Category Archives: Θεοδωρόπουλος Τάκης

Ο καταγγέλλων νικά

Γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Γιατί να χρησιμοποιείται ο Αριστοφάνης ως πρόσχημα, σε όποιον θέλει να σαρκάσει τα σημερινά κακώς κείμενα; Μια καινούργια άποψη προστίθεται στην πολεμική που ξέσπασε με αφορμή τους «Αχαρνής», με πρωταγωνιστή τον Σταμάτη Κραουνάκη σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και μετάφραση Κ.Χ. Μύρη.

Ειλικρινά δεν ξέρω ποια θέματα θα διάλεγε ο Αριστοφάνης για τις κωμωδίες του αν ζούσε σήμερα. Δεν ξέρω αν θα έγραφε για το Βατοπέδι, τη Siemens, τη διαπλοκή ή το ΔΝΤ. Δεν ξέρω, και δεν μπορώ να ξέρω, για τον απλούστατο λόγο ότι ο Αριστοφάνης δεν ζει σήμερα.

Ακόμη περισσότερο δεν είμαι σε θέση να ξέρω με ποιον τρόπο θα τα χειριζόταν αυτά τα θέματαακόμη κι αν δεχθούμε τις δύο υποθέσεις που προηγούνται, ότι δηλαδή θα ζούσε σήμερα και θα τα διάλεγε. Οσες ιστορικές αναλογίες κι αν είναι έτοιμος κάποιος να αποδεχθεί, «θεατρικοποιητική αδεία», δύσκολα μπορεί να παραγνωρίσει ορισμένες δυσαναλογίες μεγεθών- ανάμεσα στη δική του εποχή και τη δική μαςοι οποίες βγάζουν μάτι.

Οταν ο Αριστοφάνης σαρκάζει τον Δήμο της Αθήνας, για παράδειγμα, δεν αναφέρεται στον οργανισμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ο οποίος, μεταξύ άλλων, δεν είναι σε θέση να φροντίσει για την αποκομιδή των απορριμμάτων και δεν δίνει δεκάρα για τα σπασμένα πεζοδρόμια και τις λακκούβες στους δρόμους. Αναφέρεται στο κυρίαρχο σώμα μιας δημοκρατίας η οποία, με τη σειρά της, έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στα του κόσμου της.

Εκείνο το «έδοξε τη βουλή και τω δήμω» που συνόδευε κάθε απόφαση της πλειοψηφίας είχε τη δύναμη να κηρύξει τον μεγαλύτερο πόλεμο που γνώρισε ο ελληνικός κόσμος, τον Πελοποννησιακό, να αποφασίσει να στείλει τις τριήρεις του στη Μήλο για να κατασφάξουν τους ντόπιους ή να ρίξει την Αθήνα στην περιπέτεια της Σικελικής Εκστρατείας, κοινώς στην καταστροφή.

Θέλω να πω πως ο πατέρας της κωμωδίας καταπιανόταν με τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα ενός κόσμου- της πόλης του- που κι αυτή, με τη σειρά της, βρισκόταν στο επίκεντρο του κόσμου της. Η «αναλογική» ανάγνωσή του και ερμηνεία του το πρώτο που επιτυγχάνει είναι να μικρύνει την εμβέλεια της σκέψης του μεταφέροντάς την στον μικρόκοσμο της σημερινής ελληνικής ζωής που βράζει στο ζουμί μιας κρίσης η οποία, εκτός των άλλων, οφείλεται και στο γεγονός ότι ποτέ δεν αποδέχθηκε πως ζει σε έναν κόσμο που ξεπερνάει και τις επιθυμίες της και τις δυνάμεις της.

Αν τα κείμενα του Αριστοφάνη επέζησαν για δυόμισι χιλιάδες χρόνια, αυτό δεν το οφείλουν ούτε στο γέλιο που προκαλούν ούτε στην καταγγελτική τους ισχύ. Το γέλιο είναι άρρηκτα δεμένο με το περιβάλλον και τα συμφραζόμενα της εποχής του, με αποτέλεσμα τα στοιχεία που το προκαλούν να μην είναι αναγνωρίσιμα σε άλλο περιβάλλον και σε άλλη εποχή. Κάθε εποχή γελάει με τον δικό της τρόπο. Οσο για την καταγγελία των δημαγωγών και λοιπών πολιτικών ή οικονομικών απατεώνων, αυτή δεν χρειάζεται καν τον Αριστοφάνη. Της φτάνουν τα μπλογκς και οι διαχειριστές τους που έχουν το θάρρος να κρύβονται πίσω από την ανωνυμία τους.

