Category Archives: Θείος Βάνιας

Τσέχωφ στην Αγίου Κωνσταντίνου: «Θείος Βάνιας» σε σκηνοθεσία Χουβαρδά στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού

Στη λιτή υπόκλιση οι ηθοποιοί έχουν το πρόσωπο του ρόλου τους ακόμα. Από δεξιά, Μαρία Σκουλά – Ελένα, Μάνος Σταλάκης – Τελιέγκιν, Ακύλλας Καραζήσης – Αστρόφ, Γιάννης Βογιατζής, Αλκηστη Πουλοπούλου – Σόνια, Νίκος Χατζόπουλος – Θείος Βάνιας, Μάγια Λυμπεροπούλου – Μαρία Βασίλιεβνα, Μάνος Βακούσης – Καθηγητής Σερεμπριακόφ, Γιάννης Τσεμπερλίδης – εργάτης. Ολοι έξοχοι (φωτογραφία Ελένη Μπίστικα, 28 Φεβρουαρίου 2010).

Tης Eλενης Mπιστικα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 03/03/2010

…Προφητικός Τσέχωφ, λόγος διαμάντι, μονόπετρο σε μπεζ κουτί, κλασικά μοντέρνα η σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, εξαίρετοι ηθοποιοί σε μεγάλους και μικρούς ρόλους, όλος ο θίασος διαρκώς πάνω στη σκηνή, όποιος δεν παίζει αποσύρεται σε μια «αίθουσα αναμονής», όπως στα αεροδρόμια και κοιτάει έξω από τα παράθυρα το ρωσικό τοπίο, τα δένδρα. Φαντάζεται πως τα βλέπει, επειδή οι άλλοι τα κοιτούν…

Χρέος της στήλης, που δεν έχει τίτλους κριτικής, να δώσει τη δική της «περίληψη» του τι είδε και τι χειροκρότησε στην παράσταση του «Θείου Βάνια» του Αντον Τσέχωφ, στην Κεντρική Σκηνή – Μέγαρο Τσίλλερ του Εθνικού Θεάτρου. Αλήθεια, γιατί ένας άνθρωπος, κουρασμένος από την κίνηση ή ακινησία των μποτιλιαρισμένων αθηναϊκών δρόμων, να ξεσηκώνεται Σαββατοκύριακο από την πολυθρόνα του, να παίρνει συγκοινωνία για να μην παρκάρει και να φθάνει στο θέατρο; Πάντα προσέχω τα πρόσωπα όταν μπαίνουν στο ολόφωτο θέατρο, πώς αλλάζουν, γίνονται αυτοί που θα ήθελαν πάντα να είναι, ήρεμα, χαμογελαστοί, έτοιμοι να μεταφερθούν στον κόσμο που τους πηγαίνει το εισιτήριό τους. Είτε είναι αυτό μουσική είτε επιθεώρηση είτε σοβαρό θέατρο, η προσμονή είναι η ίδια. Πρέπει να σεβόμαστε αυτούς τους ανθρώπους που γίνονται θεατές σε μια παράσταση για την οποία πολλοί κοπίασαν – ο σκηνοθέτης, οι ηθοποιοί, οι άλλοι συντελεστές και όλοι μαζί αγωνιούν εάν το έργο, η παράσταση θα αρέσει. Κριτές, λοιπόν, οι θεατές. Αυτοί φτιάχνουν την επιτυχία, ανεβάζουν τους τόνους στις κριτικές τους επαΐοντος ή… κατεβάζουν το έργο. Και τώρα ας δούμε πώς είναι αυτός ο «Θείος Βάνιας» του 2010, από τον Αντον Τσέχωφ που εξακολουθεί να είναι επίκαιρος, συνταρακτικός στις αλήθειες και επισημάνσεις του πάνω στα συναισθήματα και τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Αφήσαμε τον «Θείο Βάνια» –που στο Θέατρο Τέχνης τον έπαιζε ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ και ο Κάρολος Κουν ήταν ο Καθηγητής Σερεμπριακόφ– στο κατώφλι της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, και πήγαμε να δούμε τον «Θείο Βάνια» σε σκηνοθετική αντίληψη του Γιάννη Χουβαρδά, καλλιτεχνικού διευθυντού του Εθνικού Θεάτρου. Και δεν είδαμε καμιά διαφορά, πέραν του ότι έδωσε τον αυθεντικό λόγο και το κλίμα του Τσέχωφ, μέσα σε ένα απρόσωπο χώρο, που μπορούσε να ’ναι οπουδήποτε.

Κι όμως, όπως ξετυλίγεται το κουβάρι της απελπισίας όλων των προσώπων, που είναι πιασμένοι στον ιστό της Τσεχωφικής ατμόσφαιρας, είμαστε στη Ρωσία των καταπιεσμένων πρωταγωνιστών που δεν μπορούν, δεν θέλουν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους… Και την ίδια στιγμή, χάρις στον προφητικό λόγο του Τσέχωφ μπορούμε να ’μαστε αλλού, εκεί που όπως λέει, απελπισμένος και δηκτικός, ο Θείος Βάνιας: «Ολοι σας καταστρέφετε απερίσκεπτα τα δάση, και σε λίγο τίποτα δεν θα μείνει πάνω στη γη. Ετσι ακριβώς, απερίσκεπτα, καταστρέφετε τον άνθρωπο, και χάρη σε εσάς, πολύ γρήγορα, δεν θα μείνει πάνω στη γη ούτε πίστη, ούτε αγνότητα, ούτε πνεύμα αυτοθυσίας…» Και στον συγκλονιστικό του μονόλογο ο γιατρός Αστρόφ στέκεται στην άκρη της σκηνής και μιλά στην αίθουσα, στους θεατές, στον εαυτό του: «Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με λογικό και δημιουργική δύναμη για να πολλαπλασιάζει αυτό που του δόθηκε, αλλά ώς τώρα αντί να δημιουργεί καταστρέφει… Το κλίμα χάλασε και, μέρα με τη μέρα, η γη γίνεται όλο και πιο φτωχή και πιο άσχημη»… «Τα μεγάλα γεγονότα θα μας βρουν απροετοίμαστους σαν τις ωραίες Κοιμωμένες» που έγραψε στο σημειωματάριό του ο Τσέχωφ. Κάτι σαν το «Καλό κουράγιο» του Ολι Ρεν, στις μέρες μας. Το θέατρο μας βοηθά να κοιτάξουμε γύρω και μέσα μας, γι’ αυτό δεν είναι απαραίτητα τα σκηνικά και τα γούνινα πανωφόρια, για να μπούμε στο κλίμα Τσέχωφ. Με τα στρωσίδια τους και τις γραβάτες τους παλεύουν οι ηθοποιοί, όλοι τόσο καλοί, που μόνο τα ονόματά τους, όπως ακριβώς στο ποιοτικό πρόγραμμα, χρειάζονται. Αλφαβητικά: Ακύλλας Καραζήσης – Αστρόφ, Βάνιας – Νίκος Χατζόπουλος, Σερεμπριακόφ – Μάνος Βακούσης, Τελιέγκιν – Μάνος Σταλάκης, Σόνια – Αλκηστις Πουλοπούλου, Ελένα – Μαρία Σκουλά, Μαρία Βασιλίεβνα η Dame Μάγια Λυμπεροπούλου, εργάτης – Γιάννης Τσεμπερλίδης, και με την άσπρη μπλούζα, να σερβίρει τσάι, ο Γιάννης Βογιατζής, οικείος, μονολεκτικά σπαρακτικός.

