Category Archives: Ευριπίδης

Με τον «Κύκλωπα» του Ευριπίδη κάνει πρεμιέρα το Εθνικό στην Επίδαυρο – Την Παρασκευή και το Σάββατο

Με τον «Κύκλωπα» του Ευριπίδη κάνει πρεμιέρα το Εθνικό στην Επίδαυρο

Με το μόνο ακέραια σωζόμενο σατυρικό δράμα της αρχαιότητας, τον «Κύκλωπα» του Ευριπίδη, θα βρεθεί στο αργολικό θέατρο, αύριο, Παρασκευή και το Σάββατο 3 Αυγούστου, το Εθνικό Θέατρο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου. Η παράσταση που σκηνοθετεί ο Βασίλης Παπαβασιλείου έχει ως πρωταγωνιστική τριανδρία τους Δημήτρη Πιατά (Κύκλωπας), Νίκο Καραθάνο (Οδυσσέας) και Νίκο Χατζόπουλο (Σιληνός). Ο 17μελής ανδρικός θίασος θα βρίσκεται επί σκηνής συνδράμοντας στον πανηγυρικό χαρακτήρα της παράστασης. Κατά πάσα πιθανότητα ο «Κύκλωψ» του Ευριπίδη γράφτηκε ανάμεσα στο 410 με 415 π.Χ., ενώ δεν είναι γνωστό σε ποια τετραλογία ανήκει. Η υπόθεση του δράματος αντλείται από την ένατη ραψωδία της ομηρικής Οδύσσειας και πραγματεύεται, με μια άλλη οπτική εξαιτίας της παρουσίας των Σατύρων, τη γνωστή περιπέτεια του Οδυσσέα με τον Πολύφημο.
Συνέχεια

Ο «λοξίας» Ευριπίδης

Τα Νέα, Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010
Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος

Σε αρκετά από τα σωζόμενα έργα του, ο Ευριπίδης προχωρούσε σε τολμηρές ανατροπές των κοινόχρηστων μύθων ανατρέποντας συγχρόνως και τους δραματουργικούς πυρήνες των προϋπαρξάντων δραματικών ποιητών

Στο κείμενο της περασμένης εβδομάδας ασχολήθηκα με τον ευριπιδικό μοντερνισμό στις «Φοίνισσες» όπου ο εκλεκτικιστής συνομιλητής των σοφιστών κατά Σωκράτη τρίτος μέγας τραγικός ποιητής ανατρέπει τον καθιερωμένο μύθο καινοτομώντας και «ανασταίνει» την Ιοκάστη που ο Σοφοκλής (τουλάχιστον στα σωζόμενα κείμενα του τραγικού κύκλου) την είχε εκπληκτικά οδηγήσει κατά το εικός και το αναγκαίον στην αυτοχειρία, ύστερα από την αποκάλυψη πως ο Οιδίπους ήταν γιος της, δολοφόνος του πατέρα του και ακούσιος σύζυγος, αιμομίκτης και πατέρας των τεσσάρων παιδιών τους. Και είχα εκφράσει την απορία πώς αυτή η τολμηρή πρωτοβουλία του Ευριπίδη δεν είχε απασχολήσει σοβαρά τις σύγχρονες τουλάχιστον ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, αφού ο τραγικός ποιητής παρουσίαζε τη θηβαία βασίλισσα να συγκατοικεί με τον τυφλό καταραμένο γιο και σύζυγό της και να τρέφει τρυφερά συναισθήματα υψίστης μητρικής στοργής προς τα άρρενα τέκνα της με τη συντροφιά της κόρης της Αντιγόνης, χωρίς να αναφέρει μέσα σ΄ ολόκληρο το σώμα του ποιητικού κειμένου ούτε μία τύψη, μία ενοχή, για όσα είχαν στο παρελθόν συμβεί. Κι όλα αυτά ενώ ακόμη ζει ο Σοφοκλής, ο οποίος μετά τις «Φοίνισσες» θα γράψει τον «Οιδίποδα στον Κολωνό» όπου επιμένει στην αυτοχειρία της Ιοκάστης και έρχεται και αναλύει συνταρακτικά τα επίχειρα της τραγικής του μοίρας.

