Category Archives: Θέατρο και Λογοτεχνία

Το βιβλίο πάει θέατρο

Μπορεί το ρεπερτόριο να μην έχει όρια, συχνά όμως όρια δεν έχουν και οι διαθέσεις του καλλιτέχνη. Και έτσι τα βιβλία που συνήθως δίνουν την πρώτη ύλη για σενάρια κινηματογραφικών ταινιών μπορούν να δώσουν και το πρωτογενές υλικό για θεατρικές παραστάσεις. Γινόταν πάντα.

Σκηνές από τις «Επικίνδυνες σχέσεις»

Σκηνές από τις «Επικίνδυνες σχέσεις» Ο «Καλός στρατιώτης Σβέικ» είναι ένα παράδειγμα. Ενα άλλο «Η κυρία με τις καμέλιες». Ενα πιο πρόσφατο και πολύ πιο ελληνικό, το «Ουζερί Τσιτσάνης» του Σκαμπαρδώνη. Και στη φετινή θεατρική σεζόν, τα βιβλία που ανεβαίνουν στη σκηνή είναι πολλά.

«Το μάθημα» του Στίβεν Κινγκ ανεβάζουν στο «Επί Κολωνώ», το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Δέλτα στο Εθνικό, όπως επίσης και τη «Μητέρα του σκύλου» του Μάτεσι. Η «Κυρία Κούλα» του Μένη Κουμανταρέα θα παρουσιαστεί στο Θέατρο Τέχνης, ο «Φράνκενσταϊν» της Σέλεϊ στην «Knot Gallery», οι «Επικίνδυνες σχέσεις» του Λακλό στο «Αλμα», η «Λωξάντρα» της Ιορδανίδου στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος, ο «Συμβολαιογράφος» του Βασιλειάδη στο Νέο Ελληνικό Θέατρο του Γιώργου Αρμένη ενώ ένας Αλβανός, ο Ενκε Φεζολάρι και ένας Ελληνοϊρανός, ο Βασίλης Κουκαλάνι θα ερμηνεύουν δυο ποιήματα του Ρίτσου από την «Τέταρτη διάσταση» στο «Χώρα».

  • Οι ανάσες των ηρώων

Και γιατί το βιβλίο ανεβαίνει στο σανίδι; «Γιατί έτσι θέλει ο καλλιτέχνης» απαντάει αποστομωτικά ο Γώργος Κιμούλης, που διασκεύασε και σκηνοθέτησε τις «Επικίνδυνες σχέσεις». Παλιότερα, εξάλλου, είχε ανεβάσει τη «Δίκη» του Κάφκα, το «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογέφσκι και την «Καρδιά του σκύλου» του Μπουλγκάκοφ. Ο ίδιος επισημαίνει τρία βασικά προβλήματα που αφορούν τη θεατροποίηση ενός λογοτεχνικού κειμένου: ένα μυθιστόρημα ή ένα διήγημα κινείται σε περισσότερους από έναν ή δύο χώρους, οπότε αναγκαστικά η θεατρικοποίηση απομακρύνεται από οποιαδήποτε κινηματογραφική ματιά. Επειτα, οτιδήποτε στο χώρο της μυθιστοριογραφίας γίνει εικόνα «περιορίζει» το βλέμμα της φαντασίας του αναγνώστη, ενώ αντίθετα το βιβλίο γυμνάζει αυτό το βλέμμα. «Το τρίτο πρόβλημα το οποίο μπορεί να εμφανιστεί», προσθέτει «είναι το κατά πόσο τα διαλογικά μέρη που χρειάζεται μια θεατρική παράσταση έχουν την αντίστοιχη δυναμική στο βιβλίο».

Μπορεί το θέατρο να περιορίζει τους ορίζοντες ενός μυθιστορήματος, «αλλά ταυτόχρονα δίνει τη δυνατότητα, ακριβώς λόγω της παρουσίας των ηθοποιών, να καταγραφούν οι κραδασμοί κάθε ψυχισμού με πολύ μεγαλύτερη διαύγεια. Δηλαδή να βλέπεις την ιστορία και παράλληλα ν’ ακούς και τις ανάσες της», λέει ο Ακης Δήμου που δούλεψε την «Κυρία Κούλα» και συνεχίζει: «Μπορεί από τη μία να φαίνεται αυτό δεσμευτικό για τη φαντασία, δεν νομίζω όμως ότι είναι επί της ουσίας. Ισα ίσα μιλάμε για την ανατροφοδότησή της».

