Category Archives: Θέατρο Πορεία

«Λήθη» μέσα από τη γύμνια των λέξεων

  • Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος ερμηνεύει τον μονόλογο του Δημήτρη Δημητριάδη σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου
  • Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Ενας ακόμη μονόλογος σε αθηναϊκή θεατρική σκηνή ξεκίνησε αυτή την εβδομάδα. Στο θέατρο «Πορεία», ο ηθοποιός Δημοσθένης Παπαδόπουλος ερμηνεύει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τον μονόλογο του Δημήτρη Δημητριάδη, «Λήθη». Κι αυτή τη φορά ο Δημήτρης Τάρλοου βρίσκεται πίσω από τη σκηνή, στη θέση του σκηνοθέτη. Για δεύτερη φορά στη μέχρι τώρα διαδρομή του. Θεωρεί ότι είναι μια διαδικασία ωριμότητας και ενηλικίωσης στη συνολική πορεία του, και την ονομάζει «ανάληψη ευθύνης». Μια διαδικασία που, ομολογεί, δεν αφορά μόνο το θέατρο αλλά και τις ευθύνες της προσωπικής του ζωής.

  • Η πρώτη επαφή

Δεν επέλεξε τον μονόλογο επειδή τείνει να γίνει θεατρική μόδα τα τελευταία χρόνια. Του έδωσε η μητέρα του, η Μαρίνα Καραγάτση, το βιβλίο του Δημήτρη Δημητριάδη, το διάβασε και τον ενθουσίασε. «Ξέρεις ποια ήταν η τελική ώθηση να το ανεβάσω; Το πρωτοδιάβασα στο καράβι που πήγαινα στην Ανδρο και το διάβαζα δυνατά σε μια φίλη μου. Είχαμε απομονωθεί σ’ ένα απόμερο αποθηκάκι του πλοίου. Ξαφνικά μπήκε ένα παιδάκι. Κάθισε μαζί μας, μας άκουγε και δεν έφευγε. Το κείμενο του Δημητριάδη δεν είναι ένα φιλοσοφικό κείμενο που χρειάζεται μεγάλη ανάλυση για να το καταλάβεις. Ισα ίσα. Είναι ένα κείμενο επαναλήψεων, και τόσο απογυμνωμένο και ωμό από οποιαδήποτε ποίηση ή πεποίθηση που γίνεται πάρα πολύ δυνατό μέσα απ’ τη γύμνια των λέξεων. Κι αυτό νομίζω ότι ένα παιδί μπορεί να το καταλάβει». Του αρέσει ο αρνητισμός του Δημ. Δημητριάδη, «παρ’ ότι για κάποιους μπορεί να είναι ενοχλητικός. Αυτό που λέει είναι πολύ αιρετικό και ταυτοχρόνως πολύ απελευθερωτικό. Τοποθετεί το ανθρώπινο σώμα στη θέση που του αρμόζει. Ούτε το αποθεώνει ούτε το καταδικάζει. Και λέει ότι είναι το μόνο που έχουμε. Για μένα αυτό το κείμενο είναι πιο κοντά σ’ αυτό που αντιλαμβάνομαι για την ορθοδοξία. Τα κείμενα μιλούν για το εδώ και το τώρα. Νομίζω ότι και η ορθοδοξία μιλάει γι’ αυτό το κατεπείγον της προσφοράς στον άνθρωπο εδώ και τώρα».

  • Ηθοποιός – εργάτης

Ο Δημήτρης Τάρλοου λέει ότι ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος είναι ένας «ακάματος εργάτης αυτού του μονολόγου». «Δεν είναι δήθεν, δεν καμώνεται τον σπουδαίο, δεν καμώνεται τον πολύ βαθύ. Ηρθε στην πρώτη πρόβα ξέροντας απ’ έξω όλο το κείμενο. Αυτό είναι μια πράξη. Η ίδια του η παρουσία επί σκηνής είναι μια πράξη εμπιστοσύνης και αυτοθυσίας. Γιατί δίνει ένα στίγμα, ότι ηθοποιός είναι αυτός που εκτίθεται. Είναι αυτός που δίνει κάτι απ’ τον εαυτό του που δεν είναι εύκολο να το αγγίξεις».

Από τη συζήτηση δεν θα μπορούσε να λείψει το θολό τοπίο της θεατρικής σκηνής στη χώρα μας. «Δεν μας έχουν ζητήσει να υποβάλουμε αιτήσεις για την επιχορήγηση της ερχόμενης χρονιάς. Και με τον υπουργό δεν έχουμε καμιά επικοινωνία. Αρα πρέπει να βρω πώς μπορώ να λειτουργήσω με τους όρους που θέλω και χωρίς να κάνω εκπτώσεις στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα». Φοβάται ότι ίσως αναγκαστεί να κάνει εκπτώσεις; «Νομίζω ότι θα αναγκαστούμε να περιοριστούμε σε έργα που είναι πιο ευρείας αποδοχής, χωρίς να έχουν μεγάλους κινδύνους. Θα κάνω λοιπόν παραγωγές πιο εύπεπτες από τον πολύ κόσμο, με ηθοποιούς οι οποίοι είναι πιο γνωστοί και πιο εύκολο να φέρουν κόσμο στο ταμείο και θα προσπαθήσω αυτό να γίνει με τους καλύτερους δυνατούς καλλιτεχνικούς όρους. Θέλω να πω ότι δεν έκανα τώρα ένα θέαμα με πολλούς ηθοποιούς και με πολλούς άγνωστους ηθοποιούς. Και θα συνεχίσω, όσο γίνεται, τη λογική του ρεπερτορίου. Δηλαδή τη “Λήθη” θα τη συνεχίσω και του χρόνου, παρότι ο Δημοσθένης θα μας εγκαταλείψει για να εγκατασταθεί μόνιμα στο Βερολίνο. Θα έρθει όμως για τις παραστάσεις».

Κάθε Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη στο θέατρο «Πορεία» (Τρικόρφων 3-5, κοντά στην πλ. Βικτωρίας). Παράλληλα συνεχίζονται στον ίδιο χώρο, «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν» και το «Κτήνος στο φεγγάρι».

«Η λήθη είναι εθνική αναγκαιότητα»

  • Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΓΥΜΝΟΣ ΣΕ ΜΟΝΟΛΟΓΟ ΤΟΥ Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

«Τα κείμενα του Δημητριάδη σε αρπάζουν από τα μαλλιά και σε σέρνουν. Το μόνο που οφείλεις να κάνεις είναι να μην αντιστέκεσαι», παραδέχεται ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος.

«Στις μέρες μας το γυμνό είναι περισσότερο κοινοτοπία παρά πρόκληση», επισημαίνει ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος

«Στις μέρες μας το γυμνό είναι περισσότερο κοινοτοπία παρά πρόκληση», επισημαίνει ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος

Ολόγυμνος ερμηνεύει από απόψε στο θέατρο «Πορεία» το μονόλογο του Δημήτρη Δημητριάδη «Λήθη», που σκηνοθετεί ο Δημήτρης Τάρλοου. Είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται στην Ελλάδα «ολόκληρο» το κείμενο. Ανέβηκε για πρώτη φορά το 1998 στο Παρίσι στο Petit Odeon από τον J.-C. Bailly και το 2001 στο Theatre de Bobigny.

