Category Archives: Η Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας

Η Αθήνα είναι το χωριό της Κλερ Ζαχανασιάν

Μέσα στον ζόφο που ξεχύθηκε και μας έπνιξε τις τελευταίες εβδομάδες, ίσως η τέχνη έχει τη δύναμη για έναν μίνι αναστοχασμό. Ολων μας. Μια εξαιρετική παράσταση στο «Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας», με την υπογραφή του Στάθη Λιβαθινού, μπορεί να βάλει τους πάντες στη θέση τους.

Το αριστούργημα του Φρίντριχ Ντίρενματ «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας», με ιδανική ερμηνεύτρια στον ρόλο της αδίστακτης Κλερ Ζαχανασιάν την Μπέτυ Αρβανίτη, μας υπενθυμίζει τη φύση μας. Με ένα δισεκατομμύριο η γηραιά κυρία αγοράζει στον μικρόκοσμό της, καθρέφτη του κόσμου, τη Δικαιοσύνη που θέλει. Πολλοί είναι αυτοί που αρχικά, στο όνομα της ευνομίας και της Δημοκρατίας, αποτάσσουν από πάνω τους με μεγαλοστομίες τον πειρασμό. Τελικά θα… διολισθήσουν, θλιβεροί συνένοχοι, μέσα από απίθανες προφάσεις και διαστρεβλώσεις. Η σοφιστικής «κοπής» επιχειρηματολογία τους μας θυμίζει πολλά οικεία κακά: πρωτίστως τη σαθρή επιχειρηματολογία ενός πρωθυπουργού και των υπουργών του (προ ανασχηματισμού).

Δείτε το έργο, με τους «μεθυσμένους» απ’ την όψιμη απόκτηση άχρηστων αγαθών -να ‘ναι καλά το ένα δισ.- φτωχούς χωριάτες, και θυμηθείτε τα δικά μας «χούγια». Στα μεγάλα αβαντάζ μιας από τις σημαντικότερες παραστάσεις της σεζόν, ο έξοχος θίασος-σταθμός η ερμηνεία του Γιάννη Φέρτη- και οι μουσικές του Θοδωρή Αμπαζή.

ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 16/01/2009

«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» από την «Πράξη»