Ως τις 27 Μαρτίου, Κυριακή των Βαΐων, που κατεβαίνει «ο Θείος Βάνιας», καλό είναι να έχετε διαμορφώσει και τη δική σας γνώμη για τον «Θείο Βάνια» του Τσέχωφ. Τα γαλλικά «σουξέ» που συνοδεύουν τους μονολόγους είναι ένα απλό εύρημα που φέρνει το κείμενο πιο κοντά στις μέρες μας. Οι φωτογραφίες στο πρόγραμμα είναι του Πάνου Κοκκινιά. Μην ψάξετε για τα βιογραφικά των ηθοποιών και συντελεστών. Δεν υπάρχουν στο πρόγραμμα. Μένει να ανακαλύψουμε την «Κυρά της θάλασσας» του Ερρίκου Ιψεν, που όλη η δράση είναι γύρω από τρία σκαλοπάτια, σε σκηνοθεσία του Νορβηγού Ερικ Στούμπε. Εχουμε καιρό ώς τα τέλη Μαΐου. Και μόνο να περπατήσεις αργά στον διάδρομο που οδηγεί στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», στο Εθνικό, κοιτάζοντας έξω από τα παράθυρα τις φωτεινές επιγραφές του δρόμου, θωρακίζεσαι…

Ο μεσιέ Βάνιας

  • Υπάρχει Τσέχοφ χωρίς συγκίνηση; Χωρίς ποίηση; Χωρίς μαγεία; Χωρίς εσωτερικότητα; Χωρίς λεπτή ειρωνεία;

Ξεπερασμένα ερωτήματα στις μέρες μας για γραφικούς και ντεμοντέρνους θαυμαστές του μιας κάποιας ηλικίας, που λόγω αυτών των στοιχείων βλέπουν και ξαναβλέπουν τα θεατρικά έργα του κορυφαίου αυτού Ρώσου δημιουργού (1860-1904).

Στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το έργο «Ο θείος Βάνιας» προσφέρει σε προοδευτικούς θεατές μια σύγχρονη ψυχιατρική – μουσικοχορευτική ανάγνωσή του σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. Σ’ ένα μεγάλο προθάλαμο ιδρύματος αντί αγροτόσπιτου (κάτι μεταξύ άσυλου και κλινικής) εκτυλίσσεται η παράσταση με τους περισσότερους ηθοποιούς σε καθίσματα αναμονής να σηκώνονται και να τα λένε (αχρείαστα τα σκηνικά των τεσσάρων πράξεων του έργου, ήτοι κήπος, τραπεζαρία, σαλόνι, γραφείο).

Πρόσωπα με ρωσικά ονόματα σε ευρωπαϊκή εκδοχή στα χρόνια του ’60-70. Νευρώσεις, παρακμιακές συμπεριφορές, αλκοολισμοί, διαπληκτισμοί λόγω πλήξης, ανίας και ανεκπλήρωτων ερώτων. Χαμένες ζωές με έντονο γαλλικό χρώμα (κάτι μεταξύ Γκοντάρ και μπουλβάρ) με γνωστά ατμοσφαιρικά γαλλικά τραγούδια, που ερμηνεύουν και χορεύουν με μπρίο οι ηθοποιοί (μπλουζ έως ρούμπα) είτε ζωντανά είτε σε βίντεο. Τραγούδια συγγενικά με τις ψυχολογικές μεταπτώσεις των ηρώων, που χωρίς αυτά ίσως να μην τις καταλάβαιναν οι θεατές.

Ερμηνείες κουλαρισμένες σε αποστειρωμένο ψυχωσικό κλίμα (μη λησμονούμε την ιατρική επαγγελματική ιδιότητα του Τσέχοφ) πλην του συμπονετικού νοσοκόμου Γιάννη Βογιατζή που επωμίζεται τον ρόλο της παραμάνας. Κάτι σαν Αμελί και μικρή Λουλού η νεαρή Σόνια της νιόβγαλτης Αλκηστης Πουλοπούλου.

Απαλλαγμένο από την απαρχαιωμένη αντίληψη περί μνήμης, παράδοσης, ιστορίας, σεβασμού στα κείμενα και τους συγγραφείς, το νέο Εθνικό Θέατρο πρωτοπορεί με πυξίδα μεταλλαγμένα έργα και γενετικά τροποποιημένους συγγραφείς (βλέπε Τσέχοφ, Καζαντζάκης, Καπετανάκης) αντλώντας από το παρόν και ατενίζοντας το μέλλον. Γι’ αυτό άλλωστε αποκαθήλωσε τα φωτογραφικά πορτρέτα προηγούμενων διευθυντών, σκηνοθετών και πρωταγωνιστών του πολυετούς παρελθόντος του από τους τοίχους των διαδρόμων στο νεοκλασικό κτίριο της Αγίου Κωνσταντίνου (Πολίτης, Τερζάκης, Μινωτής, Παξινού, Μανωλίδου, Αρώνη, Ροντήρης, Κωτσόπουλος κ.ά.).

  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Ο θείος Βάνια χορεύει καν-καν!

HOMO SAPIENS

ΑΦΟΥ ΑΡΧΙΣΑΜΕ ΕΤΣΙ, ΔΕΝ ΘΑ ΑΡΓΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ «ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟ» ΥΠΟ ΤΗΝ ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΟΥ «LES TEMPS DES CERISES»

KEIMENO | ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗ | ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Μια θεατρική αίθουσα αξίζει στην Αθήνα: η κεντρική σκηνή του Εθνικού με τα υπέροχα κόλπα του Τσίλερ. Το να πηγαίνεις, λοιπόν, εκεί είναι πολύ ευχάριστο. Πρώτον, αποφεύγεις τα μαύρα και άραχλα θέατρα, όπου πιάνεται η μέση σου από τις καρέκλες και τη θεατρική ποιότητα, και, δεύτερον, καταλαβαίνεις ότι μπήκες σε θέατρο και όχι σε κανένα γιαπί.

