολύεται πριν την ώρα της συνταξιοδότησής του, πριν εξοφλήσει την τελευταία δόση του στεγαστικού δανείου του. Άφραγκος, ταπεινωμένος, απελπισμένος και λόγω του άνεργου γιου του, αυτοκτονεί. Ο Μίλερ κραυγάζει: Το «αμερικανικό όνειρο» περί ίσων ευκαιριών στην εργασία και τη ζωή είναι μια τεράστια απάτη του κεφαλαίου, που δυστυχώς «χάφτουν» οι κοινωνικά ασυνειδητοποίητες, εκμεταλλευόμενες λαϊκές μάζες, κρίνοντας έτσι και αυτές.

«Ο θάνατος του εμποράκου»

Ενα σπουδαίο έργο, σε μια υψηλής ποιότητας παράσταση, σε ρέουσα μετάφραση (Αλέξανδρος Κοέν), σκηνοθετημένη με ρεαλιστικό μέτρο (Γιάννης Ιορδανίδης), με λιτά ρεαλιστικό σκηνικό (Γιώργος Πάτσας), ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος), με συνταρακτικής αλήθειας απλότητας ερμηνεία του Θύμιου Καρακατσάνη, τις εξαιρετικού μέτρου ερμηνείες των Αφροδίτη Γρηγοριάδου και Χάρη Εμμανουήλ, και τις γόνιμες υποκριτικές προσπάθειες των Μιχάλη Μαρκάτη, Γιώργου Ρούφα, Στάθη Κακαβά, Γρηγόρη Σταμούλη, Ελευθερίας Ρήγου, Κωνσταντίνου Καρβάλη και Ελευθερίας Ευθυμιάτου.

  • «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» στο «Αμφι-Θέατρο»

Γεννημένος από φτωχή οικογένεια, από έφηβος στη βιοπάλη, επίσης μεγάλος δραματουργός, ο Τενεσί Ουίλιαμς υπήρξε «κατήγορος» του πλαστού «αμερικανικού ονείρου». Με όλα σχεδόν τα έργα του, υπαρξιακά, ψυχολογικά δράματα – ιδιαίτερα ανίσχυρων κοινωνικά, μοναχικών, ανασφαλών, δύστυχων ανθρώπων – έπλασε μια αποκαλυπτική «τοιχογραφία» της μεταπολεμικής αμερικανικής κοινωνίας, μια «τοιχογραφία» άλλοτε με ορατό και άλλοτε με υποδόριο ταξικό υπόβαθρο. Ο Ουίλιαμς βιωματικά ήξερε ότι πάντα τα ανθρώπινα υπόκεινται στις ταξικές διαφορές, διαφορές που μπορεί να καταλήξουν ανθρωποβόρες, συνήθως από τον ταξικά ισχυρό, αλλά κάποτε και από τον ταξικά ανίσχυρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα έργου με απολύτως ορατό ταξικό υπόβαθρο είναι το ψυχολογικό – σε πρώτη ανάγνωση – δράμα του «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι». Μια πάμπλουτη, ηλικιωμένη μεγαλοαστή, καταπιεστική μητέρα ενός άεργου, μελαγχολικού ψευτοποιητή, υποσχόμενη μια μεγάλη χορηγία σε ψυχιατρικό κέντρο που δοκιμάζει τη μέθοδο της λοβοτομής, όχι μόνο κρατά κλεισμένη σε ψυχιατρείο τη φτωχή, νεαρή εξαδέλφη του γιου της (από το σόι του πατέρα του), αλλά και εξαγοράζει τη συνείδηση ενός ψυχιάτρου ζητώντας του να αχρηστεύσει την κοπέλα με λοβοτομή. Με αχαλίνωτη ταξική περιφρόνηση για την αθώα κοπέλα, και από μίσος γιατί ο γιος της διάλεξε την κοπέλα να τον συνοδεύσει στις τελευταίες διακοπές του στο εξωτερικό αντί για εκείνην, όπως του επέβαλε επί χρόνια, και επιδιώκοντας να μη μαθευτεί η αλήθεια για το πώς και γιατί δολοφονήθηκε ο γιος της στις διακοπές του, αλλά να κατηγορηθεί ως φονιάς του η κοπέλα, επιβάλει τη λοβοτομική εξόντωσή της. Πριν, όμως, επιβληθεί το «δίκιο» του ταξικά ισχυρού, η αλήθεια λέγεται. Ο γιος της μεγαλοαστής, αγνοώντας την κοινωνική πραγματικότητα των τριτοκοσμικών χώρων, μπουχτισμένος από τα κοσμοπολίτικα ταξίδια του και την «πατρόνα» μητέρα του, μαζί με την όμορφη εξαδέλφη του, ως «κράχτη» αναζήτησης ευκαιριακού εραστή, ταξιδεύει σε μια τριτοκοσμική χώρα όπου πέφτει θύμα πλήθους εξαθλιωμένων και πεινασμένων παιδιών. Το έργο, με την πάντα ανθεκτική θεατρικά μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη, με το εξαιρετικό εικαστικά (ζωγραφικό) με ελάχιστα και λιτά μοντέρνα αντικείμενα σκηνικό και κοστούμια του Γιώργου Πάτσα (κοστούμια που αντιστοιχούν στο χαρακτήρα και την κοινωνική τάξη του κάθε προσώπου) και την υποβλητική μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου, υπηρετείται με λιτή, ψυχολογικού αλλά και κοινωνικού ρεαλισμού, σκηνοθεσία του Σπύρου Ευαγγελάτου και τις συνολικά αξιόλογες ερμηνείες των Κατερίνας Χέλμη, Θανάση Κουρλαμπά, Πόπης Λυμπεροπούλου, Ζωής Ρηγοπούλου, Λευτέρη Πολυχρόνη, Μαριάνθης Κυρίου, με σημαντικότερη την ερμηνεία της Μαρίνας Ασλάνογλου.