Επιμένοντας στην ποιοτική ρεπερτοριακή κατεύθυνσή του, ο θίασος «Πράξη» ανέβασε στο «Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας» ένα έργο «σταθμό» του γερμανόφωνου μεταπολεμικού θεάτρου, την «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντίρενματ, σε νέα, νοηματικά και θεατρικά δραστική μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Ιδεολογικά και δραματουργικά επηρεασμένος από τον Μπρεχτ, ο σπουδαίος Ελβετός δραματουργός και πεζογράφος Ντίρενματ με το έργο αυτό (1956), χρησιμοποιώντας το συνηθέστατο, οικουμενικό, από γενέσεως ανθρώπου, φαινόμενο της ερωτικής προδοσίας, αλληγορικά αποκαλύπτει τη δύναμη του κεφαλαιοκρατικού χρήματος. Το χρήμα εκπορνεύει. Είναι αδυσώπητο, απάνθρωπο. Χάριν της εξουσίας του, χρησιμοποιεί όλες τις μεθόδους για να εκβιάζει, να διαβρώνει και να εξαγοράζει συνειδήσεις. Οχι μόνο του ατόμου, αλλά και τη συλλογική συνείδηση μιας κοινωνίας. Εκμεταλλεύεται τα πάντα. Τα προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα, την αδυναμία, τις προσωπικές φιλοδοξίες, την επαγγελματική ή κοινωνικοθεσμική θέση και εργασία του ανθρώπου, κυρίως τη φτώχεια του ανθρώπου της ανάγκης. Εκμεταλλεύεται προπαντός την εκτεταμένη οικονομική κρίση και ανέχεια της κοινωνίας. Αυτό «διαμήνυσε» στην εποχή του και στην εποχή μας ο Ντίρενματ. Οπως ο Μπρεχτ, ο Ντίρενματ πίστευε ότι ο άνθρωπος αλλάζει. Οτι οι συνθήκες, η ταξική θέση και στάση του, η κοινωνική ή μη συνειδητοποίησή του τον αλλάζουν. Τον ωθούν – αναλόγως – είτε στο καλό είτε στο κακό. Και με αυτή την πεποίθηση έπλασε όλα, ανεξαιρέτως, τα πρόσωπα του έργου αυτού. Ο Ντίρενματ γράφει τη «Γηραιά κυρία» σε μια κρίσιμη εποχή. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει. Το μεγάλο κεφάλαιο ανακατανέμεται, ανασυντάσσεται και σωρεύεται «καταβροχθίζοντας», σιωπηλώς και εν μια νυκτί, τον εθνικό πλούτο ανίσχυρων, πασχόντων εξαθλιωμένων κοινωνιών και χωρών (εκτάσεις, υποδομές, εργοστάσια, άλλες επιχειρήσεις κλπ.) και παριστάνοντας τον κοινωνικό «ευεργέτη» αλώνει τις ανθρώπινες συνειδήσεις. Το κεντρικό πρόσωπο του έργου, η Κλαιρ Τσακανασιάν, γηραιά ιδιοκτήτρια πολλών μεγάλων επιχειρήσεων και εκτάσεων σε διάφορες χώρες, κληρονόμος των οκτώ αθλίων, αλλά ζάμπλουτων που παντρεύτηκε, η οποία εν κρυπτώ αγόρασε και τη δημόσια περιουσία (εκτάσεις, δάση, εργοστάσια) της γενέτειράς της, μετά από πενήντα χρόνια απουσίας επιστρέφει σ’ αυτήν, με ένα μόνο σκοπό. Σκοπό που είχε σε όλη τη ζωή της. Με την ισχύ του πλούτου της να εξαγοράσει, ως «ευεργέτις» όλες τις συνειδήσεις στον εξαθλιωμένο οικονομικά και παραγωγικά τόπο της, προκειμένου να τιμωρήσει – έως θανάτου – τον άντρα που ερωτεύτηκε στη νιότη της, τον Αλφρεντ, ο οποίος την εγκατέλειψε, αν και έγκυο, για μια άλλη, εξαιτίας του οποίου ξενιτεύτηκε, έγινε πόρνη για να ζήσει και έχασε το εγκαταλειμμένο, λόγω της ανέχειάς της, μωρό της, αλλά και τη γενέτειρά της (κατοίκους και θεσμούς) που, αντιμετωπίζοντάς την ως πορνίδιο, απάλλαξαν από τις ευθύνες του τον άντρα που την άφησε έγκυο. Ο σκοπός της υπηρετείται από όλα τα πρόσωπα. Ολα εξαγοράζονται, όλα γίνονται συνένοχα. Ο συμπατριώτης της δικαστής, που τον εξαγόρασε για να υπηρετεί όλες τις υποθέσεις της. Ολα τα θεσμικά όργανα – λ.χ. δήμαρχος, αστυνόμος, παπάς, δημοσιογράφοι, πολίτες. Ακόμα και η γυναίκα και τα παιδιά του ηλικιωμένου μικρομαγαζάτορα, αγαπημένου της νιότης της. Μόνο ο δάσκαλος αντιστέκεται στο κακό, αλλά τελικά και αυτός υποκύπτει στην απαίτηση της «ευεργέτιδος»: Κάποιος από όλους να δολοφονήσει τον προδότη του νεανικού έρωτά της. Ο Αλφρεντ, εν μέσω μιας κοινωνικής «ζούγκλας», αναγνωρίζοντας ότι υπήρξε υπαίτιος ενός κακού, αυτοκαθαιρείται αυτοκτονώντας. Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού αναδεικνύει, τα μέγιστα, τη διαχρονική και επίκαιρη αξία του έργου, αλλά και τις μπρεχτικές επιρροές του. Κράμα ρεαλισμού, αλλά και συμβολικού εξπρεσιονισμού, αποστασιοποίησης και σαρκαστικού σχολιασμού, η σκηνοθεσία υπογραμμίζει το «γκέστους», τη θέση – στάση (κοινωνική, ταξική, ηθική, συνειδησιακή, ψυχοδιανοητική, συναισθηματική) του κάθε προσώπου. Την ενδιαφέρουσα, πολύ δραστική σκηνοθετική «ανάγνωση» στηρίζουν το λιτά συμβολικό σκηνικό και τα επίσης συμβολικά κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, οι «ζοφώδεις» φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, η αρμόζουσα στο «γκέστους» κάθε προσώπου κινησιολογία της Μαρίας Γοργία και η «σκοτεινή» μουσική του Θόδωρου Αμπαζή. Η κυρίαρχη ερμηνεία της παράστασης ανήκει στην Μπέτυ Αρβανίτη (γηραιά κυρία), που πλάθει ένα κυνικά απάνθρωπο και εκδικητικό, ανθρωπόμορφο «τοτέμ» της μεγαλοαστικής τάξης. Λιτά ρεαλιστική η ερμηνεία του Γιάννη Φέρτη. Αξιοι ονομαστικής αναφοράς για τις συνολικά αξιόλογες ερμηνείες τους είναι και οι άλλοι ηθοποιοί της παράστασης: Κώστας Γαλανάκης, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Θανάσης Δήμου, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Βασίλης Καραμπούλας, Τζίνη Παπαδοπούλου, Ελένη Ουζουνίδου, Ακης Λυρής, Ηλίας Κουνέλας, Δημήτρης Μυλωνάς.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 24/12/2008

