Category Archives: Η Καλή οικογένεια

«Η καλή οικογένεια» του Γιόακιμ Πίρινεν στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

Το έργο «Η καλή οικογένεια» του Γιόακιμ Πίρινεν, ανεβάζει (23/12) η Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» – του Εθνικού Θεάτρου, σε εναλλασσόμενο πρόγραμμα, με το έργο «Ρομπέρτο Τσούκο». Στην «Καλή οικογένεια», η ζωή είναι «πολύ όμορφη». Ενα υπέροχο σπίτι, μια καλοπληρωμένη δουλειά, υγεία, δύο πανέξυπνα παιδιά και δυο τέλειοι σύζυγοι συνθέτουν την αψεγάδιαστη καθημερινότητά του. Υπάρχει κάτι που μπορεί να διαταράξει αυτόν τον «ιδανικό» κόσμο; Υπάρχει, όταν η διαφήμιση της ευτυχίας συναντάει την ευτυχία της διαφήμισης και η πραγματική εικόνα, την εικονική πραγματικότητα. Ολα αυτά επί σκηνής σε μια τρισδιάστατη παράσταση. Ο Σουηδός συγγραφέας, εικονογράφος και δημιουργός κόμικς, καταθέτει ένα καυστικό σχόλιο για το τέλειο κοινωνικό μοντέλο. Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης. Σκηνικά – κοστούμια: Εύα Νάθενα. Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Παίζουν: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Νίκος Πουρσανίδης, Μηνάς Χατζησάββας, Μαρίνα Ψάλτη.

Από «Καλή οικογένεια»

Από «Καλή οικογ�νεια»

Στο σύμπαν του Γιόακιμ Πέρινεν, η ζωή είναι όμορφη, οι οικογένειες ευτυχισμένες, οι μέρες πάντα ηλιόλουστες, το φαγητό υπέροχο, τα χαμόγελα κάτασπρα. Στην Αθήνα, τρεις μέρες πριν γίνει αυτή η συνέντευξη, ο 31χρονος Κωνσταντίνος Παπαχρόνης είχε χάσει τη ζωή του σε ένα τροχαίο δυστύχημα και μία μέρα μετά τη συνάντησή μας με τον Δημήτρη Λιγνάδη ο 15χρονος Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από έναν ειδικό φρουρό της Ελληνικής Αστυνομίας. Στη συνέχεια, χάος. Κυριολεκτικά. Κάτοικοι αυτής της πόλης την έκαψαν, τη λεηλάτησαν, τη σύλησαν.
Με τον ίδιο τρόπο που αυτή η τσιμεντένια και άναρχα δομημένη πόλη έχει κάψει, λεηλατήσει και συλήσει ζωές και όνειρα ανθρώπων, γηγενών και αλλοδαπών, την ευγένεια, το χαμόγελο, την αξιοπιστία, την μπέσα στις καθημερινές μας συναναστροφές. Ο Γιώργος Χειμωνάς το 1982 έγραφε προφητικά: «Μια οργιαστική σιγή εβλάστησε σε όλες τις ρωγμές. Κοιτάξτε αυτούς τους νεαρούς των δεκαπέντε – δεκαεφτά χρόνων. Κοιτάξτε τους καλά. Προσέξτε την κατήφειά τους, τη σιωπή τους, τη δύσθυμη σκληρότητά τους. […]

Θα έρθουν παιδιά και έφηβοι που θα είναι προορισμένοι για το Νέο Λόγο.

Για λέξεις που ποτέ δεν διαπράχτηκαν, για νοήματα που ποτέ δεν ορθολογήθηκαν, για εικόνες που ποτέ δεν μιλήθηκαν. Φοβηθείτε τους». Ο Δημήτρης Λιγνάδης συμπληρώνει:

– Για την τέχνη και τη ζωή: «Στην τέχνη και τη ζωή όσο μεγαλώνει ο παρονομαστής, δηλαδή ο ντεμέκ ορισμός τους, τόσο μικραίνει η αξία του κλάσματος, δηλαδή η ίδια η τέχνη, η ίδια η ζωή».

– Για τον Κωνσταντίνο Παπαχρόνη: «Η πορεία του φίλου κι εξαιρετικού ηθοποιού Κωνσταντίνου στον καλλιτεχνικό χώρο για μένα είναι ένα πρότυπο. Δεν δικτυώθηκε παρά αξίαν, ήταν πάντα αυτό το “γλυκό χύμα”, ήρεμος, ψύχραιμος, δεν αγκώνιασε κανέναν για να πάρει τη θέση του, δεν διεκδίκησε ποτέ τίποτα».

