Category Archives: Θεατρική Ομάδα Πασπαρτού

«Γοτθικοί» στίχοι ρομαντικών ποιητών του 1860 με πρόζα

Μπορεί μια παράσταση που υμνολογεί τον θάνατο να κάνει σουξέ; Φυσικά. Αρκεί η μελαγχολία, η στρυφνή καθαρεύουσα των ρομαντικών ποιητών της Αθήνας του 1860, η μακάβρια εμμονή με τα νεκροταφεία, τις ερημιές, τα δάση, τις δυσοίωνες φυλλωσιές μια νύχτα με φεγγάρι να γίνονται με στυλ και να έχουν κάτι να πουν σε όλους εμάς, τους ανθρώπους του 2010. Και στα δύο τα πηγαίνει πολύ καλά το «Graveyard Cafe Band / In Extremis», μια από τις πιο εκκεντρικές προτάσεις για να περάσετε το βράδυ σας κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Taf (The Art Foundation, Νορμανού 5, Μοναστηράκι).

Ανεβαίνεις τα σκαλιά μ’ ένα ποτό στο χέρι ανυποψίαστος και χαρούμενος γιατί είναι αρχή της εβδομάδας και αισθάνεσαι λίγο σαν να είναι Παρασκευή βράδυ. Η πρώτη ύλη για το παράδοξο θέαμα που σε περιμένει είναι τα ποιήματα μιας χούφτας «αλλόκοτων» πλασμάτων (ποιητές φυσικά) που ξόδεψαν τα νιάτα τους στην Αθήνα το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα δοξολογώντας τις πιο ζοφερές όψεις της ανθρώπινης κατάστασης στα απόνερα του γαλλικού ρομαντισμού. Πρώτοι στη σειρά ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873) και ο Σπυρίδωνας Βασιλειάδης (1845-1874) που, όπως βλέπετε, δεν πρόλαβαν καλά καλά να τριανταρίσουν, και λιγοστοί συνοδοιπόροι: Παράσχος, Μωρεάς, Σταθοπούλου, Ροδοκανάκης, Καρασούτσας, κ.ά.

Αυτός ο ανοίκειος, θανατολαγνικός λόγος καταλαμβάνει τη μικροσκοπική σκηνή μέσα από τα τραγούδια και τις παρλάτες των ηθοποιών της ομάδας «Πασπαρτού» που ενδυματολογικά παραπέμπουν σε ισάριθμες μεταμορφώσεις του ρομαντικού κινήματος: η κοπέλα είναι βγαλμένη από την παράδοση του ιταλικού κωμειδύλλιου, ο άντρας θυμίζει τον ρομαντικό εξπρεσιονισμό του Μουρνάου, ενώ ο νεαρός βιολιστής παραπέμπει στη ροκ αισθητική, Τζιμ Μόρισον και Τζόνι Ντεπ μαζί, όπως μου λέει ο σκηνοθέτης της παράστασης Γιάννης Σκουρλέτης, εικαστικός και σκηνογράφος, θιασώτης εδώ και χρόνια της gothic αισθητικής. Τα ποιήματα μαζί με τις πρόζες (γραμμένες από τον Χρήστο Κανελλόπουλο) φτάνουν στο κοινό μέσα από μια πολύ σύγχρονη μουσική φόρμα που παίζεται ζωντανά επί σκηνής και αποτελεί, τρόπον τινά, τη γέφυρα ανάμεσα στους δύο κόσμους. Η μουσική μαζί με τις υποκριτικές ικανότητες των ηθοποιών-performer επενδύουν με χιούμορ τη μακάβρια στιχουργική που, ωστόσο, είναι ο πραγματικός θριαμβευτής της παράστασης. Απλά αφουγκραστείτε τους χυμούς της γλώσσας του Δημήτρη Παπαρρηγόπουλου στην «Ωδή στο φανό του Νεκροταφείου»…

  • Του Δημητρη Ρηγοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο, 30 Iανoυαρίου 2010