Μια «γηραιά κυρία» επιστρέφει ακμαία


«Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ…» ΤΟΥ ΝΤΙΡΕΜΑΝΤ ΣΤΟ «ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ» / ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΜΠΕΤΤΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ

Του  Λέανδρου ΠΟΛΕΝΑΚΗ, Η Αυγή, 21/12/2008

«Η επιστροφή της γηραιάς κυρίας» είναι το γνωστότερο στην Ελλάδα δράμα του Ελβετού Φρίντριχ Ντύρενματ (1921-1990), και ο τίτλος του έχει γίνει σχεδόν παροιμιακή φράση στη γλώσσα μας, μετά τη θρυλική παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, σε μετάφραση του Γ.Ν. Πολίτη, με τη μεγάλη Παξινού στον κεντρικό ρόλο πριν μισό σχεδόν αιώνα (1961), σε σκηνοθεσία του Μινωτή όταν ακόμη η πρώτη Κρατική Σκηνή «επαίδευε» θεατρικά την Ελλάδα. Το πολυπρόσωπο και απαιτητικό αυτό έργο παίχτηκε από τότε στην ελληνική σκηνή άλλες πέντε φορές, πάντοτε στα Κρατικά Θέατρα, με μια μόνο παρουσίαση από ιδιωτικό θίασο του Αλεξανδράκη και της Γαληνέα το 1991. Έχει άρα, ιδιαίτερη σημασία που σήμερα το παρουσιάζει η Θεατρική Εταιρεία «Πράξη», σε καλή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθηνού (επιμέλεια κίνησης Μαρία Γοργία), με πρωταγωνίστρια τη Μπέττυ Αρβανίτη.

