Category Archives: Θεοδώρου Εφη

Ατομική ελευθερία ή επανάσταση; Ιδού η απορία

Η Εφη Θεοδώρου σκηνοθετεί στη Νέα Σκηνή του Εθνικού το περίφημο έργο του Πέτερ Βάις «Μαρά/Σαντ». Οπου Μαρά είναι ο ηγέτης της Γαλλικής Επανάστασης, που δολοφονήθηκε στην μπανιέρα του από τη Σαρλότ Κορντέ. Και Σαντ ο εξίσου γνωστός σαδομαζοχιστής μαρκήσιος. Εδώ, βέβαια, αναλαμβάνει έναν διαφορετικό ρόλο: του διανοούμενου που συγκρούεται με τον στρατευμένο αριστερό, αμφισβητώντας τη χρησιμότητα της βίας.

Η Εφη Θεοδώρου καταργεί στην παράσταση τον χώρο του ασύλου, που ήθελε ο Βάις. Η μπανιέρα, όμως πραμένει. Γύρω και μέσα σ' αυτήν οι Κ. Βασαρδάνης, Κόρα Καρβούνη, Μ. Χατζησάββας

Η Εφη Θεοδώρου καταργεί στην παράσταση τον χώρο του ασύλου, που ήθελε ο Βάις. Η μπανιέρα, όμως πραμένει. Γύρω και μέσα σ’ αυτήν οι Κ. Βασαρδάνης, Κόρα Καρβούνη, Μ. Χατζησάββας

Ενας ροκ «Μαρά/Σαντ» ανεβαίνει την Παρασκευή στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (κτίριο Τσίλερ). Το σημαντικότερο θεατρικό έργο του Πέτερ Βάις, θέατρο εν θεάτρω στο όριο της μπρεχτικής όπερας και του καμπαρέ, κυρίως όμως ευφυές hommage στην Επανάσταση, δεν θα εκτυλίσσεται όπως το ήθελε ο δημιουργός του σε άσυλο ανιάτων. Η σκηνοθέτρια της παράστασης και αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Εφη Θεοδώρου επέλεξε να εκτυλίσσεται στο «σήμερα». Αλλωστε η αποστασιοποίηση είναι εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη του απαιτητικού έργου. Με άλλα λόγια, θέλησε ένα κείμενο που πατά στις μεθόδους της σοφιστικής διαλεκτικής με επιχειρήματα υπέρ και κατά των βίαιων κοινωνικών αλλαγών, υπέρ και κατά της αιματηρής Επανάστασης, να είναι «μπολιασμένο» από το παρόν μας.

Αυτός είναι και ο λόγος που η σκηνική δράση θα συνομιλεί με ένα «χαλί»-βίντεο από τη μαγνητοσκόπηση έξι μαθημάτων στη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Τα μαθήματα, που φίλμαρε η Εύα Στεφανή, έγιναν πάνω στο κείμενο «Μαρά/Σαντ» με συντονίστρια την καθηγήτρια Θεοδώρου.

Πρόσωπα-κλειδιά τού έργου είναι ο Ζαν Πολ Μαρά (1743-1793) από τις ηγετικές μορφές της Γαλλικής Επανάστασης, μαζί με τον Ροβεσπιέρο και τον Νταντόν, που δολοφονήθηκε στο μπάνιο του από τη Σαρλότ Κορντέ, και ο Μαρκήσιος ντε Σαντ (1740-1814). Τους υποδύονται αντίστοιχα ο Κώστας Βασαρδάνης και ο Μηνάς Χατζησάββας. Σαν δύο σοφιστές ή σαν ιδανικοί πλατωνικοί συνομιλητές αγορεύουν υπέρ και κατά της βίας και της Επανάστασης. Στην πραγματικότητα οι δύο αυτές ιστορικές προσωπικότητες δεν συναντήθηκαν ποτέ. Ανέλαβε να τους φέρει κοντά ο Πέτερ Βάις χάρη σε μια ευφυή συνθήκη: περίπου είκοσι χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ο Σαντ, έγκλειστος στο άσυλο του Σαραντόν, σκηνοθετεί με τους υπόλοιπους «τρόφιμους» μια παράσταση για το χρονικό της δολοφονίας του Μαρά.

Στη σάλα των λουτρών του θεραπευτηρίου τοποθέτησε ο Βάις το φιλοσοφικό και πολιτικό μουσικό έργο του. Εκεί, ανάμεσα σε μια μπανιέρα-κρεβάτι κι ένα αντικείμενο που παραπέμπει στο σύμβολο της γαλλικής Τρομοκρατίας, την γκιλοτίνα, ο διευθυντής του ασύλου κύριος Κουλμιέ (Θέμης Πάνου), η δολοφόνος του Μαρά, Σαρλότ Κορντέ (Κόρα Καρβούνη), ο τελάλης (Μάκης Παπαδημητρίου), η σύντροφος του Μαρά, Σιμόνη Εβράρ (Ελενα Τοπαλίδου), ο Γιρονδίνος Ντιπερέ (Δημήτρης Πασσάς) και ο υπέρμαχος της ένοπλης Επανάστασης Ζακ Ρου (Πρόδρομος Τσινικόρης) θα θέτουν ερωτήματα που σήμερα προβάλλουν τραγικά επίκαιρα.

«Μαρά, τι βγήκε από την Επανάσταση;», είναι η μόνιμη επωδός των τραγουδιστών. Και παρ’ ότι ο Μαρά θεωρεί πως «δεν μπορούμε να χτίσουμε αν δεν γκρεμίσουμε τα πάντα ώς τα θεμέλια», στο τέλος τον ζώνει η αμφιβολία. Σ’ αυτή θέλει άλλωστε να συνοψίσει το αριστούργημά του ο Βάις. Το επιβεβαιώνει διά στόματος Σαντ. «Θελήσαμε να δοκιμάσουμε αντίθετες θέσεις στους διαλόγους για να φωτίσουμε τη διαρκή αμφιβολία», αποκαλύπτει ο ήρωας.

«Το «Μαρά/Σαντ» είναι ένα έργο αναπάντεχο, που εστιάζει στην αντιπαράθεση, τη σύγκρουση ανάμεσα στον ακραίο ατομικισμό, που εκπροσωπεί ο Σαντ, και την ιδέα της βίαιης Επανάστασης, που εκπροσωπεί ο Μαρά. Ο Βάις παραχωρεί στον θεατή την ευθύνη να δώσει την απάντηση. Δεν παίρνει θέση», υποστηρίζει η Θεοδώρου.

Το έργο είναι μια «γροθιά για τον θεατή» όχι μόνο εξαιτίας της επίκαιρης πολιτικής συζήτησης που θέτει επί σκηνής αλλά, σύμφωνα με τη Θεοδώρου, «και λόγω της εναλλαγής του γλωσσικού στιλ και ύφους». «Στη δομή του το σοβαρό ενυπάρχει με το κωμικό, το ευγενικό με το χυδαίο, το εκλεπτυσμένο με το τραχύ, το εγκεφαλικό με το σωματικό. Ετσι περνάμε από σκηνές καμπαρέ και κωμικά στιγμιότυπα σε σκηνές πλατωνικών φιλοσοφικών διαλόγων».

  • Ο Βάις, στρατευμένος δημιουργός, μέλος του ΚΚ Σουηδίας, τι θέλει στην πραγματικότητα να πει με το έργο του; Παίρνει θέση υπέρ ενός από τους δύο ήρωες, υπέρ μιας απ’ τις δύο ιδεολογίες;

«Ο Βάις διχάζεται ανάμεσα στον Σαντ και στον Μαρά. Μας υπενθυμίζει με το έργο του ότι η ιστορία δεν είναι ένα ρεύμα, που μας παρασύρει. Πρέπει να μάθουμε να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας. Ως επιδέξιος μοντέρ μανιπουλάρει με φοβερή ελευθερία ιστορικά στοιχεία για να μιλήσει γι’ αυτά που προφανώς απασχολούν τον ίδιο ως αριστερό και άνθρωπο της διανόησης το 1963».

  • Δηλαδή;

«Είχε μέσα του ανοιχτό το ερώτημα «η βία είναι ο δρόμος;». Κάνει λοιπόν τον Μαρά απολογητή της βίας και τον Σαντ αρνητή της. Η συζήτηση για τη «βία» είναι ένα στοιχείο που κάνει εξαιρετικά επίκαιρο το «Μαρά/Σαντ» σήμερα. Ζήσαμε κι εμείς πρόσφατα ένα απρόσμενο ξέσπασμα βιαιότητας. Ο Δεκέμβριος συνδέει το δικό μας παρόν με το κείμενο του Βάις. Φαίνεται, το αίτημα για Επανάσταση υφίσταται και σήμερα».

  • Στην παράστασή σας καταργείτε τη συνθήκη του ασύλου και των τροφίμων του. Γιατί;

«Ο Βάις μαρτυρά ότι στο Σαραντόν οι έγκλειστοι δεν ήταν ψυχοπαθείς αλλά ακραία, ανένταχτα πολιτικά και κοινωνικά στοιχεία -όπως κι ο σαδομαζοχιστής Σαντ. Αν επομένως η παράστασή μας κάνει πίσω στον τομέα της τρέλας, η δράση εισέρχεται σε έναν χώρο επίσης περιφραγμένο, τη θεατρική σκηνή, όπου υπάρχουν άλλοι περιορισμοί. Καταργείται η συνθήκη του ασύλου αλλά επικρατεί η συνθήκη του θεάτρου. Κι αν δεν έχουμε ένα έργο για την τρέλα, έχουμε μια παράσταση για τα ίδια τα όρια της τέχνης. Ο Βάις υπαινίσσεται ότι σε δύσκολους καιρούς πρέπει να δράσουμε και το θέατρο με έναν τρόπο είναι εργαλείο».

  • Δεν είναι όμως τόσο αβασάνιστη και τυχαία η σύνδεση της Επανάστασης με το ψυχιατρείο. Ηταν το «κλειδί» για τη σύνδεση κάποιων προσώπων.

«Το έργο γράφτηκε το ’63. Η ψυχανάλυση, το σωματικό θέατρο και το θέατρο της σκληρότητας του Αρτό βρίσκονταν τότε στο απόγειο. Κι ο Βάις εφευρίσκει τη σύμβαση του ασύλου για να δέσει με έναν δραματουργικό ιστό τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας, τον Μαρά και τη Σαρλότ Κορντέ. Το τρίτο πρόσωπο, δηλαδή ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, ήταν η λύση».