Το έναυσμα του Δημητριάδη να γράψει τη «Λήθη» ήταν το ερώτημα: «Τι μας κάνει να δίνουμε τόση σημασία στη μνήμη; Οταν η μνήμη, ως επανάληψη του εαυτού της, έχει τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας ψυχικής συναισθηματικής και σωματικής εμπλοκής, χωρίς να προσφέρει τίποτα περισσότερο;».

Τότε σκέφτηκε «τι λύτρωση θα ήταν αν δεν μας βάραινε η μνήμη όσων προηγήθηκαν». Και εξηγεί: «Πρόκειται για την απόρριψη οποιουδήποτε στοιχείου κάνει τη ζωή να καθηλώνεται σε ένα σημείο και να επαναλαμβάνει τον εαυτό της, σε μια μια στασιμότητα, αποβάλτωση, όπως λέμε αποβλάκωση. Οπότε, αυτός ο μονόλογος είναι μια λυτρωτική πράξη. Η λήθη αποτελεί πια μια εθνική αναγκαιότητα», τονίζει ο συγγραφέας.

Το σκηνικό της «Λήθης» στο «Πορεία» είναι ένα γυάλινο κουτί, μέσα στο οποίο βρίσκεται ένα γυμνό σώμα, το κορμί του Δημοσθένη Παπαδόπουλου. «Νιώθω άνετα σ’ αυτό το κουτί. Οπως και στο κουτί της ζωής μου», λέει ο ηθοποιός. Δεν θεωρεί πρόκληση το ότι εμφανίζεται γυμνός; «Επαφιέται στη γνώμη του κάθε θεατή», απαντά. «Στις μέρες μας περισσότερο κοινοτοπία είναι το γυμνό, παρά πρόκληση. Στην παράστασή μας, πάντως, το γυμνό είναι μια αναγκαιότητα».

Αντιμετώπισε πρώτη φορά το κείμενο του Δημητριάδη το ’95. «Το δουλέψαμε πάνω στους «Ορισμούς» του με τον Σπύρο Σακκά για το θέατρο «Αμόρε»», θυμάται. «Η γραφή του Δημητριάδη είναι τόσο βαθιά προσωπική που γίνεται συλλογική, παγκόσμια».

Πώς οδηγείται ο ήρωας της «Λήθης» από το «τώρα αρχίζω» στο «τώρα ξεχάστε με»;

«Κάθε αρχή είναι ένα τέλος. Και κάθε τέλος εμπεριέχει τη λήθη», εξηγεί ο ηθοποιός. «Αυτήν αναζητεί και διεκδικεί ο ήρωας. Η λήθη στο κείμενο είναι λύτρωση. Για να αρχίσεις, πρέπει να ξεχάσεις. Για να γεννηθείς, πρέπει να ξεχαστείς. Το κείμενο είναι ένας κύκλος. Οπως και η ζωή».

Ο ήρωας θέλει να κάνει μια καθαρή και καινούργια αρχή. «Συνειδητοποιεί ότι, για να το πετύχει, πρέπει να κερδίσει τη λήθη. Η λήθη είναι μια πράξη συνειδητή. Δεν είναι απώλεια μνήμης. Είναι υπαρξιακή και πολιτική επιλογή. Η πορεία του μέσα στο κείμενο είναι αυτή η συνειδητοποίηση. Οτι, για να αρχίσεις πραγματικά, πρέπει να τελειώσεις».

Ο Δημητριάδης θεωρεί τη λήθη «εθνική αναγκαιότητα». «Συμφωνώ», προσθέτει ο Παπαδόπουλος. «Η μνήμη στην ιστορία της ανθρωπότητας, είτε σε πολιτικό είτε σε θρησκευτικό επίπεδο, ήταν και είναι κινητήριος μοχλός για πολέμους, διαμάχες, πολιτικές και θρησκευτικές αντιπαραθέσεις. Ο Δημητριάδης είναι βαθιά πολιτικός συγγραφέας. Γράφει για τον άνθρωπο. Συνεπώς και για το περιβάλλον του».

«Η μνήμη σκληραίνει. Η μνήμη μισεί. Η λήθη μαλακώνει», γράφει ο Δημητριάδης. «Ο ήρωας της «Λήθης» αποζητά την καθαρότητα», υπογραμμίζει ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος. «Μια απόλυτα καθαρή αρχή. Νομίζω πως αυτό είναι μια βαθιά υπαρξιακή αναζήτηση για όλους μας. Κι επειδή είναι τόσο προσωπική, γίνεται πολιτική. Στις μέρες μας ιδιαίτερα είναι αναγκαία η εκκαθάριση του σκληρού δίσκου. Σε προσωπικό, συλλογικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο».

* Σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Φωτισμοί: Φελίς Ρος. Σχεδιασμός ήχων – μουσική: Μπλέιν Ρέινινγκερ. Παραστάσεις: Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη. Η «Λήθη» επανεκδίδεται από τις εκδόσεις «Σαιξπηρικόν». *

«Ζούμε ψευδώς»

«Να μην υπάρχει τίποτα, τίποτα να μην έχει μείνει. Η ασημάδευτη γεωγραφία. Τοπίο ακατοίκητο. Κανένα τοπίο. Ούτε χρονολογία, ούτε όνομα. Καμία πράξη, κανένα έργο, ούτε κατόρθωμα. Ούτε τάφος, ούτε θρόνος. Και κανείς. Ούτε σαβανωμένος ούτε στεφανωμένος. Κανείς. Η απεραντοσύνη της ακαταμέτρητης ανυπαρξίας».

Ο πρωταγωνιστής της «Λήθης» Δημοσθένης Παπαδόπουλος

Ο πρωταγωνιστής της «Λήθης» Δημοσθένης Παπαδόπουλος

Ο Δημήτρης Δημητριάδης έγραψε τη «Λήθη» πριν από 14 χρόνια. Προοριζόταν για θεατρική δουλειά που δεν έγινε ποτέ. Κι ενώ αρχικά δεν υπήρχε σκέψη για συνέχεια, το κείμενο πυροδότησε τη γέννηση τεσσάρων μονολόγων («Ηττα», «Μνήμη», «Μετάνοια», «Τέχνη»). Κάθε κείμενο θίγει με τρόπο απόλυτο ένα διαφορετικό θέμα φτάνοντας στα άκρα. Η «Λήθη» επανεκδίδεται από τις εκδόσεις «Σαιξπηρικόν» και παρουσιάζεται ως μονόλογος από αύριο στο θέατρο «Πορεία» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου με ερμηνευτή τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο. Εξ ου και η συζήτησή μας με τον Δ. Δημητριάδη για την αλήθεια και το ψέμα, τις λέξεις που δεν υπάρχουν πια και τις χαμένες ευκαιρίες της χώρας μας.

Ο άνθρωπος που απευθύνεται σε μας από τη σκηνή έχει αναλάβει την ευθύνη, σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Ολα έχουν τελειώσει. Εκείνος έρχεται από το πουθενά. Η κίνηση είναι εξωστρεφής, το στοιχείο της εξομολόγησης έντονο:

«Το κείμενο μιλά για την ανάληψη μιας αλήθειας, της λήθης» λέει ο συγγραφέας. «Ολα έχουν τελειώσει, αλλά εμείς αρνούμεθα να το δεχτούμε. Δεν υπάρχει πλέον αντιστοιχία ανάμεσα στις λέξεις και στις έννοιες, στα πράγματα και τη σημασία τους. Οι λέξεις δεν πληροφορούν, αλλά κρύβουν. Μέσα σ’ αυτό το πολιτιστικό και ιστορικό χάσμα, ζούμε ψευδώς. Η στιγμή του τέλους έχει έρθει, τη ζούμε, μη σας πω ότι έχουμε περάσει στον επόμενο ιστορικό κύκλο. Τα πάντα πρέπει να επανατοποθετηθούν».