Τα αδυσώπητα σκληρό και αμείλικτο, αυτό έργο, «κουρδισμένο» σαν ελβετικό ρολόι, σήμερα πράγματι «χτυπάει» την ώρα της Ευρώπης, όταν όλοι οι μεγάλοι μύθοι, μεγάλες αφηγήσεις και μεγάλες παραστάσεις που έφτιαξαν τον πολιτισμό της, κατέληξαν και καταλήγουν ξανά στην ανελευθερία της βίας. Δεν είναι η στιγμή ν’ αναλύσουμε το γιατί και το πώς αυτής της παταγώδους αποτυχίας του πολιτισμού των φώτων και του ορθού λόγου, να κρατήσει όρθιο το οικοδόμημα του ανθρωπισμού, στο όνομα του οποίου εξακολουθεί να ασκεί την παγκόσμια κυριαρχία του. Απ’ την άλλη όμως μεριά θα ήταν λάθος ν’ αποδώσουμε στον Ελβετό συγγραφέα μια διαλεκτική σύλληψη του κόσμου και της ιστορίας, που δεν διαθέτει. Η «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» αντανακλά, τουλάχιστον εν μέρει, έναν σκληροπυρηνικό, μεταφυσικό, προτεσταντικό, κλειστό πυρήνα σκέψης, όπου ο άνθρωπος, είναι φύσει αμαρτωλός ή θέσει αδύναμος να επιλέξει το καλό, έχοντας ξεφύγει από τον άνωθεν προορισμό του, και θα έρθει εξάπαντος η ημέρα της τιμωρίας. «Έσεται Ήμαρ». Η γραφή του Ελβετού δραματουργού συγγενεύει, με αυτόν τον τρόπο, με τις κινηματογραφικές «Dies irae» του Καρλ Ντράγιερ, και ως επιγόνους της έχει τις ομόλογες ταινίες του Λαρς Φον Τρίερ, με αποκορύφωνα το αμφιλεγόμενο «Ντόγκβιλ».

Η «Επίσκεψη…» δεν είναι μια αληθινή τραγωδία είναι μία, βιβλικής φύσης, ρωμαλέα αλληγορία, κάτω απ’ το πρόσχημα της τραγωδίας. Δεν μας μιλά για το σύγχρονο οικονομικό χάος, αποτέλεσμα εγκληματικών πολιτικών επιλογών, αλλά για τα «θανάσιμα αμαρτήματα» που το προκάλεσαν ως «οργή του Θεού». Σε αυτήν, η μόνη πράξη που έχει νόημα είναι η πράξη προς την ελευθερία. Την πράττει στο τέλος ο κεντρικός ήρως, Ιλ, αποδεχόμενος την ενοχή και την τιμωρία του, αλλά όχι ελεύθερα? είναι μια πράξη ελευθερίας από αδήριτη ανάγκη. Όχι από ελευθερία.

Με αυτήν την έννοια νομίζω ότι ήταν λάθος επιλογή του σκηνοθέτη να «διαβάσει» το έργο διαλεκτικά και να θελήσει να το αποδώσει έμμεσα, «μπρεχτικά», περι-γραφικά, σαν «τραγωδία από απόσταση» και «θέατρο μέσα στο θέατρο». Απομακρύνοντας το έργο από τον συμπαγή κεντρικό πυρήνα της σκέψης που το γέννησε, δεν αντιλαμβάνεται, ίσως, ότι έτσι του αφαιρεί το αρχετυπικό προφίλ, το αδυνατίζει. Το έργο είναι αυτό που είναι ριζικό, φέρει το υπερβατικό φορτίο που φέρει, κάθε «διαλεκτική» «μοντέρνα» προσέγγιση για το να «ελαφρύνει» τάχα, του έρχεται «ξένο ρούχο».

Ευτυχώς, κόντρα σχεδόν στη σκηνοθεσία, οι κεντρικοί και δεύτεροι ρόλοι βρίσκουν τη θέση, τον άξονα και την ιστορία τους. Η Μπέττυ Αρβανίτη (Κλαίρ Τσαχανασιάν), με έξοχα μέσα, ως αντι – Παξινού, βυθίζεται στο σκοτεινό, το εσώτερο, το απρόσιτο, για να αναδυθεί στο φως ξανά, σύμβολο διπλό, μιας πληγωμένης γυναίκας και μιας απρόσωπης τυφλής μοίρας. Ένα κατόρθωμα υποκριτικής σύνθεσης.

Ο Γιάννης Φέρτης (Ιλ) είναι μεστός, μια πλήρης εικόνα «χαρμολύπης» και αποδοχής της μοίρας στον καλύτερο ίσως ρόλο του των τελευταίων ετών.