  • «Ερωτευμένη με τον Βαν Γκογκ» στο «Τζένη Καρέζη»
«Ερωτευμένη με τον Βαν Γκογκ»

Εύστοχη, αισθαντική, βαθιά ανθρώπινη θεατρική βιογραφία του μεγάλου, αυτοδίδακτα, πρωτοπόρου και διαχρονικά μοντέρνου ζωγράφου, του πάμφτωχου, αγνοημένου στην εποχή του, τραγικού αυτόχειρα στα 37 του χρόνια, Βαν Γκογκ, είναι το έργο του Νοτιοαφρικανού στην καταγωγή ηθοποιού, σκηνοθέτη και δραματουργού Νίκολας Ράιτ «Ερωτευμένη με τον Βαν Γκογκ». Ο συγγραφέας συμπυκνώνει το βίο αυτού του στερημένου τα πάντα, ακόμα και τη χαρά του έρωτα, αυτού του «περίλυπου και πένητα» της ολλανδικής, αγγλικής και γαλλικής κοινωνίας και της τέχνης του 19ου αιώνα, μέσα από ένα μυθοπλαστικό εύρημα που αναδείχνει τη βαθύτατη ανάγκη κάθε ανθρώπου να αγαπηθεί.Ο συγγραφέας, παραλλάσσοντας πραγματικά βιογραφικά στοιχεία – την ερωτική απογοήτευση του ζωγράφου από μια πόρνη στο Λονδίνο – τον «φαντάζεται» νεαρό ένοικο δωματίου σε μια πανσιόν, η χήρα ιδιοκτήτρια της οποίας, μάνα μιας κόρης που παντρεύεται έναν άλλο ένοικο, επίσης υποψήφιο ζωγράφο, στερημένη τον έρωτα και την αγάπη επί πολλά χρόνια, ερωτεύεται τον αγνό, αγαθό, ταλαντούχο Βαν Γκογκ και την εκτυφλωτικών χρωμάτων ζωγραφική του. Ενας έρωτας, ανεκπλήρωτος, πλατωνικός που άφησε στη μοναξιά και τις δύο διψασμένες για αγάπη ψυχές, με το ζωγράφο να πεθαίνει από αβάσταχτη δυστυχία, πριν χαρεί την καταξίωση του έργου του.