Το αίτημα του κειμένου είναι η προσωπική ανάληψη κινδύνου, η κατάφαση στην απόλυτη έκθεση, το ξεγύμνωμα που παραμερίζει κάθε δικλίδα ασφαλείας. Ο εαυτός εκτίθεται με τρόπο απόλυτο, οριστικό, παραιτούμενος, όλο χαρά μάλιστα, από αγαθά κατακτημένα μέσα στους αιώνες. Ολα απ’ την αρχή σαν να μην υπάρχει αποθηκευμένη γνώση, Ιστορία, μνήμη. Η απάλειψη του προσώπου ή του ονόματος, η κατάρριψη ή η ματαίωση της παγιωμένης μορφής αποτελεί προϋπόθεση. Το αίτημα απαιτεί ισχυρή δύναμη ψυχής.

«Απαιτεί το μεγαλύτερο δυνατό άνοιγμά μας. Σαν ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμού σε Κοσμικό επίπεδο. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα πιο μικρόψυχο από τη φράση ενός νομπελίστα συγγραφέα: «Γράφω για να με θυμούνται». Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να σε θυμούνται. Ποιος έχει το όνομα που διάλεξε; Το αληθινό όνομα δεν μας το έχουμε δώσει. Το βασικό στοιχείο της δημιουργίας λοιπόν αφορά την ανάληψη μιας νέας ονομασίας».

Για τον Δ. Δημητριάδη δεν υπάρχει άρνηση και πεσιμισμός στο κείμενο. Αντίθετα, η λευκή σελίδα που προτείνει η «Λήθη», δημιουργεί πλαίσιο ελευθερίας, λύτρωσης. «Αυτός που μιλά δεν ζητά τίποτα. Μιλά για εκείνον, τον «εαυτό», που προσδοκώντας το ελάχιστο, το τίποτα, εκτίθεται με όποιες συνέπειες. Ας ξαναγίνουμε ευθείς από πλάγιοι, που έχουμε κυρτώσει»…

Κι ενώ τρομάζουμε μην τυχόν λησμονήσουμε, η μνήμη αποθεώνεται: «Ολοι θυμούνται συνεχώς. Θυμούνται να μην ξεχάσουν να φωνάζουν πιο δυνατά απ’ το θάνατο. Αυτή είναι η ιστορία του θανάτου. Αυτή είναι η ιστορία τους. Φωνάζουν για να μην τους ξεχάσουν, για να μην ξεχαστούν».

«Συνηθίζουμε να λέμε «δεν υπάρχει λαός χωρίς μνήμη». Εγώ θα το αντέστρεφα: «δεν υπάρχει λαός χωρίς λήθη». Υπό την έννοια ότι η μνήμη λειτουργεί ως ένα είδος βαλτώδους καταφυγίου. Με τη βαριά αχλύ της ενθαρρύνει την αποφυγή του αγώνα, εξισώνεται με το αντίθετο της ζωής. Δεν είναι τυχαίο που η λέξη μνήμη γειτονεύει με τις λέξεις μνήμα, μνημείο… Αντίθετα, με τη λήθη δοξάζεται η συνέχεια, η καθαρότητα, το νέο».

Ο μονόλογος τελειώνει μ’ ένα γενναίο «ξεχάστε με».

«Η λήθη περικλείει όλη τη μνήμη κι ας ακούγεται αυτό ως παραδοξολογία. Χρειάζεται θάρρος για να εγκαταλείψουμε τη βολεμένη θέση όπου τίποτα δεν έχει νόημα, τίποτα δεν λειτουργεί σε εμπράγματο επίπεδο. Πρέπει να βρούμε το στοιχείο που κρύβεται πίσω από το λεγόμενο αυτονόητο. Αλλωστε και το αντίστροφο του αυτονόητου δεν παύει να είναι πραγματικό!»

Ο Δ. Δημητριάδης έχει διαπρέψει στην Ευρώπη. Τα θεατρικά του μεταφράζονταν, παίζονταν και ξαναπαίζονταν εδώ και χρόνια. Ο Ολιβιέ Πι, καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου «Οντεόν», είχε αφιερώσει σε κείνον τη σεζόν 2009-2010. Στην Ελλάδα μετά από μια περίοδο αμφισβήτησης το έργο του άρχισε να αναγνωρίζεται. Αλλά εκείνος δεν θέλει να μιλάει γι’ αυτά:

«Το θέμα δεν είναι εγώ. Ομως, στο πλαίσιο εκείνου του αφιερώματος σε μένα, οι Γάλλοι ήταν έτοιμοι στην προοπτική μιας συνεργασίας με την Ελλάδα. Αλλά η χώρα μας δεν τους έκανε την τιμή… Δεν ήρθε κανείς από τους θεσμικούς εκπροσώπους της πολιτείας και του θεάτρου που είχαν κάθε λόγο να αξιοποιήσουν την ευκαιρία. Αυτή η εκκωφαντική απόρριψη της Ελλάδας μ’ έκανε να πιστεύω ότι δεν αξίζει πραγματικά τον κόπο».

Οσο για το πώς μας βλέπουν οι ξένοι, δεν έχει επιφυλάξεις: «Δεν μας ξέρουν. Ούτε πρόσωπα και πράγματα. Και πιστέψτε με, αν υπήρχαν και άξιζαν, θα τα έβρισκαν…»

Συνδέει τα πρόσφατα επεισόδια με τους μετανάστες-καταληψίες της Νομικής Σχολής με το μεγάλο θέμα της αλλοτριότητας, το φόβο του ξένου, του άγνωστου.

«Στο βάθος βρίσκεται το θέμα μιας ταυτότητας που προσπαθεί να περισώσει τα ίδια της τα ερείπια. Πρόκειται για τους μηχανισμούς αυτοπροστασίας που η «Λήθη» θέλει να καταρρίψει. Οσο δεν θα συνειδητοποιούμε ότι όλα έχουν τελειώσει, τόσο θα αυξάνονται η κοινωνική βία και καταστολή, η ταπείνωση και η υποβάθμιση του αδύναμου».

Ο ίδιος ένιωσε πιο ξένος στη χώρα του παρά στην Ευρώπη όπου βρισκόταν επί χρόνια. «Δεν ένιωσα ποτέ ενταγμένος σε κάποια χώρα, πόλη, κοινότητα, ομάδα, εταιρεία, σύλλογο… Μια διακριτή αλλά εντελώς συνειδητή στάση απέναντι στα πράγματα με προφύλαξε από τριβές και την όποια αναγνώριση που ενδεχομένως θα άμβλυνε τις εσωτερικές μου αιχμές».

