Category Archives: Ευτυχισμένες μέρες

Σαράντα χρόνια καθηλωμένη στον αμμόλοφο κλείνει η Γουίνι

  • Η Ράνια Οικονομίδου θα προσθέσει το όνομά της στη λίστα με τις ελληνίδες πρωταγωνίστριες που έχουν υποδυθεί τη δραματική ηρωίδα του Μπέκετ

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Η Ράνια Οικονομίδου ως Γουίνι, καθηλωμένη για πάντα στον αμμόλοφό της, σε στιγμιότυπο από την παράσταση του μπεκετικού δράματος «Ευτυχισμένες μέρες»

Στις 17 Σεπτεμβρίου 2011 η Γουίνι θα κλείσει τα 40 της χρόνια: πάντα βυθισμένη στον αμμόλοφό της, έναν αμμόλοφο που την καταπίνει όλο και περισσότερο, η κορυφαία θεατρική ηρωίδα του Σάμιουελ Μπέκετ ζει τις «Ευτυχισμένες μέρες» της με έναν τρόπο που μόνο ο ιρλανδός νομπελίστας συγγραφέας θα μπορούσε να περιγράψει. Γραμμένο το 1961, το έργο πρωτοπαίχτηκε την ίδια χρονιά στη Νέα Υόρκη από τη Ρουθ Γουάιτ, ενώ δύο χρόνια αργότερα η Μαντλέν Ρενό άφησε τη θεατρική σφραγίδα της ως Γουίνι στο Παρίσι. Το 1966 οι «Ευτυχισμένες μέρες» έκαναν πρεμιέρα στην Ελλάδα, με τη Χριστίνα Τσίγκου να καταγράφεται ως η πρώτη ερμηνεύτρια- η παράσταση ανέβηκε άλλωστε σε δική της μετάφραση.

Στις 26 Ιανουαρίου 2011 η Ράνια Οικονομίδου θα προσθέσει το όνομά της στη λίστα των ελληνίδων ηθοποιών που έχουν ερμηνεύσει τη συγκεκριμένη ηρωίδα, σε σκηνοθεσία του Αντώνη Αντύπα και σε μετάφραση του Διονύση Καψάλη. Ο Κώστας Γαλανάκης θα είναι ο δικός της Γουίλι.

Από την Τσίγκου ως την Οικονομίδου έχουν μεσολαβήσει σημαντικές θεατρικές ερμηνείες. Η Γουίνι ήταν το θεατρικό κύκνειο άσμα της Βάσως Μανωλίδου το 1980, με το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Στον ρόλο του Γουίλι, τότε, ο νεαρός Μηνάς Χατζησάββας. Στη δεκαετία του ΄90 ακολούθησαν η Ρούλα Πατεράκη με το Δραματικό της Θέατρο και η Δέσπω Διαμαντίδου με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος- μαζί της ο Πέρης Μιχαηλίδης.

Την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα η Αντιγόνη Βαλάκου (2003) υποδύθηκε την μπεκετική ηρωίδα σε σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη με τον ίδιο στον ρόλο του Γουίλι- αργότερα (2007) ανέλαβε ο Δαμάτης να την ερμηνεύσει, με Γουίλι τον Μανώλη Χουρδάκη. Τη δική της Γουίνι, στο εξαιρετικό σκηνικό της Χλόης Ομπολένσκι, έπαιξε το 2004 στο θέατρο Σφενδόνη η Αννα Κοκκίνου σε συν-σκηνοθεσία με τη Μίρκα Γεμεντζάκη και Γουίλι τον Στέλιο Ιακωβίδη. Προ διετίας η Μίνα Αδαμάκη στο θέατρο Χώρα έδωσε μια πιο σύγχρονη εκδοχή σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου και με Γουίλι τον Ερρίκο Λίτση. Οι έλληνες θεατές είχαν τη δυνατότητα να δουν και μία ακόμη Γουίνι στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Ηταν η Φιόνα Σο, σε σκηνοθεσία Ντέμπορα Γουόρνερ, εκείνη που έκλεισε το Φεστιβάλ το 2007, για να το ανοίξει και πάλι, με το ίδιο έργο, το 2008.

  • Η φιγούρα με το καθρεφτάκι

Δραματική μορφή του μπεκετικού σύμπαντος, η καθηλωμένη στον αμμόλοφο Γουίνι διατηρεί μια λυτρωτική αισιοδοξία και αναδεικνύεται σε ένα από τα πρόσωπα μέσα από τα οποία ο συγγραφέας αναζητεί το νόημα της ύπαρξης. Φιγούρα κωμικοτραγική, ζει με τον εαυτό της, ενώ ο σύζυγός της Γουίλι σέρνεται τριγύρω της χωρίς να μιλάει. Με το μικρό καθρεφτάκι της να παίζει καθοριστικό ρόλο η Γουίνι διασκεδάζει τη μοναξιά της και τη δική μας.

ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ

  • Απλό Θέατρο, Κεντρική Σκηνή, Χ. Τρικούπη 4, Καλλιθέα, τηλ. 210 9229.605.
  • Πρεμιέρα στις 26 Ιανουαρίου, στις 21.00.
  • Παραστάσεις: Τετάρτη, Κυριακή 21.00, Πέμπτη και Σάββατο 18.00.
  • Τιμές εισιτηρίων: 16, 18, 22 ευρώ.
Advertisements

Γυναίκες, μόνες, ψάχνονται στη σκηνή

  • Οκτώ παραστάσεις-μονόλογοι με πρωταγωνίστριες σημαντικές ελληνίδες ηθοποιούς ολοκληρώνονται, συνεχίζονται ή έπονται

Το «ασθενές» φύλο θεωρείται ότι έχει καλύτερη σχέση με τα συναισθήματά του από το αντίστοιχο «ισχυρό». Από τότε που θυμάται τον εαυτό του, ξέρει να μιλάει, να (υπερ)αναλύει, να κλαίει, να αγαπά, να φοβάται και να μη φοβάται να το δείχνει. Οκτώ σημαντικές ελληνίδες ηθοποιοί, άλλες από την περυσινή σεζόν και άλλες από εφέτος, αποφάσισαν να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις, αντιμετωπίζοντας την άβυσσο της σκηνής ολομόναχες, μέσα από μονολόγους κάθε είδους. Από σκοτεινές ιστορίες που φλερτάρουν με τη μαύρη κωμωδία («Λα Πουπέ») ως αφοπλιστικά αληθινές εξομολογήσεις που ξεφεύγουν από το γυναικείο και παίρνουν προαγωγή για το ανθρώπινο («Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.»). Και από λόγια που θα ξεστόμιζαν γυναίκες-σύμβολα αν μπορούσαν να μιλήσουν («Jackie») ως την οδύνη και την οργή που γεννά ένα αψυχολόγητο μακελειό («20 Νοεμβρίου»).

  • Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. και Πανωραία

Ο εξαιρετικός μονόλογος της Λένας Κιτσοπούλου «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.»θα ακουστεί για τελευταία φορά αύριο στο Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας διά στόματος μιας Μαρίας Πρωτόπαππα τόσο καθηλωτικής που σε κάνει να κρέμεσαι από κάθε της κουβέντα. Οι δύο γυναίκες συνσκηνοθετούν αυτόν τον μονόλογο, ο οποίος διαδραματίζεται σε μια ολόλευκη κουζίνα ΙΚΕΑ- ιδανικό φόντο για το μαύρο της γυναικείας ψυχής. Αποδομώντας τη ματαιότητα του έρωτα, της ψυχανάλυσης, αλλά και της ίδιας της ζωής και αναπολώντας τα ανταριασμένα κύματα της νιότης, εκείνα που σε έκαναν «να ξεφτιλίζεσαι στη Σκουφά για έναν άντρα» και να αδιαφορείς για τις συνέπειες.

Μετακομίζοντας στο Από Μηχανής Θέατρο, η Λένα Κιτσοπούλου σκηνοθετεί το έργο του Γιώργου Χρονά «Η γυναίκα της Πάτρας», που θα ανέβει στις 29 Δεκεμβρίου, με την Ελένη Κοκκίδου να μονολογεί. Η ζωή μιας παλιάς πόρνης, της Πανωραίας, που ζει στην Πάτρα. Ο μονόλογος προέκυψε από την αληθινή ιστορία μιας γυναίκας, όπως την κατέγραψε ο ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος μέσα από συνεντεύξεις της στον ίδιο. Ο χειμαρρώδης λόγος βγάζει στο φως τις πιο σκοτεινές πτυχές αυτής της «αξιοσέβαστης πόρνης».

  • Jackie εναντίον Μέριλιν

Γυναικεία υπόθεση, η οποία όμως κλείνει με τον πιο έξυπνο τρόπο το μάτι στους άνδρες, είναι και ο μονόλογος «Jackie», γραμμένος από την ευφυή νομπελίστρια Ελφρίντε Γέλινεκ, σε σκηνοθεσία Αντζελας Μπρούσκου στο Από Μηχανής Θέατρο- ως τις 29 Νοεμβρίου. Η Τζάκι Ωνάση ( Σοφία Σεϊρλή ), αιώνια όμηρος μέσα στο ταγέρ που επιμελώς δεν τονίζει τη μέση της, μια γυναίκα που έγινε χήρα βλέποντας το μυαλό του άνδρα της να καταλήγει πάνω στο ροζ ρούχο της μπροστά στα μάτια του πιο αδηφάγου κοινού, αποφασίζει να σπάσει τη σιωπή της, να αποκαλύψει μυστικά της αψεγάδιαστης εικόνας της, έχοντας την τρομακτική επίγνωση ότι η ζωή της, επειδή ακριβώς είναι δημόσια, καταντά ιδιωτική.

Θα παίξει με την εικόνα της μεγάλης αντιζήλου Μέριλιν – εξαιρετική η χρήση του βίντεο που προβάλλεται πάνω στο μαύρο συνολάκι της- σαν ένα καστανό κορίτσι που παίζει με μια ξανθιά κούκλα. Και θα βγει νικήτρια από αυτό το παιχνίδι, αφού ξέρει πολύ καλά ότι η Τζάκι είναι το σκοτάδι και η Μέριλιν το φως. Και το φως σβήνει.

  • Η κούκλα που μιλάει

Η μεγάλη επιτυχία «Λα Πουπέ» της Αννας Κοκκίνου επαναλαμβάνεται εφέτος (ως τις 22 Νοεμβρίου) στο Θέατρο Σφενδόνη, με την ίδια να υποδύεται και να σκηνοθετεί μια γυναίκα για πάντα εγκλωβισμένη σε ρούχα κούκλας, που ράβει για εκείνη και για την πελατεία της: ένας τρομακτικός λαβύρινθος στον ψυχισμό κάποιας που δεν μπορεί να μεγαλώσει. Ενα παιδικό τραύμα, όπως στο τέλος το αποκαλύπτει το ανατρεπτικό κείμενο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, ριζωμένο τόσο βαθιά ώστε επιτρέπει στην κυρία Ρίκα να συνομιλεί πλέον ελεύθερα με το σκαθάρι του νεκρού ενοίκου παρά με τους ανθρώπους γύρω της.