Το έργο σε ρέουσα μετάφραση του Αντώνη Γαλέου και δραματουργική επεξεργασία της Λείας Βιτάλη, με θαυμάσιο σκηνικό και κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, φωτισμούς του Κώστα Ποταμιάνου, σκηνοθετημένο αισθαντικά, ατμοσφαιρικά, με ψυχογραφικό ρεαλισμό από τον Ανδρέα Θωμόπουλο, προσφέρει μια ελκυστική γνωριμία με το δραματικό βίο και το εκπληκτικής δύναμης έργο του μεγάλου ζωγράφου. Εξαιρετική, με την απλότητα, φυσικότητα, την εσώτατη, σπαρακτική ψυχογραφική αλήθεια της η ερμηνεία του Θανάση Δόβρη (Βαν Γκογκ) – ένας πολύ ελπιδοφόρος νέος ηθοποιός. Λιτή και αισθαντική είναι και η ερμηνεία της Ελένης Ερήμου. Αξιοσημείωτη η ερμηνευτική κατάθεση και των Αλκηστη Βούλγαρη, Ελένη Λιάσκα και Μιχάλη Κοιλάκου.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 17/12/2008

Θαλερή «Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»»

«Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης»
Η «Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»» καταξιωμένη στη συνείδηση των ανθρώπων του θεάτρου, εδώ και πολλά χρόνια, λογίζεται ως η «καρδιά» της θεατρικής Θεσσαλονίκης. Ως μια «εστία» ανθεκτική απέναντι στα οικονομικά και άλλα προβλήματα, πεισματικά και παραγωγικότατα αφοσιωμένη στο ποιοτικό ρεπερτόριο (θεματολογικά και μορφολογικά), αλλά και ανοιχτή, πειραματιζόμενη και «εισηγούμενη» συνεχώς το καινούριο. Αγνωστα και άπαιχτα στην Ελλάδα σημαντικά έργα παλιών σπουδαίων αλλά και άγνωστων ξένων δραματουργών, έργα δοκίμων και πρωτοεμφανιζόμενων Ελλήνων, καθώς και νέες κειμενικές και αισθητικές τάσεις. Συμπληρώνοντας το 2009 τριάντα χρόνια λειτουργίας της, η «Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»» παραμένει ποιοτικά και καινοτόμα θαλερή. Μια ακόμη περί αυτού απόδειξη είναι οι παρακάτω παραστάσεις της, στο θέατρο «Αμαλία».
  • «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης»

Στην «Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης»» οφείλεται η «ανακάλυψη», το ανέβασμα πέρσι και η συνεχιζόμενη και φέτος μεγάλη παραστασιακή επιτυχία του τελευταίου έργου του Ακη Δήμου «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης», σε σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου. Επιτυχία τόση, που το έργο να ανεβαστεί, με εξίσου μεγάλη επιτυχία, φέτος και στο αθηναϊκό θέατρο «Δημήτρης Χορν». Η στήλη έγραψε για την παράσταση στο «Δημήτρης Χορν», στις 5/11/2008, και σχετικά με το έργο ανέφερε τα εξής:

«Τα σαράντα κλειδιά»

Έργο δραματουργικής ωριμότητας, «γέννημα» σε ώρα μιας πολύ εύφορης σατιρικής διάθεσης, οργιαστικά ευρηματικής μυθοπλοκής με φαρσικές καταστάσεις, «βιτριολικά» ετοιμόλογης γλώσσας (ιδιαίτερα στους διαλόγους) και μιας «διαβολικής» γελοιοποίησης χαρακτήρων, αντιλήψεων, ελευθερίων ηθών, συμπεριφορών, του εγωτισμού, της ασύλληπτης αμορφωσιάς, της ξενομανίας, της τηλεοπτικής αποχαύνωσης που «ανθούν» στην «τάξη» των κάθε λογής νεόπλουτων, «μολύνοντας» και τους μετανάστες – «υπηρέτες» τους, και όλη τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, είναι το έργο του Ακη Δήμου. Ο Δήμου με τους χαρακτήρες, την πλοκή, τις φαρσικές καταστάσεις και τα διαλογικά «γκανγκς», κυριολεκτικά «κάνει με τα κρεμμυδάκια» τα «νέα τζάκια». Τη σάρα και μάρα, τα λαμόγια, τα πανούργα – ενδοελληνικά και ευρωενωσιακά – κόλπα για πλουτισμό, τις ελευθεριάζουσες ερωτοδουλειές, τον κακόγουστο, μιμητικό κοσμοπολιτισμό τους. Κεντρικό πρόσωπο της καυστικότατης κοινωνικής σάτιρας είναι η Ιοκάστη. Μια θεοπάλαβη, αμόρφωτη, τηλεορασόπληκτη, ατομίστρια, μεσήλικη «χήρα» εργοστασιάρχη, που μαϊμουδίζει παριστάνοντας την «αριστοκράτισσα», τη «μορφωμένη», τη «γλωσσομαθή», αδιάφορη που ο γιος της δηλώνει ομοφυλόφιλος κι η κόρη της θέλει να γεννήσει εξώγαμο με όποιον βρει. Ολα τα «άπλυτα» των μελών της οικογένειας και των «δορυφόρων» της θα αποκαλυφθούν με ένα δείπνο «εργασίας» μεταξύ των κληρονόμων του «πεθαμένου» εργοστασιάρχη και του «έμπιστου» και «τίμιου» διαχειριστή – λαμόγια του εργοστασίου και με τη «νεκρανάσταση» του (διόλου αναμάρτητου επιχειρηματικά και συζυγικά) εργοστασιάρχη.