  • Γιατί επέλεξε τον Μαρκήσιο ντε Σαντ;

«Γιατί η εκρηκτική προσωπικότητά του δημιουργούσε έναν ενδιαφέροντα αντιθετικό πόλο στη θεωρία του Μαρά. Ο Σαντ αρχικά ήταν ενταγμένος στην Επανάσταση και αναγνώριζε την αναγκαιότητά της. Στο έργο του Βάις ο Σαντ έχει μετατοπιστεί. Θεωρεί πια το αίτημα της ατομικής ελευθερίας βασικότερο».

  • Συχνά η επιχειρηματολογία του Μαρά παραπέμπει σε μανιφέστα των κομμουνιστικών κομμάτων.

«Είναι αυτούσιοι οι λόγοι του από την εφημερίδα που έβγαζε, το «Φύλλο του λαού», και από τις προκηρύξεις του. Ο Βάις φτιάχνει ένα θέατρο-ντοκουμέντο. Ο λόγος του Μαρά είναι ο λόγος του κομμουνιστή που θεωρεί ότι η εξουσία -ακόμη και η επαναστατική- αναπαράγεται. Ο Μαρά επαναστατεί στην ιδέα ότι αυτοί που έκαναν την Επανάσταση μετά την εκμεταλλεύτηκαν».

  • Το μουσικό σκέλος του έργου, πολύ ισχυρός πόλος στη δομή του, πώς το αντιμετωπίζετε;

«Τα 14 τραγούδια του Νίκου Πλάτανου, που ερμηνεύονται από 6 ηθοποιούς ζωντανά, είναι πολύ κοντά στο σήμερα. Είναι μια ροκ μουσική, γιατί και τα αιτήματά μας είναι ροκ και γιατί οι επαναστάτες του 18ου αιώνα είναι πολύ κοντά στα αιτήματα των σημερινών νέων». *

  • Μεταξύ Ιστορίας και Θεάτρου

Κώστας Βασαρδάνης: ο επαναστάτης Μαρά

Στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου ο Κώστας Βασαρδάνης, που υποδύεται τον Μαρά, μουλιάζει βυθισμένος σε μια μπανιέρα, καθώς ο υπέρμαχος της ένοπλης πάλης Γάλλος επαναστάτης υπέφερε από χρόνια δερματοπάθεια. Ανακουφιζόταν μόνο με το νερό.

«Ο Πέτερ Βάις έχει συλλάβει ένα χαρακτήρα που δεν είναι ο Μαρά. Είναι ένας χαρακτήρας που υποδύεται τον Μαρά», διευκρινίζει ο ηθοποιός. «Επομένως, δεν καλούμαι να παίξω τον επαναστάτη Ζαν-Πολ Μαρά. Υποδύομαι έναν ηθοποιό που υποδύεται τον Μαρά». Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ηθοποιός μένει αδιαμεσολάβητος από τη σκληροπυρηνική ιδεολογία του. Δεν την ενστερνίζεται όμως. Ο Μαρά παραδέχεται κάποια στιγμή στο έργο: «Είμαστε οι εφευρέτες της επανάστασης, αλλά δεν ξέρουμε ακόμα πώς να τη μεταχειριστούμε».

«Ενώ ο Βάις αντιπαραθέτει δύο ιδεολογίες φαινομενικά διαφορετικές, η μία υπέρ της πολιτικής επανάστασης, η άλλη υπέρ της προσωπικής επανάστασης, τελικά καταλήγει σε ένα ανοιχτό ερώτημα», υπογραμμίζει ο Βασαρδάνης.

Μηνάς Χατζησάββας: ο σκεπτικιστής Ντε Σαντ

«Ο Βάις είναι ο Μαρά και ο Σαντ μαζί» διατείνεται ο Μηνάς Χατζησάββας, που υποδύεται τον Σαντ. «Εγραψε το έργο ενώ βρισκόταν προ των πυλών η σεξουαλική επανάσταση κι ο Μάης του ’68. Οι άνθρωποι ψαχνόντουσαν. Πόσω δε μάλλον ο Βάις, ένας σκεπτόμενος κομμουνιστής, υπερψήφιζε το σταλινικό καθεστώς. Διοχέτευσε, δηλαδή, τις εσωτερικές συγκρούσεις και αναζητήσεις του στα δύο πρόσωπα».

Κι επειδή συνήθως «επανάσταση και τέχνη δεν συνδέονται», ο Χατζησάββας αισθάνεται με τον «Μαρά/Σαντ» τη μαγεία «μέσω του θεάτρου τα αταίριαστα να συνυπάρχουν». «Γι’ αυτό το λόγο είναι τόσο επίκαιρο το έργο», τονίζει. «Μιλά για την τέχνη, την ελευθερία και την αναρχία». Δεν ξεχνά ότι πέρσι νέα παιδιά εισέβαλαν στα θέατρα με σύνθημα: «Εσείς συζητάτε για θεωρίες ενώ έξω η επανάσταση ωρύεται».

Κόρα Καρβούνη: η ιδεαλίστρια Σαρλότ Κορντέ

«Υποχείριο του Σαντ». «Ιδεαλίστρια με πρότυπο τη Ζαν Ντ’ Αρκ και την Ιουδήθ». Ετσι συστήνει τη Σαρλότ Κορντέ, τη μορφωμένη αριστοκράτισσα και δολοφόνο του Μαρά, η ερμηνεύτριά της Κόρα Καρβούνη. «Διέπραξε ένα έγκλημα που ήταν καθαρή αυτοκτονία», προσθέτει. «Ηξερε πολύ καλά πως θα την οδηγούσαν στην καρμανιόλα». Η Καρβούνη, σε ένα «δεύτερο επίπεδο», βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν αναπάντεχο «ερωτισμό» μεταξύ της Κορντέ και του «αντιερωτικού, ασεξουαλικού» Μαρά. Και αντιμετώπισε το σκηνικό μαστίγωμα του Σαντ απ’ την ηρωίδα σαν ένα «παιχνίδι δύναμης ενώπιον του ευνουχισμένου Μαρά». «Είναι σαν να του λέει ο Σαντ: «Μαρά, μήπως να κάνουμε Επανάσταση μέσα από την τεράστια συνουσία της ανθρωπότητας;» Ή μήπως υπονοεί ότι αποδεχόμενοι τον ερωτισμό μας κάνουμε την προσωπική μας επανάσταση;»

  • info Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης. Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη. Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη. Μουσική: Νίκος Πλάτανος. Κίνηση: Αμάλια Μπένετ.Παίζουν επίσης, οι Μιχάλης Αφολαγιάν, Ηλίας Κουνέλας, Παναγιώτης Λάρκου, Νίκος Πλάτανος, Γιώργος Τζαβάρας και Γαλήνη Χατζηπασχάλη.
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010
Advertisements

Το Εθνικό Θέατρο στην Ενωση Θεάτρων Ευρώπης

  • Το Εθνικό Θέατρο εντάχθηκε στην Ενωση Θεάτρων Ευρώπης, με ομόφωνη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των 35 ευρωπαϊκών θεάτρων και προσωπικοτήτων – μελών, που πραγματοποιήθηκε (5/4) στο Βρότσλαβ της Πολωνίας. Στην Ενωση προσχώρησαν, επίσης, το θέατρο της Ναντέρ «Amandiers»(Γαλλία), το θέατρο «Μάλι» της Πράγας και το Εθνικό Θέατρο Βουλγαρίας. Η αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου, Εφη Θεοδώρου, παρουσίασε στη Γενική Συνέλευση τις δραστηριότητες και τα σχέδια του Εθνικού Θεάτρου. Η Γενική Συνέλευση επανεξέλεξε πρόεδρο, νέο Διοικητικό Συμβούλιο και επανακαθόρισε τις δράσεις της: ανταλλαγές, συμπράξεις και συνεργασίες των θεάτρων – μελών. Η Ενωση δημιουργήθηκε το 1990, με πρωτοβουλία του Τζόρτζιο Στρέλερ, με στόχο την ανάπτυξη κοινής ευρωπαϊκής θεατρικής πολιτικής χωρίς σύνορα, την υποστήριξη νέων καλλιτεχνών, με συναντήσεις, διάλογο, ανταλλαγή πρακτικών, εκπαιδευτικές δραστηριότητες και συνεργασία. Μέλη της είναι πολλά καταξιωμένα θέατρα της Ευρώπης, λ.χ. «PiccoloTeatro» του Μιλάνου, «MalyTeatr» της Αγίας Πετρούπολης, Εθνικό Θέατρο Στρασβούργου, αλλά και φημισμένοι θεατρικοί δημιουργοί. Με την ένταξή του στην Ενωση Θεάτρων Ευρώπης, το Εθνικό Θέατρο ισχυροποιεί τη διεθνή παρουσία του και ανοίγει τις πόρτες του για νέες πρωτοβουλίες επικοινωνίας και ανταλλαγής με σημαντικά ευρωπαϊκά θέατρα.

Ελληνικό θέατρο: σκοτώνει τ’ άλογα και πριν γεράσουν;

  • Κάποτε τις Ιουλιέτες και Οφηλίες τις έπαιζαν 60άρες. Τώρα φτάσαμε στο άλλο άκρο. Οι σκηνές μας, ακόμα και το Εθνικό, αποθεώνουν τη νεότητα. Την είχαμε ανάγκη την ανανέωση σε όλα τα επίπεδα. Μήπως, όμως, χάσαμε το μέτρο; Μιλούν στην «Ε» οι Ρένη Πιττακή, Δημήτρης Καταλειφός, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Λυδία Φωτοπούλου, Πέμυ Ζούνη, Γιάννης Χουβαρδάς, Εφη Θεοδώρου και Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Δημήτρης Καταλειφός: «Οι ηθοποιοί μετά τα 50 είμαστε οι πιο ριγμένοι απ' όλους». Στο «Ταξίδι» του Ο'Νιλ στο «Απλό Θέατρο».

Δημήτρης Καταλειφός: «Οι ηθοποιοί μετά τα 50 είμαστε οι πιο ριγμένοι απ’ όλους». Στο «Ταξίδι» του Ο’Νιλ στο «Απλό Θέατρο».