Και η σοφόκλεια εμμονή στα δικά του μυθολογικά συμφραζόμενα αποδεικνύεται από μία θα έλεγα ειρωνική προσπάθεια να συνδέσει τον «μύθο» του δικού του έργου με του Ευριπίδη. Πράγματι ο «Οιδίποδας στον Κολωνό» αρχίζει σαν να συνεχίζει το τέλος των «Φοινισσών». Ο Ευριπίδης βάζει τον γέροντα καταραμένο τυφλό να εγκαταλείπει τη Θήβα για να μεταβεί στην Αθήνα και ο Σοφοκλής στον πρόλογο της τραγωδίας του εισάγει τον τυφλό γέροντα με τη συνοδεία της Αντιγόνης να εισέρχεται στον ναό των Ευμενίδων στον Κολωνό.

Αν τονίζω αυτές τις ενδοποιητικές αντιδράσεις είναι για να διαπιστώσω πως η τολμηρή διασκευή του μύθου από τον Ευριπίδη ήταν πέρα από τα όρια όχι μόνο της δραματουργικής παράδοσης αλλά κυρίως της ηθικής. Ακόμα και σήμερα δεν θα μπορούσε κανείς εύκολα να δικαιολογήσει αυτή τη συγκατοίκηση, αβίαστη και απενοχοποιημένη, δύο αιμομικτών και ενός πατροκτόνου με τα παιδιά της αιμομικτικής του με τη μητέρα του συνουσίας.

Το πράγμα θα ήταν ανεξήγητο αν ο Ευριπίδης σε αρκετά από τα σωζόμενα έργα του δεν προχωρούσε σε τέτοιες τολμηρές ανατροπές των κοινόχρηστων μύθων ανατρέποντας συγχρόνως και τους δραματουργικούς πυρήνες των προϋπαρξάντων δραματικών ποιητών που είχαν χρησιμοποιήσει τους ίδιους μύθους. Στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» όλο το σινάφι των ηρωικών από το ομηρικό έπος πρωταγωνιστών (Αγαμέμνων, Μενέλαος, Οδυσσεύς, Κάλχας, Αχιλλεύς) είναι ένα σμάρι φαυλεπίφαυλοι πλιατσικολόγοι, εκβιαστές, δειλοί, συκοφάντες κ.λπ.

Στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» πέρα από το γεγονός πως καταδικάζονται οι βάρβαροι για τις ανθρωποθυσίες τους ενώ η ιέρειά τους είναι Ελληνίδα θυσια σθείσα από τον πατέρα της (!), ο Ευριπίδης εισάγει μια ανήκουστη διασκευή του μύθου, τροποποιώντας την καθιερωμένη από την «Ορέστεια» απόφαση του Αρείου Πάγου που αθωώνει τον Ορέστη και παρουσιάζοντας τις Ερινύες που πλασματικά μειοψήφησαν (επί ισοψηφίας ως γνωστόν του δικαστηρίου επικράτησε η ψήφος της προεδρεύουσας Αθηνάς) να συνεχίζουν να τον κυνηγούν έως την εσχατιά της ταυρικής χώρας.

Αυτός ο ίδιος γνωστός από τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή μητροκτόνος κατ΄ εντολήν του Απόλλωνα εκδικητής (αθώος στον Αρειο Πάγο από τον Αισχύλο, ατιμώρητος από τον Σοφοκλή στην «Ηλέκτρα» του), στον «Ορέστη» του Ευριπίδη είναι ένας καταθλιπτικός άρρωστος με παραισθήσεις και ενοχικά σύνδρομα φονιάς, εκδικητικός και ανελέητος.

Το άκρον όμως άωτον της τόλμης του Ευριπίδη είναι ο Ορέστης στην «Ανδρομάχη» του. Φτάνει στην ουσία να διεκδικήσει την Ερμιόνη, πρώτη του εξαδέλφη που του την έχει υποσχεθεί ο Μενέλαος, κυνικός θείος του, τώρα όμως παντρεμένη με τον γιο του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμο. Ε λοιπόν αυτός ο κυνικός απενοχοποιημένος Ορέστης, εκδικητικός και ύπουλος, δολοφονεί τον Νεοπτόλεμο ιερόσυλα, μέσα στο ιερό του Δελφικού Απόλλωνα.

Ανατρέποντας την εικόνα της αισχύλειας παρθένας και σοφόκλειας άτεγκτης και ταγμένης στον θρήνο Ηλέκτρας, ο Ευριπίδης εισάγει μια παντρεμένη με έναν τίμιο, ευθύ αγροίκο νοικοκυρά που κατορθώνει να φέρει στο καλύβι της την Κλυταιμνήστρα χρησιμοποιώντας ως δόλωμα μια υποθετική γέννα και την παράκληση η μητέρα της να τη μυήσει στα χρέη της λεχωνιάς!