Παρ΄ όλα αυτά ο Αριστοφάνης επέζησε. Και επέζησε γιατί, εκτός των άλλων, αυτός πρώτος έδωσε στην κωμωδία δραματική υπόσταση – μια κωμωδία η οποία ώσπου να την αναλάβει αυτός ήταν μια συρραφή από χορούς, τραγούδια και γκαγκς. Δίνοντας δε στην κωμωδία δραματική υπόσταση ανέδειξε ορισμένα εγγενή προβλήματα της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνύπαρξης τα οποία ξεπερνούν τα όρια και της εποχής του και των προσώπων που σαρκάζει ή διασύρει. Εκτός αυτού έπλασε και έναν τρόπο έκφρασης ο οποίος στηρίζεται στην αμεσότητα, στη σκληρότητα και την ωμότητα των υλικών του. Οργάνωσε μια ποιητική η οποία ακόμη και σήμερα αντέχει.

Γι΄ αυτό και ο κωμικός τρόπος του Αριστοφάνη, ακόμη κι αν είναι άδικος- όπως στην περίπτωση του Σωκράτη- διεκδικεί μια ηθική που δεν την έχει ο ανεκδοτολόγος της τηλεόρασης. Σε αντίθεση με αυτόν ο Αριστοφάνης δεν κολάκευε το κοινό του- και δεν χρησιμοποίησε ποτέ ως ασπίδα τα μάλλον ασθενή δημοκρατικά του αισθήματα.

Advertisements

Νέο ρεπερτόριο στον Νέο Κόσμο. Οι παραστάσεις «παντρεύουν» την επιτυχία αυτής της περιόδου με φρέσκες προτάσεις και καινούργια πρόσωπα.

Νέο ρεπερτόριο στον Νέο Κόσμο

  • Kι από Απρίλιο Οκτώβρης! Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου του Νέου Κόσμου Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, μετά από ένα σερί επιτυχημένων καλλιτεχνικά και εισπρακτικά σεζόν, σχεδιάζει το ρεπερτόριο της ερχόμενης χρονιάς, όπου το Θέατρο του Νέου Κόσμου, εκτός από την Αθήνα, θα δώσει το «παρών» και στη Θεσσαλονίκη, ενώ η φετινή σεζόν ολοκληρώνεται στις 17 Μαΐου. Ευριπίδης, Σαίξπηρ, Νιλ Λαμπιούτ, Μαρκ Τουέιν, μία διασκευή από κόμικς καθώς και τρεις επαναλήψεις, νέοι σκηνοθέτες και ηθοποιοί δίπλα σε εξίσου νέους, αλλά πιο δοκιμασμένους συναδέλφους τους και ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, ηγετική φυσιογνωμία, δίνουν το στίγμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου για την ερχόμενη σεζόν.
  • Ετσι, στην Κεντρική Σκηνή του θεάτρου τον Ιανουάριο του 2010 και μετά την επανάληψη της παράστασης του Βασίλη Μαυρογεωργίου «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω», τη σκυτάλη θα πάρουν οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Την ευριπίδεια τραγωδία είχε παρουσιάσει το καλοκαίρι του 2008 ο σκηνοθέτης με Αλβανούς ηθοποιούς σε συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο Αλβανίας. Σε αυτή τη νέα παραγωγή πρωταγωνιστούν η Λυδία Κονιόρδου (στην πρώτη της συνεργασία με το Θέατρο του Νέου Κόσμου), η Μαρία Καλλιμάνη, η Μαρία Κίτσου, ο Μιχάλης Οικονόμου και ο Ορέστης Τζιόβας.
  • Οι «Τρωάδες» θα παίζονται εναλλάξ με τα «Λιοντάρια» σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου και Κώστα Γάκη, με τους Γιώργο Παπαγεωργίου, Κατερίνα Μαυρογεώργη και Μαρία Φιλίνη. Το κείμενο της παράστασης θα προκύψει από τις πρόβες και βασίζεται στο κόμικ «Τα λιοντάρια της Βαγδάτης». Στις υπόλοιπες σκηνές του θεάτρου θα παιχτούν οι νέες παραγωγές «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία Μίλτου Σωτηριάδη (γιου του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και της Κοραλίας Σωτηριάδη), με νέους ηθοποιούς στη διανομή, άρτι αποφοιτήσαντες από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, κάτι σαν την κινηματογραφική μεταφορά του Μπαζ Λούρμαν με την Κλερ Ντέινς και τον Λεονάρντο ντι Κάπριο.
  • Επίσης, το «Fat Pig» του Νιλ Λαμπιούτ, σε σκηνοθεσία Βασίλη Χριστοφιλάκη, μια σκληρή και ανορθόδοξη κωμωδία για τον έρωτα ενός «κανονικού» τριαντάχρονου άντρα με μια «XL» βιβλιοθηκάριο. Τέλος, το «Αδάμ & Εύα: η επιστροφή» (προσωρινός τίτλος), σε σκηνοθεσία και διασκευή Παντελή Δεντάκη, με τους Κατερίνα Λυπηρίδου, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Δαυίδ Μαλτέζε. Το έργο βασίζεται σε δύο κείμενα του Μαρκ Τουέιν, «Τα ημερολόγια του Αδάμ και της Εύας» και «Γράμματα από τη γη».
  • Παράλληλα, θα επαναληφθούν, εκτός από το «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω», το «Σφαγείο», με τους Μιχάλη Οικονόμου, Γιώργο Παπαγεωργίου, Ορέστη Τζιόβα, ενώ τα μεσημέρια της Κυριακής θα επαναληφθεί στην Κεντρική Σκηνή και η περσινή παιδική παραγωγή «Τι γλώσσα μιλάμε;», σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη, που και φέτος θα επισκέπτεται παιδιά που νοσηλεύονται σε νοσοκομεία και ιδρύματα, αλλά θα κάνει μια κυριακάτικη στάση στο ΘΝΚ, με τα έσοδά της να διατίθενται στη Διεθνή Αμνηστία.

