Category Archives: Θέατρο Βικτώρια

«…με τη Βούλα» στο φουαγιέ του θεάτρου «Βικτώρια»

Το πρώτο έργο της πρωτοεμφανιζόμενης Σταυρούλας Ζάμπρα, με τον τίτλο «…με τη Βούλα», παρουσιάζεται στο φουαγιέ του θεάτρου «Βικτώρια». Το πρώτο έργο της πρωτοεμφανιζόμενης Σταυρούλας Ζάμπρα, με τον τίτλο «…με τη Βούλα», παρουσιάζεται στο φουαγιέ του θεάτρου «Βικτώρια». Πρόκειται για έναν γλυκόπικρο μονόλογο μια νέας γυναίκας από την επαρχία που αναζητά την προσωπική και επαγγελματική της ταυτότητα, καθώς προσπαθεί να επιβιώσει, άφραγκη, στη μνημονιακή Αθήνα του 2011 ως ηθοποιός. Ο μονόλογος, που θα ερμηνεύσει η Χαρά Τσιώλη, θα κάνει πρεμιέρα στις 18 Οκτωβρίου. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Γιάννης Μποσταντζόγλου.

Advertisements

Γιώργος Παλούμπης: Ερωτας, ένας πολεμικός χορός με πολλά ψέματα

  • Ο σκηνοθέτης Γιώργος Παλούμπης εξηγεί γιατί εν καιρώ κρίσης επέλεξε να ανεβάσει ένα έργο για τα αδιέξοδα ενός ζευγαριού

«Αγάπη. Ανόητη λέξη. Θα έπρεπε να υπάρχουν 50 λέξεις για την αγάπη, όπως οι Εσκιμώοι έχουν 50 λέξεις για το χιόνι». Αυτή είναι η αγαπημένη ατάκα του Γιώργου Παλούμπη από το έργο που ανέβασε πριν από μερικές ημέρες στο θέατρο Βικτώρια. Πόνημα ενός «σκεπτόμενου Αμερικανού, του Μάικλ Γουέλερ», όπως επισημαίνει ο 37χρονος σκηνοθέτης, η παράσταση «50 λέξεις» ασχολείται με τη ζωή και τα αδιέξοδα ενός άκρως φυσιολογικού ζευγαριού. «Δεν είναι η ιστορία δύο δολοφόνων ή δύο εξαιρετικών ηρώων αλλά δύο πολύ καθημερινών ανθρώπων» συμπληρώνει.

Ποιος περνά περισσότερο χρόνο με το παιδί; Ποιος βαρέθηκε νωρίτερα το σεξ; Ποιος θυσίασε την επαγγελματική του ανέλιξη για χάρη του γάμου του; Ποιος κάνει τις περισσότερες δουλειές στο σπίτι; Ποιος έχει συσσωρεύσει τον περισσότερο θυμό; Αυτά και ακόμη περισσότερα καυτά ερωτήματα βασανίζουν το πρωταγωνιστικό ζεύγος, το οποίο ενσαρκώνεται από τη Μαρία Τσιμά και τον Χρήστο Σαπουντζή. Τελικά ο έρωτας ανακηρύσσεται στη μεγαλύτερη σπαζοκεφαλιά. Αλλά ίσως και στο μοναδικό μας σωσίβιο απέ ναντι στην κρίση, όπως θέλει να πιστεύει ο σκηνοθέτης.

«Αν και βρισκόμαστε σε περίοδο κρίσης και βασιλεύει η λογική “να δει ο κόσμος μια κωμωδία να σκάσει λίγο το χειλάκι του”, προτίμησα να ανεβάσω κάτι που έχει τη δύναμη να μας προβληματίσει» λέει ο Γιώργος Παλούμπης, ο οποίος επέλεξε το έργο ανάμεσα σε δεκάδες που διάβασε επειδή δεν πάσχει από άνευ λόγου φλυαρία και έχει γερή ραχοκοκαλιά, δηλαδή αρχή, μέση και τέλος: «Δεν λέω να πηγαίνει ο κόσμος σε έργα που θα του μαυρίσουν την ψυχή. Σε μια τόσο μεταβατική περίοδο όμως καλό είναι να θέτεις ερωτηματικά παρά θαυμαστικά στον θεατή».

Ο ίδιος θεωρεί ότι «η αγάπη στην εποχή μας, ίσως και σε κάθε εποχή, ήταν κάτι εξαιρετικά πολύπλοκο. Πίσω από αυτή τη λέξη μπορούν να κρυφθούν τα πάντα: μίσος, παράνοια, χαρά. Και στο όνομά της γίνονταν και γίνονται μεγάλα εγκλήματα. Κάποια αναίμακτα και κάποια που δεν αφήνουν ίχνη αλλά πονάνε εξίσου».