«Οι έμποροι»

Η ευρηματική, γοργόρυθμα κουρδισμένη, με βιτριολικό σατιρικό χιούμορ, αλλά και μπρεχτικά σχολιαστική, με χωρισμό του έργου σε σκηνές, σκηνοθεσία του Γιάννη Μόσχου, αντιμετώπισε το έργο σαν σουρεαλιστική «οπερέτα», σαν «κωμωδία του παραλόγου» -ατομικού και κοινωνικού – με συνειδητό και ασυνείδητο, αλληλοαποκαλυπτικό, πλήρη εκτροχιασμό των προσώπων και καταστάσεων, στήνοντας μια καυστικότατα κωμική παράσταση. Στο εξαιρετικό παραστασιακό αποτέλεσμα συνέβαλαν εύστοχα οι Νίκος Βίττης (επέλεξε τις «οπερετικές» μουσικές), Απόστολος Βέττας (σκόπιμα μεταμοντέρνας κακογουστιάς σκηνικό και κοστούμια), Στέλλα Μιχαηλίδου (κινησιολογία αρμόζουσα στα πρόσωπα), Χρήστος Γιαλαβούζης (φωτισμοί). Προπάντων συνέβαλαν η σπαρταριστά σατιρική, υπογείως σχολιαστική, ερμηνεία της Εφη Σταμούλη (Ιοκάστη) και οι αψεγάδιαστοι υποκριτικά Δημήτρης Ναζίρης, Χριστίνα Γιαγκούλη, Δημήτρης Βάρκας, Νίκος Λύτρας, Πρόδρομος Τσινικόρης, Μαριέττα Σπηλιοπούλου.

  • «Οι έμποροι»

Ο θίασος μας συστήνει τον άγνωστο, στην Ελλάδα και διεθνώς, Γάλλο, πρώην ερασιτέχνη ηθοποιό, δημιουργό της θεατρικής ομάδας «Louis Broyillard», σκηνοθέτη και δραματουργό της, Ζοέλ Πομερά, ανεβάζοντας το έργο του «Οι έμποροι» (το τρίτο σκέλος μια τριλογίας), σε λιτή γλωσσικά μετάφραση και εξίσου λιτή, σεβαστικά και πειθαρχικά ακολουθούσα τη δραματουργική και αισθητική άποψη του συγγραφέα, σκηνοθεσία του Γιάννη Λεοντάρη.