  • Η ηλικία αυτή καθ’ εαυτή είναι ένα απ’ τα λιγότερο ενδιαφέροντα «υποκείμενα» στο θέατρο. Εκτός κι αν συγγραφέας είναι ο Σέξπιρ -κληροδότησε επαρκέστατη παρακαταθήκη εμβληματικών ρόλων για τη μέση και την τρίτη ηλικία ερμηνευτών. Σήμερα, που η νεότητα λατρεύεται ως θεότητα, και όλοι πασχίζουν να παραμείνουν νέοι ή τουλάχιστον να συνυπάρχουν με τα νιάτα, το θεατρικό Λονδίνο επιμένει να κρατά ψηλά τη «σημαία» της θεατρικής τέχνης: σε αντιδιαστολή με την Αμερική, που ξορκίζει το γήρας σαν να είναι ο σατανάς, δίνει ελάχιστη σημασία στην ηλικία.
  • Στην «κοιτίδα» του σύγχρονου θεάτρου συνεχίζεται η τεράστια παράδοση σπουδαίων Βρετανών ηθοποιών που δουλεύουν αδιαλλείπτως, μέχρι τέλους -ανάμεσά τους και η πιο ευπαθής κατηγορία των γυναικών ηθοποιών: Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Μάγκι Σμιθ, Τζούντι Ντεντς. Από κοντά, όπως σημείωνε πρόσφατα ο «Γκάρντιαν», μια ελαφρώς νεότερη, μεσήλικη πάντως γενιά ηθοποιών, όπως η Φιόνα Σο, η Λέσλι Σάρπ, η Τζ. Στίβενσον.
  • Εχετε αναρωτηθεί ποτέ τι γίνεται στην Ελλάδα των 380 παραστάσεων; Ποιο μοντέλο «αφομοιώσαμε»; Το βρετανικό ή το αμερικανικό; Η ανεργία πάντα έπληττε τις τάξεις των ηθοποιών -είναι, ούτως ή άλλως, υπερβολικά πολλοί, για να απορροφηθούν από την αγορά θεάτρου- ιδίως τους νέους. Κάθε χρονιά στις κορεσμένες τάξεις του προστίθενται επιπλέον 800 απόφοιτοι δραματικών σχολών. Και πάντα η γκρίνια αφορούσε το μέλλον και την τύχη των νεότερων. Προφανώς, δικαίως.
  • Από την άλλη, ποιος αρνείται ότι σήμερα ζούμε στην εποχή τής, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επικράτησής τους, σε βαθμό που κάποιοι να μιλούν ακόμη και για «δικτατορία της νεότητας»; Να ξεκινήσουμε από τις επιχορηγούμενες και μη ομάδες και σκηνές, που κάνουν ό,τι μπορούν με πυρήνα νέες αποκλειστικά δυνάμεις; Ας μην ξεχνάμε ότι οι νεότεροι δεν προβάλλουν την αξίωση πληρωμών και ενσήμων. Για να καταλήξουμε στο νέο, επί Γιάννη Χουβαρδά, Εθνικό Θέατρο, που έχει μετατοπίσει το κεντρικό βάρος σε ένα νέο ηλικιακά δυναμικό ηθοποιών.

Λυδία Φωτοπούλου: «Η ροπή στους νεότερους πατά στον φόβο ότι ο 50χρονος-60χρονος ηθοποιός δεν είναι μοντέρνος». Με τη Ράνια Οικονομίδου στο «Ανάσα ζωής» στο «Απλό»

  • «Δεν μπαίνουν ντιρεκτίβες στους δημιουργούς. Δεν μπορείς να θέσεις σε έναν σκηνοθέτη όριο ηλικίας για τους ηθοποιούς του. Είναι λεπτό το ζήτημα», επισημαίνει εύστοχα η Ρένη Πιττακή. Ετσι λοιπόν υπάρχουν ώριμοι ηθοποιοί που παρέκαμψαν τον «σκόπελο» της ανεργίας επειδή συνδέθηκαν καλλιτεχνικά με ένα σκηνοθέτη -όπως η Ράνια Οικονομίδου με τον Αντώνη Αντύπα, και, τελευταία, η Ολια Λαζαρίδου με την Αντζελα Μπρούσκου, για να φέρω δύο μόνο παραδείγματα.
  • Σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει ο κλασικός προσωποπαγής θίασος του πρωταγωνιστή (όπως των Γ. Κιμούλη, Γρ. Βαλτινού, Γ. Αρμένη, Κάτιας Δανδουλάκη, Κατερίνας Μαραγκού, Μπέττυς Αρβανίτη, Αννας Κοκκίνου κ.ά.), πόσο συχνά οι καλοί, μέσης και βάλε ηλικίας, ηθοποιοί θα έβρισκαν δουλειά; Γιατί, τελευταία, έχουν να αντιμετωπίσουν κι ένα επιπλέον ζήτημα: ηλικιακά οι ρόλοι διολισθαίνουν διαρκώς προς τη… νεότητα: τους 50άρηδες ακόμη και 60άρηδες, σήμερα τους υποδύονται «γεροί» 40άρηδες.
  • «Το μέτρο έχει πράγματι χαθεί. Τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει σχεδόν απόλυτα το «τόπος στα νιάτα»», παραδέχεται η Πιττακή. «Οταν έβγαινα στο θέατρο υπήρχε τέτοια γεροντοκρατία, που οι Οφηλίες και οι Ιουλιέτες ήταν 6Οάρες. Σήμερα έχουμε φτάσει στο άλλο άκρο. Εχει επικρατήσει η λατρεία των νέων και φρέσκων. Αυτό μπορώ να το αντιληφθώ στην πασαρέλα ή στη διαφήμιση. Αλλά όχι στο σινεμά και στο θέατρο, που πρέπει να υπάρχει άλλο εύρος». Το πρόβλημα του «εκτοπισμού της μέσης ηλικίας» το εντοπίζει η καλή ηθοποιός στις γυναίκες, «που ίσως είμαστε περισσότερες. Παρ’ ότι αρχίζω πλέον να το βλέπω και στους άνδρες».
  • «Ηρθε η ώρα να χτυπήσει ένα καμπανάκι!», καταλήγει σκεπτική η Πιττακή, και βρίσκει απολύτως σύμφωνο και τον Δημήτρη Καταλειφό. «Γενικά, μετά τα 50 είναι δύσκολα τα πράγματα για τους ηθοποιούς στην Ελλάδα, εφόσον δεν έχουν δική τους δουλειά ή δικό τους θίασο. Είναι οι ριγμένοι της υπόθεσης», υποστηρίζει ο ηθοποιός. «Αυτό σε ένα μεγάλο βαθμό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν έχουμε θέατρα ρεπερτορίου, όπως ήταν παλαιότερα το «Θέατρο Τέχνης». Τα ανεβάσματα των έργων είναι υπόθεση της σεζόν, οπότε το πού θα βρεθείς είναι θέμα συμπτώσεων και συγκυριών».

Γιώργος Μιχαλακόπουλος: «Η δική μου γενιά δεν έχει παραγκωνιστεί». Εδώ με τον Γ. Μοσχίδη και την Κατερίνα Μαραγκού στον «Μπόρκμαν» του Ιψεν

  • «Κι εγώ σήμερα που μιλάμε δεν έχω καμία σιγουριά», αποκαλύπτει. «Μετά τον μονόλογο του Μπέκετ, που ήρθα να ερμηνεύσω στο ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, δεν ξέρω τι θα κάνω. Ψάχνομαι. Αυτό συμβαίνει αν δεν έχεις τον δικό σου χώρο. Το ζω από τα 46 μου και μετά, οπότε διαλύθηκε η ομάδα του «Εμπρός». Και με το πέρασμα των χρόνων επιδεινώνεται η κατάσταση. Γενικώς, η ζωή είναι δύσκολη μετά τα 50 για όλους. Η μεσαία ηλικία, ακόμα και στο ρεπερτόριο, δεν υπάρχει. Οι μεγάλοι ρόλοι είναι είτε πολύ νεανικοί είτε πολύ γεροντικοί». «Το καλό», προσθέτει, «θα ήταν να αξιοποιούνται όλες οι ηλικίες, όπως στα θέατρα ρεπερτορίου. Οι «Εφήμεροι» από το «Θέατρο του Ηλιου» της Μνουσκίν είχαν ερμηνευτές από 5 έως 80 ετών».
  • Ο Δημήτρης Καταλειφός αναγνωρίζει, όπως και αρκετοί συνάδελφοί του, ότι στο Εθνικό Θέατρο υπάρχει πια η τάση «να ανεβαίνουν έργα για νεότερους». «Παρ’ ότι όμως είναι γεγονός, η ροπή προς κάτι πιο νεανικό, θεωρώ ότι είναι συμπτωματική», καταλήγει.
  • Υπάρχει και η πλευρά του… μισογεμάτου ποτηριού. Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, όπως λέει, δεν έχει νιώσει «ούτε έλλειμμα», ούτε «περιθωριοποίηση της μέσης ηλικίας», ούτε «καμία παραχώρηση».
  • «Δεν νιώθω κανένα παραγκωνισμό», υποστηρίζει. «Η δική μου γενιά δεν έχει πρόβλημα: ο Γιάννης Φέρτης δουλεύει διαρκώς, όπως και ο λίγο μεγαλύτερός μας Γιώργος Μοσχίδης. Αλλωστε, οι μεγάλοι ρόλοι δεν πάνε με τη ζυγαριά. Παλαιότερα υπήρχε η παράδοση οι μεγάλοι ηθοποιοί να παίζουν και τους νέους. Ετσι κι αλλιώς, για να ανεβεί ο «Λιρ» χρειάζονται 30 ηθοποιοί. Οπότε μόνο ένα Εθνικό και ένα ΚΘΒΕ -στο δεύτερο με τον Τσακίρογλου βλέπουμε να συμβαίνει- μπορούν να ανεβάζουν έργα για ώριμους ρολίστες. Δεν είναι εφικτό για το ελεύθερο θέατρο».
  • Ο Μιχαλακόπουλος θέτει και μια ακόμη παράμετρο, που συνήθως παραβλέπεται ή κομψά αποσιωπείται: «Για να είμαστε αντικειμενικοί, δεν μπορούν όλοι οι ώριμοι ηθοποιοί να φέρουν τα φορτία ενός μεγάλου ρόλου για μεγάλες ηλικίες -είτε γιατί ξεπουλήθηκαν στην πορεία, είτε γιατί δεν έχουν πλέον τις φυσικές αντοχές, είτε…. Το ότι υπάρχει ένα «υλικό» αναξιοποίητο είναι γεγονός. Αλλά, επιμένω, η ηλικία δεν είναι τεκμήριο».
  • «Η ροπή προς τους νεότερους είναι φαινόμενο των καιρών, πιο αμερικανικό σαφώς, που πατάει στο φόβο ότι μπορεί ένας ηθοποιός 50-60 ετών να μην είναι μοντέρνος», είναι η ερμηνεία των νέων «ηθών» που δίνει η Λυδία Φωτοπούλου. «Δεν μου φαίνεται πάντως περίεργο που επιβάλλονται οι νεότεροι και στο θέατρο, αφού παντού πλέον πλασάρεται το «νέος κι ωραίος». Από την άλλη, θεωρώ καλό που οι ρόλοι νέων παίζονται από τόσο νέους -υπάρχει το καλό δυναμικό. Δεν μ’ ενοχλεί, ώστε να φτάσω να πω «παραγκωνίστηκα»».
  • «Υπάρχει όντως «τσουνάμι» νέων ταλαντούχων ηθοποιών αλλά και η εποχή μας θέλει «φρέσκο κρέας». Ομως, κανείς από τη γενιά μου δεν έχει παροπλιστεί πραγματικά», τονίζει η Πέμυ Ζούνη. «Απλώς, έχουμε γίνει πιο επιλεκτικοί. Οι νέοι έχουν αντοχές και ορμούν. Αυτό είναι κάτι που, για παράδειγμα, ο Χουβαρδάς στο Εθνικό Θέατρο το ενισχύει». *