  • «Ευτυχισμένες μέρες»

 

Σε ένα αλλόκοτο δωμάτιο επικοινωνίας κατάφερε να μετατρέψει η φαντασία του σκηνοθέτη Εκτορα Λυγίζου και της σκηνογράφου Μαγιούς Τρικεριώτη το μπεκετικό σύμπαν. Η Μίνα Αδαμάκη ξαφνιάζει ευχάριστα ως Γουίνι, βιώνοντας τις «Ευτυχισμένες μέρες» ως έγκλειστη σε ένα ριάλιτι με αβέβαιο τέλος. Μιλάει ακατάπαυστα για να καλύψει το κενό μέσα της, ακινητοποιημένη σε μια καρέκλα, με μοναδικό σύμμαχο την τσάντα της, από όπου κάθε τόσο τραβά διάφορα αντικείμενα, ως άλλος παροπλισμένος ταχυδακτυλουργός. Η παράσταση, η οποία προκάλεσε ποικίλα σχόλια επειδή ακριβώς κάποιοι… τόλμησαν να διαβάσουν διαφορετικά και πιο ελεύθερα τον Μπέκετ, ολοκληρώνεται αύριο στο Θέατρο Χώρα.
  • Καταραμένη ημερομηνία

Στις 20 Νοεμβρίου 2006 ο 18χρονος Σεμπάστιαν Μπος εισέβαλε στο σχολείο του στη Γερμανία οπλισμένος με κοντόκαννες καραμπίνες και χειροβομβίδες καπνού και άρχισε να πυροβολεί όποιον έβρισκε μπροστά του. Τραυμάτισε οκτώ άτομα, κρύφτηκε σε μια αίθουσα και αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι. Προτού όμως τα κάνει όλα αυτά, είχε φροντίσει να ανεβάσει ένα βίντεο στο Ιnternet προσπαθώντας να εξηγήσει τις πράξεις του. Το Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου φιλοξενεί κάθε Δευτέρα και Τρίτη τον εκκωφαντικό μονόλογο αυτού του εφήβου, όπως τον διαμόρφωσε ο δανός δραματουργός Λαρς Νόρεν. Στον ρόλο του Σεμπάστιαν η Μυρτώ Αλικάκη. Σκηνοθετεί η Δήμητρα Αράπογλου.

  • Γράμματα από τη φυλακή

Η παράσταση «Ρόζα Λούξεμπουργκ- Γράμματα από τη φυλακή» ακολουθεί τη θρυλική γυναίκα μέσα από την αλληλογραφία της, αποκαλύπτοντας τις πιο μύχιες σκέψεις της κατά τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής της (1917-1919). «Βερολίνο. 19 Δεκέμβρη 1919. Ενενήντα χρόνια από τη δολοφονία της Ρόζας… κι ακόμα δεν είναι σίγουρος ο κόσμος αν το σώμα που βρίσκεται στον τάφο με το όνομά της είναι το δικό της». Στο Αγγέλων Βήμα, ως τις 30 Νοεμβρίου, η Μαρία Κατσανδρή υποδύεται αυτή την τόσο ιδιαίτερη γυναίκα, όπως την είδε σκηνοθετικά η Σεσίλ Μικρούτσικου .

  • Αμαρτίαι γονέων

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα ανεβαίνει ο μονόλογος του Αρνολντ Γουέσκερ «Γράμμα στην κόρη μου»- από την Πέμπτη 12 Νοεμβρίου. Η σκηνοθεσία είναι του Βασίλη Κυρίτση και η Μάνια Παπαδημητρίου υποδύεται την τραγουδίστρια Μέλανι. Από τη Β΄ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας θα τη βλέπουμε να γράφει στην κόρη της μια συμβουλευτική επιστολή, ευφάνταστη και αποκαλυπτική. Το ίδιο το γράμμα μετατρέπεται κάποιες στιγμές σε ένα εξομολογητικό παραλήρημα το οποίο περιγράφει τις ενοχές που νιώθει η ίδια ως ανεπαρκής μητέρα. Χωρίζεται σε έξι μέρη, καθένα από τα οποία κλείνει με ένα τραγούδι σε μουσική Πλάτωνα Ανδριτσάκη.

  • ΑΣΤΕΡΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ,  Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Γουίνι – Γουίλι: Σημειώσατε Χ

  • Εχει «πολιτογραφηθεί» ως ένας κατεξοχήν κινηματογραφικός ηθοποιός.

«Οι ήρωες του Μπέκετ που έχουν εγκαταλειφθεί στη μοίρα τους μου θυμίζουν τους Ελληνες», λέει ο Ερρίκος Λίτσης

«Οι ήρωες του Μπέκετ που έχουν εγκαταλειφθεί στη μοίρα τους μου θυμίζουν τους Ελληνες», λέει ο Ερρίκος Λίτσης

Τα τελευταία, πάντως, τέσσερα χρόνια έχει βάλει πείσμα ο Ερρίκος Λίτσης να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί στη σκηνή με την ίδια άνεση.