Ο ίδιος έχει παλαιότερα διασκευάσει για την Πέμη Ζούνη την «Κυρία με τις καμέλιες» του Δουμά ως «Η Μαργαρίτα Γκοτιέ ταξιδεύει απόψε» και για τον Γιώργο Σαχίνη την «Κερένια κούκλα» του Χριστομάνου. Πιστεύει δε ότι «υπάρχει πλούσιο δραματουργικό πεδίο σε πολλά λογοτεχνικά έργα, καθώς πολλά από αυτά έχουν εγγεγραμμένη στον πυρήνα τους μια θεατρικότητα που είναι εξαιρετικά προκλητική να την ανακαλύψεις και να τη φέρεις στο φως. Είχα πάντα την ανάγκη του διαλόγου με κείμενα που με έχουν συγκινήσει στη λογοτεχνία. Ενιωσα την ανάγκη της επανανακάλυψής τους με πιο προσωπικούς όρους πια, με τους όρους της τέχνης του συγγραφέα. Στην «Κυρία Κούλα» βρήκα μια ιστορία εξαιρετικά απλή, αλλά με υπόγειες δράσεις και εντάσεις και κυρίως με πολύ βαθύ αίσθημα. Το δράμα μιας «μικρής» γυναίκας, καθημερινής, που πέφτει προσπαθώντας να σταθεί στο ύψος της καρδιάς της. Είναι μια ερωτική ιστορία εξαιρετικά διαυγής και προκλητικά αδρή στη γραφή της, που κρατάει γερά φυλαγμένα όλα τα μυστικά της. Αυτά τα μυστικά ήθελα ν’ ανακαλύψω και να φέρω στο φως της σκηνής».

Ο Θέμελης Γλινάτσης που θα ανεβάσει τον «Φράνκενσταϊν» του χρόνου τον Φεβρουάριο, μεταφράζει εξαρχής το κείμενο της Σέλεϊ, επιπλέον δε «ανεβάζει» τη συγγραφέα στη σκηνή. «Το θέμα», λέει, είναι «πως εκφέρεται ένα τέτοιο κείμενο. Ακριβώς επειδή ο λόγος είναι πεζός, θέλω να διατηρήσω την πρωτογένειά του».

Ο σκηνοθέτης εργάζεται με τον Βασίλη Μαυρογεωργίου που θα υποδυθεί τον δόκτορα «Φράνκενσταϊν» αλλά και το τέρας, και τη Μαρία Φιλίνη που θα υποδυθεί τη Μαίρη Σέλεϊ. «Ανεβάζω τη συγγραφέα στη σκηνή, γιατί αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να κάνουμε μια παράσταση για την έννοια της δημιουργίας και της συμπλεγματικής σχέσης που έχει ο δημιουργός με το δημιούργημά του. Γιατί όντως υπάρχει αυτή η αμφίρροπη σχέση μεταξύ δημιουργίας και καταστροφής, αγάπης και μίσους. Υπάρχει μια στιγμή σε κάθε δημιουργό που θέλει να καταστρέψει αυτό που μια ζωή ποθεί να φτιάξει. Η ίδια η Σέλεϊ αγαπούσε αυτό το βιβλίο, αλλά παράλληλα την είχε στοιχειώσει. Μετά τη συγγραφή του, έχασε τα παιδιά της και τον άντρα της».

Το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα, από το 1910 που γράφηκε εξακολουθεί να πουλάει σταθερά. Γονείς που το έχουν διαβάσει στον καιρό τους, το αγοράζουν για τα παιδιά τους, ενώ διδάσκεται ενίοτε και στα σχολεία. Είναι αυτή μια από τις πρώτες επισημάνσεις του Βαγγέλη Ραπτόπουλου που το διασκεύασε για το Εθνικό Θέατρο (το σκηνοθέτησε ο Τάκης Τζαμαργιάς). Η δεύτερη έχει να κάνει με το μέγεθος του βιβλίου, που ενώ θέλει να ονομάζεται «παραμύθι», επί της ουσίας είναι μυθιστόρημα. Η τρίτη παρατήρηση αφορά τις αντιστοιχίες με τον παρόντα χρόνο, αφού οι ήρωες κινούνται σε μια χώρα που ονομάζεται «Μοιρολατρία», ο κρατικός κορβανάς είναι μείον αφού όλοι κλέβουν, το δε βασιλόπουλο, ένας από τους θετικούς ήρωες, είναι σαν τα σημερινά εικοσάχρονα παιδιά που θέλουν να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους διότι στη χώρα βασιλεύει η παρακμή και η κατάπτωση.