«Οι έμποροι» του Πομερά, είναι ένα απολύτως πολιτικό, χωρίς ίχνος πολιτικολογίας έργο και με άκρως ιδιόμορφη γραφή. Ενώ είναι ένας απόλυτα αφηγηματικός μονόλογος, εμπεριέχει τη βουβή δράση – δράση αναπαραστατική ή αντιστικτική – άλλων επτά προσώπων, τα οποία αναφέρει η μονολογούσα αφηγήτρια. Στην αφηγήτρια όπως και στα άλλα αναφερόμενα από αυτήν πρόσωπα, ο συγγραφέας δε δίνει όνομα, τόπο γέννησης, διαμονής, εθνικότητα, αφού πολύμορφα δύστυχοι άνθρωποι σαν κι αυτούς είναι πια διεθνώς αμέτρητοι στους καιρούς μας. Το έργο, αποτέλεσμα έρευνας, αποτυπώνει «εικόνες» της εφιαλτικής εργασιακής – κατ’ επέκταση και της κοινωνικής – πραγματικότητας στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο. Η πολιτικά ανίδεη αφηγήτρια, κάτοικος μιας μικρής πόλης, εργάτρια – όπως και οι 20 χιλιάδες ενεργών κατοίκων στο μοναδικό εργοστάσιο της πόλης, το οποίο παράγει υλικό για σύγχρονους πολέμους, με το κορμί της τσακισμένο και πονεμένο από τη μονότονα και εξαντλητικά μηχανοποιημένη χρήση των χεριών της στο εργοστάσιο, διηγείται – σχεδόν ψυχρά – το δράμα μιας «φίλης» της. Η «φίλη» είναι μια αβοήθητη από την οικογένειά της απολυμένη εργάτρια, ανήμπορη να ζήσει το μικρό παιδί της και να πληρώσει τα δάνεια για αγορά διαμερίσματος και αυτοκινήτου. Ψυχολογικά συντριμμένη, μετά από μια έκρηξη στο εργοστάσιο, που με άνωθεν αποφάσεις οδηγείται στο κλείσιμο, για να μη βρεθούν στη θέση της 20 χιλιάδες εργατών, για να συγκινήσει τους «αρμοδίους» προσφέρει θυσία την έτσι κι αλλιώς καταδικασμένη ζωή του παιδιού της, ρίχνοντάς το από το σπίτι της στο κενό. Ο Πομερά πονά, ανησυχεί για το αύριο του ανίσχυρου, παθητικού, κοινωνικά ασυνειδητοποίητου εργαζόμενου ανθρώπου, που όπως η αφηγήτρια έχει καταντήσει να μη θεωρεί απαράβατο κοινωνικό και δημοκρατικό δικαίωμά του για εργασία αλλά «μεγάλη τύχη» και να μη νιώθει οργή και αλληλεγγύη, αλλά οίκτο για τον άνεργο θεωρώντας τον «ανίκανο», «ανύπαρκτο», «μηδαμινό». Ο Πομμερά διά στόματος της αφηγήτριας τονίζει: «πουλάμε την εργασία μας, πουλάμε το χρόνο μας. Οτιδήποτε πολύτιμο διαθέτουμε. Την ίδια τη ζωή μας. Είμαστε έμποροι της ζωής μας». Το ιδιόμορφο αλλά πολύ ενδιαφέρον και θεματολογικά σπουδαίο έργο, υπηρετήθηκε απολύτως από τη σκηνοθεσία, από το λιτά συμβολικό σκηνικό και τα κοστούμια της Μαρίας Καβαλιώτη, τους «σκοτεινούς» φωτισμούς του Χρήστου Γιαλαβούζη, τη βουβά εκφραστική υποκριτική όλων των ηθοποιών, με κορυφαία τη λιτότατου, εσώτατα αληθινού, δυναμικά υπονοηματικού ερμηνευτικού λόγου της Εφης Σταμούλη (αφηγήτρια).

  • «Τα σαράντα κλειδιά»

Η παιδική σκηνή του θιάσου συνεχίζοντας την ποιοτική της παράδοση διασκεύασε και ανέβασε το υπέροχο παραδοσιακό σκυριανό παραμύθι «Μαρδίτσα» (διασώζεται χάρη στην καταγραφή της Νίκης Λ. Πέρδικα και την έκδοσή του από τον αλησμόνητο Γιώργο Ιωάννου), τιτλοφορώντας το «Τα σαράντα κλειδιά». Ενα παραμύθι – ύμνος για το μητρικό φίλτρο, την αδελφική αγάπη, τη δύναμη του έρωτα, που δεν παραλείπει να αλληγορήσει για τα απρόβλεπτα βάσανα της ζωής, για το θάνατο, για το καλό και το κακό, αλλά και την τελική νίκη του καλού και του αέναου κύκλου της ζωής. Η Ελένη Δημοπούλου με λιτά μέσα αλλά πολύ φαντασία και κέφι σκηνοθέτησε μια ευφρόσυνη, παιγνιώδη παράσταση, με καθοριστικό στήριγμα το πανέμορφο, ευφυούς απλότητας αλλά και λειτουργικότητας σκηνικό, τα ευρηματικότατα κοστούμια και τους φωτισμούς του Ρίτσαρντ Αντονυ. Χυμώδης η μουσική του Κώστα Βόμβολου υπηρετεί το μυθοπλοκή και υπηρετείται από το υποκριτικό κέφι όλων των ηθοποιών: Ελένης Βλαχοπούλου, Μομώς Βλάχου, Κυριάκου Δανιηλίδη, Σταύρου Ευκολίδη, Μάριου Μεβουλιώτη, Νανάς Παπαγαβριήλ, Τάσου Τσουκάλη.