«Ετσι κι αλλιώς γνωστός έγινα με το «Σπιρτόκουτο» του Οικονομίδη. Τότε ενδιαφέρθηκαν οι σκηνοθέτες για μένα -ο Γκορίτσας, η Ευαγγελάκου. Το 2005 ξαφνικά άρχισαν να με ανακαλύπτουν και στο θέατρο», λέει. Η Αλίκη Δανέζη – Κνούτσεν τον κάλεσε στην «Οικογενειακή γιορτή», ο Χρήστος Λύγκας στο «Σκληρά και τρυφερά» του Μάρτιν Κριμπ και ο Γιάννης Κακλέας στον «Βροχοποιό» του Ρίτσαρντ Νας. Και φέτος ο Εκτορας Λυγίζος του ζήτησε να παίξει τον πρώτο Μπέκετ της καριέρας του. Ο Λίτσης, φορώντας κοντά παντελονάκια, είναι ο Γουίλι των «Ευτυχισμένων ημερών» του θεάτρου «Χώρα». Γουίνι, η Μίνα Αδαμάκη.

Αμέσως μετά ξεκινά πρόβες για την «Υπόθεση της Οδού Λουρσίν» του Λαμπίς σε σκηνοθεσία Μάρθας Φριντζήλα και αργότερα θα συνεργαστεί με τον Λευτέρη Βογιατζή στο «Θερμοκήπιο» του Πίντερ.

Αν περιμένετε να δείτε τον βουβό, κρυμμένο πίσω από τον αμμόλοφο μπεκετικό ήρωα στο «Χώρα», θα απογοητευτείτε. «Τα έχουμε αλλάξει τα πράγματα. Ούτε η Γουίνι είναι θαμμένη σε λόφο. Είναι δεμένη με ταινία σε καρέκλα», λέει ο Ερρίκος Λίτσης. «Ο Μπέκετ κάνει focus στη Γουίνι. Εδώ αποκαθίσταται 100% η απόλυτη ισοτιμία μεταξύ των χαρακτήρων. Βλέπει ο θεατής και την απελπισία του Γουίλι που έχει διάθεση διαφυγής. Επιδίδεται σε μια βεντάλια δραστηριοτήτων. Φτάνει μέχρι να παίζει φυσαρμόνικα. Εχω αναπτύξει μεγάλη σωματικότητα. Αντιδρώ στη Γουίνι εκφράζοντας ψυχολογικές μεταπτώσεις. Κάποιος είπε: «Μιλά πολύ ο Γουίλι». Κι όμως, δεν μιλά καθόλου. Η υπερκινητικότητά του μοιάζει σαν ομιλία. Θέλαμε να δείξουμε πώς ζει».

Με έναν τρόπο «διορθώνουν» τον Μπέκετ; «Δεν διορθώνουμε τίποτα», απαντά ο ηθοποιός. «Κρατάμε κάτι πολύ βασικό: τον λόγο του. Δεν κάναμε καμιά προσθήκη για να υποβοηθήσουμε οτιδήποτε. Κόπηκαν κάποια κομμάτια για να γίνει το έργο πιο μαζεμένο». Ο αμμόλοφος του Μπέκετ δεν είναι πιο ενδιαφέρουσα και σουρεαλιστική συνθήκη από το ριάλιτι δωμάτιο, στο οποίο μεταφέρθηκε το έργο; «Ο λόγος του Μπέκετ παραμένει ίδιος, είτε εκφέρεται σε μια έρημο είτε σε ένα δωμάτιο».

– Ποια είναι η αλληγορία της δικής σας «ανάγνωσης»;

«Το δέσιμο της Γουίνι είναι συμβολικό. Θα μπορούσε, αλλά δεν κάνει τίποτα για να ελευθερωθεί. Ζητά βοήθεια απ’ τον Γουίλι. Δεν της τη δίνει. Εχει εγκαταλειφθεί στη δική του μοίρα. Με το μυαλό μου κάνω μια αναφορά στην ελληνική κατάσταση».

– Δηλαδή;

«Ετσι και στην Ελλάδα, όλοι περιμένουν από τους άλλους τα πάντα. Κανένας δεν αναλάμβάνει να κάνει μια μικρή αλλαγή στον προσωπικό του χώρο, όπως έκαναν οι «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη». Δεν νομίζω ότι μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα, αν εμείς δεν χτυπήσουμε τη γροθιά μας στο μαχαίρι».

* Ως 8 Νοεμβρίου

  • ΙΩΑΝΝΑ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Ένα ασφυκτικό ριάλιτυ…

Η Μίνα Αδαμάκη στο ρόλο της Γουίνι στις «Ευτυχισμένες μέρες»

Κλεισμένοι μέσα σε ένα ηχομονωμένο στούντιο που το μπροστινό του μέρος καλύπτεται από μια μεγάλη τζαμαρία, με μικρόφωνα προκειμένου η φωνή τους να μεταφέρεται στον έξω χώρο και τέσσερις κάμερες να τους παρακολουθούν διαρκώς ώστε οι εικόνες τους, με ζωντανό μοντάζ, να προβάλλονται σε οθόνες. Σε αυτό το ιδιότυπο και ασφυκτικό «ριάλιτυ», η Γουίνι και ο Γουίλι ζουν τις Ευτυχισμένες μέρες τους…

Αυτήν τη σύγχρονη σκηνική εκδοχή του εμβληματικού έργου του Σάμιουελ Μπέκετ, πενήντα σχεδόν χρόνια μετά τη συγγραφή του, παρουσιάζει ο σκηνοθέτης Έκτορας Λυγίζος, χρησιμοποιώντας ως στέρεα βάση την καινούργια απόδοση του μπεκετικού κειμένου από τον Διονύση Καψάλη. Η μεσήλικη γυναίκα, ακινητοποιημένη ή καλύτερα παγιδευμένη έως τη μέση, με μοναδική συντροφιά τον σχεδόν αμίλητο σύζυγό της, που αρνείται πεισματικά να επικοινωνήσει, ονοματίζει «ευτυχισμένες» τις μέρες της ατέλειωτης ρουτίνας… Μια γυναίκα που αδυνατεί να πει τα πράγματα με το όνομά τους και συγκαλύπτει την πραγματικότητα φλυαρώντας…

Τους ρόλους του διάσημου ζευγαριού στις Ευτυχισμένες μέρες, που θα παίζονται στο θέατρο «Χώρα» από την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου και για 20 μονάχα παραστάσεις, ερμηνεύουν η Μίνα Αδαμάκη και ο Ερρίκος Λίτσης. Το σκηνικό, καθώς και τα κοστούμια, επιμελήθηκε η Μαγιού Τρικεριώτη.