– Για την αγριότητα του θανάτου: «Αυτό που είναι πολύ τρομακτικό στο θάνατο δεν είναι μόνο το ίδιο το γεγονός του θανάτου. Ακόμη πιο τρομακτικοί είναι οι μηχανισμοί που ενεργοποιεί ραγδαία, επειγόντως η ζωή, ώστε να επανέλθει η κανονικότητά της. Τυχαίο ότι στη δική μας γλώσσα ο θάνατος είναι αρσενικού γένους και η ζωή θηλυκού; Όπως και η τέχνη, άλλωστε. Σκέψου το θέατρο.
Σκέψου ότι σε ρίχνουν σε μια άδεια σκηνή χωρίς να ξέρεις τίποτα, απροετοίμαστο, σε παντελή άγνοια. Αμέσως ενεργοποιείς οποιονδήποτε μηχανισμό διαθέτεις για να επιβιώσεις εκεί πάνω, στην αρένα, σε αυτό που λέγεται σκηνή. Ε, με τον ίδιο τρόπο ενεργοποιούνται και οι μηχανισμοί επιβίωσης και εκεί κάτω, στη ζωή».

– Για το πένθος: «Όταν έχεις βιώσει από πριν την απώλεια, ξέρεις πια το “πρόγραμμα”: Πρώτη πράξη: Πένθος. Δεύτερη πράξη: Περισυλλογή. Τρίτη πράξη: Ανοιγμα στη ζωή. Γιατί ξέρεις ότι η ζωή συνεχίζεται. Ξέρεις ότι σε μία βδομάδα η ζωή θα σου κλέψει ένα χαμόγελο. Και σε δύο βδομάδες θα κάνεις εσύ τους άλλους να γελούν».

– Για τη «νεκρόφιλη» φύση του ηθοποιού: «Όντας ηθοποιός φλερτάρεις καθημερινά με το θάνατο. Κάθε βράδυ η παράσταση πεθαίνει. Είναι εφήμερη. Έχει μια μοναδικότητα τόπου και χρόνου. Δεν είναι ποτέ η ίδια. Και μετά από έξι μήνες πεθαίνει τελείως. “Πεθαίνουν” οι σχέσεις με τους συναδέλφους σου. Έρχονται νέοι συνάδελφοι για να συνεργαστείς μαζί τους, για το επόμενο θνησιγενές εγχείρημα. Διαχειρίζεσαι δηλαδή μια οικία φαντασμάτων (σ.σ.: φάντασμα: το παραγόμενο από τη φαντασία). Διαχειρίζεσαι το θάνατο. Ο ηθοποιός είναι φύσει νεκρόφιλος. Ο ηθοποιός μιμείται τη ζωή. Ταριχεύει τη ζωή στο τραπέζι του καλλιτεχνικού νεκροτομείου, τη μελετά, την ανατέμνει, για να παρουσιάσει εντέλει αυτό το ζόμπι ως ζωντανό στο κοινό που έρχεται να τον δει. Όπως ένας συλλέκτης πεταλούδων, που για να τις συλλέξει τις αποκόπτει από το φυσικό τους περιβάλλον, τις βαλσαμώνει και μετά τις εκθέτει σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του για να λέει ο άλλος “α, τι ωραίες πεταλούδες!”».

– Για τα όρια του επαγγελματισμού: «Δεν ξέρω αν στα 45 μου ασπάζομαι αυτή την υπεράνθρωπη πια επαγγελματική υπόσταση του ηθοποιού, που ό,τι και να του έχει συμβεί στη ζωή του οφείλει να βρίσκεται πάνω στη σκηνή και να κάνει τον παλιάτσο ή να αφήσει τα κόκαλά του πάνω στο σανίδι. Δηλαδή, ο ηθοποιός είναι άνθρωπος και οφείλει να είναι άνθρωπος, οφείλει να πενθήσει και να κλείσει και ακόμα τα θέατρα σε ένδειξη του πένθους του. Προσωπικά, θα είχα τεράστια δυσκολία να συνεχίσω την παράσταση αν ήμουν ένας από τους ηθοποιούς του “Ξυπνήματος της άνοιξης”».

– Για την «τερατική» λειτουργία του ηθοποιού: «Ενώ οι άνθρωποι ζουν τη ζωή, ο καλλιτέχνης και δη ο ηθοποιός την ίδια στιγμή που τη ζει, την ίδια στιγμή βγαίνει έξω από αυτήν και την παρατηρεί σαν ένα έργο. Μέσα στη σκηνή διδάσκεις “Στη Μόσχα, αδελφές μου, στη Μόσχα” και κάνεις ένα διάλειμμα, βγαίνεις έξω και βλέπεις άλλον να τρυπιέται κι άλλον να πουσάρει ναρκωτικά, με την αστυνομία να στέκεται παραδίπλα. Ποια Μόσχα, λοιπόν; Οπότε έχεις τις εξής επιλογές: Ή λες δεν υπάρχει Μόσχα, βγαίνεις έξω και λες παρατάω το θέατρο, ή λες πάω να μονάσω, να κρυφτώ στο θέατρο, στη σοφίτα με τα παιδικά μου παιχνίδια, στον ψεύτικο κόσμο μου. Η λες ένα τρίτο: αν θέλω να αλλάξω τη σύριγγα με τα δικά μου όπλα, πρέπει να ξαναμπώ μέσα να συνεχίσω την πρόβα μου, μπας και γίνει κάτι. Αλλά έχοντας επίγνωση του τι γίνεται έξω από την πόρτα σου. Αν δεν γνωρίζεις, δεν ζεις την εποχή σου, δημιουργείς μια αυνανιστική, ομφαλοσκοπική κατάσταση, που όμως δεν ξέρω ποιον μπορεί να αφορά».