  • Με οικολογική διάσταση

«Το βασικό ατού της Δέλτα», θα πει ο Ραπτόπουλος, «είναι η χαρισματική της αφήγηση, που χάρη σ’ αυτήν ξεπερνά την ακαμψία ενός ηθικοπλαστικού αφηγήματος ή τις προθέσεις ενός παιδαγωγικού αναγνώσματος. Στη στάση του βασιλόπουλου, που σκέπτεται ότι πριν κρίνεις τους άλλους πρέπει ν’ αναλάβεις τις ευθύνες σου και ν’ αγωνιστείς εσύ για το κοινό καλό, εγώ είδα την πιο ευγενική, αλληλέγγυα και ανθρώπινη πλευρά μας. Αυτό που πρόσθεσα στο έργο είναι η οικολογική διάσταση. Τοποθέτησα την πλοκή, αφού ούτως η άλλως ο χρόνος δεν ορίζεται, σε άδηλο μέλλον, όπου υπάρχουν τεχνολογικά ερείπια ή ένα ποτάμι είναι σχεδόν ξερό και γεμάτο σκουπίδια».

Γνωστός ως ηθοποιός, ο Γιώργος Καραμίχος εμφανίζεται πρώτη φορά διασκευάζοντας (με την Εμμανουέλα Αλεξίου) ένα διήγημα, τον «Συμβολαιογράφο» του Νίκου Βασιλειάδη αλλά και σκηνοθετώντας την Ηρώ Μανέ στον μοναδικό ρόλο της παράστασης. Το διήγημα αναφέρεται στον Αργύρη, του οποίου το παρατσούκλι είναι «συμβολαιογράφος» γιατί ο λόγος του είναι συμβόλαιο. Ο Αργύρης θα ερωτευτεί τη Ματούλα, την κόρη της Ερασμίας που είναι περιπτερού. Χήρα, η τελευταία, υποφέρει από την αγαμία και την καταπίεση της μικρής κοινωνίας στην οποία ζει. Κάποια στιγμή θα προκαλέσει το γαμπρό της στο κρεβάτι.

«Το τρίτο πρόσωπο έγινε πρώτο για τις ανάγκες της θεατρικής παράστασης. Αφηγείται η Ερασμία που αναγκαστικά αναφερόμενη στη διήγηση και στα άλλα πρόσωπα τα υποδύεται ή μάλλον τα μιμείται», εξηγεί ο Καραμίχος και προσθέτει πως είναι ακόμα αρκετές οι αλλαγές στο λόγο σχετικά με το πρωτογενές κείμενο. Χαρακτηρίζει εντέλει το έργο τραγική κωμωδία, τον μονόλογο ενός δραματικού προσώπου που προκαλεί και γέλιο. Και πιστεύει ότι η θεατρικοποίηση του κειμένου διευρύνει ένα μέρος του που έχει να κάνει με τη δυνατότητα του ηθοποιού να μεταλλάσσεται κι ακόμα με το πόσο ανοιχτή και γενναιόδωρη είναι η φαντασία του, ώστε να δίνει και στους θεατές τη δυνατότητα να ταυτιστούν μ’ αυτό το πρόσωπο και να το ζήσουν σε σκηνικό χώρο. *

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Advertisements

Λογοτεχνικές σελίδες επί σκηνής

  • Η θεατρική αναβίωση κλασικών συγγραφέων ή σύγχρονων λογοτεχνικών κειμένων
  • Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 27/09/2009

Η συνάντηση πραγματοποιείται ήδη με επιτυχία στον χώρο του κινηματογράφου. Λογοτεχνικοί χαρακτήρες ζωντανεύουν στη μεγάλη οθόνη, πατώντας είτε στο μεγάλο όνομα του συγγραφέα, είτε στη γοητευτική προσωπικότητα των λογοτεχνικών ηρώων, κλασικών και σύγχρονων. Τα τελευταία χρόνια, όμως, όλο και περισσότερο, λογοτεχνικά κείμενα ζωντανεύουν και στις θεατρικές σκηνές, συνδέοντας την τέχνη του θεάτρου με τη γοητεία της λογοτεχνίας.

Το Φεστιβάλ Αθηνών έχει ήδη παραχωρήσει τις σκηνές του στη θεατρική αναβίωση κλασικών (Ντοστογιέφσκι, Σελίν, Τολστόι) ή σύγχρονων λογοτεχνικών κειμένων (Δημ. Χατζής, Σωτ. Δημητρίου, κ.ά.). Το περασμένο καλοκαίρι, η «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, έτσι όπως την προσέγγισε εικαστικά και θεατρικά ο Ρομέο Καστελούτσι, έδωσε τροφή σε συζητήσεις και αντιρρήσεις, ενώ το θεατροποιημένο «Τερατώδες αριστούργημα» του Γιάννη Ρίτσου από τον Δημήτρη Μαυρίκιο έκανε προσιτό στο ευρύτερο κοινό, μέσω του θεάτρου, ένα από τα σημαντικά όψιμα ποιήματα του Ρίτσου.