ΘΥΜΕΛΗ, Ριζοσπάστης, Τετάρτη 10 Δεκέμβρη 2008

Ξένο ρεπερτόριο και πειραματισμός

  • «Η κληρονομιά», με το «Νέο Λόγο»
«Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κινήματος»

Στεγασμένος στο δικό του «Studio Μαυρομιχάλη», ο θίασος «Νέος Λόγος», θέλησε να «δοκιμαστεί» με ένα κλασικό έργο, την «Κληρονομιά» (1736) του μεγάλου πεζογράφου, κωμωδιογράφου, δοκιμιογράφου του 18ου αιώνα Πιερ Καρλέ ντε Σαμπλέν Μαριβώ, με στήριγμα τη μετάφραση του γνώστη του θεάτρου του Μαριβώ, Ανδρέα Στάικου. Ο Μαριβώ, «απόγονος» της λαϊκής κομέντια ντελ άρτε και της αστικοποιημένης μολιερικής κωμωδίας, δημιουργός ενός απόλυτα προσωπικού, ιδιότυπου γλωσσικού και δραματουργικού στιλ, αποκαλούμενου «μαριβωντάζ», ζώντας στο μεταίχμιο δύο εποχών -στο λυκόφως της φεουδαρχίας και της χρεοκοπημένης αριστοκρατίας (από αυτήν καταγόταν) και στο λυκαυγές της αστικής τάξης, επηρεασμένος από το Διαφωτισμό, υπήρξε για την εποχή του ένα προδρομικό ανάλογο της τολμηρά και καυστικά αποκαλυπτικής κοινωνικής κριτικής που διέκρινε την μπαλζακική πεζογραφική «Ανθρώπινη Κωμωδία». Η υπογράφουσα θεωρεί ότι η δραματουργία του πολυγραφότατου Μαριβώ αποτελεί μια – εξαιρετικής κοινωνικής κριτικής – θεατρική «Ανθρώπινη Κωμωδία» του γαλλικού 18ου αιώνα. Στην «Κληρονομιά», πλέκοντας ένα ερωτικό «γαϊτανάκι» τριών ζευγαριών (δύο ζεύγη αριστοκρατών και ένα υπηρετών), ο Μαριβώ αποκαλύπτει τα – ανταγωνιστικών συμφεροντολογικών – οικονομικών κινήτρων – ερωτικά «παίγνια» των αριστοκρατών, με «όργανα» τους υπηρέτες τους. Χωρίς σκηνικό, με σύγχρονα κοστούμια και μερικά κοστούμια εποχής σε ένα μπαούλο (Γιώργος Λυντζέρης), με σύγχρονα γαλλικά ερωτικά τραγούδια (επιμέλεια Ιάκωβου Δρόσου), με εκφραστική κινησιολογία (Στέλλα Κρούσκα), με ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Παναγιώτης Μανούσης), η λιτή σκηνοθεσία του Φώτη Μακρή, με σεβασμό στο έργο, το έφερε στο κοινωνικό μας σήμερα, με παιγνιώδη αίσθηση του χιούμορ. Χιούμορ που αναδύεται, ιδιαιτέρως από τις ερμηνείες του ίδιου και της Στέλλας Κρούσκα. Γόνιμοι ερμηνευτικά είναι και οι: Μαρία Μαλταμέ, Αλέξανδρος Αλπίδης, Μαρία Κορδώνη, Δημήτρης Πλειώνης.

  • «Η συνοδός» με την «Πάνδημο Ηώ»
«Η συνοδός»