Ο «Θείος Βάνια», όπως τον συνέλαβε ο Τσέχοφ, αποτελεί ένα κατηγορητήριο της παλιάς Ρωσίας απέναντι στους παρασιτικούς διανοούμενους. Στο Εθνικό, ωστόσο, σήμερα, αποδίδεται ως ερωτική ιστορία με οικολογικές ανησυχίες…

Είναι ξεκαθαρισμένο, όμως, γιατί όλες οι αίθουσες μοντέρνας τέχνης μοιάζουν σαν ετοιμόρροπες. Διότι έτσι αναδεικνύουν την αξία των φτηνών υλικών, την άρτε πόβερα, γεγονός που απομακρύνει την πιθανότητα του κιτς. Άπαξ, δηλαδή, και έχεις ασπρισμένο τον τοίχο, είσαι κιτς και παίζεις συμβατικά. Άμα, όμως, τον έχεις άβαφτο, με τους σοβάδες να κρέμονται, είσαι νεωτεριστής και παίζεις έργα αντισυμβατικά. Έτσι πάει.

Είμαι κι εγώ αντισυμβατικός τύπος, ως γνωστόν, αλλά όχι να σπάσουμε και τη μέση μας! Μετά είναι και το άλλο: στο Εθνικό μπορείς να δεις τον Δρούτσα μαζί με τον Θέμελη και ταυτόχρονα τον Βούγια. Ήρθαν να δουν Τσέχοφ, τον «Θείο Βάνια». Τσέχοφ, που λέει ο λόγος, βέβαια, διότι όταν τον έγραψε τον «Βάνια» ο Τσέχοφ δεν είχε υπόψη του τον Χουβαρδά. Διότι, εάν τον είχε, θα έγραφε άλλο έργο και όχι τον «Βάνια». Θα έγραφε το ερωτικό μιούζικαλ «Πέντε Ρώσοι και δυο Ρωσίδες τραγουδάνε Ζιλμπέρ Μπεκό».

Αλλά τι μας νοιάζει εμάς τι κάνει του «Βάνια» ο Χουβαρδάς; Ρώσοι είμαστε; Λοιπόν, όλο το ΠΑΣΟΚα είναι απόψε εδώ, υπουργοί και πολιτευτές και καλλιτέχνες, μέχρι και ο Σταύρος Μπένος ήρθε. Δεξιά και εθνικιστές, ούτε για δείγμα! Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Γιατί δεν πάνε στην κουλτούρα οι δεξιοί; Τι κάνει ο Σαμαράς; Δεν του έχουν πει πως όλο το ψωμί στον σύγχρονο κόσμο είναι στον «πολιτισμό»; Με τι ασχολείται αυτός; Άμα δεν σε δει ο κόσμος, πρόεδρε, πώς θα σε ψηφίσει αύριο; Θα αναρωτηθεί, «Μα πού ήσουν όταν εγώ έδινα μάχες για τα δίκαια αιτήματα των νεκρών ρώσων συγγραφέων;»…

Ο καημένος ο θείος Βάνια ζούσε στο χωριό και έτρεφε στη Μόσχα έναν ανόητο διανοούμενο καθηγητή, απ’ αυτούς που πλεονάζουν σε όλες τις εποχές. Μιλάνε για τέχνη και δεν έχουν ιδέα, όπως έλεγε ο Βάνια. Και όπου πάνε, μαζί με τις συζύγους τους, μολύνουν το μέρος και το καταστρέφουν. Οι διανοούμενοι.

Δεν υπάρχει πιο σκληρό κατηγορητήριο για τον ακαδημαϊσμό και την επίφαση της γνώσης από το έργο αυτό του Τσέχοφ. Κανονικά, θα έπρεπε να κοκκινίζουμε από ντροπή κάθε φορά που το βλέπουμε και καταλαβαίνουμε πόση αηδία ένιωθε ο Τσέχοφ γι’ αυτήν την παρασιτική τάξη. Το έργο αυτό δεν είναι ερωτικό. Υπάρχει μια ερωτική ιστορία, αλλά είναι στο φόντο. Ούτε είναι οικολογικό. Υπάρχει ένας φίλος της φύσης, αλλά κι αυτός είναι στο φόντο. Στο προσκήνιο είναι οι άνθρωποι του παλιού κόσμου, ο θείος Βάνια και η ανεψιά του η Σόνια, που ζούνε στο χωριό, δουλεύουν στα κτήματα και κρατάνε ακόμα όρθιο τον αληθινό κόσμο.

Αυτά με τον «Βάνια» του Τσέχοφ. Διότι ο σημερινός, στο Εθνικό, είναι εντελώς αλλιώς. Είναι αποκλειστικά ερωτικός. Ποιος αγαπάει ποιον και πότε θα απατήσει η κυρία τον άντρα της με τον έναν και με τον άλλον. Και μαζί μ’ αυτά, όπως διαβάζουμε και στο πρόγραμμα, όλο το θέμα πάει στο ζήτημα της καταστροφής των δασών, μέσω της οικολογίας του Αστρόφ! Ομως, ο Αστρόφ δεν ήτανε μέλος της ΟΥΝΕΣΚΟ, ούτε ήτανε Γιατρός Χωρίς Σύνορα. Ενας αποτυχημένος αλκοολικός γιατρός ήτανε, που τις ελεύθερες ώρες του, στη μαύρη ρωσική επαρχία, ζωγράφιζε δάση.

Καταλαβαίνετε, λοιπόν. Τι κάνεις σε ένα ερωτικό έργο; Βάζεις γαλλική μουσική! Όλοι ξέρουμε το κόλπο. Εάν θέλουμε να συγκινήσουμε ένα κορίτσι, της βάζουμε Πιάφ, εάν βεβαίως είναι παλιάς κλάσης – και εάν είναι νέα, της βάζουμε Calogero. Αυτό έκανε και ο Χουβαρδάς. Έβαλε ίσαμε 10 γαλλικά τραγούδια και το ‘κανε το ρώσικο έργο κανονικό καν-καν. Όποιος είναι λάτρης της γαλλικής μουσικής, σίγουρα θα ενθουσιάστηκε. Η  κορυφαία στιγμή ήταν όταν η Σόνια, η εντυπωσιακή κυρία Πουλοπούλου, της οποίας το ταλέντο θα φανεί σίγουρα στο άμεσο μέλλον, με φωνή παλλόμενη, γεμάτη πάθος, τραβά αιθέρια τη φούστα της και, ξαπλώνοντας νωχελικά και με τέλεια ένταση στο σανίδι, τραγουδά: «je t’aime!» Με χίλιους τρόπους το είπε, ώστε μας εξουθένωσε κανονικά.

Μαζί της ήταν και το άλλο κλου της βραδιάς, ο Γιάννης Βογιατζής ως παραμάνα. Αυτοί οι ηθοποιοί της παλιάς εποχής με δυο κουβέντες κλέβουν την παράσταση. Γιατί; Μάλλον είναι απλό. Είχαν καλύτερους δασκάλους από τους σημερινούς. Δυστυχώς.

Οι άλλοι ρόλοι χάθηκαν. Η Λυδία Κονιόρδου, η καλύτερη Σόνια στην παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή πριν από χρόνια, περνάει βιαστικά. «Σας άρεσε η Σόνια;» τη ρώτησα. «Βεβαίως», μου απάντησε χαμογελώντας, «υπεράσπισε το ρόλο της και τη σκηνοθεσία πάρα πολύ καλά!» Όλο ευγένειες είμαστε. Αλλά κι εμένα μου άρεσε πολύ η Σόνια της Πουλοπούλου. Μας παρέσυρε σε κάτι άγνωστο. Ειδικώς στην τελευταία σκηνή, στο μονόλογό της. «Θα αναπαυτούμε, θείε  Βάνια» είπε κλαίγοντας αληθινά. «Θα ακούσουμε τους αγγέλους και η ζωή μας θα γίνει ήρεμη, τρυφερή, γλυκιά σαν χάδι!»