Ο Κώστας Γαλανάκης, ένας εργάτης του θεάτρου, ηθοποιός «για όλες τις εποχές», στον βουβό του ρόλο (Μπόμπυ) διαθέτει, όπως πάντα, μέγεθος, όγκο και ουσία.

Ο Βασίλης Καράμπουλας (Δάσκαλος και τρίτος πολίτης) με υποκριτικό προφίλ που «κόβει» από μακριά.

Ωραία και ομαδικά, δημιουργικά, κινούνται, στο πλαίσιο μιας τραγικωμωδίας οι Νίκος Αλεξίου (απορητικός δήμαρχος), Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Θανάσης Δήμου, Δημήτρης Μυλωνάς, Παναγιώτης Παναγόπουλος, η Τζίνη Παπαδοπούλου με πολύ ωραία φωνή και κίνηση, Ελένη Ουζουνίδου (ταλέντο «μπούφο»), Άκης Λυρής και Ηλίας Κουνέλας, «Μπεκετικές» φιγούρες. Μια παράσταση κυρίως των ηθοποιών, που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της.

Θετική γνώμη έχω για τα σκηνικά και τα κοστούμια (Ελένη Μανωλοπούλου), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Αλέκος Αναστασίου) και την ωραία μουσική (Θοδωρής Αμπαζής).

Η «Γηραιά Κυρία» και το… λίφτινγκ

Μια δουλειά που φλερτάρει με το εξωπραγματικό και τον ρεαλισμό – Κριτική Σπύρος Παγιατάκης

Φρίντριχ Ντίρενματ Η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας, σκην.: Στάθης Λιβαθινός. Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

Δεν ξεχνά τίποτα αυτή η γηραιά κυρία. Κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας. Και δεν εννοώ βέβαια την παγκοσμίως γνωστή ως «Γηραιά Κυρία» του ποδοσφαίρου, δηλαδή την ιταλική FC Juventus. Οχι. Εννοώ την Κλαίρη Τσαχανασιάν η οποία μη ξεχνώντας το άδικο που της έγινε στα νιάτα της στη μικρή –ελβετική– πόλη Γκίλεν όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, επιστρέφει τώρα –πάμπλουτη μετά από εννέα πλούσιους γάμους κι οκτώ διαζύγια– αποφασισμένη να πάρει την εκδίκησή της. Εκδίκηση με όρους: να γίνει μεν «Μέγας Δωρητής» με την προϋπόθεση όμως ότι κάποιος από τους κατοίκους θα σκοτώσει τον πρώτο της εραστή. Αυτόν που την ανάγκασε να φύγει μ’ ένα παιδί στην κοιλιά – και να εξοκείλει. Πάνω από πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε –στις 29 Ιανουαρίου 1956– που η μεγάλη γερμανόφωνη ηθοποιός Τερέζε Γκίζε πρωτοεμφανίστηκε στο ρόλο της γηραιάς Κλαίρης, στο γνωστότερο θεατρικό του Ελβετού Φρίντριχ Ντίρενματ. Ενα έργο που ο συγγραφέας του το χαρακτήριζε «κωμωδία», παρόλο που οι περισσότεροι σκηνοθέτες επέλεγαν σχεδόν μόνιμα να το παρουσιάζουν ψυχο-δραματικά, τονίζοντας κυρίως τις μαύρες σκιές που υπάρχουν γύρω απ’ όλους τους χαρακτήρες του.

Ο ρόλος του χρήματος

Κεντρική σκιά του ζόφου είναι αυτή που φέρει το σύνθημα πως το χρήμα έχει τη δύναμη να αμαυρώνει ανενόχλητα προσωπικότητες και συνειδήσεις. Σύμφωνοι. Είναι κάτι το οποίο βλέπουμε πάντα. Ειδικά στην σύγχρονη υλιστική εποχή το χρήμα είναι ενδεχομένως ακόμα πιο υπολογίσιμο παρά πριν από πενήντα χρόνια. Κι αναρωτιέμαι αν σήμερα οι διάφοροι χαμένοι του χρηματιστηρίου βρισκόταν μπροστά σ’ ένα ανάλογο ερώτημα μ’ αυτό των κατοίκων του Γκίλεν ώστε να πάρουν πίσω τα χαμένα πως θ’ απαντούσαν. Σίγουρα με ελάχιστες επιφυλάξεις!