Το Εθνικό δεν περνάει εφηβεία

«Το ξύπνημα της άνοιξης» του Φ. Βέντεκιντ (φωτ.) έριξε τον μέσο όρο ηλικίας των ηθοποιών του Εθνικού στα 25 χρόνια. Δεν είναι η μοναδική παράσταση

«Το ξύπνημα της άνοιξης» του Φ. Βέντεκιντ (φωτ.) έριξε τον μέσο όρο ηλικίας των ηθοποιών του Εθνικού στα 25 χρόνια. Δεν είναι η μοναδική παράσταση

  • Σύμφωνα με τον Γ. Χουβαρδά, στις παραγωγές του αντιπροσωπεύονται όλες οι ηλικίες: 52% των ηθοποιών είναι 22-35 ετών, 30% , 36-50 και 18% από 51 και άνω. Δεν πάει καιρός που ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Γιάννης Χουβαρδάς, άνοιγε στο γραφείο του στην Αγ. Κωνσταντίνου μια πραγματικά παράξενη επιστολή. Η άγνωστη αποστολέας, προφανώς θεατής της πρώτης κρατικής σκηνής, εξέφραζε το αίτημα της συσπείρωσης σε μια παράσταση του Εθνικού παλαιών μεγάλων πρωταγωνιστριών του ελληνικού θεάτρου, άνω των 60, ακόμη και 70 ετών. Το αίτημα ίσως να είναι ανέφικτο, ωστόσο δεν παύει ως χειρονομία να υπογραμμίζει τη «στροφή» που έχει τελευταία πάρει το Εθνικό Θέατρο, πλην ελαχιστότατων εξαιρέσεων -όπως η αείμνηστη Αλέκα Παΐζη και ο Γιάννης Βογιατζής, που δίνουν ή έδιναν συχνά το παρών στις παραστάσεις του.
  • Χωρίς να αμφισβητεί κανείς ότι έχει στελεχωθεί από το πιο ταλαντούχο κι ακμαίο κομμάτι των ενεργών ηθοποιών μας, εμφανίζει την εικόνα ενός διευρυμένου «Αμόρε», με «πρώτη ύλη» κυρίως νέες δυνάμεις. Ο ηλικιακός «δείκτης» έχει κατέλθει κατακόρυφα. Είναι ενδεικτικές τρεις μόνο απ’ τις επερχόμενες παραγωγές του. Τον καζαντζακικό Ζορμπά στην παράσταση του Τσεζάρις Γκραουζίνις θα υποδυθεί το χειμώνα ο Μανώλης Μαυροματάκης. Την Κυρά της Θάλασσας του Ιψεν (σκηνοθεσία: Ε. Στούμπε) η Μαρία Ναυπλιώτου, ενώ τον ρόλο της Ατοσσας το καλοκαίρι, στους «Πέρσες» του Ντ. Γκότζεφ, θα επωμιστεί η Αμαλία Μουτούση, που ώς χθες υποδυόταν τη νεαρή Αντιγόνη.
  • «Δεν υπάρχει καμία επίσημη γραμμή στο Εθνικό θέατρο να κατεβαίνουν οι ηλικίες των ρόλων. Αντίθετα, γίνεται προσπάθεια οι ρόλοι να παίζονται στις ηλικίες που υπαγορεύονται από τους συγγραφείς», υποστηρίζει ο Γιάννης Χουβαρδάς. Και υπογραμμίζει με έμφαση: «Στις παραγωγές του Εθνικού αντιπροσωπεύονται όλες οι ηλικίες». Για του λόγου το ασφαλές δίνει στη δημοσιότητα και νούμερα. «Τα ποσοστά των ηλικιών είναι 52% από 22 ώς 35 ετών, 30% από 36 ώς 50 ετών και 18% από 51 και άνω, ποσοστά ισορροπημένα αλλά και απολύτως αναμενόμενα, λαμβάνοντας υπόψη ότι στο ρεπερτόριό μας περιλαμβάνονταν κατά την τρέχουσα σεζόν τρία έργα με κυρίως νεανική διανομή – «Ξύπνημα της Ανοιξης», «Φάουστ» και «Σαμπίνε Χ», συν μια παράσταση παιδική και μία χοροθεάτρου».
  • Για την αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού, Εφη Θεοδώρου, «είναι πολύ λογικό να δίνονται ευκαιρίες συστηματικά στους πιο νέους. Πρέπει να δοκιμαστούν τα παιδιά. Ετσι προετοιμάζουμε την τέχνη του μέλλοντος». Παραδέχεται ωστόσο ότι κάποιοι μπορεί να μιλούν για «φασισμό της νεότητας» βλέποντας τις παραγωγές του Εθνικού. Προτάσσει, όμως, μια βασική ποιότητα της θεατρικής πράξης: τη διαθεσιμότητα των ηθοποιών. «Με τα μεγάλα ονόματα, που έχουν παγιωμένες απόψεις, συχνά δεν εξασφαλίζεις την απόλυτη διαθεσιμότητα. Για να πας, όμως, παραπέρα πρέπει να έχεις ανθρώπους διαθέσιμους και ευέλικτους».
  • «Γενικότερα, όμως, όχι μόνο δίνονται ευκαιρίες στους μεγαλύτερης ηλικίας ηθοποιούς», τονίζει ο Χουβαρδάς, «αλλά επειδή πολλοί αποχωρούν από την ενεργό δράση ενώ είναι σε ζήτηση ακόμα, υπάρχει έλλειψη καλών ηθοποιών για σοβαρούς ρόλους σ’ αυτές τις ηλικίες».

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος: τόπο στα νιάτα

  • Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος συνειδητά έκανε το Θέατρο του Νέου Κόσμου στέκι νεανικών καλλιτεχνικών δυνάμεων. «Δεν είναι, όμως, καλό που πλέον δεν παίζουν τις 20άρες οι 50άρες και οι 60άρες;», ερωτά. «Προσωπικά, δεν βλέπω να ‘χουν πρόβλημα οι ώριμοι ηθοποιοί. Αντιθέτως. Ηθοποιοί που έχουν βρει μια «σειρά» μεγαλώνοντας, γίνονται περιζήτητοι, όπως ο Γ. Μοσχίδης ή η Σούλα Αθανασιάδου. Αλλοι βεβαίως αποσύρονται ή μεγαλώνοντας δεν προσαρμόζονται, διατηρούν μια παρωχημένη «γλώσσα». Το πρόβλημα της ανεργίας μαστίζει, όμως, τους νέους. Κάθε χρόνο βγαίνουν απ’ τις σχολές 800 νέοι ηθοποιοί, ενώ η αγορά μπορεί να απασχολήσει μόλις 50».
  • Φυσικά, οι ηλικιακές «ισορροπίες» ή «ανισορροπίες» προδιαγράφονται από το ρεπερτόριο. Αλλά και το νέο ελληνικό έργο, που έχει τελευταία κατακλύσει τις σκηνές μας, σκέφτεται καθόλου τη μέση ηλικία; Σπάνια. «Φυσικό κι επόμενο δεν είναι οι νέοι συγγραφείς να γράφουν για τη δική τους ηλικία;», δικαιολογεί τις επιλογές τους ο Β. Θεοδωρόπουλος.
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Το τέταρτο κουδούνι: Μαρά-Σαντ, Ο Θείος Βάνιας, Μαύρη γαλήνη…