Ούτε νιώθει μόνος. «Δεν υπάρχει πιο ριζική κατάρριψη της μοναξιάς από την ίδια τη διαδικασία γραψίματος. Μόνος νιώθεις στην παρουσίαση του βιβλίου ανάμεσα σε δεκάδες κόσμου…»

  • ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Επτά, Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Το «Κτήνος» καταπίνει για δεύτερη χρονιά το φεγγάρι

Μιλγουόκι, Γουισκόνσιν 1921. Ο 20χρονος Αρμένιος Αράμ Τομασιάν (Δημήτρης Τάρλοου) είναι ο μόνος από την οικογένειά του που επέζησε της Γενοκτονίας και διέφυγε στις ΗΠΑ για να ασκήσει το επάγγελμα του φωτογράφου, ειδικευμένου σε οικογενειακές φωτογραφίες. Η 15χρονη Σέτα (Ταμίλα Κουλίεβα) είναι «η νύφη από φωτογραφία» που καταφθάνει στο σπίτι του. Από εκεί και πέρα αρχίζει η κοινή τους πορεία ως ζευγαριού που ελπίζει να κάνει οικογένεια.

«Το κτήνος στο φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι είναι μια ανθρώπινη ιστορία βασισμένη σε ένα πραγματικό ιστορικό στοιχείο, τη γενοκτονία των Αρμενίων. Οσο για τον τίτλο του, προέρχεται από τον μύθο που θέλει, κατά την έκλειψη Ηλίου του 1893 στην Τουρκία, ένα «κτήνος» να κατάπιε το φεγγάρι. Τότε, λέγεται, οι Τούρκοι έστρεψαν τα όπλα τους για να το σκοτώσουν και με τα ίδια όπλα αποφάσισαν να εξολοθρεύσουν τους χριστιανούς Αρμένιους.

Οταν η παράσταση στο θέατρο Πορεία φθάνει στο τέλος της, έχουν περάσει δώδεκα χρόνια (1933). Ο Αράμ και η Σέτα δεν έχουν κάνει παιδιά, οι συμβιβασμοί έχουν δώσει τη θέση τους στα όνειρα, αλλά ένα μικρό ορφανό αγόρι μπορεί να είναι αυτό που θα τους δώσει ελπίδα για το μέλλον. Ο Στάθης Λιβαθινός υπογράφει τη σκηνοθεσία μιας παράστασης που επαναλαμβάνεται για δεύτερη συνεχή χρονιά.

ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ

  • Θέατρο Πορεία, Τρικόρφων 3-5
  • Παραστάσεις κάθε Κυριακή στις 19.30
  • Ως τις 9/1/2011 Τιμές εισιτηρίων: 22 και 15 ευρώ

Η γάτα που την έλεγαν Holiday. Μουσική παράσταση κάθε Τετάρτη και Κυριακή στο θέατρο «Πορεία»

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ. Μια νεαρή τζαζ πιανίστα και τραγουδίστρια, που λατρεύει την Billie Holiday, έχει το ελάττωμα να ακούει φωνές και να κάνει ατέλειωτες συζητήσεις με φανταστικούς συνομιλητές. Η ηρωίδα της μουσικής παράστασης που παρουσιάζεται δύο φορές την εβδομάδα, Τετάρτη και Κυριακή στο θέατρο «Πορεία», δουλεύει ως σερβιτόρα, βρίσκεται σε κατάθλιψη και το μόνο που την κινητοποιεί είναι ο φανταστικός της διάλογος με την Billie.

Ομως τα πράγματα μπερδεύονται όταν μια μαύρη γάτα, που μιλάει άπταιστα αγγλικά, διαβεβαιώνει τη φίλη μας ότι είναι μετενσάρκωση της Billie Holiday. Κι αρχίζει η μαύρη γάτα να παρασύρει τη νεαρή πιανίστα σ’ ένα φανταστικό και συγχρόνως κωμικό ταξίδι στο παρελθόν της διάσημης τραγουδίστριας, όπου η ζωή και ο θάνατος μπερδεύονται.

Παρ’ όλα αυτά, αυτή η περίεργη και μπερδεμένη διαδικασία δίνει μια ξεχωριστή δύναμη στη νεαρή μουσικό.

Ολο αυτό το περίεργο σύμπαν ζωντανεύει στη σκηνή του θεάτρου «Πορεία» η Φωτεινή Παπαδόδημα, που υπογράφει και το κείμενο της παράστασης «Μια γάτα που τη λέγαν Billie Holiday», και μαζί της παίζει ζωντανή μουσική ο συνθέτης και σαξοφωνίστας Ντέιβιντ Λιντς.

«Δύο καλλιτέχνες με πάθος για τη μουσική και μεγάλη αγάπη για το θέατρο, συναντιόμαστε για να μοιραστούμε τις σκέψεις μας και να εφαρμόσουμε τις ιδέες μας σε μια παράσταση που ερευνά τη θεατρικότητα της μουσικής και τη μουσικότητα του θεάτρου. Το κείμενο της Φωτεινής ξεκλειδώνει τα απόκρυφα δωμάτια της μουσικής σκέψης μ’ έναν απλό, προσωπικό και άκρως συναισθηματικό τρόπο. Μ’ έναν τρόπο αβίαστο αλλά μη αναμενόμενο, το θέατρο και η μουσική φλερτάρουν, χορεύουν και σμίγουν φωτίζοντας κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο την ιστορία», λέει στο σημείωμά του ο σκηνοθέτης της παράστασης Θοδωρής Αμπαζής. Τα κοστούμια φρόντισε η Πηνελόπη Τριανταφύλλου.

Θέατρο Πορεία, Τρικόρφων 3-5 και 3ης Σεπτεμβρίου 69, κάθε Τετάρτη και Κυριακή στις 10 μ.μ. Η παράσταση διαρκεί 90 λεπτά.

«Το κτήνος» επιστρέφει. Δέκα χρόνια μετά, ο Δημήτρης Τάρλοου προτείνει και πάλι το έργο του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, με τους ίδιους συντελεστές, σε μια χρονιά μνήμης για το θέατρο Πορεία

Με μια διάθεση να αποδώσει φόρο τιμής σε ανθρώπους που τον διαμόρφωσαν και τους οποίους αγάπησε, ο Δημήτρης Τάρλοου γιορτάζει τα δεκάχρονα του θεάτρου Πορεία με ένα ρεπερτόριο τεσσάρων έργων, εκ των οποίων τα δύο είναι «μνήμης». Ηταν πριν από δέκα χρόνια όταν πρότεινε στο αθηναϊκό κοινό «Το κτήνος στο φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι: Σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού , με την Ταμίλα Κουλίεβα και τον Γιάννη Κυριακίδη, ο οποίος δεν υπάρχει πια, στον ρόλο του αφηγητή.

Η παράσταση αγαπήθηκε πολύ και γνώρισε μεγάλη επιτυχία κόβοντας 13.000 εισιτήρια μέσα σε πέντε μήνες. Σε αυτήν θέλησε να επιστρέψει, και μάλιστα με τους ίδιους συντελεστές- στον ρόλο του αφηγητή, αυτή τη φορά, ο Γιώργος Μπινιάρης. «Πράγματι δεν είναι συνηθισμένο, αλλά θα έπρεπε» λέει σχετικά με την επιστροφή του σε έργα που έχει παίξει στο παρελθόν . «Οι τόσο επιτυχημένες δουλειές που κάνεις στη θεατρική σου πορεία δεν είναι πάνω από πέντε ή έξι- αν είσαι και τυχερός. Θα άξιζε λοιπόν κανείς να τις κρατά σε ρεπερτόριο, εκτός βέβαια αν οι ρόλοι σε ξεπερνούν ηλικιακά. Ετσι σκέφτηκα ότι ένα νέο κοινό μπορεί να δει “Το κτήνος”. Ομολογώ ότι υπολογίζω και στην επιτυχία που γνώρισε τότε».