Είναι το τραγούδι της σωτηρίας και το είπε πολύ δυνατά. Μόνον η κακόηχη λέξη «αναπαυτούμε» μας ξένισε. Ακου, «θα αναπαυτούμε!» Αυτό το ταυ μας έσκισε το αφτί. Πώς να αναπαυθούμε, Σόνια; Και να θέλουμε, δεν μας αφήνετε να αγιάσουμε…

  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, ΕΨΙΛΟΝ τ. 979, 17.01.10

Συμφωνία για οκτώ πρόσωπα. Ο «Θείος Βάνιας», η πρώτη θεατρική παράσταση που εγκαινιάζει την Κεντρική Σκηνή του Εθνικού

  • Μ’ ένα κλασικό αλλά εξορισμένο από την εποχή και τον τόπο δράσης του έργο, εγκαινιάζεται θεατρικά η Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Ο Γιάννης Χουβαρδάς σκηνοθετεί τον «Θείο Βάνια» του Αντον Τσέχοφ στη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη. Μια σύγχρονη παράσταση, με μοντέρνους εικαστικούς και υποκριτικούς κώδικες. Ο καλός ηθοποιός Νίκος Χατζόπουλος ερμηνεύει τον ομώνυμο ρόλο.

Ο συγγραφέας καταπιάνεται ξανά με το αγαπημένο του θέμα. Πλάσματα εύθραυστα, ανίκανα να δράσουν, παραδίδονται στη φθορά της μονότονης καθημερινότητας σ’ ένα αγροτόσπιτο της ρωσικής επαρχίας.

Ανήμποροι να μετακινηθούν ούτε πόντο από το τέλμα όπου βουλιάζουν, αναμασούν ήττες, απώλειες, ματαιωμένα όνειρα για τα οποία όμως ποτέ δεν αγωνίστηκαν: Ο ξεπεσμένος αλλά επηρμένος καθηγητής Σερεμπριακόφ (Μάνος Βακούσης), ηττημένος από την ποδάγρα και τα γεράματα, αλλοτινό είδωλο του Βάνια αλλά σημερινός εχθρός. Η γυναίκα του καθηγητή, η νέα και όμορφη Ελένα (Μαρία Σκουλά) άβουλη, «ρηχή σαν δευτερεύων ρόλος» όπως λέει η ίδια για τον εαυτό της. Ο κυνικός γιατρός Αστροφ (Ακύλλας Καραζήσης) με καταφύγιο τους αρρώστους του και τη βότκα. Η μικρή Σόνια (Αλκηστις Πουλοπούλου) μάταια ερωτευμένη με το γιατρό. Η Μαρία Βασίλιεβνα (Μάγια Λυμπεροπούλου), μητέρα του Βάνια, θαυμάστρια του καθηγητή.

Το είδωλο κατέρρευσε

Ανάμεσά τους κινείται ο έκπτωτος κτηματίας Τελιέγκιν (Μάνος Σταλάκης) κι ένας νεαρός (Γιάννης Τσεμπερλίδης) που μπαίνει και βγαίνει στη σκηνή. Τη νόνα του έργου ο σκηνοθέτης την αντικατέστησε μ’ ένα αντρικό, χαμηλών τόνων, πρόσωπο (Γιάννης Βογιατζής) που φροντίζει τους ενοίκους του σπιτιού.

Η χαριστική βολή για τον Βάνια έρχεται όταν ακούει τον καθηγητή να δηλώνει ότι θα πουλήσει το κτήμα στο οποίο αυτός και η Σόνια δουλεύουν επί χρόνια ακατάπαυστα, χωρίς όφελος, για να συντηρούν την πολυέξοδη ζωή εκείνου στη Μόσχα. Για το Βάνια ο καθηγητής υπήρξε το είδωλο της νιότης του. Τον σεβόταν, τον θαύμαζε, του προσέφερε τα πάντα ακόμα και το μερίδιό του από την πατρική κληρονομιά. Και τώρα που το είδωλο κατέρρευσε, τον μίσησε βαθιά.

Αυτόν κατηγορεί για όλα του τα δεινά, για το αδιέξοδο της ζωής του. Θα φτάσει στο σημείο να τον πυροβολήσει, αλλά θ’ αστοχήσει. Κι όταν η κρίση περάσει και το ζευγάρι φύγει ξανά για τη Μόσχα, όλα επιστρέφουν ξανά στο μηδέν. Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ανίκανοι να διαχειριστούν την αποτυχία και τη μοναξιά, ο Βάνιας και η Σόνια ξαναπιάνουν τους λογαριασμούς του κτήματος.

Ο Νίκος Χατζόπουλος βρίσκεται είκοσι πέντε χρόνια στο θέατρο. Εχει μεταφράσει, έχει παίξει και έχει σκηνοθετήσει μέχρι σήμερα δέκα παραστάσεις.

«Αγαπώ το έργο περισσότερο από τα τέσσερα μεγάλα έργα του Τσέχοφ. Αυτός ο μικρόκοσμος, σαν μια συμφωνία για οχτώ πρόσωπα, με γοητεύει. Ρόλος σπουδαίος, προκλητικός κι ένα περιβάλλον από συναδέλφους που γνωρίζω καλά και εμπιστεύομαι. Ο Βάνιας είναι χαρακτήρας που στοιχεία του μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε στον εαυτό μας. Κι εγώ ψάχνω δικά μου βιώματα, απώλειες.

Αντλώ ακόμα και απ’ αυτήν την κρίση ηλικίας που σε κάνει να κοιτάζεις με σκεπτικισμό το παρελθόν, ν’ αναρωτιέσαι για το μέλλον. Ο Βάνιας είναι αντιήρωας. Συνειδητοποιώντας το μάταιο της ψυχικής επένδυσης, της τυφλής πίστης του στον καθηγητή -εκείνος δεν εκτιμά τίποτα από ό,τι του πρόσφερε- στρέφεται εναντίον όλων. Γίνεται χαιρέκακος, μικροπρεπής, καταθλιπτικός. Η συνεχής γκρίνια για τη δυστυχία του, τον καθιστά γραφικό. Δεν είναι τυχαίο που όλοι -και όχι μόνον η ανιψιά του Σόνια- τον αποκαλούν «θείο Βάνια». Υιοθετώντας το ρόλο του θύματος, διεκδικεί το ενδιαφέρον για την κατάντια του. Ουρλιάζει: «Επιτέλους δώστε μου σημασία. Κι εγώ υποφέρω». Στο τέλος όλοι μένουν στάσιμοι, καταδικασμένοι να πεθάνουν. Μέσα στην τραγικότητά τους εμφανίζονται αστείοι με τον γνωστό τρόπο του Τσέχοφ. Ακόμα και ο πυροβολισμός, μια έκρηξη γελοιότητας. Μοναδικό καταφύγιο για τη Σόνια και τον Βάνια η εργασιοθεραπεία, μέχρι να έρθει ο θάνατος».