Στο «Βαφείο», ο θίασος «Πάνδημος Ηώς» της Δήμητρας Χατούπη, ανέβασε τη διασκευασμένη (Ραζιβάν Μαζλού), μεταφρασμένη και σκηνοθετημένη από τον Δαμιανό Κωνσταντινίδη, νουβέλα της Ρωσίδας πεζογράφου Νίνα Μπερμπέροβα «Η συνοδός». Η ελάσσων, ως συγγραφέας, μεγαλοαστικής καταγωγής, γεννημένη το 1901 στην Πετρούπολη, εμιγκρέ στην Ευρώπη στη δεκαετία του 1950 και τελικά στις ΗΠΑ, Νίνα Μπερμπέροβα, με την εν πολλοίς αυτοβιογραφική «Συνοδό» ψυχογράφησε δύο διαμετρικά αντίθετα πλάσματα. Τα αισθήματα της καταξίωσης και απαξίωσης του ατόμου, της ευτυχίας και της δυστυχίας, της ευζωίας και της κακουχίας, της καλοσύνης και της κακότητας, της φιλίας και της ζηλοφθονίας, της ευγνωμοσύνης και της αχαριστίας. Κεντρικά πρόσωπα της νουβέλας που διαδραματίζεται, στα μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση χρόνια του εμφυλίου, είναι μια νέα, όμορφη μεγαλοαστή, ευημερούσα με τον μεσήλικα μεγαλέμπορο άντρα της, κρυφά ερωτευμένη με έναν άλλο νέο και όμορφο άντρα και φημισμένη λυρική τραγουδίστρια και μια 18χρονη, φτωχή, δύστυχη, νόθα, πεινασμένη, άσχημη, ανέραστη, ταξικά ασυνειδητοποίητη, ιδεολογικά ανίδεη και ψυχολογικά έρμαιο των εχθρών της Οχτωβριανής Επανάστασης και μέτρια πιανίστρια, που συνοδεύει στο πιάνο τις πρόβες και τα ρεσιτάλ της αοιδού. Η καθ’ όλα μειονεκτούσα «συνοδός», καταδικασμένη στην ανωνυμία, βασανισμένη από τη ζήλια και τον πόθο του κακού, βυθίζεται ολότελα στο – μορφωτικά και κοινωνικά αστοιχείωτο, οργισμένο με όλους και με όλα – υπαρξιακό της «τίποτα», όταν η τραγουδίστρια φυγαδεύεται, χηρεύει, παντρεύεται τον αγαπημένο της και διαπρέπει στο εξωτερικό. Αυτή είναι όλη κι όλη η μυθοπλαστική ουσία της νουβέλας, από την οποία ο διασκευαστής της και ο σκηνοθέτης της παράστασης προσπάθησαν, ματαίως, να βγάλουν αντισοβιετικό ξίγκι… Η διασκευή, ελάχιστα θεατρική (υπερτερεί η αφήγηση, μέσω της «συνοδού, ενώ μειονεκτούν οι διάλογοι), ουσιαστικά υπηρετεί μια υπερπρωταγωνιστική φιλοδοξία. Της ηθοποιού που θα παίξει το ρόλο της «συνοδού», αφού ο ρόλος της τραγουδίστριας κατάντησε σκιώδης και όλα τα άλλα πρόσωπα απλώς «φόντο». Η σκηνοθεσία πέτυχε να παράξει δραστικές θεατρικές εικόνες με τα δραματουργικά σκιώδη πρόσωπα, χάρη και στην αποτελεσματική συμβολή των Απόστολου Αποστολίδη (σκηνικό, κοστούμια), Χρυσηίδας Λιατζιβίρη (κινησιολογία), Μαρίνας Χρονοπούλου (μουσική), Φώτη Καράμπα – Βασίλη Σιάφακα (επιμέλεια ήχου), Ελίζας Αλεξανδροπούλου (φωτισμοί), αλλά και χάρη στην τεχνικά πολύ ασκημένη, υπερεκφραστική, μεγάλης μεταμορφωτικής ικανότητας και με πνευματικότητα υποκριτική της Δήμητρας Χατούπη («Συνοδός») και της Ελενας Χατζηαυξέντη που με την έξοχη σοπράνο φωνή της, την αισθαντικότητα και τη λιτότητα της ερμηνείας της «μεγέθυνε» το ρόλο της τραγουδίστριας. Αξιοσημείωτοι ερμηνευτικά είναι και οι Αλκης Ζούπας, Γιώργος Καπινάρης, Αντα Σπανού, Ηλίας Παρασκευόπουλος, Γιάννης Μουγιάκος και η πιανιστική παρουσία της Μαρίνας Χρονοπούλου.

«Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κινήματος» με τον «Υποβολέα»

Στο «Θέατρο της Ανοιξης» φιλοξενείται το τόλμημα του νεοσύστατου θιάσου «Υποβολέας», να θεατροποιήσει το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» του Μαρξ, με τίτλο «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κινήματος», σε μετάφραση, δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία Ελενας Πατρικίου. Παράδοξο και άκρως ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Το ακούς και κουμπώνεσαι …στους καιρούς που ζούμε. Αναρωτιέσαι (όπως και η υπογράφουσα): ποιες οι προθέσεις του; Γιατί επέλεξε ένα μη θεατρικό κείμενο, γραμμένο από τον Μαρξ πριν από 160 χρόνια, και μάλιστα ένα τόσο καραμπινάτα …κομμουνιστικό κείμενο; Μια εξήγηση είναι ότι εσχάτως έγιναν «μόδα» τα μαρξικά κείμενα. Τα διαβάζουν και αντίπαλοι του μαρξισμού (αυτοί, βέβαια, ανέκαθεν τα μελετούσαν). Σύμφωνα με ξένα δημοσιεύματα ένας «πρωτοποριακός», όπως χαρακτηρίζεται, γερμανικός θίασος ενέβασε μια παράσταση με το «Κεφάλαιο» του Μαρξ. Η μαρξική σκέψη συγκίνησε, συγκινεί, θα συγκινεί την ψυχή και θα διεγείρει εσαεί την απανταχού εργατική τάξη ενάντια στους καταπιεστές και εκμεταλλευτές της και κάθε αγνό άνθρωπο. Και το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» αποτέλεσε, αποτελεί και θα αποτελεί το βασικό κείμενο αναφοράς, «ευαγγέλιο» για την οργανωμένη, επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης ενάντια σε κάθε μορφής εκμεταλλευτή και την κατάκτηση της εξουσίας. Εχοντας αυτήν την πεποίθηση η Ελενα Πατρικίου, διατηρώντας τη συγκίνηση που ένιωσε διαβάζοντας στα νεανικά της χρόνια το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», με απόλυτο σεβασμό, χρησιμοποιώντας ατόφια τα δύο πρώτα κεφάλαια του έργου (παρέλειψε το αρκούντως φιλολογικό τρίτο μέρος), χωρίς ίχνος διασκευαστικής παρέμβασης αλλοίωση του μαρξικού λόγου, πιστεύοντας ότι αυτός διαθέτει αναπαραστατική εμβέλεια αλλά και ποιητικότητα (ασφαλώς ο μεγαλοφυής οραματιστής Μαρξ υπήρξε και ο «ποιητής» της κομμουνιστικής θεωρίας για την οικοδόμηση της κοινωνίας του Ανθρώπου), μέσα από σύνθεση στοιχείων του Μπρεχτ, του Πισκάτορ, του πολιτικού θεάτρου καμπαρέ, της μιμικής και του χοροθεάτρου αναπαρέστησε όσα λέει ο Μαρξ. «Εικονοποίησε» τα λόγια του για τη φεουδαρχική κοινωνία, για την προοδευτική στις απαρχές της αστική τάξη, την καπιταλιστική συσσώρευση του κεφαλαίου με τη βιομηχανοποίηση, τη μηχανοποιημένη εντατικοποίηση της εργασίας της εργατικής τάξης. Την απάνθρωπη εκμετάλλευσή της και την αρπαγή της υπεραξίας που η εργατική τάξη παράγει και τη μόνη διέξοδο απελευθέρωσης της εργατικής τάξης. Τους «εκμαυλιστές» της. Την οργανωμένη συνδικαλιστική, αλλά και επαναστατική κομματική πάλη της για την ανατροπή του καπιταλισμού. Συνεργάτες αυτού του καλοπροαίρετου, αλλά με αρκετές θεατρικού τύπου αδυναμίες (των καλλιτεχνικών συντελεστών και των ερμηνευτών) εγχειρήματος είναι οι Κάκια Σακελλαρίου (σκηνικό, κοστούμια), Γιώργος Κομπογιάννης (μελοποίηση και ζωντανή εκτέλεση στο πιάνο αποσπασμάτων του κειμένου), Πατρίσια Λάζου (χορογραφία), Θόδωρος Μαργκάς (φωτισμοί) και οι ηθοποιοί Χαρά Γαλενιανού, Ασαβντούρ Γουντικιάν, Μυρτώ Καμηλάκη, Γιάννης Κουφαλέξης, Πατρίσια Λάζου, Λεωνίδας Παπαβασιλάκης, Βιβή Πηνιώτη, Τάσος Σωτηράκης.

ΘΥΜΕΛΗ, Ριζοσπάστης, Τετάρτη 3 Δεκέμβρη 2008