  • Η ΑΥΓΗ: 25/09/2009

<!–

Ένα ασφυκτικό ριάλιτυ…

–>

Ω, οι δυστυχισμένες μέρες

  • Κωμική μέσα στην τραγικότητά της, η Γουίνι ανεβαίνει ξανά στη σκηνή. Αυτή τη φορά όμως δεν τη δεσμεύει το χώμα ενός λόφου αλλά το σκοινί που τη δένει σε μια καρέκλα στο εσωτερικό ενός στούντιο-κλουβιού. Θα την ενσαρκώσει η Μίνα Αδαμάκη, που εδώ και χρόνια ήθελε να παίξει τον ρόλο από το «Ω, οι ευτυχισμένες μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ.

Στο θέατρο «Χώρα» από την Πέμπτη και για είκοσι παραστάσεις, σε νέα μετάφραση του Διονύση Καψάλη, σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου και σε σκηνικά και κοστούμια Μαγιούς Τρικεριώτη, η Αδαμάκη θα συναντηθεί με ένα πλάσμα που, όπως λέει, την αφορούσε και τη βασάνιζε. Η Γουίνι ξυπνάει και ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τη μέρα της. Παρά τον εύθυμο χαρακτήρα και τη φιλαρέσκειά της, γνωρίζει απόλυτα τα όριά της και τις ήττες της ζωής της. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει το κάθε σήμερα και το κάθε αύριο είναι, όπως λέει, «… άγρια γελώντας μέσα στον πιο σκληρό πόνο».

Η απόλυτη πραγματικότητα του εγκλωβισμού που υφίσταται δεν της επιτρέπει να μετακινηθεί, να πετάξει, την κρατάει άρρηκτα και ασφυκτικά στην καρέκλα της, ενώ το σκοινί που την έδενε μέχρι τη μέση στην πρώτη πράξη, στη δεύτερη έχει φτάσει ώς τον λαιμό της.

Σ’ αυτή τη μοναχική πορεία, τη συντροφεύει ο σύντροφός της Γουίλι (Ερίκος Λίτσης).Η σχέση τους είναι διάτρητη και σηματοδοτεί ακόμη περισσότερο την αποξένωση και τη διάλυση. Και τα δύο κωμικοτραγικά πρόσωπα ζούνε από συνήθεια, ανήμπορα, ανυπεράσπιστα, ανίκανα να σκεφτούν και να πράξουν.

Με όπλο του το τραγικό χιούμορ, που ο Μπέκετ παίρνει από την καθημερινότητα και που θεωρεί ίσως ότι είναι το τελευταίο στήριγμα της ανθρώπινης ύπαρξης, βλέπει κανείς την τρυφερότητα που έχει ο συγγραφέας για τα πρόσωπά του και την ανθρωπιά με την οποία τα κοιτάζει.

«Ο Μπέκετ μιλάει για αδιέξοδα, για μοναξιά, για το πώς αυτή η γυναίκα καταφέρνει να επιβιώνει εγκλωβισμένη. Δεν εξηγεί ο συγγραφέας πώς βρέθηκε εκεί. Ο εγκλωβισμός της είναι προσωπικός και υπαρξιακός. Οφείλεται σε αδυναμίες, αβλεψίες, φοβίες, ό,τι ταλανίζει όλους μας. Κι αυτή φοβάται να εκφραστεί, να ζητήσει βοήθεια λόγω του καθωσπρεπισμού της» επισημαίνει η Αδαμάκη. Αναφέρεται, μάλιστα, στις δικές της ανεπάρκειες και φοβίες: «Ολα αυτά υπάρχουν όπως και στον καθένα μας. Φαντάζομαι πως αλλάζει ο βαθμός για το πώς μπορούμε να τα ξεπεράσουμε. Εκείνη δεν βρίσκει τρόπο να τα ξεπεράσει ή να ζητήσει βοήθεια, παρά τα θάβει, τα καλύπτει συνεχώς, λέγοντας τι ωραία που είναι όλα: »Ολα είναι πολύ ωραία. Μια ευτυχισμένη μέρα. Αλλη μια ευτυχισμένη μέρα». Κι έτσι παγιδεύεται όλο και περισσότερο, δεν έχει χώρο να κάνει κάτι, να δράσει».