Το έργο διαδραματίζεται σ’ ένα αόριστο σήμερα και σ’ έναν χώρο που παραπέμπει σε κάποιο ίδρυμα, εντευκτήριο λέσχης ή κοινοτικού καταστήματος. Οι ηθοποιοί βρίσκονται διαρκώς στη σκηνή, αποδίδοντας τον εγκλωβισμό τους, την αδυναμία για πρωτοβουλία, τη διεκδίκηση. Από την τζαμαρία έχουν μια ισχνή επαφή με το έξω. Τα κοστούμια είναι άχρονα, ενώ ακούγονται πέντε σύγχρονα γαλλικά τραγούδια τονίζοντας φορτισμένες ψυχολογικά στιγμές των ηρώων.

«Τέτοια ανθρώπινα τοπία αναγνωρίζουμε στη σύγχρονη κοινωνία» συμπληρώνει ο Ν. Χατζόπουλος. «Σπαταλημένες ζωές, καθηλωμένα είδωλα, μεμψιμοιρίες, ματαιωμένες ελπίδες, αγκυλωμένες υπάρξεις. Ολοι γνωρίζουμε ανθρώπους που διαλέγουν να ζήσουν ως θύματα κι άλλους που επιζητούν το ανέφικτο του έρωτα για να στερήσουν κάθε δυνατότητα καρποφορίας του. Το έργο του Τσέχοφ υπήρξε σταθμός στο παγκόσμιο θέατρο. Με το «νυστέρι» του έξυσε κάτω από το δέρμα φτιάχνοντας αληθινούς, τρισδιάστατους χαρακτήρες και μας επέτρεψε ν’ ακούμε κάτω από τα λόγια, όσα δεν λέγονται». *

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Δύο παραστάσεις, δύο αναγνώσεις του Αντον Τσέχοφ: «Βυσσινόκηπος» στο Κεφαλληνίας, «Θείος Βάνιας» στο Εθνικό

  • Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις και αναγνώσεις έργων του Αντον Τσέχοφ έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν οι θεατές σε δύο κεντρικές θεατρικές σκηνές: στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας και στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Ο Στάθης Λιβαθηνός, στην πρώτη, σκηνοθετεί τον «Βυσσινόκηπο», το τελευταίο έργο του Τσέχοφ, που μόλις πρόλαβε να δει πριν πεθάνει. Η ανάγνωσή του είναι η κλασική, εκείνη που αναδεικνύει το κείμενο και τις υποκριτικές αποχρώσεις. Η Ελένη Μανωλοπούλου με το σκηνικό της κατάφερε να διαχειριστεί και να εκμεταλλευτεί έναν δύσκολο θεατρικό χώρο, να κάνει τις κολόνες του θεάτρου λειτουργικό σκηνικό, να παραπέμψει με τα σκηνικά της αντικείμενα στο τσεχοφικό σύμπαν. Ο Στάθης Λιβαθηνός επέλεξε (επιλέγει πάντα) να διαβάσει το κείμενο χωρίς ανατροπές, δίνοντας τη δυνατότητα στον θεατή να συνομιλήσει με τις λέξεις και το μήνυμα του κειμένου (του Τσέχοφ στην προκειμένη περίπτωση). Είχε στη διάθεσή του ένα σύνολο έμπειρων ηθοποιών που προσωποποίησαν με ευαισθησία και διεισδυτικότητα το μεταίχμιο μιας εποχής που αλλάζει. Ενα έργο, πάντα επίκαιρο, που διαχειρίζεται τη σύγκρουση δύο κόσμων, που σκιτσάρει γλαφυρά τη νέα οικονομική τάξη των αρχών του 20ού αιώνα και παραπέμπει ευθέως στους σύγχρονους νεόπλουτους που αντικαθιστούν την παλιά αστική τάξη.

  • Σύγχρονη εκδοχή

Στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου τη σκηνοθεσία του τσεχοφικού «Θείου Βάνια» υπογράφει ο καλλιτεχνικός του διευθυντής Γιάννης Χουβαρδάς. Και επιλέγει, μένοντας κι αυτός πιστός στις δικές του θεατρικές προσεγγίσεις, στη δική του θεατρική γλώσσα. Ο «Θείος Βάνιας» του Εθνικού Θεάτρου δεν έχει σαμοβάρι αλλά βραστήρα, δεν έχει μπερζέρες αλλά σύγχρονα έπιπλα σε μίνιμαλ γραμμή. Δεν έχει διακόσμηση στους τοίχους και τα μόνα υλικά αντικείμενα είναι τα φλιτζάνια, ο βραστήρας και οι κουβέρτες. Εχει όμως video wall, όπου οι πρωταγωνιστές εμφανίζονται τεράστιοι και τραγουδούν γαλλικά τραγούδια κάθε φορά που θέλουν να δηλώσουν κάποια εσωτερικά τους συναισθήματα. Και έχει και ο Γιάννης Χουβαρδάς στη διάθεσή του έναν σπουδαίο θίασο ηθοποιών που μεταφέρουν στο σήμερα το ασφυκτικό αδιέξοδο των ηρώων του τσεχοφικού κειμένου. Η παράσταση του Γ. Χουβαρδά μπορεί στην αρχή να ξενίζει με την ανατρεπτική προσέγγισή της, υπηρετεί όμως με συνέπεια και άποψη το σκεπτικό του σκηνοθέτη.

Δύο έργα διαφορετικά -πιο πολιτικός ο «Βυσσινόκηπος», πιο υπαρξιακός ο «Θείος Βάνιας- είχαν την εξαιρετική τύχη να μεταφραστούν από μια προικισμένη θεραπαινίδα του λόγου της μετάφρασης, τη Χρύσα Προκοπάκη. Δύο μεταφράσεις -ο «Βυσσινόκηπος» εντελώς νέα- που υπηρετούν τον λόγο και το πνεύμα του Τσέχοφ με ευαισθησία και πληρότητα.

Δύο προτάσεις διαφορετικές που μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Δύο έργα που εξακολουθούν να είναι νέα, ανεξάρτητα από τις σκηνοθετικές προσεγγίσεις. Από τα δύο διαλέγω και τα δύο.