O Μηνάς Χατζησάββας (στη φωτογραφία) θα ΄ναι ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, ο Νίκος Κουρής ο ασθενής που υποδύεται τον Ζαν- Πολ Μαρά και η Κόρα Καρβούνη η τρόφιμη του ψυχιατρείου της Σαραντόν που υποδύεται την Σαρλότ Κορντέ, τη δολοφόνο του- εξαιρετικό τρίο- στο «Μαρά- Σαντ» του Πέτερ Βάις που θ΄ ανεβάσει τον επόμενο χειμώνα στο Εθνικό- στην Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»- η Έφη Θεοδώρου. Το έργο του Γερμανού Βάις- εν έτει 1808, επί Ναπολέοντος Α΄, όταν η Γαλλική Επανάσταση έχει καταντήσει αυτοκρατορία, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, έγκλειστος στο ψυχιατρικό άσυλο της Σαραντόν, σκηνοθετεί τους τροφίμους σ΄ ένα έργο του που αναπαριστά τη δολοφονία τού εκ των πρωτεργατών της Επανάστασης Ζαν- Πολ Μαρά το 1793 και σε μια παράσταση με πολλές παραμέτρους…-, γραμμένο το 1963-πρωτότυπος τίτλος «Η καταδίωξη και δολοφονία του Ζαν- Πολ Μαρά όπως παραστάθηκε από τους τροφίμους του ασύλου της Σαραντόν υπό τη διεύθυνση του Μαρκήσιου ντε Σαντ»-, έκανε πρεμιέρα το 1964 στο θέατρο «Σίλερ» του- τότε- Δυτικού Βερολίνου. Η φήμη του όμως εκτοξεύτηκε μέσα απ΄ την παράσταση, την ίδια χρονιά, του Πίτερ Μπρουκ στο Λονδίνο, με τον Βασιλικό Σαιξπηρικό Θίασο και με Σαντ τον Πάτρικ Μαγκί, «Μαρά» τον Ίαν Ρίτσαρντσον και «Κορντέ» την Γκλέντα Τζάκσον. Παράσταση που την επόμενη χρονιά μεταφέρθηκε στο Μπρόντγουέι ενώ το 1967 ο Πίτερ Μπρουκ τη μετέφερε, με τους ίδιους πρωταγωνιστές, στον κινηματογράφο. Στην Ελλάδα το βαθύτατα επηρεασμένο απ΄ το «θέατρο της σκληρότητας» του Αντονέν Αρτό και τον Μπέρτολτ Μπρεχτ έργο πρωτοπαρουσίασε- βέβαια…ο Κάρολος Κουν με το «Θέατρο Τέχνης» τη σεζόν 1965-΄66 με Δημήτρη Χατζημάρκο, Γιώργο Λαζάνη, Μάγια Λυμπεροπούλου στους αντίστοιχους ρόλους. (Φανταστείτε: Και μόνο μέσα στο χειμώνα αυτό ο Κουν ανεβάζει για πρώτη φορά εδώ «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ» του Άλμπι, για πρώτη φορά «Επιστάτη του Πίντερ, για πρώτη φορά «Μαρά- Σαντ»!!!). Το πιο πρόσφατο ελληνικό ανέβασμα του έργου έχει γίνει το χειμώνα του 2003-2004 (με επανάληψη την επόμενη σεζόν) απ΄ την ομάδα «Νέμεση» της Θεσσαλονίκης σε σκηνοθεσία Τίνας Στεφανοπούλου. Στο Εθνικό έχει ανεβεί μια μόνο φορά, με τον τίτλο «Η δολοφονία του Μαρά»: τη σεζόν 1988/ ΄89- επαναλήφθηκε και την επόμενη-, στο, τότε, «Γκαράζ» απ΄ τον Κοραή Δαμάτη με Γιώργο Τσιτσόπουλο, Τάσο Χαλκιά, Όλγα Δαμάνη.Ο Νίκος Χατζόπουλος (φωτογραφία) θα ερμηνεύσει τον επώνυμο ρόλο, ο Ακύλας Καραζήσης τον γιατρό Άστροφ, η Μαρία Σκουλά την Ελένα και η Άλκηστις Πουλοπούλου την Σόνια στον «Θείο Βάνια» του Τσέχοφ που θ΄ ανεβεί στο Εθνικό, τη σεζόν 2009- 2010, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά.

Για τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού θα ΄ναι ο δεύτερος Τσέχοφ που ανεβάζει. Το 1994- ΄95 είχε κάνει με το «Θέατρο του Νότου», στην Κεντρική Σκηνή του «Αμόρε», τις «Τρεις αδελφές».

Το έργο έχει να παιχτεί στην ελληνική σκηνή απ΄ την περσινή σεζόν 2007-2008, όταν το ανέβασε ο Γιώργος Μιχαηλίδης στο «Ανοιχτό Θέατρό» του. Στο Εθνικό έχει παρουσιαστεί μόνο μια φορά: το 1952- ΄53 απ΄ τον Κάρολο Κουν- η πέμπτη και τελευταία του σκηνοθεσία στο Εθνικό- με Βάνια τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, Άστροφ τον Θάνο Κωτσόπουλο, Ελένα την Ρίτα Μουσούρη, Σόνια την Μαρία Αλκαίου και Σερεμπριακόφ τον Νίκο Παρασκευά.

Ό,τι πιο καλτ στο θέατρό μας φέτος. Ως τίτλος τουλάχιστον (διότι ως χώρος ήταν οι τουαλέτες του «Βios» όπου παίχτηκε η «Τριλογία» του Χάινερ Μίλερ): «Κορσεδία» απ΄ την ομάδα «Κούλα η Πλανιδού»! Δεύτερη Σκηνή στο θέατρο «Άσκηση», πίσω απ΄ το Πάντειο. Όπου, πάντως, το κείμενο μπορεί να ΄ναι λίγο από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα, αλλά η παράσταση των παιδιών πολλά καλά έχει. Και, ιδιαίτερα, ενέργεια και καθόλου συνηθισμένη αισθητική.

Όποιος διυλίζει τον κώνωπα, και γκρινιάζει, και ταλαιπωρεί κόσμο αυτά παθαίνει… Στο «Τέταρτο Κουδούνι» της περασμένης Πέμπτης η φωτογραφία της Αννίτας Δεκαβάλλα που παίζει στο «Πολύ καλά!» της Λίζας Κρον- ανεβαίνει στο «Θέατρο Εξαρχείων»- είχε πάρει τη θέση της φωτογραφίας της Μαρίας Κίτσου η οποία θα παίξει στα σονέτα του Σαίξπηρ που πρόκειται να ανεβούν στο «104». Και τούμπαλιν. Το μόνο κοινό που υπάρχει είναι πως τα δυο θέατρα είναι στον ίδιο δρόμο, σχεδόν απέναντι…

Ο Γιάννης Τσορτέκης είναι «επίσημα» στο σανίδι απ΄ το ΄95. Δεν είναι γνωστός στο «ευρύτερο κοινό». Αλλά έχει κάνει πολλά πράγματα στο θέατρο. Με το σπαθί του. Και με το Ήθος του. Έχει κάνει εξαιρετικά ρόλους σημαντικούς, είναι πιστωμένος με ενδιαφέρουσες σκηνοθετικές προτάσεις, έχει γράψει κείμενα θεατρικά- ένας άνθρωπος ζυμωμένος με το θέατρο.

Φέτος, όμως, απ΄ το «Δώμα» του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», μας δίνει μια γερή γροθιά. Πήρε το, έτσι κι αλλιώς, συγκλονιστικό κείμενο του Δημήτρη Μαρωνίτη «Μαύρη γαλήνη», μαρτυρία του απ΄ τη βασανιστική κράτησή του στο ΕΑΤ/ ΕΣΑ τα χρόνια της χούντας ας μην ξεχνάμε…-, ταυτίστηκε απόλυτα μ΄ αυτό, βούλιαξε μέσα του, έμπλεξε την κάθε ίνα του κορμιού του με την κάθε λέξη του και σ΄ ένα σκληρά γυμνό χώρο, «εκφωνώντας» το κείμενο μπροστά σ΄ ένα μικρόφωνο με πόδι, σιωπώντας συνταρακτικά μπροστά στα κάγκελα ενώ καπνίζει- κι η κάθε ρουφηξιά είναι μαχαιριά- σ΄ αρπάζει απ΄ το λαιμό και σε ταρακουνάει. Για να δώσει τέρμα εκρηκτικό στα σαράντα ασφυκτικά λεπτά ορμώντας και σπάζοντας ένα λαμπτήρα. Μια συναρπαστική στιγμή του θεάτρου μας. Και δεν εννοώ μόνο για φέτος.

Μετά το Μουσείο Μπενάκη και τη θεατρική εκδοχή του στο «Άγνωστο αριστούργημα» του Μπαλζάκ που παρουσίασε εκεί τον Σεπτέμβριο του 2007, ο νεαρός σκηνοθέτης Γρηγόρης Χατζάκης περνάει στο Μουσείο Σπύρου Βασιλείου- το σπίτι του ζωγράφου στην οδό Γουέμπστερ, στην Ακρόπολη. Που τον κάλεσε για μια παράσταση η οποία να σχετίζεται με τον αξέχαστο ζωγράφο.

Έτσι προέκυψε, σε κείμενα Διαμαντή Γκιζιώτη, «Η ξενάγηση- 12 ζωγραφιές του Σπύρου Βασιλείου»: μια θεατρική «ξενάγηση» σε δώδεκα πίνακες του ζωγράφου απ΄ τους οποίους θα ξεπηδούν- από 17 Μαρτίου- θεατρικές εικόνες. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Δανάης Χατζάκη, η κινησιολογική επιμέλεια της Φρόσως Κορρού κι η μουσική του Χρήστου Θεοδώρου που θα συνοδεύει απ΄ το πιάνο τους τέσσερις ηθοποιούς.

  • Του Γιώργου Δ.Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

Μόνος μέσα σε μια άστοργη κοινωνία

https://i0.wp.com/media2.feed.gr/filesystem/images/20070308/engine/pegasus_LARGE_t_641_372533_type11104.jpg

«Ρομπέρτο Τσούκο»: Μια παράσταση, που αντανακλά όσα συμβαίνουν τις τελευταίες εβδομάδες στους δρόμους της Αθήνας

Του Ηλια Μαγκλινη, Η Καθημερινή, 28/12/2008

Υπάρχει μια σκηνή στο θεατρικό έργο «Ρομπέρτο Τσούκο», του Μπερνάρ–Μαρί Κολτές, που θυμίζει τα όσα έχουν συμβεί τις τελευταίες εβδομάδες στους δρόμους της Αθήνας: Μπερδεμένοι ανάμεσα σε απλούς πολίτες, δύο αστυνομικοί σημαδεύουν με τα περίστροφά τους έναν νέο άνθρωπο. Η όλη σκηνή, οι διάλογοι και τα σχόλια των χαρακτήρων, έχει και κάτι κωμικό, ένα μαύρο χιούμορ, μια νότα του παραλόγου. Βέβαια, οι αστυνομικοί στο έργο του Κολτές δεν σημαδεύουν έναν άοπλο, ανυποψίαστο δεκαπεντάχρονο, αλλά έναν νέο άντρα που κρατάει όπλο καθώς και δύο ομήρους (από αυτή τη σκοπιά, η σκηνή του Κολτές φέρνει και κάτι από το τραγικό φιάσκο της Ριανκούρ…).

Η απόφαση της Εφης Θεοδώρου να ανεβάσει το έργο αυτό στο Εθνικό Θέατρο, εγκαινιάζοντας μάλιστα τη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» στο κτίριο Τσίλερ, είχε φυσικά παρθεί πολύ πριν ξεσπάσουν οι ταραχές. Ομως, τη στιγμή που παρακολουθείς το έργο, έχεις διαρκώς την αίσθηση ότι το «έξω» αντανακλά «μέσα» – και το αντίστροφο. Διόλου τυχαία, η ομάδα των νέων που εισέβαλε στο θέατρο και διέκοψε την επίσημη πρεμιέρα του «Ρομπέρτο Τσούκο», ήταν ενήμερη για το περιεχόμενο του έργου. «Η βία του “Ρομπέρτο Τσούκο” δεν αναπαρίσταται, τη ζούμε καθημερινά», έλεγαν στους θεατές.