Και η μεν ποδοσφαιρική Juventus διατήρησε το κεφάλι της ψηλά ως «Γηραιά Κυρία», όμως τούτοι οι κυρτωμένοι ώμοι ενός έργου το οποίο δικαίως θεωρείται φλύαρο και αυτοεπαναλαμβανόμενο αντέχουν άραγε πάντα να κουβαλάνε πέντε δεκαετίες; Είναι μεγάλη η εξέλιξη στο θέατρο. Οχι, δεν το αντέχουν κι αυτό φάνηκε στην πάνω από τρεις ώρες «ορθόδοξη» παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός σεβόμενος –φευ!– απόλυτα το κείμενο, στο «Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας» με την Μπέττυ Αρβανίτη στον κεντρικό ρόλο. Ενδεχομένως να είμαι και προκατειλημμένος. Είδα πέρυσι μία μοναδική και πέρα για πέρα «ανορθόδοξη» γερμανική παράσταση του ίδιου έργου από την ανατρεπτική σκηνοθετική ομάδα της Rimini Protokoll (Πρωτόκολλο Ρίμινι) όπου οι βασικοί προβληματισμοί του έργου –τιμωρία, απληστία, εκδίκηση, συνειδησιακά προβλήματα– γίνονται απόλυτα κατανοητοί παρ’ όλο που το έργο ήταν «πειραγμένο».

Πρωτοτυπία

Οι τρεις συν-σκηνοθέτες (Χέλγκαρντ Χάουγκ, Στέφαν Κέγκι και Ντάνιελ Βέτσελ) στήριξαν την πρωτοτυπία τους παρουσιάζοντας ως ντοκουμέντο το πώς έγινε η πρώτη, η προ πενηκονταετίας, παράσταση. Εκείνη στη Ζυρίχη με την Τερέζε Γκίζε. Τέλος πάντων. Το δικό μας θέμα μας σήμερα είναι η αθηναϊκή παράσταση. Μία παράσταση η οποία έρχεται τώρα 47 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου στη χώρα μας, στο Εθνικό Θέατρο με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, σε σκηνοθεσία –τότε– του τελευταίου.

Βιώνουμε τις τελευταίες εβδομάδες μία περίοδο εύλογης και έντονης αμφισβήτησης. Γνωρίζουμε ήδη ότι τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως χθες. Τουλάχιστον τίποτα δεν θα παραμείνει τόσο εύκολα αποδεκτό όπως γινόταν μέχρι τώρα. Η εποχή της γαλαζομάτικης αθωότητας έχει παρέλθει. Στο θέατρο η αλλαγή έχει ήδη γίνει πλατιά αντιληπτή τα τελευταία χρόνια. Τουλάχιστον σε άλλες, σε ξένες θεατρικές πιάτσες. Δύσκολα θα δει κανείς πλέον έργα τα οποία παρουσιάζονται «απείραχτα». Οχι, βέβαια, ότι τα πειράματα έχουν πάντα αίσιο τέλος. Ακριβώς όπως και στην «Επίσκεψη» όπου η συνείδηση πάει περίπατο δίνοντας τη θέση της στον πονηρό υπολογισμό.