Οι δύο χαρακτήρες του έργου διαχειρίζονται λοιπόν πολλά και διάφορα αρνητικά συναισθήματα που έχουν φωλιάσει στη σχέση τους. «Το έργο είναι ο πολεμικός χορός ενός ζευγαριού στιγμή προς στιγμή. Είναι όμως και πολύ τρυφερό ταυτόχρονα. Το παλεύουν, το ξαναπαλεύουν…Αυτό που προκύπτει είναι ότι σε τελική ανάλυση θέλει πολύ περισσότερα κότσια για να μείνεις μαζί με κάποιον παρά για να τον χωρίσεις»

ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ

  • Θέατρο Βικτώρια, Μαγνησίας 5 και 3ης Σεπτεμβρίου 119, τηλ. 210 8233.125.
  • Παραστάσεις: Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 21.15, Κυριακή 19.15.
  • «Η κρίση ίσως μας φέρει πιο κοντά»

Ο Γιώργος Παλούμπης θέλει να πιστεύει ότι η κρίση ίσως και να φέρει τους ανθρώπους πιο κοντά ξυπνώντας ένα κοιμισμένο σύστημα αξιών: «Η περίοδος μεγάλου κυνισμού που άρχισε τη δεκαετία του 1990 και κορυφώθηκε σε εκείνη του 2000 δίνει τώρα τη θέση της σε έναν ξεχασμένο ρομαντισμό. Υπάρχουν άνθρωποι που στο επίμονο άκουσμα της λέξης “πτώχευση” επιστρέφουν σε όσα έχουν πραγματική αξία στη ζωή τους. Καταλαβαίνουν ότι η ζωή είναι πολύ μικρή και εσχάτως αφόρητα μίζερη».

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=369251&dt=24/11/2010#ixzz16BeYtVIK

Ποιος βαρέθηκε πρώτος το σεξ;

Η Μαρία Τσιµά - Τζανίν και ο Χρήστος Σαπουντζής - Ανταµ συγκρούονται µετωπικά µε...  περισσότερες από «50 λέξεις»
  • Ωµά απογυµνώνει τον γάµο µέσα από ένα πολιτικό σχόλιο ο άπαιχτος στην Ελλάδα Μάικλ Γουέλερ στις «50 λέξεις» του που ανεβάζει ο Γιώργος Παλούµπης

Η Τζανίν (Μαρία Τσιµά) είναι µια πρώην χορεύτρια που εγκατέλειψε την καριέρα της προκειµένου να αφοσιωθεί στο παιδί και τον άντρατης. Ωστόσο, όταν η ρουτίνα χτυπάει κόκκινο, αποφασίζει να αποδείξει ότι µπορεί να σταθεί στα πόδια της και πιάνει δουλειά σε ένα τµήµα µάρκετινγκ. Ο Ανταµ, ο άντρας της (Χρήστος Σαπουντζής), είναι αρχιτέκτονας που, εν µέσω οικονοµικής κρίσης, συχνά απουσιάζει από το σπίτι καθώς αναλαµβάνει δουλειές εκτός πόλεως.

Ο εννιάχρονος γιος τουςλείπει απότο σπίτι – είναιη πρώτη φορά που θα κοιµηθεί σε ένα φίλο του – και ο Ανταµ µε την Tζανίν ετοιµάζονται να περάσουν τη νύχταµόνοι τους έπειτα από πολλά χρόνια. Η προσπάθεια του Ανταµ να «αποπλανήσει» τη γυναίκα του πριν φύγει για το επαγγελµατικό ταξίδι του γίνεται αφετηρία για µια ξέφρενη διαδοχή αποκαλύψεων, µνησικακίας, πάθους και χιούµορ.

Είναι οι «50 λέξεις», το έργο (2007) του άπαιχτου στην Ελλάδα αµερικανού Μάικλ Γουέλερ. Που κοιτάζει µε τρόπο σκληρό αλλά και αστείο ταυτόχρονα τον θεσµό του γάµου όπως αυτός καθρεφτίζεται, για να παραφράσουµε τον Ο’ Νιλ, στο «µακρύ ταξίδι της νύχτας ενός ζευγαριούπρος την επόµενη µέρα». Το έργο ανεβαίνει – σε µετάφρασή του – απότον Γιώργο Παλούµπη,το νέο σκηνοθέτη καισυγγραφέα που ξεπήδησε από τον κύκλο του θεάτρου «Επί Κολωνώ» και που µόλις ανέλαβε, πλάι στον σκηνοθέτη ∆ηµήτρη Κοµνηνό, ως καλλιτεχνικός συνδιευθυντής του θεάτρου «Victoria».

Το έργο αφηγείται τη σχέση δύο «κανονικών» ανθρώπων σε µια οριακή στιγµή της ζωής τους. Ο Γουέλερ παραθέτει γεγονότα προσωπικά του ζευγαριού, γνώριµα και οικεία σε όλους µας. Η σχέση τους περνάει µία κρίση. Είναι δύο «καθηµερινοί» άνθρωποι οι οποίοι στην πρώτη απουσία από το σπίτι του εννιάχρονου γιου τους – του αθώου παρατηρητή της σχέσης τους – βιώνουν ένα βίαιο ξέσπασµα. Μέσα από την ωµή καθηµερινότητα και, στη συνέχεια, µέσα από µία κρίσιµη κατάσταση ο συγγραφέας τούς οδηγεί στην ψυχική τους απογύµνωση. Σε όλα τα επίπεδα αναδύονται διαφωνίες. Ποιος περνά περισσότερο χρόνο µε το παιδί; Ποιος βαρέθηκε το σεξ νωρίτερα; Ποιος θυσίασε για χάρη του γάµου την επαγγελµατική του ανέλιξη; Ποιος κάνει τις περισσότερες δουλειές στο σπίτι; Κι εν τέλει ποιος έχει συσσωρεύσει τον περισσότερο θυµό; Τα ερωτήµατα που τίθενται είναι αυτά που βασανίζουν πάρα πολλούς γάµους και σχέσεις σήµερα.