Βαμπίρ με ποιητική φλέβα

  • Φαντάσματα και τρομακτικοί ίσκιοι ξεπηδούν από τις σελίδες της ελληνικής ρομαντικής ποίησης και αφηγούνται την ιστορία τους, σε μια απρόοπτη παράσταση στο Μοναστηράκι

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
  • Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

«Τοκ τοκ καρφώνει βιαστικός, τοκ τοκ την κάσα ο μαραγκός. Καλέ μαραγκέ, καλέ μαραγκέ, πάνω στο έλατο και στην καρυδιά μέτρησε φέρετρο μεγάλο και βαθύ να βάλω την αγάπη μου να κοιμηθεί»…

Το ποίημα του Ζαν Μορεάς σε μετάφραση Τέλλου Αγρα ανήκει σε μια αλυσίδα ποιημάτων που όλα αναφέρονται στις… χαρές του χάρου και συνθέτουν μια ενδιαφέρουσα, καλοδουλεμένη και ανατρεπτική μουσικοθεατρική παράσταση.

Το «Graveyard Cafe Band/ In Extremis» που παίζεται κάθε Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη στον καλόγουστο χώρο ΤΑΦ στο Μοναστηράκι, δίνει το βήμα σε νεκρούς, φαντάσματα, ίσκιους τρομακτικούς να πουν την ιστορία τους. Μια εξέγερση των βαμπίρ που ξεπηδούν από τα γραπτά ελλήνων ποιητών της ρομαντικής αθηναϊκής σχολής στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με προεξάρχοντες τους Δημήτρη Παπαρρηγόπουλο, Σπυρίδωνα Βασιλειάδη, Αχιλλέα Παράσχο, Α. Σταθόπουλο κ.ά.

Τρεις περφόρμενς-ηθοποιοί (Φρόσω Ζαγοραίου, Θεμιστοκλής Καρποδίνης, Σαμψών Φύτρος) της θεατρικής ομάδας «Πασπαρτού» ακροβατούν διαρκώς ανάμεσα σε ρόλους, τραγούδια και παρλάτες. Κάτω απο’ τη σκηνή έξι μουσικοί, ο Αλέξανδρος Αντωνίου (κιθάρα), η 15χρονη Μαρίσα Αθητάκη (πιάνο) και ο Αλέξανδρος Καλπάκης (μπάσο) συνοδεύουν παίζοντας τη μουσική που έγραψε πάνω στα ποιήματα ο Κώστας Δαλακούρας.

Είναι δεκαοκτώ ποιήματα και αποδόσεις ποιημάτων που φέρουν ισχυρές δόσεις ρομαντισμού γραμμένα από εμμονικούς, μυστικιστές, θανατολάγνους δημιουργούς. Τα θεματικά μοτίβα διέρχονται τάφους, νεκροταφεία, φουρτουνιασμένες θάλασσες και πρόσωπα ασθενικά, αέρινα, πέραν του κόσμου τούτου προβάλλουν, ενώ το παρελθόν ορίζεται ως «σάβανο» και η λήθη ως «κοιμητήριο».

Βασικό θεματικό και μουσικό μοχλό της παράστασης αποτελεί η «Ωδή στο φανό του Νεκροταφείου» του Δημήτρη Παραρρηγόπουλου. Ο Δ. Παπαρρηγόπουλος (γιος του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρηγόπουλου) και ο συνοδοιπόρος Σπυρίδωνας Βασιλειάδης -έφεραν την προσωνυμία οι Διόσκουροι των Αθηνών- υπήρξαν οι κύριοι εκφραστές του γαλλικού ρομαντικού κινήματος στην Ελλάδα. Πέθαναν και οι δύο πολύ νέοι, πριν ακόμα περάσουν τα τριάντα. Στα ποιήματά τους αντικατοπτρίζονταν μηδενιστικές και αυτοκτονικές τάσεις, εσωστρέφεια και μελαγχολία. Για τον θάνατο του Δ. Παπαρρηγόπουλου κάποιοι λένε ότι οφείλεται σε ανακοπή που υπέστη ξαφνικά ένα πρωί κατεβαίνοντας την Ιπποκράτους και κάποιοι άλλοι ότι υπέκυψε στη διάρκεια μιας απεργίας πείνας 36 ημερών.