Μάλλον το αντίθετο. Ελάχιστες είναι οι σκηνοθετικές «παραξενιές» που πετυχαίνουν. Ακριβώς όπως και στην «Επίσκεψη» η θεμελιωμένη σκηνοθετική άποψη συχνά πάει περίπατο δίνοντας τη θέση της στον πονηρό υπολογισμό. Ο Στάθης Λιβαθινός είναι ανάμεσα στους καλούς –επειδή αποτελεσματικά πειραματιζόμενους– σκηνοθέτες που διαθέτουμε. Στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παράδοση και το λεγόμενο μοντέρνο έχει βρει μια ικανοποιητική ισορροπία. Φλερτάροντας με το εξωπραγματικό και με τον ρεαλισμό στην «Επίσκεψη» παρουσίασε μια ενδιαφέρουσα δουλειά. Περιορισμένος από τον τετραγωνικό χώρο του συγκεκριμένου θεάτρου, υποχρεώθηκε σε μια σκηνική αφαίρεση η οποία συχνά υπέφερε από την πολυλογία του –δυστυχώς απείραχτου– κειμένου. Καλύτερο στοιχείο της παράστασης οι πρωταγωνιστές της, Γιάννης Φέρτης και Μπέττυ Αρβανίτη.

Συγκλονιστικοί

Η εξέλιξη του χαρακτήρα του Αλφρεντ Ιλ (Γ. Φέρτης) στις λίγες μέρες που διαρκεί η Επίσκεψη –από το «την-έχω-στο-τσεπάκι-μου» μέχρι την συνειδητοποίηση της απόλυτης εγκατάλειψής του– μιλάει από μόνη της τόμους. Από τις χαμηλόφωνες αλλά καλύτερες ερμηνείες που δύσκολα ξεχνιούνται. Συγκλονιστική η Κλαίρη της Μπέττυς Αρβανίτη. Συγκλονιστική γιατί ανακαλύπτεις μία «μοχθηρή εκδικήτρια», ένα αδίστακτο, σκληρό χαρακτήρα ο οποίος όμως εξακολουθεί –πάνω απ’ όλα– να είναι ουσιαστικά ερωτευμένη με την πρώτη της αγάπη.

Ακριβώς όπως το θέλει και «Η επίσκεψη» όπου η γηραιά κυρία έχει προ-κατασκευάσει ένα υπέρλαμπρο μαυσωλείο στο Κάπρι για ν’ αποσυρθεί εκεί με το λείψανο του παλιού (;) αγαπημένου της. Είναι ακριβώς αυτή η αμφισημία, αυτές οι σχέσεις αγάπης–μίσους, ανιδιοτέλειας–συμφέροντος που είναι ανάμεσα στις μεγάλες αρετές του συγκεκριμένου έργου του Ντίρενματ. Υπάρχουν ήδη τρεις ή τέσσερις ελληνικές μεταφράσεις του έργου. Οπως τα πάντα, έτσι και η γλώσσα καλπάζει τα τελευταία χρόνια. Αναγκαία λοιπόν η τωρινή καλή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Το φόρτε της Ελένης Μανωλοπούλου είναι εμφανέστατα τα κοστούμια. Εκεί το θεατρικό της αισθητήριο μπορεί να κάνει τις ενδιαφέρουσες εικαστικές υπερβάσεις δίχως να την εκθέσει. Και δεν εννοώ μόνο τις ενδυματολογικές εκκεντρικότητες της Μαντάμ Τσαχαναζιάν.

ΥΓ.: Τον περασμένο Απρίλιο το 12ο Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου που είχε φιλοξενηθεί για δύο συνεχείς χρονιές στις εγκαταστάσεις του ΚΘΒΕ (το 2009 πηγαίνει στην Πολωνία) δόθηκε στον Γάλλο σκηνοθέτη Πατρίς Σερό. Παράλληλα, το 10ο Βραβείο «Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες» που προβάλλει τη δουλειά νέων πρωτοπόρων καλλιτεχνών μοιράστηκε στα τρία: Στη Γερμανίδα χορογράφο Σάσα Βαλτς, στον Πολωνό σκηνοθέτη Κρίστοφ Βαρλικόφσκι και στην σκηνοθετική ομάδα της Γερμανίας «Πρωτόκολλο Ρίμινι» που πειραματίζεται πάνω στις θεατρικές συμβάσεις. Ο πειραματισμός της ομάδας με την «Επίσκεψη» ήταν από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που έχω δει τα τελευταία χρόνια.