INFO

Στην Κεντρική Σκηνή του θεάτρου «Victoria» (Μαγνησίας 5, από 3ης Σεπτεµβρίου 119, τηλ. 210-8233.125) έως 20 Φεβρουαρίου. (Πέµπτη) 12, (Παρασκευή, Κυριακή) 15, (Σαββάτο) 18, (φοιτητικό, εξώστης) 12 ευρώ.

  • Ολα είναι ρευστά
Ο συγγραφέας Μάικλ Γουέλερ επιχειρεί και ένα πολιτικό σχόλιο καθώς παρουσιάζει µια κοινωνία σε οικονοµικό και επαγγελµατικό αναβρασµό.

Συνθήκες πρωτόγνωρες για µια γενιά που της προσφέρθηκαν περισσότερα απ’ όσα αγωνίστηκε να αποκτήσει. Ολα τα δεδοµένα είναι ρευστά.

Ο συγγραφέας προσπαθεί να αναδείξει ακριβώς αυτή τη «διαρκή αίσθηση της εκκρεµότητας που επικρατεί σήµερα σε όλα τα επίπεδα – προσωπικά και κοινωνικά».

Και περιγράφει µε τρόπο ωµό, την έλλειψη επικοινωνίας που αγγίζει πλέον τα όρια της έλλειψης στοιχειώδους συνεννόησης µέσα σ’ αυτό το ράλι της απληστίας και του αδηφάγου καταναλωτισµού στο οποίο έχουµε ριχτεί.

Οσο για τη σκηνοθετική γραµµή, ο Γιώργος Παλούµπης λέει: «Αν δεν θες απλώς να επαναλαµβάνεις αυτά που προβάλλει η τηλεόραση, πρέπει µε την ερµηνεία σου να υπερβείς την πραγµατικότητα.

Αυτά τα έργα συγκροτούν το πολιτικό θέατρο της εποχής µας». Οι «50 λέξεις» ανεβαίνουν µε σκηνικά και κοστούµια Γιώργου Λυντζέρη και φωτισµούς Βασίλη Κλωτσοτήρα.

  • Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, TA NEA: Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

«50 λέξεις» για την κρίση

Μ. Τσιμά και Χρ. Σαπουντζής πρωταγωνιστούν στις «50 λέξεις» που σκηνοθετεί ο Γ. Παλούμπης

Δύο σύζυγοι ετοιμάζονται να περάσουν για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια τη νύχτα μόνοι τους, επωφελούμενοι από την απουσία του εννιάχρονου γιου τους. Η προοιωνιζόμενη ρομαντική βραδιά, που ξεκινά με την προσπάθεια του Άνταμ, ενός αρχιτέκτονα που, λόγω οικονομικής κρίσης, απουσιάζει συχνά από το σπίτι, να «αποπλανήσει» τη γυναίκα του, την Τζανίν, μια πρώην χορεύτρια που εγκατέλειψε την καριέρα της προκειμένου να αφοσιωθεί στο παιδί και τον άντρα της.

Κι όμως, ό,τι μοιάζει με μια νύχτα ερωτικής αφύπνισης σύντομα θα πάρει τα χαρακτηριστικά ενός πολεμικού χορού, καθώς από το βίαιο ξέσπασμα που ακολουθεί αναδύονται διαφωνίες και κοφτεροί διαξιφισμοί. Με τις 50 λέξεις του ο σύγχρονος Αμερικανός δραματουργός Michael Weller (γ. 1946) πετυχαίνει να δημιουργήσει επί σκηνής μια ωμή καθημερινότητα που, μέσα από την κορυφούμενη ένταση οδηγεί στην ψυχική απογύμνωση των ηρώων. Με διεισδυτικούς και κοφτούς διαλόγους, με λέξεις, το μόνο όπλο των πρωταγωνιστών, που αποκρύπτουν και φανερώνουν, προδίδοντας την ανεπάρκειά τους.

Με τον ωμό ρεαλισμό του, ο συγγραφέας κάνει κι ένα πολιτικό σχόλιο για μια κοινωνία που βρίσκεται σε οικονομικό και επαγγελματικό αναβρασμό, όπου όλα είναι ρευστά, με μια διαρκή αίσθηση της εκκρεμότητας σε όλα τα επίπεδα, προσωπικό και κοινωνικό. Μετά το τέλος του πάρτυ της απληστίας και του αδηφάγου καταναλωτισμού, ο συγγραφέας περιγράφει με ωμό τρόπο την έλλειψη επικοινωνίας που αγγίζει τα όρια της έλλειψης στοιχειώδους συνεννόησης.