Θεσσαλονίκη

  • Το Θέατρο του Νέου Κόσμου, όμως, θα δώσει το «παρών» του χρόνου και στο Θέατρο Εγνατία με τις φετινές sold out παραγωγές «Εχθροί εξ αίματος» του Αρκά (από 7/10/09) και «Εγώ ελπίζω να τη βολέψω» του Μ. Ντ’ Όρτα (αρχές Ιανουαρίου 2010).

Info

Θέατρο του Νέου Κόσμου
– Αντισθένους 7 & Θαρύπου, ΦΙΞ, τηλ. 210-9212900.

  • ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Τετάρτη, 29.04.09

Οι συγγραφείς μίλησαν: «Μια κωμικοτραγική πολιτιστική επανάσταση»

Οι συγγραφείς μίλησαν

«Κρατικοί λειτουργοί και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί μοιάζουν ανίκανοι να αντιδράσουν στην έμπρακτη αμφισβήτηση βασικών θεσμών και κανόνων της δημοκρατίας από ομάδες ανθρώπων οι οποίοι, με αφετηρία ένα τραγικό γεγονός, επιτίθενται με τυφλή βία στα δικαιώματα των πολιτών και στις αρχές της κοινής μας ζωής».

Κάπως έτσι ξεκινά το κείμενο διαμαρτυρίας που υπογράφουν οι συγγραφείς Απόστολος Δοξιάδης, Τάκης Θεοδωρόπουλος και Πέτρος Μάρκαρης με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στους δρόμους και τα θέατρα της Αθήνας. Και συνεχίζουν: «Η βίαιη διακοπή της πρεμιέρας της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, καθώς και άλλες αντίστοιχες αυτο-αποκαλούμενες “παρεμβάσεις” που την ακολούθησαν […] δεν είναι παρά η φαρσική εκδοχή των κατά πολύ τραγικότερων καταστροφών σε σπίτια, σχολειά, πανεπιστήμια, γραφεία και μαγαζιά Ελλήνων πολιτών […] αμφισβητώντας ανενδοίαστα την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη.