Ο «Ρομπέρτο Τσούκο» είναι ένα δυνατό έργο που διαρθρώνεται σε δεκαπέντε σκηνές. Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα: Ο Ιταλός Ρομπέρτο Ζούκο δολοφονεί τη μητέρα του (επειδή δεν του έδινε τα κλειδιά του οικογενειακού αυτοκινήτου), στη συνέχεια σκοτώνει τον πατέρα του (για να μη στενοχωριέται που πέθανε η γυναίκα του), συλλαμβάνεται, κλείνεται στη φυλακή, όπου σπουδάζει πολιτικές επιστήμες, δραπετεύει μετά από πέντε χρόνια, βιάζει και σκοτώνει δύο κορίτσια, σκοτώνει έναν γιατρό και δύο αστυνομικούς, απάγει και τρομοκρατεί κόσμο σε τέσσερις χώρες. Συλλαμβάνεται ξανά, αποπειράται μία ακόμα απόδραση, δίνοντας στο πλαίσιο αυτό ένα εντυπωσιακό σόου στη στέγη της φυλακής με ένα τελετουργικό στριπτίζ, αλλά πέφτει στο έδαφος και τραυματίζεται. Λίγο καιρό αργότερα, αυτοκτονεί στο κελί του, τυλίγοντας το κεφάλι του με μια νάιλον σακούλα – έτσι όπως σκότωσε τον πατέρα του. Η τρομερή αυτή ιστορία ξεκίνησε το 1981 κι έληξε το 1988.

  • Μυθοπλασία

Ο Κολτές σχεδόν ερωτεύτηκε τον –πολύ όμορφο κατά τα φαινόμενα– Ζούκο, διάβασε εξαντλητικά την ιστορία αυτού του δαιμονισμένου αγγέλου, που έμοιαζε να ζει πέρα απ’ το καλό και το κακό. Φυσικά, ο δικός του «Τσούκο» δεν είναι πιστή καταγραφή των πραγματικών γεγονότων αλλά μια μυθοπλαστική αφήγηση της ιλιγγιώδους πορείας ενός σκοτεινού συμβόλου. «Ο Κολτές ήταν άριστος γνώστης των τραγωδιών του Σαίξπηρ, της αρχαίας τραγωδίας, των έργων του Μολιέρου, του Φόκνερ, του Ζενέ, και αυτές οι επιρροές φαίνονται στο έργο του», λέει στην «Κ» η σκηνοθέτις της παράστασης (και αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου) Εφη Θεοδώρου. «Το “Ρομπέρτο Τσούκο” είναι ένα πανόραμα της δυτικής κοινωνίας. Ο Τσούκο είναι ένα είδωλο του συγγραφέα: Ο νέος που επιλέγει τη μοναξιά, απέναντι σε μια κοινωνία άστοργη. Το έργο εκφράζει ένα αίτημα για αγάπη, ακριβώς όπως τα νέα παιδιά σήμερα στη χώρα μας. Ο Κολτές αναζητά το φως μέσα σε έναν ηρωικό θάνατο και στο πρόσωπο του παιδιού που σκοτώνει, είναι σαν να σκοτώνει τον εαυτό του». Σύμφωνα με την Ε. Θεοδώρου, «το πρόσωπο του Τσούκο διασχίζει το έργο και τέμνει τις ζωές των προσώπων που συναντά, όπως περίπου οι άγγελοι στα “Φτερά του έρωτα”. Μόνο που εδώ οι συναντήσεις είναι βίαιες και γεννούν καταστροφές. Ο Τσούκο λειτουργεί σαν καταλύτης στις ζωές τους, φέρνει την απόλυτη ανατροπή σε ζωές κατακερματισμένες, στοιχείο που θυμίζει κάπως το “Θεώρημα” του Παζολίνι».

Το «Ρομπέρτο Τσούκο» είναι ένα έργο σκοτεινό, που μιλάει γι’ αυτή την έξαρση βίας, μια βία τυφλή, την ίδια στιγμή όμως, διαπνέεται και από μια τρυφερότητα, μια ποίηση – η οποία όμως έχει κι αυτή πολλά αγκάθια. «Ο Κολτές θέτει ερωτήματα, δεν δίνει απαντήσεις. Κι ο ήρωάς του λειτουργεί σε πολλά αρχέτυπα: Είναι άγγελος, δαίμονας, Ικαρος, Αμλετ, Οιδίπους», τονίζει η Ε. Θεοδώρου. «Η γλώσσα του κειμένου είναι ρεαλιστική αλλά έχει και ποιητικές εξάρσεις. Κάνω μουσική μέσα από συγκεκριμένα αισθήματα, έλεγε ο ίδιος ο Κολτές. Επίσης, δεν υπάρχει ευτυχής σχέση ή έρωτας, κάθε επαφή είναι οδυνηρή στο σύμπαν του Κολτές. Υπάρχει αυτή η απουσία ολοκληρωμένων, κορεσμένων αισθημάτων, κι ένα ανεκπλήρωτο αίτημα αγάπης, ανεπίδοτο – οπότε κάπου εκεί έρχεται το ξέσπασμα της βίας. Το στοιχείο αυτό μας φέρνει πολύ κοντά στο σήμερα».

  • No Man’s Land

Τόσο η Ε. Θεοδώρου όσο και οι άλλοι συντελεστές της παράστασης επηρεάστηκαν βαθιά απ’ όσα συνέβαιναν στους δρόμους της πόλης. «Οι εξωτερικές συνθήκες δυναμίτισαν τις τελευταίες μας πρόβες. Ερχόμασταν να δουλέψουμε και ξέραμε ότι το πράγμα βράζει». Την ίδια στιγμή, η παράσταση ανεβαίνει στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», χωρίς κανένα σκηνικό, μόνο με την προσθήκη των φωτισμών και της μινιμαλιστικής μουσικής από ζωντανά αφρικανικά κρουστά. «Οι λόγοι ήταν και πρακτικοί, όμως, τελικά, όλο αυτό έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της παράστασης. Ετσι, η σκηνή είναι ένα no man’s land. Είναι ένας αφηρημένος χώρος, είναι το δωμάτιο, το πάρκο, ο δρόμος, η φυλακή.

Προσωπικά, ποντάρισα σε αυτό το έργο. Ηθελα να είναι αφορμή να αναμετρηθούμε με το καθαρό θέατρο. Το σκεφτόμουν πολλά χρόνια αλλά δεν τολμούσα να το αγγίξω. Μπήκαμε όλοι μαζί στο έργο, κάπως σαν καμικάζι. Οι ηθοποιοί δεν κρύβονται πίσω από σκηνικά, όρους και συνθήκες. Αναμετρώνται με αυτό το υπέροχο κείμενο».

Λίγο πριν από την έναρξη της παράστασης, ο βετεράνος ηθοποιός Γιάννης Βογιατζής, ακμαίος και γεμάτος πάθος για το θέατρο (έχει μια πολύ δυνατή σκηνή με έναν εξαιρετικό μονόλογο), μας έλεγε ότι «στην τελευταία πρόβα, στο φινάλε, έβαλα τα κλάματα. Σκεφτόμουν όλα όσα γίνονται στην Αθήνα. Ολοι έχουμε επηρεαστεί». «Μέχρι χθες τα παιδιά ήταν “μπλογκαρισμένα” στο Διαδίκτυο και την επομένη βγήκαν στους δρόμους», λέει η Ε. Θεοδώρου. «Ρώτησα τον γιο μου, τι συμβαίνει; Μου απάντησε: Κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα και κανείς δεν ενδιαφέρεται για κανέναν. Αυτή ακριβώς είναι και η φράση του Τσούκο στο έργο του Κολτές»…

  • Ιnfo

-Το «Ρομπέρτο Τσούκο» παίζεται στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του κτιρίου Τσίλερ (Αγ. Κωνσταντίνου 22–24, τηλ. 210–33.05.074, 210–72.34.567), στο Εθνικό Θέατρο. Η σκηνοθεσία είναι της Εφης Θεοδώρου. Τη μετάφραση υπογράφει ο Δημήτρης Δημητριάδης. Σκηνικά – κοστούμια: Εύα Μανιδάκη. Μουσική: Νίκος Πλάτανος. Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Παίζουν: Γιάννης Βογιατζής, Μάκης Παπαδημητρίου, Γιάννος Περλέγκας, Μαρία Πρωτόπαππα, Σοφία Σεϊρλή κ.ά.

Από δολοφόνος, ήρωας

Ενας άγγελος εξολοθρευτής, «ένας μυθικός ήρωας με υπερφυσική δύναμη σαν τον Σαμψών ή τον Γολιάθ που στο τέλος γκρεμίζεται από μια πέτρα ή μια γυναίκα». Ετσι περιγράφει ο Μπερνάρ Μαρί Κολτές τον ήρωα του έργου του «Ρομπέρτο Τσούκο», που παίζεται στην ολοκαίνουρια Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου.

Ο συγγραφέας πέθανε το 1989 σε ηλικία 41 ετών από AIDS λίγο μετά την ολοκλήρωση του «Τσούκο». Τα περισσότερα έργα του έχει σκηνοθετήσει ο Πατρίς Σερό. Ο «Τσούκο», κατ’ επιθυμία του, ανέβηκε το 1990 από τον Π. Στάιν στη «Σαουμπίνε». Η παράσταση του Παρισιού λίγο αργότερα συνάντησε πολλά εμπόδια κυρίως απ’ τον γαλλικό τύπο, που όμως αντιμετωπίστηκαν δυναμικά χάρη στην παρέμβαση πνευματικών ανθρώπων (Σερό, Πικολί, Μνούσκιν), με κεντρικό σύνθημα «Μην πυροβολείτε τον Κολτές».

Το έργο αντλεί το υλικό του απ’ την πραγματική ιστορία ενός ιταλικής καταγωγής σίριαλ κίλερ στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Ο Ρομπέρτο Ζούκο άρχισε την καριέρα του σκοτώνοντας τους γονείς του σε ηλικία 15 χρόνων. Εμεινε στη φυλακή έξι χρόνια, αλλά δραπέτευσε. Στο διάστημα αυτό επιδόθηκε σε εγκλήματα, ληστείες, βιασμούς. Το 1988, μετά το φόνο ενός αστυνομικού επιθεωρητή, συλλαμβάνεται, αλλά και πάλι δραπετεύει. Αυτή τη φορά στήνει ένα εντυπωσιακό σόου στη στέγη των φυλακών πετώντας τούβλα, ενώ οι κάμερες μεταδίδουν τα γεγονότα ζωντανά. Οταν επιστρέφει στο κελί του, αυτοκτονεί.