Έργο γραμμένο το 2007, είναι από αυτά που «συγκροτούν το πολιτικό θέατρο της εποχής μας», σημειώνει ο Γιώργος Παλούμπης, που σκηνοθετεί την παράσταση 50 λέξεις, η οποία κάνει πρεμιέρα απόψε στο Θέατρο Βικτώρια, με τους Μαρία Τσιμά και Χρήστο Σαπουντζή στους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Κατασπαράζοντας μια σχέση

Μια ανατομία του αδιεξόδου των σύγχρονων ζευγαριών επιχειρεί ο Γιώργος Παλούμπης στο έργο του Μάικλ Γουέλερ «50 λέξεις» που ανεβαίνει στο «Βικτώρια»

Ποιος θυσίασε για χάρη του γάμου την επαγγελματική του ανέλιξη; Ποιος περνά περισσότερο χρόνο με το παιδί; Ποιος κάνει τις περισσότερες δουλειές στο σπίτι; Ποιος βαρέθηκε το σεξ νωρίτερα; Κι εν τέλει ποιος έχει συσσωρεύσει τον περισσότερο θυμό; Πόσοι γάμοι και πόσες σχέσεις γενικότερα δεν βασανίζονται απ’ αυτές τις ερωτήσεις; Μια βαθιά ματιά στο θεσμό του γάμου είναι το έργο «50 λέξεις» του Μάικλ Γουέλερ που ανεβαίνει στο Θέατρο Βικτώρια (από τις 19 Νοεμβρίου), σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη.

Η Μαρία Τσιμά και ο Χρήστος Σαπουντζής στους ρόλους της Τζάνιν και του Ανταμ που ψάχνουν να βρουν επί σκηνής τη λύση στο πρόβλημα του γάμου τους.

Η Μαρία Τσιμά και ο Χρήστος Σαπουντζής στους ρόλους της Τζάνιν και του Ανταμ που ψάχνουν να βρουν επί σκηνής τη λύση στο πρόβλημα του γάμου τους.

Πρωταγωνιστές του άπαιχτου στην Ελλάδα έργου η Τζάνιν και ο Ανταμ, οι οποίοι -αφού πρώτα εξασφάλισαν ότι ο 9χρονος γιος τους κοιμάται στο σπίτι ενός φίλου του- ετοιμάζονται να ξαναθυμηθούν τον έρωτά τους. Ετοιμάζουν ένα ρομαντικό δείπνο, αλλά κουβέντα στην κουβέντα, έρχονται αντιμέτωποι με τις μικρότητες, τις εντάσεις, τα απωθημένα, τις υποχωρήσεις που πλήττουν τις πολύχρονες συμβιώσεις. Ετσι αντί για την «αποπλάνηση» που ονειρεύονταν, θα προκύψει μια απιστία και θα οδηγηθούν σε μια οργισμένη σύγκρουση.

«Η Τζάνιν είναι μια πρώην χορεύτρια που εγκατέλειψε την καριέρα της προκειμένου να αφοσιωθεί στο παιδί και τον άντρα της. Ωστόσο, όταν η αγανάκτηση από τη ρουτίνα χτυπάει κόκκινο, αποφασίζει να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί στα πόδια της και πιάνει δουλειά σε ένα τμήμα μάρκετινγκ. Ο Ανταμ είναι αρχιτέκτονας που ανά διαστήματα απουσιάζει από το σπίτι διότι αναλαμβάνει δουλειές εκτός πόλεως», εξηγεί ο Γιώργος Παλούμπης.

«Η παράσταση έχει το χαρακτήρα της κλειδαρότρυπας όπου καθένας μας κρυφοκοιτά τα άλυτα και τα ανείπωτα των σχέσεων», σχολιάζει ο Ανταμ της παράστασης, Χρήστος Σαπουντζής. «Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι σενάριο για σαπουνόπερα, αλλά ο τρόπος που κανείς διαχειρίζεται μια ιστορία κρίνει το αποτέλεσμα».

  • Με όπλο το ρεαλισμό

Ο σκηνοθέτης του πετυχημένου «Πέναλτι», του «Κοινού τόπου», του «Πάκμαν», έχει δείξει ήδη την αδυναμία του στη σύγχρονη δραματουργία, αφού και στο παρελθόν στράφηκε σε έργα που εξετάζουν την πραγματικότητα. «Με ενδιαφέρουν πολύ αυτά τα κείμενα που αποκαλούμε ωμού ρεαλισμού», λέει ο σκηνοθέτης της παράστασης, Γιώργος Παλούμπης. «Αυτό το έργο είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα κειμένου που σου γίνεται οικείο από την πρώτη κιόλας στιγμή. Ο ρεαλισμός είναι ένα από τα όπλα που θέλω να χρησιμοποιώ μιας και το ζητούμενο δεν είναι να περάσουμε όλοι καλά, αλλά να προβληματιστούμε».