– Για το έργο του Πέρινεν: «“Η καλή οικογένεια” διαχειρίζεται τη χαρά σε όλα τα επίπεδα. Παρακολουθούμε μια καλή οικογένεια σε διάφορες στιγμές της ζωής της και πουθενά δεν βλέπουμε σκιές ή στιγμές δυστυχίας. Αρχικά ο Πέρινεν πήγε να γράψει ένα έργο για μια δυσλειτουργική οικογένεια αλλά δεν του βγήκε. Και ομολογεί πως αφού αυτός δεν προέρχεται από μια δυσλειτουργική οικογένεια, του προέκυψε ένα απόλυτα θετικό έργο. Τώρα, αν ο Πέρινεν με αυτό το έργο δίνει μια γροθιά, παρωδεί τη ζοφερή εποχή μας με ένα απόλυτα θετικό έργο ή απαντάει στο ζόφο που υπάρχει και στη θεατρική δημιουργία με ένα έργο που λέει “όλα θα πάνε καλά”, εγώ τείνω να υποστηρίξω τη δεύτερη εκδοχή. Όλο το έργο είναι σαν μια σεκάνς διαφημίσεων για την ευτυχία. Έτσι ακριβώς βλέπω εγώ αυτή την παράσταση. Σαν μια ωριαία διαφήμιση για ένα αιώνιο, υγιεινό, λάιτ γιαούρτι. Ο Πέρινεν κλείνει το έργο του με τη φράση: “Το καλοκαίρι αυτό δεν θα τελειώσει ποτέ. Είναι αιώνιο”. Έτσι και το “γιαούρτι” αυτό δεν έχει ημερομηνία λήξης. Ισως περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή να έχουμε ανάγκη από μια θετική καλλιτεχνική απεικόνιση της πραγματικότητας, ένα θετικό πρότυπο».

– Για το προσωπικό του στοίχημα: «Σε αυτή την παράσταση έβαλα ένα στοίχημα με τον εαυτό μου: Να προσπαθήσω να αποτυπώσω κατά λέξη αυτό που θέλει να πει ο συγγραφέας. Να μην επέμβω διασκευαστικά δηλαδή στο κείμενο. Να μην προεξέχει το δικό μου σχόλιο αυτό του έργου. Αν υπάρξει μια υπογράμμιση δική μου, ένα κλείσιμο ματιού, θα το αποφασίσω τρεις μέρες πριν την πρεμιέρα. Επίσης, η παράσταση κινείται μεταξύ εικονικής και εικαστικής πραγματικότητας. Εξελίσσεται μέσα σε τρισδιάστατο σκηνικό, γεγονός που συμβαίνει για πρώτη φορά σε θέατρο πρόζας».

– Για την παράσταση «Βάτρα-Χ»: «Οι “Βάτρα-Χ” έγιναν. Θα έρθει κάποιος που θα τους κάνει καλύτερα ή κάποιος άλλος που θα τους κάνει χειρότερα. Οι «Βάτρα-Χ» ήταν περισσότερο ένα statement παρά παράσταση. Η πρόθεσή μου ήταν να κουνήσω λίγο την αριστοφανική κορνίζα. Τώρα, πόσο κομψά ή άκομψα το έκανα, τι να σου πω; Εχω εκατό αρνητικά να σου πω για τους «Βατράχους» κι άλλα εκατό θετικά. Αλλά προχωράμε και τώρα είμαστε ήδη σε άλλα συγγραφικά τοπία».

– Για την ανάγκη ελπίδας: «Σε καμία περίπτωση δεν μοιάζει η δική μου οικογένεια με αυτή που περιγράφει ο Πέρινεν. Εγώ προέρχομαι από μια αστική οικογένεια με τα προβλήματά της, τους χωρισμούς της και όλα τα συναφή. Κι αν θέλω να είμαι ειλικρινής, φυσικά και θα ήθελα -από μικρό παιδί δηλαδή- να προέρχομαι από μια οικογένεια όπου όλα θα ήταν τέλεια, φωτεινά. Μου αρέσει αυτή η υπόσχεση της ελπίδας. Μπορεί να μην τη βλέπω γύρω μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να την ονειρευτώ. Εγώ λοιπόν αυτό θέλω να πουλήσω. Κι αν θέλετε εσείς, αγοράστε το».

info
«Η καλή οικογένεια»
ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», Αγ. Κωνσταντίνου 22-24,
Ομόνοια, τηλ.: 210-3305074.
Πρεμιέρα: 21 Δεκεμβρίου.
Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Εύα Νάθενα
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης.
Παίζουν: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Νίκος Πουρσανίδης, Μηνάς Χατζησάββας,
Μαρίνα Ψάλτη

ΜΠΛΑΤΣΟΥ ΙΩΑΝΝΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ / AGENDA, Σάββατο, 13.12.08