  • Της Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24/12/2009

Σαββατοκύριακο με Τσέχοφ και Ιονέσκο

Οι πρεμιέρες του «Θείου Βάνια» στο Εθνικό και του «Ο βασιλιάς πεθαίνει» στο Θέατρο Τέχνης φέρνουν ξανά στο προσκήνιο δύο κλασικά έργα που μιλούν, το καθένα με διαφορετικό τρόπο, για τη ζωή και τον θάνατο

ΑΣΤΕΡΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

O απόλυτος εφιάλτης: να είσαι κάπου και να μην μπορείς να φύγεις. Να υπάρχουν πόρτα και παράθυρα, αλλά εσύ να νιώθεις ότι δεν σου φτάνει ο αέρας. Ούτε το φως. Κάπως έτσι νιώθουν, και θα νιώθουν για πάντα, μιας και έχουν δημιουργηθεί από δύο αριστουργηματικές πένες, τόσο ο «Θείος Βάνιας» του Τσέχοφ όσο και ο βασιλιάς Μπερανζέ στο «Ο βασιλιάς πεθαίνει» του Ιονέσκο.

Κανείς δεν έμοιαζε να λείπει από τη λαμπερή επίσημη πρεμιέρα του πρώτου το περασμένο Σάββατο, με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Γιάννη Χουβαρδά να υποδέχεται τους καλεσμένους του και με την ιδιότητα του σκηνοθέτη στο ανακαινισμένο κτίριο Τσίλερ.

Οσο για την πρεμιέρα του Θεάτρου Τέχνης, η Μάνια Παπαδημητρίου κατάφερε να σκηνοθετήσει μια απολαυστική παρτίδα σκάκι καταλήγοντας σε ένα ακόμη πιο απολαυστικό «ρουά ματ». Ο βασιλιάς πέθανε. Ζήτω ο βασιλιάς!

Φαινομενικά διαφορετικά μεταξύ τους, τα δύο έργα κρύβουν στο μεδούλι τους πολλές ομοιότητες, με σημαντικότερη όλων την αντίστροφη μέτρηση του θανάτου. Αν η ζωή ήταν δώρο για τον Θείο Βάνια (Νίκος Χατζόπουλος), εκείνος θα έψαχνε επίμονα για την κάρτα αλλαγής: «Θεέ μου, πώς θα ζήσω ακόμη άλλα τόσα χρόνια; τι θα κάνω; πώς θα τα γεμίσω;» αναφωνεί απελπισμένος.

Τοποθετημένοι στο σήμερα, οι ήρωες του έργου παραπέμπουν σε τρόφιμους γηροκομείου ή ψυχιατρείου, μέσα στο οποίο κάθε ακραία αντίδραση μοιάζει πέρα ως πέρα φυσιολογική. Η ατμόσφαιρα της παράστασης, καλοβαλμένη μέσα στο περίτεχνα αποστειρωμένο σκηνικό του Χέρμπερτ Μουράουερ, θυμίζει την ταινία του Ντενίς Αρκάν «Η επέλαση των βαρβάρων»: εννέα διαφορετικοί άνθρωποι έχουν ως μοναδικό κοινό στοιχείο τη συνειδητοποίηση του πόσο κωμικοτραγική είναι η ζωή και δεν διστάζουν να το αποδείξουν. Σε ανύποπτο χρόνο, σηκώνονται από τη σιγουριά της θέσης τους και χορεύουν τσα τσα σε άψογο συγχρονισμό, τραγουδούν Νταλιντά και Πιαφ, ενώ το «τσάι και συμπάθεια» αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον όταν στο παιχνίδι μπαίνει η ρωσική βότκα. Συγκινητικός ο Γιάννης Βογιατζής, τόσο στο παίξιμό του όσο και στην υπόκλιση.

Ο ήρωας του Ιονέσκο, ο βασιλιάς Μπερανζέ (Γεράσιμος Γεννατάς ), θα πουλούσε την ψυχή του στον Διάβολο ή θα εξαγόραζε εκείνη του θείου Βάνια προκειμένου να ζήσει λίγο ακόμη: «Μάνα, γιατί με γέννησες αφού δεν ήτανε για πάντα; / Θεέ μου, πάρε τους άλλους και άσε με μόνο μου. Μπορώ να συμφιλιωθώ με την ιδέα της μοναξιάς. Προτιμώ να μου λείπουν οι φίλοι μου, παρά να λείπω εγώ σ΄ αυτούς». Ε ξαιρετικός ο Γεννατάς ως παροπλισμένος βασιλιάς στο τελευταίο μαύρο τετράγωνο που του αναλογεί, μη μπορώντας να κάνει ούτε πίσω ούτε μπροστά. Ανάμεσα στη λευκή (Λένα Παπαληγούρα) και στη μαύρη βασίλισσα (Σοφιάννα Θεοφάνους), νιώθει σαν αξιολύπητο πιόνι. Με τον Τρελό γιατρό (Ανδρέας Μαυραγάνης) να λοξοδρομεί και να ορίζει ακριβή ώρα θανάτου και τον Στρατιώτη (Θοδωρής Αντωνιάδης) να βάζει με απολαυστικό τρόπο τα σημεία στίξης ανάμεσα σε όλο αυτό το θέατρο του παραλόγου, που ώρες ώρες μοιάζει ανησυχητικά λογικό.

«Οταν πεθάνεις θα ξεκουραστείς, θα γαληνέψεις, θα πας εκεί απ΄ όπου ήρθες… θα γυρίσεις στην πατρίδα…» τον παρηγορεί η πάλλευκη Μαρί, ως άλλη Σόνια (Αλκηστις Πουλοπούλου) που νανουρίζει με αντίστοιχα λόγια τους εφιάλτες του Θείου Βάνια. «Προτιμώ να μείνω εξόριστος» είναι η αποστομωτική απάντηση του Μπερανζέ. Και σαν τον πιο ματαιόδοξο ηθοποιό, αρνείται να συμφιλιωθεί με το κλείσιμο της αυλαίας. Οσο εκκωφαντικό και αν είναι το χειροκρότημα.

  • Κτίριο Τσίλερ, Αγ. Κωνσταντίνου 22-24, τηλ. 210 3305.074/ Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, Φρυνίχου 14, Πλάκα, τηλ. 210 3222.464.

Ενας αγαπημένος «θείος» από τα παλιά. Στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

Από αριστερά Γιάννης Βογιατζής, Μάγια Λυμπεροπούλου, Νίκος Χατζόπουλος, Μαρία Σκουλά, Ακύλας Καραζήσης, Αλκηστις Πουλοπούλου, Μάνος Βακούσης, Μάνος Σταλάκης και Γιάννης Τσεμπερλίδης.Το κλασικό αριστούργημα «Ο θείος Βάνιας» παρουσιάζεται από αύριο -για δεύτερη μόλις φορά, μετά την ιστορική παράσταση του 1953, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν-, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου (Αγίου Κωνσταντίνου 24-26).

Τοποθετημένοι στο σήμερα, οι ήρωες του Αντον Τσέχοφ είναι εγκλωβισμένοι σε ένα χώρο, χωρίς καμία ορατή οδό διαφυγής. Παγιδευμένοι στη φθορά της καθημερινότητας, τη μοναξιά, την πλήξη και την ανία, αναζητούν τον τρόπο να δώσουν νόημα στη ζωή τους ενώ γύρω τους ο κόσμος, η φύση, τα ανθρώπινα συναισθήματα αλλάζουν και σταδιακά εκφυλίζονται.