Μεταξύ Νοσφεράτου και Τζόνι Ντεπ

Ο Γιάννης Σκουρλέτης, που συνεργάστηκε στη διασκευή των κειμένων με τον Χρήστο Κανελλόπουλο έστησε εικαστικά και δραματουργικά την παράσταση χωρίς να υποταχτεί σε αφηγηματικές φόρμες. Η όψη της ταξιδεύει στο ρομαντισμό και τη γλώσσα της εποχής κλείνοντας το μάτι στο πεισιθανάτιο, παίζοντας με χιούμορ και ειρωνεία ανάμεσα στο σοβαρό και το «φευγάτο». Η μελαγχολία, η ερωτική θλίψη, ο ρεμβασμός και η απαισιοδοξία ενός ακραία θρηνητικού και καθαρευουσιάνικου λόγου γίνονται στα χείλη και στην κίνηση των ηθοποιών ελαφράδα και καλοπροαίρετος σαρκασμός.

Οι τρεις ηθοποιοί είναι ντυμένοι με κοστούμια σχεδιασμένα ειδικά για το μακάβριο πάρτι τους: ταφταδένιο φόρεμα με φουρό, ξανθόασπρη περούκα και χέρια δεμένα με μοβ κορδέλα για το κορίτσι. Μαύρο φράκο, γκόθικ μπότες για τον Νοσφεράτου με εξπρεσιονιστικά ενδυματολογικά στοιχεία κι ένας ροκάς που παραπαίει ανάμεσα στον Τζιμ Μόρισον και τον «Νεκρό» του Τζόνι Ντεπ. Το μακιγιάζ όλων είναι νεκρικό: πρόσωπα λευκά, εξαϋλωμένα. Το σκηνικό απλό και στην άκρη του ένα άσπρο πατάρι δίκην… μνήματος.

Ο Γιάννης Σκουρλέτης είχε την ιδέα της μπάντας του Νεκροταφείου χρόνια πριν. «Μ’ έναν τρόπο, αποτελεί συνέχεια της δουλειάς μου στα εικαστικά. Ηθελα να δω αν μια τέτοια αισθητική πρόταση μπορεί να πάρει θεατρική μορφή. Με τον συνθέτη Κώστα Δελακούρα, φίλο και συνεργάτη, βρήκαμε τα κατάλληλα κείμενα, μελοποιήθηκαν, αρχίσαμε πρόβες και σιγά σιγά η ιδέα πήρε θεατρική μορφή. Η παράσταση σαφώς έχει στόχο το χιούμορ κι όχι τη σοβαροφάνεια. Φυσικά, κρατήσαμε την καθαρεύουσα. Μην παρεξηγηθώ. Δεν ταυτιζόμαστε με τον Πλεύρη. Απλώς λέω ότι δεν είναι ξεκάθαρο τι σημαίνει σήμερα ο όρος «ξεπερασμένη γλώσσα». Τις προάλλες μου έλεγε ένας καθηγητής πανεπιστημίου ότι μια ομάδα φοιτητών εκδίδει εφημερίδα σε πολυτονικό σύστημα».

Το «Graveyard Cafe Band/ In Extremis» κλείνει πανηγυρικά με το «Ι will Survive». Σχόλιο που ακούγεται είτε ως διακήρυξη επιβίωσης ανατρέποντας το επιθανάτιο δοξαστικό που προηγήθηκε είτε ως μακάβρια υπόσχεση των ίδιων των νεκρών ότι, ελέω ποίησης, θα ανεβοκατεβαίνουν από τον Αδη στη Γη σαν μηδέποτε πεθαμένοι…*