Ο Κολτές δεν ακολοθεί στο έργο του πιστά τα ίχνη της αληθινής ιστορίας. Βλέποντας στο μετρό αφίσες του καταζητούμενου εντυπωσιάστηκε από τις διαδοχικές μεταμορφώσεις του. Πήρε πολλά στοιχεία από τα πραγματικά γεγονότα και μετέτρεψε τον παρανοϊκό δολοφόνο σε μυθικό ήρωα: Ο Ρομπέρτο Τσούκο (Γιάννος Περλέγκας), σκοτώνει τη μητέρα του (Σοφία Σεϊρλή), τον επιθεωρητή (Γιώργος Κοζομπόλης) κι ένα παιδί στο πάρκο (Πάρις Λύκος) μπροστά στα αδιάφορα μάτια μιας κομψής Κυρίας (Ελενα Τοπαλίδου). Ο Τσούκο (το μοναδικό πρόσωπο του έργου που έχει όνομα), μέσα σε 15 σκηνές διατρέχει τον κόσμο. Μπαίνει σε σπίτια, συνδιαλέγεται με ανθρώπους, λες και προσπαθεί να διαγνώσει ότι η κοινωνία νοσεί. Βλέπει παντού αδιαφορία, έλλειψη επικοινωνίας, κατανόησης, αγάπης.

«Κατά τον Κολτές η διαδρομή του Τσούκο είναι μυθική, άξια ενός σύγχρονου τραγικού ήρωα. Πρόκειται για πρόσωπο πάσχον που αναζητεί την κάθαρση στη Γη. Είναι ο άντρας-σύμβολο που διατρέχει όλη του τη δραματουργία συγκρουόμενος με το σύστημα, αν και γνωρίζει ότι όλα είναι μάταια αφού «τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει τη ροή των πραγμάτων». Εν πολλοίς ο Τσούκο είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Οπως και ο ήρωάς του, έχει επιλέξει την απομόνωση, τη μοναξιά ως κοινωνική στάση. Είναι το κόκκινο αιμοσφαίριο σε μια κοινωνία λευκών αιμοσφαιρίων»…

Στον Κολτές τόποι και πρόσωπα ανήκουν στο περιθώριο: ένας γέρος κύριος (Γιάννης Βογιατζής) στο μετρό, με τον οποίο ο Τσούκο συνδιαλέγεται φιλοσοφικά, φύλακες (Μιχάλης Τιτόπουλος, Ευθύμης Θέου), νταβατζήδες (Παναγιώτης Λάρκου), αστυνόμοι (Δημήτρης Ντάσκας), πουτάνες (Ηλέκτρα Νικολούζου). Κεντρική θέση στο έργο καταλαμβάνει η περίπτωση της Παιδούλας (Ερατώ Πίσση), η οποία βιάζεται από τον Τσούκο. Το γεγονός την ωθεί στην ενηλικίωση και τη φυγή απ’ την οικογένεια: τον πατέρα (Γιάννης Ανασταστάκης), τη μητέρα (Αγορίτσα Οικονόμου), την αδελφή (Μαρία Πρωτόπαππα) και τον αδελφό (Μάκης Παπαδημητρίου).

Το σκηνικό τελείως αφαιρετικό (Εύα Μανιδάκη), «σχηματίζεται» από τα ίδια τα σώματα των ηθοποιών. Ο Μιχάλης Αφολαγιάν παίζει αφρικανικά τύμπανα, ενώ τα κοστούμια είναι απλά με χαρακτηριστικά στοιχεία. Η ποιητική γλώσσα σε συνδυασμό με τις ρεαλιστικές καταστάσεις δυσκόλεψε τη σκηνοθέτρια στο ανέβασμα του έργου.

«Οταν το αντιμετωπίσαμε σε αμιγώς ρεαλιστικό επίπεδο προέκυπτε η «Αγνή του λιμανιού»… Οταν στραφήκαμε προς την ποίηση έχανε τον ρεαλισμό του. Το έργο είναι ποιητική μεταφορά, όχι δράμα. Επρεπε λοιπόν να διατηρήσουμε τον πυρήνα της ρεαλιστικής σχέσης και συγχρόνως να «μιλάμε» εξ ονόματος μιας ιδέας, ενός μυστικού, μιας άλλης αλήθειας, που δεν αποκαλύπτεται, αλλά διαμείβεται ανάμεσα στα πρόσωπα».

Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 21/12/2008

Ξενάγηση Λιάπη στη «Νέα Σκηνή – Νίκος Κούρκουλος»

«Το Εθνικό επιστρέφει στη βάση του. Εχει γίνει μια μοναδική εργασία. Υπάρχει ένας υπερσύγχρονος ηλεκτρονικός και μηχανολογικός εξοπλισμός που διευκολύνει και τους εργαζόμενους και τους ηθοποιούς, το σύνολο των ανθρώπων του Εθνικού», δήλωσε ο υπουργός Πολιτισμού, Μιχάλης Λιάπης, ολοκληρώνοντας χθες την ξενάγησή του στη «Νέα Σκηνή – Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου στο κτίριο Τσίλερ.

Ξενάγηση Λιάπη στη «Ν�α Σκηνή - Νίκος Κούρκουλος»

Ο υπουργός εξέφρασε την επιθυμία να γίνουν τα εγκαίνια της Κεντρικής Σκηνής στις 8 Μαρτίου, ημέρα γενεθλίων του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Συνοδευόμενος από τον γενικό γραμματέα Θοδωρή Δραβίλλα, ο κ. Λιάπης περιηγήθηκε στους χώρους της Νέας Σκηνής, στο φουαγιέ και στα καμαρίνια, και ενημερώθηκε πλήρως από τον καλλιτεχνικό διευθυντή Γιάννη Χουβαρδά και την αναπληρωματική καλλιτεχνική διευθύντρια Εφη Θεοδώρου για τις δυνατότητες της Σκηνής, όπου παρουσιάζεται ήδη ο «Ρομπέρτο Τσούκο» του Μπερνάρ – Μαρί Κολτές.

Εθνικό Θέατρο: Εγκαίνια Νέας Σκηνής. Με το δεξί…

Εγκαινιάζεται αύριο με τη Νέα Σκηνή η επέκταση του Εθνικού Θεάτρου. Για την Κεντρική Σκηνή στο ιστορικό, διατηρητέο κτίριο του Τσίλερ, έχουμε ακόμη μέλλον…

Η Εφη Θεοδώρου, ο Μ. Λιάπης και ο Γ. Χουβαρδάς στην ολοκαίνουργια Νέα Σκηνή

Τα τελευταία ίχνη από το σύνθημα «θέλω να ζήσω», σε κολόνα του ιστορικού Εθνικού Θεάτρου – κτηρίου Τσίλερ, στην Αγ. Κωνσταντίνου, είχαν εξαφανιστεί όταν χθες το πρωί ο υπουργός Πολιτισμού Μιχάλης Λιάπης διάβαινε το κατώφλι του ανακαινισμένου θεάτρου από τη νέα του είσοδο, στην οδό Μενάνδρου. Ευδιάθετος ξεναγήθηκε από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, Γιάννη Χουβαρδά και την εργοταξιάρχη της μεγάλης ανακαίνισης-επέκτασης, Λίνα Μπαντέκα, στον χώρο των φουαγιέ και της Νέας Σκηνής, που θα εγκαινιαστεί επισήμως την Παρασκευή (παρ’ ότι ήδη παίζεται σ’ αυτή ο «Ρομπέρτο Τσούκο» του Κολτές).

Η Κεντρική Σκηνή έχει… μέλλον. «Να την εγκαινιάσετε στις 8 Μαρτίου, που είναι η ημέρα των γενεθλίων του Κωνσταντίνου Καραμανλή, κι είναι μεγάλη γιορτή για την οικογένειά μας», προέτρεψε ο υπουργός. «Το Τσίλερ θέλει ειδική προσοχή και προσωπικά δεν θέλω να δεσμεύομαι με ημερομηνίες», αντιγύρισε η Μπαντέκα. «Διακόσια πενήντα άτομα δουλεύουν από το πρωί ώς τις 10 το βράδυ για να είμαστε έτοιμοι προς τα τέλη Μαρτίου».

Οι επιφάνειες των τοίχων, στο κομμάτι που έχει ήδη παραδοθεί και στα δύο επίπεδα (ισόγειο-πρώτος όροφος), φαντάζουν σήμερα γυμνές. Δεν έχει κρεμαστεί κάποιο κάδρο ούτε έχει τοποθετηθεί κάποιο διακοσμητικό στοιχείο. Ακόμα δεν το επιτρέπουν οι αρχιτέκτονες. Επίσης κανένα έπιπλο δεν έχει εισέλθει στο ισόγειο (ταμείο) και στον πρώτο όροφο (φουαγιέ). Το ίδιο ισχύει και στο πωλητήριο προγραμμάτων, που θα λειτουργεί και ως βιβλιοθήκη (στον πρώτο όροφο).

Μόνο το ταμείο βρίσκεται στη θέση του (αλίμονο!), όπως επίσης και το μπαρ και η γκαρνταρόμπα των φουαγιέ. Φυσικά έχει προβλεφθεί η πρόσβαση για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Η τοιχογραφία μετωπικά στη σκάλα, ανεβαίνοντας στο πρώτο επίπεδο, είναι ένα μικρό δείγμα του κάλλους που μας περιμένει στην Κεντρική Σκηνή.

Τα πάντα είναι ήδη έτοιμα στη Νέα Σκηνή-μαύρο κουτί, που έχει την ευελιξία να φιλοξενεί από 100 έως 245 θεατές. «Είναι πολύ ατμοσφαιρική», αποφάνθηκε ο υπουργός με την είσοδό του -για κάποιους η σκηνή θα έπρεπε πάντως να ήταν μεγαλύτερη. «Γιάννη, είναι νότα «Αμόρε» εδώ;», ρώτησε τον Γ. Χουβαρδά ο γενικός γραμματέας του ΥΠΠΟ, Θόδωρος Δραβίλας.

«Εχει κόψει τον ομφάλιο λώρο με το παρελθόν», πρόλαβε τον καλλιτεχνικό διευθυντή μια στεντόρεια φωνή.

Ο υπουργός οδηγήθηκε και στα καμαρίνια του κτηρίου-επέκταση, απ’ όπου εξέφρασε τον προβληματισμό του για τον περιβάλλοντα χώρο του Εθνικού. Ακόμη είναι ένα χαοτικό εργοτάξιο. «Θα γίνει τελικά το υπαίθριο θέατρο;», ρώτησε την εργοταξιάρχη. «Αρχές καλοκαιριού αναμένεται να είναι έτοιμο», του απάντησε.