Αυτή την κόλαση η Γουίνι την ονομάζει παράδεισο. «Ομως αυτό τον τρόπο έχει βρει για να επιβιώνει. Ονομάζοντας τα πράγματα με ευφημισμούς. Δεν θέλει να βλέπει, δεν θέλει να ξέρει. Δεν θέλει να αντιμετωπίσει τις καταστάσεις» λέει η Αδαμάκη, που προτιμά τον τίτλο του ηθοποιού από του κωμικού:

  • Μεταξύ κωμικού και τραγικού

«Θεωρώ ότι το θέατρο είναι ενιαίο, δεν χωρίζεται σε είδη. Είναι ένα, με διαφορετικές όψεις. Σε κάποιες τα καταφέρνεις καλύτερα σε άλλες όχι και τόσο. Υπάρχουν ηθοποιοί που η γκάμα τους τους το επιτρέπει να εκφραστούν με περισσότερους τρόπους, τα προσωπικά τους μέσα έκφρασης να είναι πιο πλατιά. Η Γουίνι κατά μία έννοια έχει και μια κωμική πλευρά, λόγω τους τρόπου που αντιμετωπίζει τα πράγματα. Περί τραγικωμωδίας πρόκειται. Και νομίζω πως αυτός ακριβώς είναι ο χώρος στον οποίο πατάω γερά».

Αλλωστε το έργο, λέει, δεν είναι ρεαλιστικό, «δεν είναι μια ευθύγραμμη ιστορία. Μιλάει με μεταφορές και με εικόνες. Οπως έλεγε και ο ίδιος ο Μπέκετ, η μεγάλη τέχνη είναι απόλυτα κατανοητή και εντελώς ανεξήγητη. Και είναι ο ίδιος που έχει σκηνοθετήσει το έργο γράφοντάς το. Με τις παύσεις του και με όλα. Είναι εξαιρετικά δεσμευτικό».

Και τις δεσμεύσεις του κειμένου τις σεβάστηκαν. Ομως, αντί για τον λόφο όπου τοποθετεί ο συγγραφέας θαμμένη την ηρωίδα του, επιλέχθηκε ο χώρος ενός ακόμα πιο κλειστοφοβικού στούντιο. «Κλείσαμε τη Γουίνι σ’ έναν πολύ μικρό χώρο, με τζαμαρία στο εμπρός μέρος του, ώστε να είναι ορατή από το κοινό» περιγράφει η ηθοποιός. «Ο ήχος αποδίδεται μέσω μικροφώνων. Υπάρχουν ακόμα τέσσερις κάμερες. Κι αριστερά από το στούντιο βρίσκεται μια τεράστια οθόνη, όπου μεταφέρεται η εικόνα από τέσσερα μόνιτορ, ενώ ένας τεχνικός μοντάρει αυτόματα». *

  • Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

ΜΙΝΑ ΑΔΑΜΑΚΗ: «Είμαστε όλοι σαν τη Γουίνι»

  • Η γνωστή ηθοποιός ερμηνεύει την περίφημη ηρωίδα του Μπέκετ στις «Ευτυχισμένες μέρες» που κάνουν πρεμιέρα την Πέμπτη στο θέατρο Χώρα

Εργο και ρόλος που την κυνηγούν χρόνια, η Γουίνι και οι «Ευτυχισμένες μέρες» του Σάμιουελ Μπέκετ ήταν μια «αδιευκρίνιστη επιλογή» για τη Μίνα Αδαμάκη, λέει, θυμίζοντας τη σχετική φράση του Χάρολντ Πίντερ. Ετσι όταν μοιράστηκε τη σκέψη της με τον σκηνοθέτη Εκτορα Λυγίζο, βρήκαν μαζί τον τρόπο να την κάνουν παράσταση, η οποία είχε προγραμματιστεί για την περασμένη άνοιξη στο θέατρο Χώρα, αλλά μετατέθηκε για το φθινόπωρο.

  • «Πρόκειται για μια κομβική ηρωίδα.

Θεωρώ τον Μπέκετ μέγιστο συγγραφέα, κυρίως γιατί έθεσε καινούργιους όρους στο θέατρο. Χωρίς δράση και αφηγηματικό λόγο, μιλάει με εικόνες και μεταφορές δημιουργώντας ένα πολύ πιο ευρύ και βαθύ σύμπαν. Με καθηλώνει, θα έλεγα» εξηγεί. «Διαθέτει τόσους άξονες το έργο κι εσύ επιλέγεις ποιον θα αναδείξεις, ποιος σε εκφράζει περισσότερο».

Μέσα από αυτόν τον μεγάλο και στατικό μονόλογο, η Μίνα Αδαμάκη παραδέχεται ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με τις δυσκολίες του κειμένου και τη βαθιά φιλοσοφική του διάσταση. «Μελετώντας το κείμενο ανακαλύπτεις ότι αναφέρεται παράλληλα σε απλά και καθημερινά πράγματα,σε ανθρώπους και αναγνωρίσιμες καταστάσεις, χωρίς να χρησιμοποιεί ρεαλιστικούς όρους. Εμείς από όλους τους άξονες επιλέξαμε εκείνον του πολιτισμού, του τέλους του πολιτισμού», ίσως και του κόσμου… «Οπως φθίνει η ίδια η Γουίνι, έτσι φθίνει και ο κόσμος γύρω της. Ωστόσο η άρνησή της να αντιμετωπίσει την πραγματικότητατην κάνει να θέλει να πιαστεί από τα απλά και καθημερινά». Φτιάχνει το καθρεφτάκι της, ανοίγει και κλείνει το τσαντάκι της, πλένει τα δόντια της. «Κι όλα αυτά μέσα σε έναν παρωχημένο πολιτισμό, που δεν τη σώζει, που δεν την πάει πουθενά… Αρνείται τα πάντα, απωθεί την αλήθειακαι ζει μια κανονική ζωή, σαν να μη συμβαίνει τίποτα…». Και παραπέμπει στη στάση του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στο μείζον ζήτημα της καταστροφής του περιβάλλοντος. «Τραγική και γελοία μαζί, η Γουίνι είναι ένα πρόσωπο με το οποίο μπορείς να ταυτιστείς. Είμαστε όλοι σαν τη Γουίνι. Αυτοπαγιδευμένη, αντί να προσπαθήσει να βγει από τον λόφο της, τον αγνοεί και τελικά βουλιάζει τελείως».