Ο συγγραφέας των «50 λέξεων» Μάικλ Γουέλερ γεννήθηκε το 1942. Σήμερα ζει στο Μπρούκλιν, ανήκει στο διδακτικό προσωπικό του New School for Drama της Νέας Υόρκης και θεωρείται ένας από τους πιο διορατικούς δραματουργούς της Αμερικής. «Δεν ξέρω αν θα είχα βρει τόσο συναρπαστικό αυτόν τον παρατεταμένο πολεμικό χορό, αν δεν ήταν τόσο άψογα υπαγορευμένος από τις μανιασμένες και αντιφατικές ορμές ανθρώπων που επιζητούν να απωθούν και να μαγνητίζουν ταυτόχρονα», έγραψαν οι «New York Times» για τις «50 λέξεις». Και ο τίτλος από πού ακριβώς προκύπτει; «Αγάπη. Ανόητη λέξη. Θα έπρεπε να υπάρχουν πενήντα λέξεις για την αγάπη, όπως οι Εσκιμώοι έχουν πενήντα λέξεις για το χιόνι», λέει κάποια στιγμή στο κείμενο ο συγγραφέας, εννοώντας ότι η αγάπη είναι τόσο πολύπλευρη και πολύπλοκη που δεν χωρά σε μια λέξη», λέει ο Γιώργος Παλούμπης.

Και πόσο εύκολο είναι τελικά να αναμετριέσαι με ένα «ωμό», προκλητικό και σημερινό έργο; «Νιώθω πως αυτό το θέατρο είναι το πιο δύσκολο για έναν ηθοποιό, δεδομένου ότι δεν μπορεί να σε σώσει κανένα σκηνοθετικό εύρημα ή καμία φαντασμαγορική σκηνογραφία» λέει ο Γ. Παλούμπης. «Είναι εξαιρετικά εύκολο να κάνεις φάουλ. Κι επίσης, αν δεν θες απλώς να επαναλαμβάνεις αυτά που προβάλλει η τηλεόραση, πρέπει με την ερμηνεία σου να υπερβείς την πραγματικότητα. Αυτά τα έργα συγκροτούν το πολιτικό θέατρο της εποχής μας». *

Της ΜΑΤΟΥΛΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗ, Επτά, Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

Μάνα και κόρη, μια ολέθρια σχέση…

Μάνα και κόρη, μια ολθρια σχση…

Σε ένα αγροτόσπιτο πάνω στο λόφο, έξω από την κωμόπολη του Λινέιν, κατοικούν η Μορίν και η Μεγκ. Η κόρη και η μάνα. Η κόρη είναι μια πρώην «βασίλισσα της ομορφιάς», που πήγε να βρει την τύχη της στην Αγγλία αλλά γύρισε πίσω άπραγη και αποτυχημένη. Η μάνα είναι η δύναμη του κακού.Είναι ανικανοποίητη, δύστροπη, σκέφτεται συνεχώς τον εαυτό της. Θέλει την κόρη δούλα της.

«Η Μορίν είναι 40 ετών αλλά συμπεριφέρεται σαν μια έφηβη που δεν μπορεί να κόψει τον ομφάλιο λώρο. Εξαρτάται πολύ από τη μάνα της. Η σχέση τoυς είναι ενστικτώδης. Ακολουθεί το φυσικό νόμο της δράσης – αντίδρασης με ολέθρια αποτελέσματα», παρατηρεί η «κόρη» Ναταλία Τσαλίκη. Η «μητέρα» Ερση Μαλικένζου προσθέτει: «Η Μεγκ είναι μια ανήμπορη και μεγάλη σε ηλικία γυναίκα, που έχει συνδέσει την επιβίωσή της με την κόρη της. Και ουσιαστικά μόνο αυτό την ενδιαφέρει: η επιβίωσή της. Τίποτε άλλο».

Γιατί όμως συχνά διαφεύγει από τους γονείς η δυνατότητα να χαρούν πραγματικά τα παιδιά τους κι αντ’ αυτού τα καταδυναστεύουν; «Γιατί έχουν τόσα πολλά άλυτα ζητήματα με το δικό τους εαυτό που στη ζωή τους δεν έχουν περίσσευμα μεγαλοψυχίας και κατανόησης. Γι’ αυτό βλέπουν το παιδί τους ως μια προέκταση δική τους.

Ως μια πρόφαση για να πάρουν ρεβάνς για τη χαμένη τους ζωή. Ομως η αληθινή αγάπη προς το παιδί μας έρχεται μόνο μετά τη συγχώρεση, την κατανόηση και τη συμφιλίωση με τον εαυτό μας», λέει κατηγορηματικά η Ναταλία Τσαλίκη.

Το θέατρο Βικτώρια μετατρέπεται σε ιρλανδέζικη παμπ για τις ανάγκες του έργου του Μάρτιν Μακ Ντόνα, που ξεκινά από τη μαύρη κωμωδία για να καταλήξει στην οικογενειακή τραγωδία. Η σκηνοθέτιδα Νικαίτη Κοντούρη ήθελε «να βάλει τους θεατές στην ατμόσφαιρα του έργου πριν από την παράσταση. Ετσι, στο φουαγιέ παίζει ζωντανή μουσική, ενώ στους θεατές προσφέρεται δωρεάν ιρλανδέζικη μπίρα».