Οσο για τη δεύτερη, μεγάλη παραγωγή της σεζόν, επέλεξε την «Υπόθεση της οδού Λουρσίν» του Λαμπίς, την οποία είχε σκηνοθετήσει με ξεχωριστή μαεστρία ο Τάσος Μπαντής στο θέατρο Εμπρός το 1996. «Ηταν μια από τις καλύτερες σκηνοθεσίες του Τάσου. Με την επιλογή μου αυτή ήθελα να τιμήσω τον άνθρωπο που με διαμόρφωσε, που μου έδειξε πώς κάνεις θέατρο, με τι διάθεση και τι τρόπο. Του χρωστάω πολλά» λέει και θυμάται ότι η πρώτη γνωριμία τους ήταν όταν ο σκηνοθέτης τού τηλεφώνησε για τη μετάφραση του «Αμερικανικού βούβαλου»- «είχε μάθει ότι ήξερα καλά αγγλικά». Για την παράσταση του Ντέβιντ Μάμετ, από τις μεγάλες επιτυχίες της τότε παρέας του Εμπρός, ο Δημήτρης Τάρλοου δούλεψε μαζί με τον Τάσο Μπαντή. «Μετά τον έπεισα να παίξω και στη συνέχεια έκανα ακόμη δύο-τρία πράγματα εκεί».

«Μεγαλώσαμε κατά δέκα χρόνια» μου λέει καθώς του ζητώ να μου μιλήσει για την επιστροφή του στον ρόλο του Αράμ στο «Κτήνος στο φεγγάρι»: «Ψυχολογικά είναι περίεργο να αντιμετωπίζεις ένα κείμενο που το έχεις κάνει στο παρελθόν. Από την άλλη, είναι πολύ εύκολο- σαν το ποδήλατο, που δεν το ξεχνάς ποτέ. Υπάρχει μια ροή μέσα μου, μια σιγουριά στη δόμηση του ρόλου και κυρίως μια δεδομένη επικοινωνία μετην Ταμίλα, που έχει πλέον βαθύνει».

Εργο βαθιά συγκινητικό, «Το κτήνος στο φεγγάρι» πραγματεύεται μια προσωπική ιστορία μέσα σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Στο επίκεντρο βρίσκονται ο Αράμ και η Σέτα, ένα ζευγάρι Αρμενίων που μεταναστεύει στην Αμερική στα μέσα της δεκαετίας του ΄20. «Είναι εξαιρετικά δομημένο αυτό το έργο του Καλινόσκι» σημειώνει ο πρωταγωνιστής. «Παίζει πολύ με το θέμα της φωτογραφίας και το πώς ένας άνδρας επιλέγει μια γυναίκα από φωτογραφία. Δεν του τη στέλνουν, του στέλνουν μια άλλη, εκείνος δεν τη θέλει, αλλά αναγκάζεται να μείνει μαζί της. Και αυτή είναι που θα τον μετατρέψει από ένα παγωμένο πλάσμα σε έναν άνθρωπο με αισθήματα και συμπόνια».

Πλάι στο συναίσθημα ο Καλινόσκι έθεσε και μια σειρά κοινωνικά ζητήματα «τα οποία είναι και σήμερα εξίσου επίκαιρα: υπό το άγρυπνο πνεύμα του Ομπάμα ακόμη τα συζητούν οι Αρμένιοι με τους Τούρκους. Οσο για τη μετανάστευση, παραμένει θέμα φλέγον και συγκινητικό. Γιατί ξεχνάμε πάντα τη δική μας μετανάστευση…» . Και καταλήγει: «Ενώ μπαίνει μέσα στα σκοτάδια της ύπαρξης και των σχέσεων, το έργο διαθέτει μια αχτίδα φωτός. Κουράστηκαν οι άνθρωποι να βλέπουν έργα χωρίς λύση και διαφυγή. Θέλουν αθωότητα και ελπίδα, και “Το κτήνος” τούς το δίνει απλόχερα. Ολοι έχουμε μέσα μας την ικανότητα να αλλάξουμε και να ζήσουμε το θαύμα της επικοινωνίας». Μακάρι.

  • ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

10 χρόνια «Πορεία» με κωμωδία

  • «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν» του Λαμπίς επιστρέφει τον χειμώνα στη σκηνή για μια καλλιτεχνική ρετροσπεκτίβα που συμπληρώνουν «Το κτήνος στο Φεγγάρι», η «Πάχνη» και η… Μπίλι Χόλιντεϊ

Μια καλλιτεχνική ρετροσπεκτίβα προτείνει ο Δημήτρης Τάρλοου για τον χειμώνα. Μια χρονιά «πολύ σημαντική» για το θέατρο «Πορεία» θα είναι η φετινή, αφού κλείνει δέκα χρόνια δημιουργικής εργασίας ως μόνιμη στέγη του «Δόλιχου» και σχεδόν μισό αιώνα ζωής (1961) από την πρώτη του λειτουργία ως θέατρο.

Δ. Τάρλοου και Ταμίλα Κουλίεβα θα πρωταγωνιστήσουν και στο έργο του Λαμπίς «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν» και στο «Κτήνος στο Φεγγάρι»

Δ. Τάρλοου και Ταμίλα Κουλίεβα θα πρωταγωνιστήσουν και στο έργο του Λαμπίς «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν» και στο «Κτήνος στο Φεγγάρι»

«Ενας κύκλος κλείνει και πριν ανοίξει ο νέος, είπα να κοντοσταθώ λίγο, να κοιτάξω πίσω, να δω αυτά που με σημάδεψαν ως ηθοποιό αλλά και αυτά που έπαιξαν έναν σημαντικό ρόλο στην εταιρεία θεάτρου που εκπροσωπώ», σημειώνει ο Δημήτρης Τάρλοου.

Η «Πάχνη» θα ανέβει στη δεύτερη σκηνή του «Δόλιχου»

Η «Πάχνη» θα ανέβει στη δεύτερη σκηνή του «Δόλιχου»

Ετσι «επιστρέφει» στη μαύρη κωμωδία του Ευγένιου Μαρέν Λαμπίς «Η υπόθεση της οδού Λουρσίν», στην «αξέχαστη παράσταση της οποίας είχα την τύχη να παίζω το 1996 υπό την εξαίρετη σκηνοθετική μπαγκέτα του αείμνηστου Τάσου Μπαντή στο θέατρο «Εμπρός».

Ηταν το συγκεκριμένο έργο και η συγκεκριμένη συνεργασία που γέννησε μέσα μου τη βαθιά επιθυμία για τη δημιουργία ενός θεάτρου χωρίς συμβιβασμούς στην ποιότητα των παραστάσεων που θα παρουσιάζει.

Δύο, μόλις, χρόνια μετά ο «Δόλιχος» ήταν πραγματικότητα», θυμάται. Τη σκηνοθεσία της παράστασης υπογράφει η Μάρθα Φριντζήλα και η μουσική θα είναι ζωντανή, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό για την παράσταση, καθώς επιδιώκεται η μουσική να λειτουργεί ως σχόλιο στα τεκταινόμενα και έτσι να προσδίδεται η αμεσότητα και η κωμικοτραγικότητα του έργου. Παίζουν: Δ. Τάρλοου, Ερ. Λίτσης, Π. Τσεβάς, Μ. Φωτόπουλος, Τ. Κουλίεβα, Κ. Νικολόπουλος (Κεντρική Σκηνή, πρεμιέρα 19/2/2010).