Η «Μήδεια» ως γνωστόν στην κοινόχρηστη μυθολογική αντίληψη δεν ήταν παιδοκτόνος, αντίθετα λατρευόταν (και υπάρχουν και τεκμήρια) ως θεότητα. Οσον αφορά την Ελένη, ο Ευριπίδης κάτω από την ανατρεπτική οπτική του «Εγκωμίου Ελένης» του σοφιστή Γοργία τη βάζει να στιχοποιεί το σοφιστικό πυροτέχνημα με τα ίδια επιχειρήματα στις «Τρωάδες» για να αιτιολογήσει τη μοιχεία της αλλά και στην ομώνυμη τραγωδία, όπου διασκευάζει παλαιότερη εκδοχή (πιθανόν και από τον «Πρωτέα», σατυρικό δράμα, τέταρτο στην τριλογία «Ορέστεια» του Αισχύλου) όπου η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία και το μακελειό έγινε για ένα νεφελώδες είδωλό της.

Ακόμη και αν δεν ανιχνεύαμε μέσα στις τραγωδίες του Ευριπίδη ιδεολογικά ίχνη της σοφιστικής, φτάνει η τολμηρή του διασκευαστική του μύθου μανία για να στηρίξει το επιχείρημα του μοντερνισμού του. Γιατί βέβαια η σοφιστική σ΄ όλο το εύρος του θεματολογίου της (μουσική, ιατρική, πολιτειολογία, γεωγραφία, κ.τ.λ.) κινήθηκε επάνω σε δύο άξονες- τον ορθολογισμό και τη σχετικοκρατία.

Αυτοί οι δύο άξονες ερμηνεύουν και καθορίζουν τις προσεγγίσεις ακόμη και τις χρήσεις του μυθολογικού υλικού από τον Ευριπίδη. Ολα είναι ρευστά, πιθανά, ενδεχόμενα, όλα μπορούν να ειδωθούν από άλλη οπτική γωνία, ακόμη και λοξά, στρεβλά, εκ των έσω, από απόσταση και σε γκρο πλαν.

Ολοι οι μεγάλοι καινοτόμοι του θεάτρου, όσοι ανέτρεψαν τα καθιερωμένα πρότυπα, όσοι στην εποχή τους μιμήθηκαν τον Ευριπίδη, εκούσια ή ακούσια, ακολούθησαν. Ως ανατροπέα κατηγόρησε τον Σαίξπηρ ο Μπεν Τζόνσον, ο Γκότσι της κομέντια ντελ άρτε τον ρεαλιστή Γκολντόνι, ως μοντέρνος εμφανίστηκε ο Μπίχνερ, μετά τον ρομαντισμό του Σίλερ, ο Στρίντμπεργκ μετά τον Ιψεν, ο Τσέχωφ, ο Πιραντέλο, ο Μπρεχτ και ο Μπέκετ. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο. Ολοι τους ήταν σοφιστές. Δηλαδή διαφωτισμένοι και πιθανολόγοι εραστές του τυχαίου, του σχετικού. Παιδιά του Πασκάλ, του Ρουσό, του Αϊνστάιν, του Χάιντεγκερ. Και εγγόνια του Ηράκλειτου που ο Χρόνος- παις έπαιζε αιωνίως ζάρια.

Ακόμη και αν δεν ανιχνεύαμε μέσα στις τραγωδίες του Ευριπίδη ιδεολογικά ίχνη της σοφιστικής, φτάνει η τολμηρή του διασκευαστική του μύθου μανία για να στηρίξει το επιχείρημα του μοντερνισμού του

Γελάστε άφοβα (και) στην Επίδαυρο

  • Η «Αλκηστη» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, κάνει απόψε πρεμιέρα στο αρχαίο θέατρο παρουσιάζοντας τα θέλγητρα της τραγικωμωδίας