Info

«Η βασίλισσα της ομορφιάς»
– Θέατρο ΒΙΚΤΩΡΙΑ
Μαγνησίας 5 & Γ’ Σεπτεμβρίου 119, τηλ.: 210-8233125.
– Παραστάσεις: Τετ.-Σάβ. 21.30, Κυρ. 20.00. Εισιτήρια: €22, €15 (φοιτ.). – Κατάλληλο για θεατές άνω των 15 ετών.

ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Τρίτη, 27/01/09

Η βασίλισσα είναι γυμνή

Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ
Κάποτε ήταν βασίλισσα ομορφιάς. Τώρα καταβροχθίζεται σιγά σιγά από μια ανελέητη, πανούργα μάνα σ’ έναν τόπο χωρίς ελπίδα και χωρίς μέλλον. Το παιδί-φαινόμενο του σύγχρονου βρετανικού θεάτρου επιστρέφει στην αθηναϊκή σκηνή με το πρώτο του έργο, αυτό που του χάρισε μια πρωτοφανή επιτυχία: «Η βασίλισσα της ομορφιάς του Λινέιν» του Ιρλανδού Μάρτιν Μακ Ντόνα ανεβαίνει αυτή την εβδομάδα στο θέατρο «Βικτώρια», σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη.

Ο Μάρτιν Μακ Ντόνα αισθάνεται το κοινωνικό περιθώριο σαν το σπίτι του. Μεγαλωμένος σε κρατικά ιδρύματα, με επιδόματα ανεργίας, έχει μελετήσει καλά τη βία. Γεννήθηκε από ιρλανδούς γονείς στο νότιο Λονδίνο, αλλά πέρασε τα παιδικά του καλοκαίρια στο Γκόλγουεϊ της Ιρλανδίας.

Ο πατέρας του ήταν οικοδόμος και η μητέρα του παραδουλεύτρα. Οταν οι γονείς του αποφάσισαν παίρνοντας μειωμένη σύνταξη να επιστρέψουν στην πατρίδα, άφησαν στην Αγγλία τα δυο τους παιδιά. Ο Μάρτιν εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκάξι επειδή οι καθηγητές λογόκριναν τα γραπτά του… Αρχισε να γράφει σενάρια για το ραδιόφωνο μέχρι που, μέσα σε οκτώ μέρες, ολοκλήρωσε το πρώτο του θεατρικό, τη «Βασίλισσα της ομορφιάς του Λινέιν». Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο Γκόλγουεϊ, μετά στο «Ρόαγιαλ Κορτ» στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου κι έγινε αμέσως επιτυχία.

Το 1995 ο 26χρονος Μακ Ντόνα βραβεύτηκε ως ο πλέον υποσχόμενος συγγραφέας ενώ το Βασιλικό Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου του πρόσφερε τη θέση του μόνιμου συνεργάτη-συγγραφέα.

Η Ιρλανδία πρωταγωνιστεί στη δραματουργία του Μακ Ντόνα, κυρίως μέσα από μνήμες των παιδικών χρόνων και τις αφηγήσεις των μεγαλύτερων. Στα έργα του δεν αφήνει όρθιο τίποτα. Διαλύει κάθε αυταπάτη που υποδεικνύει το «καλό» και το «κακό». Αλλωστε ο ίδιος έχει πει: «Είμαι πάντα υποψιασμένος όταν γνωρίζω αξιαγάπητα πλάσματα και πάντα αναρωτιέμαι πού βρίσκεται η κακία μέσα τους!»… Το μαύρο χιούμορ συμβαδίζει με το τραγικό, την τρέλα, την ακραία βία, τα άκλαυτα θανατικά: Αντρες που σκοτώνουν τις γυναίκες τους, πατροκτόνοι γιοι, τρελαμένες γεροντοκόρες, παιδιά με νοσηρή φαντασία, παπάδες που αυτοκτονούν, κηδείες που θυμίζουν πάρτι. Αλλά ούτε η περήφανη ιρλανδική ιδιορρυθμία, η ματωμένη ιστορία της πατρίδας του -όπως τα γεγονότα στο Μπέλφαστ τη δεκαετία του ’90- ξεφεύγουν από την αμφίσημη, κυνική γραφή του.

Η «Βασίλισσα» ζει μαζί με την μητέρα της σ’ ένα χωριατόσπιτο (σκηνικά-κοστούμια Γιώργου Πάτσα) σκαρφαλωμένο στο λόφο έξω από την κωμόπολη του Λινέιν. Δυο πρόσωπα που αλληλοσπαράσσονται στον βάλτο μιας κολασμένης και αναγκαίας συγκατοίκησης. Αλλά οι Φόλαν δεν συνιστούν μια οποιαδήποτε οικογένεια, όπως συμβαίνει πάντα στα έργα του Μακ Ντόνα.