Το δεύτερο έργο «επιστροφής» είναι το «Κτήνος στο Φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, που αποτέλεσε το εναρκτήριο έργο για τον «Δόλιχο». Η παρουσίασή του το 1999 είχε στεφθεί με επιτυχία, ενώ η συνεργασία με τον Στάθη Λιβαθινό σφράγισε τη θεατρική διαδρομή του σχήματος.

Η παράσταση θα δουλευτεί από την αρχή, δεδομένου του χρονικού διαστήματος που χωρίζει τις δύο παραστάσεις, καθώς και των δύο νέων προσώπων που θα ενσαρκώσουν τους ρόλους του αφηγητή και του Βίνσεντ.

Ρόλος που αγάπησα
«Είναι ένα ενδιαφέρον πείραμα και μια σπάνια ευκαιρία να επιστρέφει κανείς σε ρόλους που αγάπησε τόσο ο ίδιος όσο και το κοινό και να εμβαθύνει στην ερμηνεία του με την εμπειρία που αποκτά από το πέρασμα του χρόνου», τονίζει ο πρωταγωνιστής. Παίζουν: Δ. Τάρλοου, Τ. Κουλίεβα, Γ. Μπινιάρης.

Η παράσταση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του ηθοποιού Γιάννη Κυριακίδη (Κεντρική Σκηνή, πρεμιέρα 23/10).

Ενα καινούργιο ελληνικό έργο των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη, με τίτλο «Πάχνη», θα παιχθεί ως εναλλασσόμενο ρεπερτόριο στη δεύτερη σκηνή του θεάτρου.

«Η θεματολογία του και η γραφή του κρίνεται επίκαιρη και ενδιαφέρουσα και με τη συνδρομή του σκηνοθέτη Τάκη Τζαμαργιά και των δύο νέων ηθοποιών (Μ. Καρατζογιάννης, Γ. Ντούσης) πιστεύουμε ότι θα αποτελέσει ένα ισχυρό δίπολο με το «Κτήνος στο Φεγγάρι», με κεντρικό άξονα ανθρώπους του περιθωρίου, τους μετανάστες και την οικογένεια (πρεμιέρα 20/10)».

  • «Ταξιδι» στη Νέα Υόρκη

Η τέταρτη παραγωγή του Θεάτρου «Πορεία», η οποία θα ξεκινήσει μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, στη δεύτερη σκηνή, είναι μια δημιουργία της ηθοποιού και περφόρμερ Φωτεινής Παπαδόδημα, με κεντρικό θέμα την τραγουδίστρια Μπίλι Χόλιντεϊ. Η Φωτεινή Παπαδόδημα και ο Ντέιβιντ Λιντς θα επιχειρήσουν να μας μεταφέρουν στη Νέα Υόρκη τού τότε και του τώρα με όχημα τις εμπειρίες της Παπαδόδημα στην Αμερική και τη λατρεία της γι αυτήν τη σπουδαία μουσική. [Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 16/09/2009]

Βάκχες… δωματίου

μυρτω λοβερδου | το βήμα, Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Προτού ο Δημήτρης Τάρλοου της προτείνει τις «Βάκχες», η Ρενάτε Τζετ είχε σκεφθεί τη «Μήδεια» ή την «Αντιγόνη». «Οταν όμως ήρθε η πρότασή του» λέει «δεν μπορούσα να πω όχι. Είναι μεγάλη πρόκληση για μένα- είναι όμως και ύβρις από μέρους μου» λέει συλλαβίζοντας την αρχαία ελληνική λέξη. «Ελπίζω να αρέσει στον κόσμο διότι πιστεύω ότι οι τραγικοί, αλλά και ο Σαίξπηρ, δεν χρειάζονται τίποτε περισσότερο από το να τους αφήσουμε να μας μιλήσουν. Ο λόγος τους είναι απολύτως σημερινός» πρόσθεσε.

Μέσα στον κλειστό χώρο το σκηνικό, που η ίδια η σκηνοθέτις έστησε, παραπέμπει στην πλοκή και στον μύθο μέσα από αντικείμενα και σύμβολα: Ενα τραπέζι που κρύβει έναν καθρέφτη, μια θήκη για παλτό που θα φέρει επί σκηνής τον νεκρό Πενθέα… Τα πρόσωπα, οι ήρωες, κυριαρχούν με τη φωνή και την κίνηση, με τις χειρονομίες και τα βλέμματα. Ο χορός των Βακχών, αποτελούμενος από τρεις ηθοποιούς, καταφέρνει να συνδυάσει την όψη και την κίνηση- κίνδυνος και απειλή μαζί. Μια μοντέρνα παράσταση, χωρίς κραυγές, ακριβής και καθαρή: «Στον χορό ήθελα να είναι νέα κορίτσια,που να μιλούν στο σημερινό κοινό» λέει η Ρενάτε Τζετ. Οσο για τον Πενθέα και τον Διόνυσο, «πιστεύω ότι είναι οι δύο πλευρές της ανθρώπινης φύσης: η φωτεινή και η σκοτεινή.Από την άλλη, ο Κάδμος και η Αγαύη είναι αθώοι. Και αυτό ήθελα να τονίσω με τα κοστούμια τους- το φόρεμα της Αγαύης είναι λευκό. Είναι αθώοι και συγχρόνως τιμωρούνται αυστηρά,πολύ αυστηρά. Δεν ήθελα να δώσω απαντήσεις, μόνο ερωτήσεις».

Για τη Ρενάτε Τζετ η σκηνοθεσία αρχαίας τραγωδίας είναι μια δουλειά εσωτερικής αναζήτησης. Αλλιώς τι νόημα θα είχε; «Θέλω να μιλήσω στις ψυχές των θεατών. Για μένα αυτό είναι που έχει σημασία.Να ακουμπήσω τον άλλον, να νιώσει τον πόνο των ηρώων, να γεννήσω συναισθήματα. Αυτός είναι ένας στόχος για μένα» συμπληρώνει.

Στόχος και ο Πενθέας για τον Δημήτρη Τάρλοου; «Ομολογώ ότι είναι ένας ρόλος που επεδίωκα να ερμηνεύσω γιατί νιώθω ότι έχω κοινά στοιχεία μαζί του» λέει, έχοντας επιλέξει τις «Βάκχες» για να γιορτάσει τα δεκάχρονα της θεατρικής του εταιρείας « Δόλιχος». «Ο Πενθέας έχει καταθλιπτική στάση απέναντι στη ζωή και είναι ανίκανος να χαρεί σε γιορτές- ποτέ μου δεν περνούσα καλά στα πάρτι.Από τη μια θέλει να φανεί, γι΄ αυτό και πάει στον Κιθαιρώνα, αλλά και να κρυφτεί, γι΄ αυτό και ντύνεται γυναίκα. Νάρκισσος μέσα στα ρούχα της γυναίκας, αλλά και με μια απόσταση, μια διάθεση μη συμμετοχής». Ανησυχεί για τον κλειστό χώρο; «Η μόνη μου ανησυχία αφορά την ίδια την παράσταση,αν έχει επίδραση στον σημερινό θεατή.Μετά τον περυσινό καλοκαίρι (σ.σ.: αναφέρεται στη «Μήδεια» του Βασίλιεφ ) θέλω να δώσω τη δική μου απάντηση, ότι η αρχαία τραγωδία δεν είναι είδος που δεν πρέπει να αγγίζουμε. Είναι τόσο παγκόσμια. Και η αποτυχία είναι μέσα στο παιχνίδι. Ποιος μπορεί να μας το απαγορεύσει αυτό;» αναρωτιέται και συνεχίζει: «Γιατί δεν πρέπει να ασχολούμαστε με την τραγωδία, τον χειμώνα; Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Παγωτό είναι;. Για μένα είναι μια ιστορία με μεγάλο ενδιαφέρον» .