Στην απόγνωσή τους επιστρατεύουν χορό, μουσική, τραγούδι, τσάι, αλλά και βότκα, χωρίς να ξεχνούν ακόμα και το σαρκασμό ή την αυτογελοιοποίηση, όμως όλα αποδεικνύονται μάταια μπροστά στην ιστορική λαίλαπα που εισχωρεί από τις χαραμάδες της μεγάλης τζαμαρίας και τυλίγει τα πάντα σε μια γλυκιά παρακμή.

Ο καθηγητής Σερεμπριακώφ και η νεαρή γυναίκα του, Ελένα, καταφθάνουν στο απομακρυσμένο υποστατικό τους στη ρωσική επαρχία, το οποίο συντηρούν η Σόνια -κόρη του καθηγητή από τον πρώτο του γάμο- και ο θείος της Βάνιας. Η εμφάνισή τους αναστατώνει τη ζωή των ανθρώπων του κτήματος, διαταράσσει την ήρεμη καθημερινότητα και φέρνει στην επιφάνεια χαμένα όνειρα και ανεκπλήρωτους πόθους. Οι ήρωες του Τσέχοφ βλέπουν τον κόσμο γύρω τους να αλλάζει αναπόφευκτα, χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να κάνουν κάτι.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής, Γιάννης Χουβαρδάς, σκηνοθετεί για πρώτη φορά στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, η μετάφραση είναι της Χρύσας Προκοπάκη, τα σκηνικά του Χέρμπερτ Μουράουερ και οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου. Παίζουν οι ηθοποιοί Μάνος Βακούσης, Μαρία Σκουλά, Αλκηστις Πουλοπούλου, Μάγια Λυμπεροπούλου, Νίκος Χατζόπουλος, Ακύλας Καραζήσης, Μάνος Σταλάκης, Γιάννης Τσεμπερλίδης και ο Γιάννης Βογιατζής στο ρόλο της Μαρίνας. Η παράσταση θα διαρκέσει έως τις 28 Μαρτίου.

Με την έναρξη των παραστάσεων του έργου, ο θεατής θα έχει την ευκαιρία να δει στους χώρους των φουαγέ της νέας και της κεντρικής σκηνής του κτηρίου Τσίλλερ, το εικαστικό πρόγραμμα που έχει τον τίτλο «Κοινή θέα».

Ο «Θείος Βάνια» στην Ταινιοθήκη, σε μια συνεργασία σινεμά-θεάτρου. Στις 21 Δεκεμβρίου

Από την αφίσα της ταινίας

Η ταινία του Αντρέι Μιχάλκοφ-Κονταλόφσκι «Ο Θείος Βάνια» θα προβληθεί στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας, στο πλαίσιο της συνεργασίας του Εθνικού Θεάτρου με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Η προβολή θα γίνει στις 21 Δεκεμβρίου. Θα ακολουθήσουν και άλλες αντίστοιχες προβολές ταινιών.

Για τρίτη συνεχή χρονιά το Εθνικό Θέατρο και το ΕΚΚ, συνεργάζονται για την προβολή ταινιών μυθοπλασίας βασισμένες σε θεατρικές παραστάσεις από το ετήσιο ρεπερτόριο του Εθνικού Θεάτρου.

Χώρος φιλοξενίας η νέα αίθουσα της Ταινιοθήκης της Ελλάδος.

Η αυλαία των εκδηλώσεων ανεβαίνει την Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου με την προβολή της σπάνιας ταινίας του Αντρέι Μιχάλκοφ –Κονταλόφσκι Ο Θείος Βάνιας (1971) με αφορμή τον «Θείο Βάνια» του Τσέχοφ που σκηνοθετεί ο Γιάννης Χουβαρδάς στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού.

Το κλασικό αριστούργημα του Αντον Τσέχοφ, ένα έργο βαθιά ποιητικό, τρυφερό και ανθρώπινο, παρουσιάζεται για δεύτερη μόλις φορά στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μετά την ιστορική παράσταση του 1953 σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν.

Μετά το τέλος της προβολής θα ακολουθήσει συζήτηση με τους συντελεστές της παράστασης και κριτικούς κινηματογράφου.

Η προβολή της ταινίας ξεκινά στις 8 το βράδυ και η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΤΙΚΟΣ ΤΣΕΧΩΦ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ. Ο «Θείος Βάνιας» ακούει Πιάφ

Σε ασφυκτικά κλειστό χώρο (έχουν και οι εξοχές «κλειστούς ορίζοντες») θα κινηθούν τα πρόσωπα του  τσεχωφικού «Θείου Βάνια», στην αντισυμβατική παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά. Άλλωστε ο πόθος του  Τσέχωφ ήταν η ανανέωση, το φρεσκάρισμα, το άνοιγμα σε νέες ιδέες...
  • Τον «Θείο Βάνια» του Τσέχωφ εκσυγχρονίζει ο Γιάννης Χουβαρδάς για το Εθνικό Θέατρο

Με τον «Θείο Βάνια» του Άντον Τσέχωφ εγκαινιάζεται και θεατρικά (μετά την ειδικά σχεδιασμένη για την έναρξη χοροθεατρική παράσταση «Πουθενά» του Δημήτρη Παπαϊωάννου) η ανακαινισμένη Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Καθώς είναι η πρώτη καθαρά θεατρική παράσταση που σηματοδοτεί τη νέα πορεία του θεάτρου ο «Θείος Βάνιας», σε σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή, αποκτά ιστορική σημασία. Παρότι ο Τσέχωφ είναι ένας συγγραφέας τον οποίο το ελληνικό κοινό αγαπά και γνωρίζει μάλλον καλά, ο «Θείος Βάνιας» ανέβηκε μόνο μία φορά στο Εθνικό από τον Κάρολο Κουν. Φέτος, 46 χρόνια μετά, ανεβαίνει δεύτερη φορά, σε μια παράσταση που σκηνοθετεί ο τολμηρός στις σκηνικές αναγνώσεις κλασικών έργων Γιάννης Χουβαρδάς. Γι΄ αυτό και κανείς δεν περιμένει να δει το κτήμα του Σερεμπριακόφ, όπου διαδραματίζεται το τσεχωφικό αριστούργημα, να ακούσει πουλάκια που κελαηδούν στην εξοχή ή να δει τους ηθοποιούς να πίνουν τσάι από το σαμοβάρι. Μπόλικη βότκα πίνουν, χορεύουν και ακούνε τραγούδια της Πιάφ. Άνθρωποι σημερινοί, πλάσματα ημιτελή και αδύναμα, θα ελπίσουν σε μια δεύτερη ευκαιρία.

Ο «Θείος Βάνιας» που είναι έργο της τελευταίας, ώριμης περιόδου αναπλάστηκε και ολοκληρώθηκε δέκα χρόνια μετά την πρώτη γραφή, που είχε τον τίτλο «Το στοιχειό του δάσους» (1889). Κάτω από την απλή ροή των γεγονότων κλιμακώνονται πυκνές εσωτερικές εντάσεις.