Η Μορίν (Ναταλία Τσαλίκη), βασίλισσα ομορφιάς του Λινέιν στα νιάτα της, είναι τώρα μια γυναίκα νευρωτική, αφυδατωμένη από κάθε χαρά, φέρει όμως τα σημάδια της παλιάς γοητείας. Ευαίσθητη και διαταραγμένη εξαιτίας της μάνας, έχει επιστρέψει στην Ιρλανδία ύστερα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να ζήσει και να δουλέψει ως καθαρίστρια στην Αγγλία.

Ο τόπος και οι συνθήκες δεν την σήκωσαν… Λαβωμένη βρίσκεται ξανά στο Λινέιν αντιμετωπίζοντας ένα χειρότερο εχθρό, την παμπόνηρη και ανελέητη μάνα της. Η Μεγκ (Ερση Μαλικένζου) θα της σμπαραλιάσει τα νεύρα. Καθηλωμένη σε αναπηρική πολυθρόνα απαιτεί από την κόρη να προλαβαίνει κάθε της επιθυμία. Θα μηχανεύεται συνεχώς τρόπους για να επιτείνει την ανασφάλεια και τη χαμηλή αυτοπεποίθηση της Μορίν, διαλύοντας κάθε υποψία ελπίδας για απόδραση από τον εφιάλτη. Η κόρη επιβιώνει μόνον μέσα από τα ταξίδια του μυαλού της. Κι αυτό το φανταστικό παιχνίδι τη συνοδεύει μέχρι τέλους. Μέχρι που θα εμφανιστεί ο αγαθός Πάτο Ντούλεϊ (Τάσος Γιαννόπουλος) προτείνοντάς της να φύγουν στην Αμερική. Ρόλο στις ανατροπές παίζει και ο Ρέι Ντούλεϊ (Κωνσταντίνος Γαβαλάς), ένας άνεργος μαντατοφόρος που φέρνει τις καλές ειδήσεις τη λάθος στιγμή με τον λάθος τρόπο…

«Οι σχέσεις είναι έντονα συγκρουσιακές», σχολιάζει η Ν. Κοντούρη, «συχνά μάλιστα ανθρωποφαγικές. Ο συγγραφέας μπολιάζει τη μαύρη κωμωδία με στοιχεία μεταφυσικής αγγίζοντας το όριο του τραγικού. Δεν είναι τυχαίο που απ’ το πρώτο του έργο πέτυχε. Από τον καιρό του Σέξπιρ είχε να συμβεί να παίζονται στη λονδρέζικη σκηνή τέσσερα έργα του ίδιου συγγραφέα. Το βρετανικό φλέγμα είναι έντονο, καθώς το ανατρεπτικό χιούμορ μέχρι την τελευταία ατάκα ενός δραματικού φινάλε. Αυτό είναι το συγκλονιστικό στον Μακ Ντόνα: από τον ακραίο νατουραλισμό εκτινάσσει το κείμενο στην ποίηση. Είναι πάντα απρόβλεπτος. Τώρα έχει σταματήσει να γράφει για το θέατρο και ασχολείται με τον κινηματογράφο. Είναι ταλαντούχος, προκλητικός, πετυχημένος και κούκλος! Τον καλέσαμε στην πρεμιέρα και θέλει πολύ να έρθει»…

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 7 – 11/01/2009

«Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ» ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΒΙΚΤΩΡΙΑ»

Σχέσεις οικογενειακού αλληλοσπαραγμού

Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

μία σχση  αλληλοσπαραγμού

Το πρώτο έργο του Μάρτιν ΜακΝτόνα «Η βασίλισσα της ομορφιάς» ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη με τη Ναταλία Τσαλίκη και την Έρση Μαλικένζου.
Αν κάτι σας λέει το όνομα Μάρτιν ΜακΝτόνα μπορείτε να ανατρέξετε στην εξαιρετική ταινία της περσινής σεζόν «Αποστολή στην Μπριζ»- με Ρέιφ Φάινς, Κόλιν Φαρέλ, Μπρένταν Γκλίζον: ήταν ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της. Και όμως ο γεννημένος στην Αγγλία από Ιρλανδούς γονείς Μάρτιν ΜακΝτόνα από το θέατρο ξεκίνησε. Και το πρώτο του έργο το έγραψε, το 1996, στα είκοσι έξι του χρόνια. Μέσα σε οκτώ μέρες. «Η βασίλισσα της ομορφιάς» που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Λονδίνο την ίδια χρονιά, οπότε και ο Μάρτιν ΜακΝτόνα βραβεύτηκε από την Ένωση Κριτικών ως ο πλέον υποσχόμενος θεατρικός συγγραφέας, ανεβαίνει σε λίγες μέρες στην Αθήνα. Μία παραγωγή του Γιάννη Μπέζου και της Ναταλίας Τσαλίκη σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη με τη Ναταλία Τσαλίκη και την Έρση Μαλικένζου στους δύο κεντρικούς ρόλους.

«Η βασίλισσα της ομορφιάς» έκτοτε έχει παρουσιαστεί πολλές φορές ενώ ο ΜακΝτόνα τήρησε τις υποσχέσεις που έδινε: έδωσε για το θέατρο μέχρι το 2003 ακόμα έξι έργα που κατέταξαν τον συγγραφέα τους ανάμεσα στους καλύτερους της νέας γενιάς. Μετά ανακόπηκε η φόρα του στο θέατρο. Το 2006 τιμήθηκε με το Όσκαρ Ταινίας Μικρού Μήκους με Υπόθεση για την ταινία του «Έξι σκοπευτές» και στη συνέχεια, με την «Αποστολή στην Μπριζ», δείχνει να έχει στραφεί στον κινηματογράφο.