Αν εμείς οι άνθρωποί της ανεχόμαστε αγόγγυστα την κάθε ομάδα “επαναστατημένων” νεαρών να μαγαρίζει ανενόχλητη την Ακρόπολη ή να διακόπτει μια θεατρική παράσταση βρίζοντας το κοινό και γράφοντας με σπρέι στο καινούργιο, καθαρό φουαγιέ του Εθνικού το ναζιστικής υφής σύνθημα “σκατά στους κουλτουριάρηδες” (!), τι μας λέει ότι δεν θα δούμε μεθαύριο τους ίδιους ή άλλους να καίνε βιβλία ή να επιχειρούν να ορίσουν το τι θα λέμε και τι θα σκεφτόμαστε;

Πού μπαίνει το όριο σε αυτή την κωμικοτραγική “πολιτιστική επανάσταση” των απολίτιστων;», τονίζεται στο κείμενο, που καταλήγει ως εξής:

«Η ευθύνη όμως δεν ανήκει μόνο στους αυτουργούς αλλά και στους καθ’ ύλην αρμόδιους, όσους δηλαδή χρεώνονται με πρωταγωνιστικούς ρόλους στην πολιτιστική μας ζωή. […] Καλλιτεχνικοί διευθυντές εθνικών σκηνών ή άλλοι, λιγότερο ή περισσότερο πλουσιοπάροχα επιχορηγούμενοι από τους φόρους μας, χορογράφοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, ας θυμηθούν ότι είναι υπόλογοι και στους νόμους της τέχνης αλλά και του κοινωνικού μας συμβολαίου, που επιτάσσουν μεγαλύτερο σεβασμό στο κοινό αίσθημα, δηλαδή σε όσους, καλλιτέχνες ή μη, πιστεύουν στη δημοκρατία και τηρούν τους κανόνες της».

Ελεύθερος Τύπος, Τετάρτη, 24.12.08

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΝΕΩΝ ΣΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΔΙΧΑΖΕΙ

Από τη μια μεριά, αυτοί που ταυτίζονται με το περιεχόμενο αλλά και τη μορφή της διαμαρτυρίας. Εκατόν δέκα ηθοποιοί όλων των γενιών συνυπέγραψαν κείμενο συμπαράστασης, που δημοσιεύτηκε χθες στην «Ε». Σήμερα, όμως, τρεις συγγραφείς, ο Απόστολος Δοξιάδης, ο Πέτρος Μάρκαρης και ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, δίνουν με δικό τους κείμενο την ακριβώς αντίθετη άποψη. Θεωρούν την εισβολή στα θέατρα «επίθεση στην καρδιά της δημοκρατίας, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη».Η εισβολή διαμαρτυρόμενων νέων (19 Δεκεμβρίου) στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και η διακοπή της παράστασης με συνθήματα, που είχε άλλωστε και συνέχεια σε πολλά άλλα θεάτρα, δίχασαν τον καλλιτεχνικό κόσμο. Ενώ και ο Ηλίας Λογοθέτης, πρωταγωνιστής της διακοπείσης παράστασης «Το αμάρτημα της μητρός μου», χαρακτηρίζει την εισβολή των νέων «χυδαία, εντελώς φασιστική και ενάντια στη διαδικασία του θεάτρου». Δεν είναι, βέβαια, αντίθετος στο κείμενο που υπέγραψαν οι συνάδελφοί του, ούτε «ενάντια στην αγωνία των νέων παιδιών».


Επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης

Τα γεγονότα των δύο τελευταίων εβδομάδων μάς έχουν προβληματίσει βαθιά. Κρατικοί λειτουργοί και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί μοιάζουν ανίκανοι να αντιδράσουν στην έμπρακτη αμφισβήτηση βασικών θεσμών και κανόνων της δημοκρατίας από ομάδες ανθρώπων οι οποίοι, με αφετηρία ένα τραγικό γεγονός, επιτίθενται με τυφλή βία στα δικαιώματα των πολιτών και στις αρχές της κοινής μας ζωής. Την κοινοτυπία των κούφιων συνθημάτων και της ξύλινης γλώσσας των εκ του ασφαλούς αντι-εξουσιαστών ανταγωνίζεται σε υπερβολή μονάχα η προτροπή κάποιων ενοχικών μεσηλίκων να «αφουγκραστούμε τα μηνύματα» της ανομίας, τα οποία τάχα περιέχουν περισπούδαστες και τολμηρές απόψεις για τα προβλήματα του τόπου, την οποία εμείς, οι αμέτοχοι στο «κίνημα», δεν αντιλαμβανόμαστε.

Αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά. Θέλουμε όμως σήμερα να σχολιάσουμε ειδικότερα τη βίαιη διακοπή της πρεμιέρας της Νέας Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, καθώς και άλλες αντίστοιχες αυτοαποκαλούμενες «παρεμβάσεις», που την ακολούθησαν, με αποτέλεσμα τη ματαίωση πολλών θεατρικών παραστάσεων. Με μια έννοια, τα γεγονότα αυτά υστερούν σε σημασία των όσων προηγήθηκαν, δεν είναι παρά η φαρσική εκδοχή των κατά πολύ τραγικότερων καταστροφών σε σπίτια, σχολειά, πανεπιστήμια, γραφεία και μαγαζιά Ελλήνων πολιτών. Από μια άλλη όμως άποψη είναι αποκαλυπτικά, καθώς αναδεικνύουν μια βασική διάσταση του τι συμβαίνει αυτό τον καιρό στην πατρίδα μας, αμφισβητώντας ανενδοίαστα την ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη.Αν εμείς οι άνθρωποί της ανεχόμαστε αγόγγυστα την κάθε ομάδα «επαναστατημένων» νεαρών να μαγαρίζει ανενόχλητη την Ακρόπολη ή να διακόπτει μια θεατρική παράσταση βρίζοντας το κοινό και γράφοντας με σπρέι στο καινούργιο, καθαρό φουαγέ του Εθνικού το ναζιστικής υφής σύνθημα «σκατά στους κουλτουριάρηδες» (!), τι μας λέει ότι δεν θα δούμε μεθαύριο τους ίδιους ή άλλους να καίνε βιβλία ή να επιχειρούν να ορίσουν το τι θα λέμε και τι θα σκεφτόμαστε; Πού μπαίνει το όριο σε αυτή την κωμικοτραγική «πολιτιστική επανάσταση» των απολίτιστων; (Παρεμπιπτόντως, τους οργισμένους νεαρούς τους προσέβαλαν αποκλειστικά οι θεατρικές παραστάσεις ποιότητας που παίζονται στα αφύλακτα, ταλαίπωρα θέατρά μας. Ούτε στα μπουζουκτζίδικα με τους μπράβους τους προσπάθησαν να «παρέμβουν», ούτε στα ποδοσφαιρικά ματς, προφανώς επειδή αυτά είναι υπεράνω κάθε υποψίας «κουλτούρας».)

Η ευθύνη όμως δεν ανήκει μόνο στους αυτουργούς αλλά και στους καθ’ ύλην αρμόδιους, όσους δηλαδή χρεώνονται με πρωταγωνιστικούς ρόλους στην πολιτιστική μας ζωή. Και βέβαια, μπορεί μερικοί από τους καλλιτέχνες που αποφάσισαν να υποκύψουν στη βία και να διακόψουν τις παραστάσεις τους προδίδοντας το κοινό τους, να κινήθηκαν από το φόβο του όχλου, οπότε, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούντες, υποκρίθηκαν ότι «συμπαρίστανται». Κι αυτό είναι εν μέρει κατανοητό -αλλά φτάνει ώς εδώ. Ισως κάποιοι άλλοι πάλι να συμφωνούν με τους βιαίως διακόψαντες. Δικαίωμά τους- στην ιδιωτική τους ζωή. Αλλά η τέχνη είναι λειτούργημα, που περιλαμβάνει στον κώδικα τιμής του την προάσπιση της ελευθερίας της έκφρασης.

Κι όμως, δεν ακούσαμε κανένα από τους γενικώς και αορίστως περί δημοκρατίας κοπτόμενους σχετικούς επαγγελματικούς φορείς να διαμαρτύρεται για το αίσχος της βίας που συνιστούν οι «παρεμβάσεις». Και, σε κάθε περίπτωση, καλλιτεχνικοί διευθυντές εθνικών σκηνών ή άλλοι, λιγότερο ή περισσότερο πλουσιοπάροχα επιχορηγούμενοι από τους φόρους μας, χορογράφοι, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, ας θυμηθούν ότι είναι υπόλογοι και στους νόμους της τέχνης αλλά και του κοινωνικού μας συμβολαίου, που επιτάσσουν μεγαλύτερο σεβασμό στο κοινό αίσθημα, δηλαδή σε όσους, καλλιτέχνες ή μη, πιστεύουν στη δημοκρατία και τηρούν τους κανόνες της. *

Απόστολος Δοξιάδης, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Πέτρος Μάρκαρης

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 24/12/2008