ΕΛΙΝΑ ΓΙΟΥΝΑΝΛΗ

Περίεργη διασταύρωση: όταν αναμειγνύεις τραγωδία με κωμωδία, παίρνεις τραγικωμωδία. Το κοινό που γέμισε ασφυκτικά το θέατρο Φρύνιχος των Δελφών το περασμένο Σάββατο προκειμένου να παρακολουθήσει την πρώτη παρουσίαση της «Αλκηστης» του Ευριπίδη διά χειρός Θωμά Μοσχόπουλου από νωρίς χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα: τους γελαστούς και τους αγέλαστους. Τι κι αν ο ίδιος ο συγγραφέας μπόλιασε το έργο του αυτό με ισχυρές δόσεις χιούμορ; Αλλωστε το δημιούργησε ως τελευταίο μέρος μιας τετραλογίας και υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να είχε γράψει ένα καθαρόαιμο σατιρικό δράμα στη θέση του. Η «Αλκηστη» όμως είναι πολύ πέρα και πάνω από αυτό, έχει δικό της θεό, είναι ανένταχτη και ως ηρωίδα και ως έργο. Ετσι, λοιπόν, από τα πρώτα κιόλας σημεία κατά τα οποία οι πιο απενοχοποιημένοι θεατές άρχισαν να γελούν με τα όσα συνέβαιναν επί σκηνής οι υπόλοιποι τους επανέφεραν στην τάξη με ένα μακρόσυρτο «Σσσσσσσσ!!!». «Ελεος! Απαγορεύεται να γελάμε, δηλαδή;» ανταπαντούσαν οι «άτακτοι» μαθητές του αρχαίου δράματος ώσπου κάπου στη μέση της εξαιρετικής παράστασης που υπογράφει το Εθνικό ο πόλεμος των καθισμάτων κώπασε έχοντας τό Ενα μικρό δείγμα από την καθηλωτική αισθητική της παράστασης «Αλκηστη» που σκηνοθέτησε ο Θωμάς Μοσχόπουλος. Τα κοστούμια της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου, οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου και οι χορογραφίες της Μάρθας Κλουκίνα κάνουν τα σώματα να θυμίζουν γλυπτά που ζωντανεύουν σο οι μεν όσο και οι δε συνειδητοποιήσει ότι εκείνο που συνέβαινε μπροστά στα μάτια τους ήταν πολύ σημαντικό. Τόσο σημαντικό που επέτρεπε τόσο το γέλιο όσο και το δάκρυ. Οπως ακριβώς συμβαίνει και στην ίδια τη ζωή.

Η Αλκηστη (Μαρία Σκουλά) αποφασίζει να πεθάνει η ίδια προκειμένου να ζήσει ο άντρας της Αδμητος (Χρήστος Λούλης) και προτού προλάβουμε να τη θαυμάσουμε για αυτή την απαράμιλλη αυτοθυσία της συναντούμε σε δεύτερο επίπεδο την εξίσου απαράμιλλη διάθεσή της για αυτοπροβολή. Λίγο πριν από το μεγάλο στοίχημα της Επιδαύρου, η παράσταση πήρε τις ευλογίες του Απόλλωνα στους Δελφούς αφήνοντας τους πάντες εκστασιασμένους με την αισθητική, τον ρυθμό και το μεδούλι της: η ζωή είναι πολύ παράλογη για να την πάρει κανείς στα σοβαρά. Η Αννα Καλαϊτζίδου, ο Κώστας Μπερικόπουλος και ο Χρήστος Λούλης μάς μίλησαν για τη γοητευτική τους περιπέτεια που επισήμως αρχίζει απόψε. Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής. Σχεδιασμός βίντεο: Νάνσυ Μπινιαδάκη, Σεμπάστιαν Πούρφουρστ. Παίζουν επίσης: Αργύρης Ξάφης, Μαρία Πρωτόπαππα, Σωκράτης Πατσίκας, Ιωάννα Παππά, Θάνος Τοκάκης, Βαγγέλης Χατζηνικολάου κ.ά.

  • Αννα Καλαϊτζίδου, μέλος του Χορού
  • «Ενα παιχνίδι ζωντανό από το πρώτο λεπτό»

«Είναι η πέμπτη φορά που συμμετέχω σε Χορό στην Επίδαυρο αλλά η πρώτη με σκηνοθέτη τον Θωμά Μοσχόπουλο και αυτό κάνει τη διαφορά.