ΙΝFΟ: Από 15 Ιανουαρίου στο θέατρο «Βικτώρια» (Μαγνησίας 5, από 3ης Σεπτεμβρίου 119, τηλ. 210-8233.125). Εισιτήρια: 20, (φοιτητικό) 15 ευρώ.

Η σχέση δύο μοναχικών γυναικών – μάνας και κόρης- σε μία επαρχιακή πόλη της Ιρλανδίας είναι το θέμα του στο «Η βασίλισσα της ομορφιάς». Η ιδιόρρυθμη Μορίν (Ναταλία Τσαλίκη) υπηρετεί την ανήμπορη μάνα της, τη Μαγκ (Έρση Μαλικένζου), που απαιτεί συνεχώς να την κανακεύουν μία σχέση αλληλοσπαραγμού. Όταν η μίζερη καθημερινότητά τους ανατρέπεται από την «εισβολή» ενός παλιού φλερτ (Τάσος Γιαννόπουλος) της Μορίν και του νεαρού, αθυρόστομου αδελφού του (Κωνσταντίνος Γαβαλάς), αρχίζει και η αντίστροφη μέτρηση… Ζητώ από τις δύο πρωταγωνίστριες να μιλήσουν για τους ρόλους τους.

Ναταλία Τσαλίκη: «Τη Μορίν την κατανοώ και τη δικαιολογώ απόλυτα. Για έναν ηθοποιό που έχει ζήσει πράγματα στη ζωή του- και κάθε ηθοποιός οφείλει να αφεθεί να ζήσει καταστάσεις, να έχει εμπειρίες και να μην περάσει ξώφαλτσα από τη ζωή είναι ένα πολύ αναγνωρίσιμο πλάσμα. Το ότι έχει περάσει για ένα διάστημα από κάποιο ψυχοθεραπευτήριο δεν την κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους. Απλώς είναι πιο ενστικτώδης, χωρίς επιτήδευση. Ναι, είναι “διασαλευμένο” άτομο. Αλλά, εν δυνάμει, όλοι μας Μορίν δεν είμαστε; Όλοι μας, κάτω από κάποιες συνθήκες καταπίεσης, σε έναν κοινωνικό περίγυρο όπου ασφυκτιούμε, με αφορμή πληγές ή απογοητεύσεις, εύκολα μπορούμε να γίνουμε Μορίν».

Έρση Μαλικένζου: «Μάνα και κόρη ζούνε σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, μέσα στη μιζέρια και σε μια αφόρητη μοναξιά. Και η μοναξιά αυτή, στη μάνα, η οποία θα πρέπει να έζησε μια κακή ζωή, έχει μετατραπεί σε μίσος προς την κόρη, αν και ζει γαντζωμένη πάνω της για να επιβιώσει είναι ανήμπορη και εξαρτημένη από τη Μορίν. Τη βασανίζει, δεν της επιτρέπει να αποκτήσει μία στοιχειώδη αυτοπεποίθηση, ραδιουργεί, είναι πονηρή, λέει ψέματα… Ένας ωμός άνθρωπος. Και το μίσος είναι αμοιβαίο: μία βίαιη σχέση». Το έργο ανεβαίνει σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ, με σκηνικά και κοστούμια Γιώργου Πάτσα, σύνθεση ήχων και μουσική επιμέλεια Δημήτρη Ιατρόπουλου, φωτισμούς Λευτέρη Παυλόπουλου.

«Κινητήριος μοχλός της κακίας»

Τη σκηνοθέτρια Νικαίτη Κοντούρη την ενδιαφέρει στο έργο «ο ακραίος τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένοι οι ρόλοι- οι τέσσερις χαρακτήρες». «Ειδικά η μορφή της μάνας», τονίζει, «είναι ο κινητήριος μοχλός αυτής της κακίας, αυτής της βίας αλλά και αυτής της απέραντης μοναξιάς. Πολύ σκληρό έργο! Αλλά οι ρόλοι είναι πρόκληση για τους ηθοποιούς».

«Αυτό συμβαίνει, κυρίως, στο πρόσωπο της Μορίν. Με το ένα πόδι σχεδόν στον νατουραλισμό, με το άλλο ζει σε φαντασιακό πεδίο. Είναι σαν διχασμένη. Ενώ συνδιαλέγεται μ΄ αυτή την καταπιεστική μητέρα που την εξωθεί στην πιο φρικτή πράξη και δεν είναι παρά ένα αδύναμο, λαβωμένο, εξαρτημένο παιδί, από την άλλη το παιδί αυτό καταφέρνει να ζει σε μία πραγματικότητα που φτιάχνει το ίδιο».

Ο ΜακΝτόνα αρχίζει από έναν σχεδόν νατουραλισμό αλλά μετά «φεύγει»…