Για τέταρτη φορά στην Ελλάδα η Ρενάτε Τζετ (την πρώτη σκηνοθέτησε το «Τhe man who» με τον Δημήτρη Τάρλοου στο Πορεία, μετά έπαιξε στη Θεσσαλονίκη με τον Βαρλικόφσκι στο «Cleansed» της Σάρα Κέιν, ενώ το περασμένο καλοκαίρι, ανέβασε το «Κουαρτέτο» του Χάινερ Μύλερ στο Φεστιβάλ Αθηνών), συνηθίζει να ταξιδεύει και να κάνει θέατρο. Κι επειδή, όπως λέει, δεν έχει δει πολύ ελληνικό θέατρο- «ούτε Βογιατζή ούτε Τερζόπουλο ούτε Μαρμαρινό»-, σκέφτεται σοβαρά να ξανάρθει.

Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη ανεβαίνουν από τον «Δόλιχο». Μετάφραση Γιώργος Χειμωνάς, σκηνοθεσία- σκηνικό Ρενάτε Τζετ. Με τους Δημήτρη Τάρλοου, Ναταλία Καποδίστρια, Γιώργο Μωρόγιαννη, Νίκο Ελευθεριάδη, Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη, Απόστολο Πελεκάνο και τους Μπέιν Ρένινγκερ, Γιούργκεν Στόσινγκερ. Στο θέατρο Πορεία.

**«Βάκχες» – Θέατρο «Πορεία»

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Οι «Βάκχες» στο «Πορεία» προκαλούν γενικευμένη αμηχανία. Οχι γιατί το κοινό αδυνατεί να κατανοήσει τις αρετές τους όσο γιατί δυσκολεύεται να μπει στη λογική τους. Αν κάποιες παραστάσεις μπορούν να δείξουν από μακριά την καταγωγή του σκηνοθέτη τους, τότε, ναι, αυτή η παράσταση αποκαλύπτει εξαρχής το καλλιτεχνικό γονίδιο της Αυστριακής Ρενάτε Τζετ: οι «Βάκχες» της, στον ελαχιστοποιημένο από σημεία και σημαινόμενα χώρο τού «Πορεία», ακολουθούν την τυπικά γερμανική διαλεκτική παράδοση, στη σειρά του Στάιν, που ζητά να θέσει τη θερμοκρασία τήξης του έργου στο μηδέν και να ενεργοποιήσει την προσοχή του θεατή στο μέγιστο.

Σκηνή από την παράσταση της Ρενάτε Τζετ

Εμείς βέβαια έχουμε συνηθίσει αλλιώς: προσεγγίζουμε παραδοσιακά τη ζωτική ενέργεια της συγκεκριμένης τραγωδίας μέσα από την αναζήτηση ζεστών, λαϊκών διαχύσεων και φασαριόζικων εκφράσεων – μας είναι, λόγου χάριν, δύσκολο να κατανοήσουμε τις «Βάκχες» σαν αστικό πρόβλημα. Η παράσταση στο «Πορεία» όμως ζητά κάτι άλλο: να συμβιβαστούμε με μια ήπια, σχεδόν ντροπαλή προσέγγιση, που στοχεύει κυρίως στην περίσκεψη· με μια συζήτηση μεταξύ κυρίων που κάποια στιγμή παρεκτρέπεται.

Με αυτά τα δεδομένα κατανοώ γιατί πολλοί βρίσκουν το αποτέλεσμα άρρυθμο και άθυμο. Είναι αλήθεια ότι ξενίζει η έλλειψη διάθεσης από τη μεριά των ηθοποιών και της σκηνοθεσίας να κάνουν το έργο ζωντανό και ζεστό. Η διαλεκτική διαδικασία όμως επιτάσσει ακριβώς αυτό: να μη συγκρούονται τα αντίθετα, αλλά να συμπλέκονται σε μια κοινή πορεία. Η μυθική πράξη δεν επαναλαμβάνεται, αλλά αναπαρίσταται σαν παράδειγμα υπερβατικής σύνθεσης.

Σε αυτό το πλαίσιο ένα από τα κλειδιά της παράστασης βρίσκεται στον τρόπο που η σκηνοθεσία διαχέει στο έργο έναν επιτηδευμένα χαλαρό ρυθμό σαν μούδιασμα μέθης. Σπασμωδικές κινήσεις, μειωμένα αντανακλαστικά και σκόρπια λόγια: μπροστά μας μια πόλη έχει γίνει έρμαιο της διονυσιακής παραζάλης, σαν να έχει μόλις βγει από το χθεσινοβραδινό μεθύσι και περιμένει το πρωινό χανγκόβερ. Απέναντι σε αυτή την πόλη ο Πενθέας μοιάζει αποσυνάγωγος: είναι ο μόνος νηφάλιος, ο μόνος αλύγιστος, ο μόνος αμύητος. Είναι γενικά μόνος.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση οδηγεί τη σκηνοθέτιδα σε κάτι ακόμα: πέρα από τον ρεαλισμό ή τον συμβολισμό, επιλέγει να καταργήσει το κυνήγι του συμβατικά αρεστού και σημασιολογικά «όμορφου» και να στραφεί στο καθαρό σημείο. Αφήνει έτσι βέβαια πολλά να γίνουν από τη μεριά του θεατή. Στον τελευταίο ανήκει η ευθύνη των διασυνδέσεων, η συμπλήρωση των κενών, η μεταφορά της χαμένης θερμότητας.

Βοηθάει σε αυτό πολύ η ευρηματική διάταξη του χώρου στο «Πορεία», που παραπέμπει στα φεστιβαλικά αντανακλαστικά της Πειραιώς. Και βοηθάει βέβαια η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά: διαλεκτική και σημαίνουσα, αποκαλύπτει τη συνομιλία στο έργο του ορθού με τον πλάγιο λόγο.