Μέσα στο πλαίσιο ενός πολιτισμού που εξαφανίζεται, οι «Ευτυχισμένες μέρες» τοποθετήθηκαν μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον, και συγκεκριμένα σε ένα δωμάτιο, σαν κουτί: «Παραπέμπει σε στούντιο, σε δωμάτιο παρακολούθησης, έχει μικρόφωνα και τέσσερις κάμερες. Μπροστά έχει ένα τζάμι. Η ίδια άλλωστε η Γουίνι λέει συχνά στον μονόλογό της “κάποιος με βλέπει, κάποιος με παρακολουθεί”. Δεν βουλιάζει. Είναι δεμένη, στην αρχή ως τη μέση και σιγά-σιγά φθάνει ως τον λαιμό… Οσο για τον Γουίλι, στη δική μας παράσταση είναι υπαρκτός και δημιουργεί με τη Γουίνι μια σχέση, μέσα σε αυτή τη μη σχέση που έχουν. Η Γουίνι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το βλέμμα και το αφτί του. Αναζητεί την επικοινωνία». Με τον ρυθμό του κειμένου για οδηγό, η Μίνα Αδαμάκη ακολουθεί το κείμενο, με τις νύξεις αδιεξόδου και πανικού που διαθέτει, ενώ η ηρωίδα της αναφωνεί: «Αλλη μια ευτυχισμένη μέρα». Ειρωνική και σαρκαστική, η φράση-τίτλος του έργου έχει πάρει συμβολικές διαστάσεις. «Είναι μια φράση που η Γουίνι τη χρησιμοποιεί για άμυνα, ενώ οδηγείται στο τέλος, στην απόλυτη φθορά» προσθέτει.

Γραμμένο το 1961, το έργο «Ευτυχισμένες μέρες» πρωτοπαίχθηκε στην Ελλάδα το 1966 από τη Χριστίνα Τσίγκου, η οποία είχε κάνει και τη μετάφραση και έκτοτε τη Γουίνι έχουν ερμηνεύσει σημαντικές ελληνίδες ηθοποιοί: Η Βάσω Μανωλίδουμε το Εθνικό Θέατρο, η Ρούλα Πατεράκη, η Δέσπω Διαμαντίδου με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, η Αντιγόνη Βαλάκου και η Αννα Κοκκίνου.

Απόφοιτος του Θεάτρου Τέχνης, η Μίνα Αδαμάκη επιστρέφει στα έργα με τα οποία ξεκίνησε, ενώ πρόσφατα δοκίμασε τις δυνάμεις της στη σκηνοθεσία ανεβάζοντας Πίντερ. Ενδιάμεσα έζησε τη χρυσή εποχή των ομάδων, καθώς συμμετείχε στο Ελεύθερο Θέατρο και στην Ελεύθερη Σκηνή-«συνεργασίες με γοητεία, φαντασία, ήταν μια γόνιμη περίοδος» θυμάται. Μετά ακολούθησε η πιο προσωπική της διαδρομή, με έργα σύγχρονα και κλασικά, πιο σύνθετα, πιο γοητευτικά. Οσο για τη σκηνοθεσία, ήρθε με τα χρόνια και την εμπειρία.«Αρχισα να αυτοσκηνοθετούμαι», παραδέχεται, «γι΄ αυτό και στράφηκα προς τα εκεί. Δεν ξέρω τι έχω να δώσω, αλλά πιστεύω ότι κάτι μπορώ να δώσω» ομολογεί καθώς ξεκαθαρίζει ότι η υποκριτική δεν έχει υποχωρήσει από τις επιθυμίες της.

  • της ΜΥΡΤΩΣ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009
  • «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ σε μετάφραση Διονύση Καψάλη, σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου, σκηνογραφία Μαγιούς Τρικεριώτη. Με τη Μίνα Αδαμάκη. Μαζί της ο Ερρίκος Λίτσης. Πρεμιέρα την Πέμπτη 1/10 στη σκηνή Νέα Χώρα του θεάτρου Χώρα. Για είκοσι παραστάσεις.

Είκοσι… «Ευτυχισμένες ημέρες»!

Είναι πλέον κλασικό το θεατρικό έργο του Σάμουελ Μπέκετ «Ευτυχισμένες ημέρες». Από 1ης Οκτωβρίου θα παρουσιαστεί στο θέατρο «Χώρα» (Αμοργού 20, Κυψέλη) για 20 μόνο παραστάσεις, με τη Μίνα Αδαμάκη στον ρόλο της Γουίνι και τον Ερρίκο Λίτση στον ρόλο του Γουίλι, του συζύγου της.

Οι συντελεστές υπόσχονται μια ανατρεπτική παράσταση σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου, μετάφραση Διονύση Καψάλη και σκηνογραφία της Μαγιούς Τρικεριώτη.

Η ιδιαίτερη σκηνοθεσία και σκηνογραφία τοποθετεί τον θεατή στη θέση του παρατηρητή ενός ιδιότυπου reality show. Το μπεκετικό ζευγάρι είναι κλεισμένο σ’ ένα στούντιο-κουτί, που το μπροστινό του μέρος καλύπτεται από μια μεγάλη τζαμαρία. Οι φωνές τους μεταφέρονται στον έξω χώρο μέσω μικροφώνων. Τέσσερις κάμερες τους παρακολουθούν διαρκώς και οι εικόνες τους, με ζωντανό μοντάζ, προβάλλονται σε οθόνες.