«Τι άλλο θέλεις από εμένα τώρα που με έχεις, Γιάννη, εδώ;», έθεσε το ρητορικό ερώτημα ο κ. Λιάπης, προτού αποχωρήσει. Ο Χουβαρδάς αρκέστηκε να τον ευχαριστήσει για τη συμβολή του -ηθική και πρακτική- στην ολοκλήρωση του κτηρίου. «Εύχομαι το Εθνικό θέατρο που επιστρέφει στη βάση του να έχει επιτυχία», ήταν ο υπουργικός αποχαιρετισμός.

Στα αυριανά επίσημα εγκαίνια της Νέας Σκηνής, παρουσία του Μ. Λιάπη, η πρόσοψη στην Αγίου Κωνσταντίνου θα φωταγωγηθεί ξανά ύστερα από πολλά χρόνια.

«Ο φωτισμός δεν είναι ο τελικός», μας προειδοποίησε η κ. Μπαντέκα. Στο φως της μέρας παρατηρήσαμε πάντως ότι οι λαξευμένοι πέτρινοι δόμοι του ισογείου έχουν βαφτεί λευκοί, ενώ ο πρώτος όροφος έχει αποκτήσει μια κρεμ απόχρωση. Αταίριαστος συνδυασμός. Ευχόμαστε να μην είναι ο τελικός.

ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 18/12/2008

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ: Ανοίγει η… πρώτη πύλη

Μεγάλη πρεμιέρα σήμερα για το Εθνικό Θέατρο. Το ριζικά ανακαινισμένο κτίριο Τσίλερ επί της Αγίου Κωνσταντίνου ανοίγει τις πόρτες του. Αν και το σύνολο του έργου θα τελειώσει με καθυστέρηση στις αρχές του 2009, αφού ο αρχικός χρόνος παράδοσης ήταν ο περασμένος Μάρτιος.

Ανοίγει η... πρώτη πύλη

Η «Νέα Σκηνή-Νίκος Κούρκουλος» είναι έτοιμη για να υποδεχθεί απόψε το κοινό με το έργο του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, «Ρομπέρτο Τσούκο», σε σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου.

Πρεμι�ρα απόψε με το �ργο του Μπερνάρ-Μαρί Κολτ�ς, «Ρομπ�ρτο Τσούκο», σε σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου

Η Κεντρική Σκηνή αναμένεται να λειτουργήσει τον Φεβρουάριο του 2009 -η παράδοση του έργου γίνεται τμηματικά. Το τετράγωνο που ορίζεται από τις οδούς Μενάνδρου – Αγίου Κωνσταντίνου – Κουμουνδούρου και Σατωβριάνδου εδώ και δύο χρόνια, από το 2006, ήταν ένα τεράστιο εργοτάξιο, με διακόσιους ανθρώπους να δουλεύουν σε έντονους ρυθμούς, μηχανικούς, εργάτες, ζωγράφους, συντηρητές.

Το κτιριακό συγκρότημα του Εθνικού Θεάτρου κατέρρεε (600 τόνοι σίδερο χρησιμοποιήθηκαν σήμερα για την αποκατάστασή του), αλλά η αποφασιστικότητα και το πάθος του Νίκου Κούρκουλου υπερκέρασαν τα εμπόδια και την άρση μιας εκκρεμότητας που χρονολογούνταν σχεδόν από… 30ετίας.

Ηταν το 1998 όταν ο Νίκος Κούρκουλος έστειλε επιστολή στην τότε ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού για να επισημάνει ότι «το κτίριο καταρρέει». Οκτώ χρόνια μετά, τον Μάρτιο του 2006, υπογράφεται η σύμβαση «Αποκατάστασης και εξοπλισμού της κτιριακής υποδομής του Εθνικού Θεάτρου».

Σύμφωνα με τον νέο σχεδιασμό, η είσοδος του Εθνικού Θεάτρου θα είναι από την οδό Μενάνδρου και όχι από την Αγίου Κωνσταντίνου. Το υπόγειο γκαράζ παραμένει με την είσοδο από την οδό Κουμουνδούρου, ενώ η αυλή (προς την οδό Σατωβριάνδου) θα φτιαχτεί τελευταία: μέσα εκεί θα στηθεί ένα μικρό υπαίθριο θεατράκι.

Η Κεντρική Σκηνή, χωρητικότητας 640 θέσεων, θα αποκτήσει σκηνή διπλάσια σε βάθος και ύψος, ενώ η Νέα Σκηνή, των 260 θέσεων, ένα «μαύρο κουτί», έχει τη δυνατότητα να αλλάζει μορφή.

Τα καμαρίνια βρίσκονται στο καινούργιο κτίριο (μοιρασμένα σε τρεις ορόφους) και τα γραφεία του θεάτρου εκεί που ήταν τα (παλιά) καμαρίνια. Δημιουργούνται φουαγιέ, αποθηκευτικοί χώροι, πωλητήριο, βιβλιοθήκη.

Τέλος, ως προς τα οικονομικά, το κόστος του έργου θα ξεπεράσει κατά 10-12% τον αρχικό προϋπολογισμό και θα φθάσει τα τριάντα εκατομμύρια ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ).

6+1 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

1891
Η ανέγερση της Κεντρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου -τότε Βασιλικού- άρχισε το 1891 με βάση τα σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ.

1901
Το κτίριο του θεάτρου ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο του 1901 και τα επίσημα εγκαίνια έγιναν στις 24 Νοεμβρίου του 1901. Πρωτολειτούργησε ως Βασιλικό Θέατρο.

1908
Το 1908 έκλεισε «επ’ αόριστον». Από το 1908 μέχρι το 1932 κλείνει, λόγω κακής διαχείρισης και οικονομικών προβλημάτων.

1922
Το 1922, όπως και πολλά άλλα δημόσια κτίρια, χρησιμοποιείται για την προσωρινή στέγαση προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής.

1930
Ιδρύθηκε με την επωνυμία Εθνικό Θέατρο το 1930 από τον υπουργό Παιδείας, Γεώργιο Παπανδρέου. Για πολλά χρόνια λειτούργησε ως ΝΠΔΔ.

1994
Με τον Νόμο 2273/1994 ιδρύθηκε το ΝΠΙΔ με την επωνυμία «Εθνικό Θέατρο», οργανισμός μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Ο σκοπός
Σκοπός του είναι η μέσω της θεατρικής τέχνης προαγωγή της πνευματικής καλλιέργειας του λαού και η διαφύλαξη της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας.

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 12/12/2008

Ποδαρικό για τη Νέα Σκηνή του Εθνικού

Από αριστερά, η Μαρία Πρωτόπαππα, η Ερατώ Πίσση και ο Γιάννος Περλέγκας στις πρόβες του «Ρομπέρτο Τσούκο», του θεατρικού έργου του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές με το οποίο ανοίγει απόψε η Νέα Σκηνή του Εθνικού

Κατά συρροήν δολοφόνος ο Τσούκο, ο ήρωας του έργου με το οποίο ανοίγει η σεζόν στο κτίριο Τσίλερ

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Με το έργο «Ρομπέρτο Τσούκο» του Μπερνάρ Μαρί Κολτές ανοίγει απόψε η Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στο κτίριο Τσίλερ. Η σκηνή, που ακούει πλέον στο όνομα «Νίκος Κούρκουλος», είναι η πρώτη που ανοίγει, καθώς συνολικά το πλήρως ανακαινισμένο θέατρο θα εγκαινιασθεί μέσα στο 2009. Σε ένα ολοκαίνουργιο κτίριο, φτιαγμένο από τεχνητό λίθο, υλικό που χρησιμοποιείται για πρώτη φορά, και σε έντονο χρώμα τούβλου (κεραμιδί), η νέα Νέα Σκηνή βρίσκεται στον δεύτερο όροφο, μαζί με τα καμαρίνια και «βλέπει» προς την οδό Μενάνδρου, από όπου και η (καινούργια) είσοδος. Με τη σκηνή σε σχήμα Π και με καθίσματα που δεν ξεπερνούν τα 110, ο «Ρομπέρτο Τσούκο» θα είναι το πρώτο έργο που θα ανεβεί εκεί. Στις 21 Δεκεμβρίου αναμένεται να δοθεί και η δεύτερη πρεμιέρα της Νέας Σκηνής με το έργο του Σουηδού Γιοακίμ Πρίνιεν «Αγία Οικογένεια», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη – σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο.

Τελευταίο έργο του πρόωρα χαμένου γάλλου συγγραφέα Μπερνάρ-Μαρί Κολτές (1948-1989), ο «Ρομπέρτο Τσούκο» ανέβηκε για πρώτη φορά από τον Πέτερ Στάιν στη Σαουμπύνε (1990) και έναν χρόνο αργότερα στη Γαλλία, προκαλώντας αρχικά αντιδράσεις. Ηρωάς του είναι ένα πραγματικό πρόσωπο, ένας κατά συρροήν δολοφόνος, ένας επαναστάτης, φαινομενικά χωρίς αιτία.

«Είμαι ο δολοφόνος του πατέρα μου, της μητέρας μου, ενός επιθεωρητή της αστυνομίας και ενός παιδιού. Είμαι ένας φονιάς» λέει ο ίδιος διά στόματος του Κολτές. Μέσα σε δέκα πέντε σκηνές διαποτισμένες από την ιδέα του θανάτου και με τη βία σε πρώτο πλάνο ξεδιπλώνεται μια ανθρώπινη ιστορία, ενώ το ερώτημα «πόσο εν δυνάμει δολοφόνοι είμαστε όλοι μας;» υποβόσκει. Επίκαιρο όσο ποτέ, το έργο του Κολτές σοκάρει με την αλήθεια και τον σαρκασμό του, την ευαισθησία και την αγριότητά του. Ο Γιάννος Περλέγκας υποδύεται του Ρομπέρτο Τσούκο ο οποίος σαν σύγχρονη Μήδεια κερδίζει τελικά την ελευθερία για την οποία τόσο πολύ πάλεψε.

Το έργο ανεβαίνει σε μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη, σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου, σκηνογραφία Εύας Μανεδάκη με τους Μαρία Πρωτόπαππα, Ερατώ Πίσση, Σοφία Σεϊρλή, Ηλέκτρα Νικολούζου, Έλενα Τοπαλίδου, Μάκη Παπαδημητρίου, Γιάννη Βογιατζή, Παναγιώτη Λάρκου κ.ά.