«Η πλοκή στο θεατρικό έργο δεν είναι καθόλου απαραίτητη. Στη ζωή δεν υπάρχουν πλοκές. Στη ζωή είναι όλα ανακατεμένα- το βαθύ με το ρηχό, το μεγαλοπρεπές με το μηδαμινό, το τραγικό με το γελοίο» έγραφε ο Τσέχωφ στον φίλο του, συγγραφέα Ποτάπενκο. Μια λεπτή μελαγχολία διαπερνά τα πρόσωπα που συγκεντρώνονται στο υποστατικό του συνταξιούχου καθηγητή Σερεμπριακόφ (Μάνος Βακούσης) που συντηρεί ο Βάνιας (Νίκος Χατζόπουλος), αδελφός της πρώτης γυναίκας του, και όπου ζει η Σόνια (Άλκηστη Πουλοπούλου), κόρη του καθηγητή και ανιψιά του Βάνια. Εκεί έρχονται ο καθηγητής και η νεαρή γυναίκα του Ελένα (Μαρία Σκουλά) και βρίσκουν το γιατρό Άστροφ (Ακύλας Καραζήσης), τον ξεπεσμένο γαιοκτήμονα Τελιέγκιν (Μάνος Σταλάκης), τη γριά παραμάνα (Γιάννης Βογιατζής), τον εργάτη του κτήματος (Γιάννης Τεμπερλίδης) και τη μητέρα της πρώτης γυναίκας του καθηγητή (Μάγια Λυμπεροπούλου), που θα αντιμετωπίσουν ανατροπές της καθημερινότητάς τους.

Και όπως στις μεγάλες αναταράξεις που αρχίζουν από τον βυθό, έτσι και στους τσεχωφικούς ήρωες βγαίνουν στην επιφάνεια επιθυμίες ανείπωτες, πόθοι ανεκπλήρωτοι, ενώ μια σκιά απαισιοδοξίας διαπερνά τη γενική φθορά. Ακόμα και ο χάρτης που δείχνει ο Άστροφ (το πρώτο θεατρικό και αφάνταστα επίκαιρο οικολογικό μήνυμα) παρουσιάζει την καταστροφή που έχει αρχίσει να βαραίνει την ατμόσφαιρα. «Πρέπει να ζήσουμε». «Θα δουλέψουμε». «Θα αναπαυτούμε» λέει στο τέλος η Σόνια, «συμφιλιωμένη» με την ηρεμία της ρουτίνας που επανεγκαθίσταται μελαγχολικά.

ΙΝFΟ: Από το Σάββατο (προπαράσταση την Παρασκευή), στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού (Αγ. Κωνσταντίνου 22- 24, Ομόνοια, τηλ. 210-5288.170).

Ο χορός της απόγνωσης

Ο Γιάννης Χουβαρδάς προσαρμόζει το κείμενο στη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, ειδικά για την παράσταση, όπου όμως η σκηνοθεσία του γίνεται μέρος της δραματουργίας. «Πρόσωπα παγιδευμένα στη φθορά της καθημερινότητας, τη μοναξιά, την πλήξη και την ανία, αναζητούν τον τρόπο να δώσουν νόημα στη ζωή τους, ενώ γύρω τους ο κόσμος, η φύση, τα ανθρώπινα συναισθήματα αλλάζουν και σταδιακά εκφυλίζονται», σημειώνει ο σκηνοθέτης. «Στην απόγνωσή τους επιστρατεύουν χορό, μουσική, τραγούδι, τσάι αλλά και βότκα, χωρίς να ξεχνούν ακόμα και τον σαρκασμό ή την αυτογελοιοποίηση. Όλα όμως αποδεικνύονται μάταια μπροστά στην ιστορική λαίλαπα που εισχωρεί από τις χαραμάδες της μεγάλης τζαμαρίας και τυλίγει τα πάντα σε μια γλυκιά παρακμή».

  • Της Έλενας Δ. Χατζηιωάννου. ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

«Θείος Βάνιας» του σήμερα…

Στην Kεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, στις 17/12 θα δοθεί η προπαράσταση και στις 18/12 θα δοθεί η επίσημη πρεμιέρα του κλασικού αριστουργήματος του Α. Τσέχωφ «Ο θείος Βάνιας», έργο βαθιά ποιητικό, τρυφερά ανθρώπινο, σε σκηνοθεσία του καλλιτεχνικού διευθυντή του θεάτρου, Γιάννη Χουβαρδά, το οποίο παρουσιάζεται για δεύτερη μόλις φορά στο Εθνικό Θέατρο, μετά την ιστορική παράσταση του Καρόλου Κουν, το 1953.Ο καθηγητής Σερεμπριακώφ και η νεαρή γυναίκα του Ελένα καταφτάνουν στο απομακρυσμένο υποστατικό τους στη ρωσική επαρχία, το οποίο συντηρούν η Σόνια – κόρη του καθηγητή από τον πρώτο του γάμο – και ο θείος της Βάνιας. Η εμφάνισή τους αναστατώνει τη ζωή των ανθρώπων του κτήματος, διαταράσσει την ήρεμη καθημερινότητα και φέρνει στην επιφάνεια χαμένα όνειρα και ανεκπλήρωτους πόθους. Οι ήρωες του Τσέχοφ βλέπουν τον κόσμο γύρω τους να αλλάζει, μην μπορώντας να κάνουν κάτι.

Η σκηνοθεσία φέρνει το έργο στο σήμερα. Τα πρόσωπα είναι εγκλωβισμένα σε ένα χώρο χωρίς ορατή «οδό» διαφυγής. Παγιδευμένοι στη φθορά της καθημερινότητας, τη μοναξιά, την πλήξη και την ανία, αναζητούν ένα νόημα για τη ζωή τους, ενώ ο κόσμος, η φύση, τα ανθρώπινα συναισθήματα σταδιακά εκφυλίζονται. Απεγνωσμένα χορεύουν, τραγουδούν, πίνουν, αυτοσαρκάζονται, αυτογελοιοποιούνται, ανήμποροι να αντιληφθούν τις επερχόμενες ιστορικο-κοινωνικές αλλαγές, που «εισχωρούν» από τις χαραμάδες του οίκου τους, επιβεβαιώνοντας την παρακμή τους.

Μετάφραση Χρύσας Προκοπάκη, προσαρμογή κειμένου, σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, σκηνικά – κοστούμια Χέρμπερτ Μουράουερ, φωτισμοί Λευτέρη Παυλόπουλου, μουσική διδασκαλία Μελίνας Παιονίδου. Παίζουν (με σειρά εμφάνισης): Μάνος Βακούσης, Μαρία Σκουλά, Αλκηστις Πουλοπούλου, Μάγια Λυμπεροπούλου, Νίκος Χατζόπουλος, Ακύλας Καραζήσης, Μάνος Σταλάκης, Γιάννης Βογιατζής, Γιάννης Τσεμπερλίδης.