Αναρωτιέμαι πόσοι θα επέλεγαν για τον ρόλο του Διόνυσου τον Νίκο Ελευθεριάδη. Η ανατρεπτική φιγούρα του δίνει εξαρχής στον Διόνυσο τη σημασία της έννοιας, όχι του προσώπου. Ο Μπλέιν Ράινινγκερ αναλαμβάνει τον άχαρο προλογικό ρόλο – προτιμώ τη μουσική του παρέμβαση. Ο Πενθέας του Δημήτρη Τάρλοου, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μορφή: εγκλωβισμένος στο σώμα του, αδυνατεί να ενταχθεί και να συνταχθεί με το γενικό κλίμα. Κρίσιμη και η Αγαύη της Ναταλίας Καποδίστρια, καθώς δείχνει προς το πένθος. Ο Τειρεσίας του Γιούργκεν Στέσινγκερ δίνεται μέσα από τα χάσματα ενός ελλειπτικού λόγου· λειτουργώντας συμπληρωματικά, ο Κάδμος του Γιώργου Μωρόγιαννη θέτει το μέγεθος μιας παλιάς μυθικής μορφής. Στον Αγγελο του Απόστολου Πελεκάνου εντοπίζεται όμως η πλήρης μεταφορά του παραδείγματος με λίγα μέσα, αρκετά κενά και περισσή τιμιότητα. Οι τρεις Βάκχες (Ιωάννα Κανελλοπούλου, Εύα Κεχαγιά, Ελίτα Κουνάδη) μεταφέρουν στην παράσταση την ατμόσφαιρα της παραίσθησης. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 20/12/2008

Ο μετανάστης «βρωμίζει» το κουκλόσπιτο

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΠΟΡΕΙΑ»

Γιώργος Δ. Κ. Σαρηγιάννης, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

το τλος της  «απόλυτης καθαριότητας», με τα όπλα...

Ένας μετανάστης και μία σειρά «ομοίων» του «βρωμίζουν» την «απόλυτη καθαριότητα» ενός χωριάτικου σπιτιού κάπου στις Άλπεις στο «Αlpenstock» που ανεβαίνει στο θέατρο «Πορεία»
Ένα «κουκλόσπιτο». Κάπου στις Άλπεις. Η Γκρέτα, η νοικοκυρά, μια γυναίκα απλή, είναι μανιακή της καθαριότητας: διατηρεί το σπίτι της μόνιμα σε άψογη κατάσταση. Η συνεχής εσωτερική υγιεινή μοιάζει να είναι ένα μέσον για να προστατευτεί από ένα βρώμικο κόσμο. Αυτό το συναίσθημα ασφάλειας της το τροφοδοτεί ο σύντροφός της, ο Φριτς: εθνικιστής, με υπερβάλλοντα ζήλο, την καθοδηγεί και την καθησυχάζει. Ξαφνικά, όμως, σ΄ αυτήν την καθαρότητα εισδύει ο «επικίνδυνος εξωτερικός κόσμος». Με τον ερχομό του Γιόσιπ. Και μιας σειράς πανομοιότυπων «εξαδέλφων» του. Που ανατρέπουν βίαια αυτή τη συζυγική τελειότητα αφήνοντας πίσω τους μια γεύση αίματος. Πρόκειται για το «Αlpenstock» του Γάλλου Ρεμί Ντε Βος, ένα μαύρο θεατρικό έργο που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στην αγάπη και τη βία, ανάμεσα στο φανταστικό ιδεώδες και τον ωμό ρεαλισμό, πάνω σε ένα πολιτικό φόντο. Και που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία της Γαλλομεξικάνας Έστερ Αντρέ Γκονζάλες με πρωταγωνιστές την Αγγελική Δημητρακοπούλου, τον Νέστορα Κοψιδά και τον Δημήτρη Λιόλιο.

«Εδώ και ένα χρόνο προσπαθούσα επίμονα να ανεβάσω το «Αlpenstock» του Ρεμί Ντε Βος στην Αθήνα» λέει η σκηνοθέτρια, ηθοποιός για μία εξαετία στο «Θέατρο του Ήλιου» της Αριάν Μνουσκίν, που έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα και έχει ήδη υπογράψει επτά σκηνοθεσίες εδώ. «Στην Ελλάδα ένας κάτοικος στους δέκα είναι ξένος. Η ιστορία των Ελλήνων, τόσο στην αρχαιότητα όσο και στη σύγχρονη εποχή, είναι σημαδεμένη από τη μετανάστευση. Σ΄ έναν τοίχο στην Αθήνα, διαβάζουμε τα σοφά λόγια: «Είμαστε όλοι μετανάστες!».

ΙΝFΟ: Από 15 Δεκεμβρίου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00, στο θέατρο «Πορεία» (Τρικόρφων 3-5, από 3ης Σεπτεμβρίου 69, τηλ. 210-82.10.991). Εισιτήρια: 20, (φοιτητικό)
15 ευρώ.

»Ίσως το γεγονός ότι κατάγομαι από μια γη τόσο ξεχασμένη από τον Θεό και τόσο κοντά στις ΗΠΑ, τροφοδότησε το πάθος μου γι΄ αυτό το έργο. Από τα παιδικά μου χρόνια άκουγα ιστορίες για σύνορα. Ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου το έζησα ως μετανάστρια στην Ευρώπη. Σήμερα είμαι Γαλλίδα υπήκοος. Αλλά η νίκη του Σαρκοζί σήμανε συναγερμό μέσα μου. Τόσο λόγω των δηλώσεών του όσο και λόγω της πρακτικής του. Και νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας τα λόγια, τα γεμάτα διαύγεια, αυτής της μαύρης κωμωδίας». »Το «Αlpenstock» είναι μια ατέρμονη ιστορία αγάπης και μίσους ανάμεσα στον Εαυτό και τον Άλλο: έλξη αλλά και αποστροφή, μαγεία αλλά και φόβος και μίσος… Σ΄ αυτό τον διάλογο κουφών μεταξύ δύο κόσμων διαμετρικά αντίθετων, υπάρχει κάτι το συγκινητικό. Μόνο ο ερωτικός λόγος ανάμεσα στην Γκρέτε και τον Γιόσιπ θα μπορέσει κάποιες στιγμές να ενώσει αυτούς τους δύο κόσμους που αλληλοαποκλείονται.

»Ο Γιόσιπ είναι ένας απ΄ αυτούς τους πεισματάρηδες μετανάστες που επανέρχεται συνεχώς, που δεν έχει καταλάβει ότι του «απαγορεύεται η παραμονή» διά παντός. Έχω τις εικόνες Αλβανών μεταναστών που τους οδηγούσαν στα σύνορα και δήλωναν χαμογελώντας στην τηλεόραση: «Τα λέμε αύριο!»».

  • «Ο εθνικισμός μας αφορά»

«Η μετανάστευση και ο εθνικισμός είναι στο επίκεντρο αυτής της μαύρης κωμωδίας» λέει η σκηνοθέτις Έστερ Αντρέ Γκονζάλες. «Η θεματολογία της αφορά ιδιαίτερα την Ελλάδα, η οποία έχει όλο και πιο πολύ έναν πληθυσμό από διάφορες χώρες. Πράγμα που μπορεί να οδηγήσει στο καλύτερο όπως και στο χειρότερο. Αλλά, παρ΄ όλες τις προσπάθειες, τίποτα και κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει τα μεταναστευτικά ρεύματα. Είτε το θέλουμε είτε όχι, η μετανάστευση είναι το μέλλον και το μέλλον είναι ήδη… το παρόν».

Το έργο που πρωτοπαρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα την περσινή σεζόν στη Σκηνή «Μικρή Χώρα» του θεάτρου «Χώρα» με επιτυχία, ανεβαίνει και πάλι σε μετάφραση Μπουμπουλίνας Νικάκη, με σκηνικά και κοστούμια Χρήστου Κωνσταντέλλου, φωτισμούς Αλέκου Αναστασίου, μουσική επιμέλεια Ορέστη Καμπερίδη και μακιγιάζ Ιρίνα Τάσι.