Ο φετινός θεατρικός χειμώνας σκοπεύει να ξεφυλλίσει αρκετές λογοτεχνικές σελίδες, άλλες γνωστότερες και κλασικές, άλλες πιο περιθωριακές. Ετσι:

Στο Εθνικό Θέατρο θα δούμε επί σκηνής «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, σε διασκευή-σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, αλλά και τις «Νυχτερινές συνομιλίες με τον Αλέξη Ζορμπά», σε σκηνοθεσία του Λιθουανού Τσέζαρις Γκραουζίνις.

Στο Θέατρο Τέχνης επαναλαμβάνεται «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γ. Βιζυηνού (σκηνοθεσία Κωστής Καπελώνης) και πρωτοπαρουσιάζεται το «Σήμα κινδύνου» του Αντώνη Σαμαράκη (διασκευή-σκηνοθεσία: Αγγελος Αντωνόπουλος).

Στο «104» (Θεμιστοκλέους 104), μόλις ολοκληρώθηκε η θεατροποιημένη αφήγηση των «Σονέτων» του Σαίξπηρ (μετ. Διονύσης Καψάλης) και από σήμερα παρουσιάζεται ένα έργο που βασίζεται σε μυθιστόρημα του Ιταλο Καλβίνο, «Ο διχοτομημένος υποκόμης», σε διασκευή και σκηνοθεσία Κώστα Γάκη.

  • «Μήδεια» του Παπαϊωάννου

Γιατί, όμως, οι άνθρωποι του θεάτρου στρέφονται στις λογοτεχνικές σελίδες; Τους διευκολύνει ή τους απελευθερώνει; Οι θεατρολόγοι Ιωσήφ Βιβιλάκης και Δηώ Καγγελάρη αναλαμβάνουν να εξηγήσουν στην «Κ» την προϊστορία αυτής της σχέσης και τις νέες διαδρομές της θεατρικής έκφρασης, ενώ ο σκηνοθέτης Δημήτρης Μαυρίκιος και ο ηθοποιός Κώστας Γάκης μιλούν για τη δική τους θεατρική επαφή με τα λογοτεχνικά κείμενα.

Ο Ιωσήφ Βιβιλάκης πιστεύει πως δραματικό κείμενο είναι ό,τι προορίζεται για παράσταση. Ενα λογοτεχνικό κείμενο, ένα ψηφοδέλτιο, ένα μενού εστιατορίου. «Εφόσον μπορεί να κάνει τον θεατή συνδημιουργό, τότε αποκτά δραματικότητα και έχουμε θεατρικό λόγο», λέει και θυμίζει πώς αυτή η διαδρομή έχει ξεκινήσει από την αρχαιότητα. «Οι αρχαίοι δραματικοί ποιητές αντλούν από την ποίηση και τη λογοτεχνία που ξέρουν. Ο περίφημος ύμνος στον έρωτα των “Ορνίθων” έρχεται από τον Ησίοδο. Οι Λατίνοι αντλούν και διασκευάζουν από τους Ελληνες. Στον Μεσαίωνα, η Βίβλος δίνει το ερέθισμα και την έμπνευση σ’ όλο το θεατρικό δράμα».

Αναγνωρίζει ότι σήμερα αυξάνεται αυτή η τάση και πιστεύει ότι το θέμα είναι σύνθετο: «Από τη μια έχουμε την επικοινωνία μεταξύ καλλιτεχνών και μέσων, αλλά και την ανάπτυξη της έννοιας της περφόρμανς – ένα θέατρο τεχνών που έχει να κάνει με την όραση και δεν απαιτεί ο καλλιτέχνης να είναι ηθοποιός. Επομένως, σ’ αυτή την τέχνη δεν υπάρχει δέσμευση, υπάρχει η ελευθερία να γίνει υλικό θεάτρου οποιοδήποτε κείμενο, οτιδήποτε αποτυπώνεται γραπτά. Σήμερα, δεν έχει την πρωτοκαθεδρία ο συγγραφέας, αλλά ο σκηνοθέτης. Π.χ. πάμε να δούμε τη “Μήδεια” του Παπαϊωάννου, κι όχι του Ευριπίδη. Το οποιοδήποτε κείμενο το ερμηνεύει ο σκηνοθέτης με τον δικό του τρόπο», λέει ο Ιωσήφ Βιβιλάκης. Και πιστεύει επίσης ότι ιδιαίτερη σημασία έχει «η φήμη που συνοδεύει ένα κείμενο, κατά πόσο θεωρείται κλασικό ή μπεστ σέλερ, κάτι που συχνά συνοδεύεται από την προσδοκία κερδών», συμπληρώνει.