Η νέα ανάγνωση των «Ευτυχισμένων ημερών» αντιμετωπίζονται σαν ένα πείραμα. Μια μεσήλικη γυναίκα είναι κλεισμένη σε δωμάτιο παρακολούθησης, με μοναδική συντροφιά τον σχεδόν αμίλητο σύζυγό της. Ολα είναι εναντίον της: είναι παγιδευμένη ώς τη μέση, τα λιγοστά της αντικείμενα φθίνουν, οι λέξεις στερεύουν, ο σύζυγός της αρνείται να επικοινωνήσει. Η γυναίκα, όμως, επιμένει να ονομάζει την κόλαση που ζούνε «παράδεισο» και τις ατέλειωτες μέρες ρουτίνας «ευτυχισμένες».

Το εμβληματικό, πια, έργο του Μπέκετ, οι συντελεστές της παράστασης το έχουν δει σαν τον επώδυνο σωφρονισμό μιας γυναίκας, που, είτε από ευπρέπεια, είτε από συνήθεια, είτε από ενοχή, αδυνατεί να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους.

  • Θέατρο Χώρα (Αμοργού 20, Κυψέλη), Σκηνή «Νέα Χώρα», πρεμιέρα την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου.
  • [Ολγα Σελλα, Η Καθημερινή, 26/09/2009]

Οι «Ευτυχισμένες μέρες» γίνονται σκληρό ριάλιτι

//

  • Τη Γουίνι, την αινιγματική ηρωίδα του Μπέκετ, έχουν ερμηνεύσει, διεθνώς, πολλές πρωταγωνίστριες. Στον μακρύ κατάλογο προστίθεται τώρα και η Μίνα Αδαμάκη, συμμετέχοντας στη νέα παραγωγή που θα παρουσιαστεί το φθινόπωρο στο θέατρο «Χώρα».
  • Τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ πρόκειται να σκηνοθετήσει ο Έκτορας Λυγίζος, στη μετάφραση του Διονύση Καψάλη, με τη Μίνα Αδαμάκη Γουίνι και τον Ερρίκο Λίτση Γουίλι. Οι έως τώρα πληροφορίες κάνουν λόγο για παράσταση πειραματική. Με άλλα λόγια, το κοινό αντιμετωπίζεται όπως οι θεατές ενός reality show, το μπεκετικό ζευγάρι είναι κλεισμένο σε ένα στούντιο – κουτί, το μπροστινό μέρος του οποίου είναι μια μεγάλη τζαμαρία. «Φυλακισμένοι» εκεί και εκτεθειμένοι στις κάμερες που τους παρακολουθούν διαρκώς, προβάλλοντας σε οθόνες τις κινήσεις, τις συμπεριφορές τους, μονταρισμένες «ζωντανά», οι φωνές τους μεταφέρονται στο κοινό μέσω μικροφώνων. Μια σκηνοθετική λύση διαφορετική, προσαρμοσμένη στα τηλεοπτικο-κοινωνικά ήθη των καιρών που σχολιάζει ειρωνικά. Να θυμίσουμε το περιεχόμενο του έργου: Μια γυναίκα προχωρημένης ηλικίας, η Γουίνι, θαμμένη ώς τη μέση σ΄ έναν λόφο που την τραβάει προς τα κάτω, φλυαρεί για πράγματα ασήμαντα της ζωής, φτιάχνει το μακιγιάζ της. Το σώμα είναι παγιδευμένο, το κεφάλι και τα χέρια ελεύθερα, χειρονομούν, αντιδρούν στην ακινησία. Κάπου εκεί, σχεδόν άφαντος, βρίσκεται ο σιωπηλός, «απών» από τη ζωή της, σύζυγός της Γουίλι. Σταδιακά, το σώμα αρχίζει να βυθίζεται στο έρημο τοπίο, ώς τον λαιμό. Μένει μόνο το κεφάλι ελεύθερο, τα μάτια, το στόμα. Ο λόγος πυκνώνει, οι φράσεις γίνονται όλο και πιο σύντομες, οι λέξεις δισύλλαβες. Ένα πρελούδιο θανάτου, ανάμεσα στην τρυφερότητα και την κατανόηση, την τραγικότητα καιτην ελαφρότητα της ύπαρξης.
  • Η σκηνοθετική προσέγγιση του Έκτορα Λυγίζου μιλάει για πείραμα. Όπου η γυναίκα κλεισμένη σε δωμάτιο παρακολούθησης, με μοναδική συντροφιά τον αμίλητο σύζυγό της, παγιδευμένη ώς τη μέση, αρνείται να επικοινωνήσει, ωστόσο ονομάζει την κόλαση που ζούνε «παράδεισο» και τις ατελείωτες μέρες ρουτίνας «ευτυχισμένες». Το μνημειακό έργο του Μπέκετ, ιδωμένο μέσα από τη σκληρότητα του reality show, εστιάζει στον επώδυνο σωφρονισμό της γυναίκας που- από ευπρέπεια, από συνήθεια, από ενοχήαδυνατεί να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Οι φλυαρίες δεν συγκαλύπτουν την πραγματικότητα, οι υπεκφυγές δεν δίνουν ποτέ πραγματική βοήθεια. [Ε.Δ.Χ., ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 18 Ιουλίου 2009]