«Είναι μια ιστορία που έχει ξεκινήσει από τον 19ο αιώνα», λέει η θεατρολόγος Δηώ Καγγελάρη. «Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, τα μυθιστορήματα έγιναν η τροφή για το θεατρικό κοινό της αστικής τάξης. Στην Ελλάδα υπήρξε το λεγόμενο μυθιστορηματικό δράμα ή μελόδραμα, που ήταν δημοφιλές. Υπάρχει βέβαια και το θέατρο των μυθιστορημάτων, με σκηνοθέτες που έχουν αφήσει σημαντικές παραστάσεις εμπνευσμένες από κλασικά κείμενα. Πιστεύω, πάντως, ότι το θέατρο είναι τόσο ανοιχτό στα πάντα, που φυσικά χωράει και τη λογοτεχνία».

  • Το πνεύμα του δημιουργού

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος, που εκτός από τον Ρίτσο έχει στο ενεργητικό του το ανέβασμα του «Εβδόμου ρούχου» της Ευγ. Φακίνου, αλλά και την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη που ετοιμάζει, πιστεύει ότι «μια παράσταση που μιλάει για έναν δημιουργό ίσως αποδίδει πιο ουσιαστικά το πνεύμα του απ’ ό,τι η σκηνοθεσία ενός μεμονωμένου έργου του.

Δεν νομίζω ότι θα υπηρετούσα πιστότερα τον Ρίτσο, αν απλώς σκηνοθετούσα τον “Λόφο με το Συντριβάνι” ή ένα άλλο θεατρικό του. Βεβαίως, τόσο η “ψυχοβιογραφική” προσέγγιση ενός δημιουργού (το δοκίμασα με τον Πιραντέλο, τον Ντε Κίρικο, τον Ρίτσο και προχωράω με τον Ροΐδη) όσο και η μεταφορά ενός μυθιστορήματος απαιτούν μια δουλειά δραματουργίας, που προηγείται της σκηνοθεσίας. Δουλειά συναρπαστική. Αρκεί να εντρυφήσεις στο θέμα σου και να ξέρεις να την κάνεις. Μόνο εμπόδιο μπορεί να σταθεί ο ίδιος ο συγγραφέας, αν ζει, ή οι κληρονόμοι του, με τις όποιες αντιρρήσεις τους. Εγώ ευτύχησα με την Ερη Ρίτσου, όπως και με  την Ευγενία Φακίνου, όταν διασκεύασα το «Εβδομο Ρούχο» της. Τέλος, δεν νομίζω ότι οι διασκευές αντιμάχονται την παραγωγή θεατρικών κειμένων, απλούστατα γιατί και οι ίδιες αποτελούν παραγωγή θεατρικού κειμένου».

Ο Κώστας Γάκης, ένας από τους νεότερους ηθοποιούς, λέει ότι «πάντα όταν διαβάζεις ένα βιβλίο, ειδικά όταν ασχολείσαι με το θέατρο, σε γαργαλάει κάπως. Το συγκεκριμένο βιβλίο του Ιταλο Καλβίνο, “Ο διχοτομημένος υποκόμης”, υπήρχε από την εφηβεία μου στη βιβλιοθήκη των γονιών μου, κι επειδή πάντα ένιωθα μισός και διασπασμένος ανάμεσα σε διάφορα πράγματα, το επέλεξα.

Απαιτείται τεράστια οικονομία και τεράστια γενναιότητα για το τι χρειάζεται να κόψεις από το κείμενο, και μπορεί αυτό να είναι εξαιρετικές περιγραφές τόπων ή συναισθημάτων, αλλά δεν ισχύει το ίδιο με τον θεατή, που θέλει δράση. Προσωπικά εγώ πλήττω όταν βλέπω ένα φιλολογίζον θέατρο ή ποιητικό, προτιμώ μια ποιητική βραδιά αμιγή. Το θέατρο χρειάζεται τη δική του δυναμική. Η λογοτεχνία μπορεί να σε οδηγήσει σε πολλούς δρόμους και να σε διαγείρει πολλαπλώς», λέει ο Κώστας Γάκης, λίγο πριν από την πρεμιέρα τού «Διχοτομημένου υποκόμη».