Υπάρχουν σκηνοθέτες που κάνουν τον διαχωρισμό “ηθοποιοί- Χορός”, λες και ο δεύτερος δεν απαρτίζεται από ηθοποιούς. Σε πολλές περιπτώσεις αναθέτουν τον Χορό αποκλειστικά στον χορογράφο και στον μουσικό της παράστασης συναρμολογώντας αδέξια τα δύο κομμάτια λίγο προτού στηθεί το έργο. Στην “Αλκηστη”, όμως, το μεγάλο στοίχημα των ηρώων είναι να πάρουν τον Χορό με το μέρος τους και αυτό δημιουργεί ένα παιχνίδι ζωντανό από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Οσο για το είδος της τραγικωμωδίας, αν το σκεφθούμε, έτσι είναι και η ίδια μας η ζωή. Δεν υπάρχει τρόπος να επιβιώσεις αν δεν διακωμωδήσεις τα πιο τραγικά γεγονότα της ζωής σου. Είναι σαν να ακυρώνεις την ίδια σου την ύπαρξη και να παίζεις θέατρο της θλίψης. Η διάθεσή μας να γελάσουμε ακόμη και στη μεγαλύτερη συμφορά που μας βρίσκει είναι τελικά αυτό που μας διαφοροποιεί από τον κόσμο των νεκρών. Εχοντας πάρει το βάπτισμα του πυρός στους Δελφούς, θεωρώ ότι το κεκτημένο της παράστασης είναι ότι την άκουσαν όλη, δεν τους ξέφυγε τίποτα. Ενιωθα το κοινό πολύ αφοσιωμένο. Και τώρα που πλησιάζει η στιγμή για την Επίδαυρο, φυσικά και έχω τρακ. Ξέρω όμως ότι, αν αφεθείς σε αυτό το θέατρο, σου δίνει πράγματα. Σε πιάνει δέος και έχεις την ψευδαίσθηση ότι πρέπει να ξεπεράσεις τις δυνάμεις σου, η αλήθεια όμως είναι ότι ένας αληθινός ψίθυρος ακούγεται χίλιες φορές καλύτερα από μια πομπώδη κραυγή».

  • Κώστας Μπερικόπουλος, Φέρης
  • «Η τραγωδία χρειάζεται χιούμορ»

«Υποδύομαι τον γέροντα πατέρα του Αδμήτου. Είναι ένας πολιτικάντης, θυμίζει βλαχοδήμαρχο, από αυτούς που μόλις δουν κάμερα παίρνουν τα πάνω τους, ξεχνούν και πόνους στη μέση και τα πάντα και έτσι λίγο προτού ανεβεί στο τελευταίο σκαλί για να μιλήσει δεν θέλει τη βοήθεια του ακολούθου του, θέλει να δείξει ότι τα καταφέρνει και μόνος του. Λέει αλήθειες τόσο εξωφρενικές που προκαλούν το γέλιο. Δεν βλέπει τον λόγο να θυσιαστεί αυτός στη θέση του γιου του: “Σε έφερα στη ζωή, σε έκανα βασιλιά, τι άλλο θέλεις; Είναι γλυκιά η ζωή και τώρα που μου έχει απομείνει λίγη, γιατί να μην την απολαύσω;”. Του δίνεις δίκιο τελικά, τον καταλαβαίνεις, κι ας ξέρεις ότι είναι παμπόνηρος και ότι το κάνει με την ίδια ευκολία που κερδίζει ψήφους. Το ίδιο το έργο είναι γλυκά παράλογο, δεν μπορείς παρά να γελάσεις.

Υπάρχει άλλωστε η σοφή παροιμία: Δεν γίνεται γάμος χωρίς κλάμα και κηδεία χωρίς γέλιο. Το έχει ανάγκη ο ανθρώπινος οργανισμός, το σώμα το ίδιο. Θεωρώ ότι η τραγωδία χρειάζεται χιούμορ. Δε μπορεί να παιχτεί αλλιώς. Δυστυχώς έχουμε εκπαιδεύσει τον κόσμο με ταμπέλες τύπου “αυτό είναι σοβαρό, απαγορεύεται το γέλιο”. Δεν μπορεί όμως κάτι από την αρχή ως το τέλος να είναι αβάσταχτο. Η ζωή έχει απ΄ όλα- γιατί όχι και ένα έργο τέχνης; Επαιξα πρώτη φορά στην Επίδαυρο ως μέλος του Χορού στους “Ιππείς” του Αριστοφάνη με το ΚΘΒΕ. Ημουν ένας νεαρός αγέρωχος ιππέας, τώρα επιστρέφω ως γέροντας Φέρης. Τρακ έχω πάντα. Το θέατρο της Επιδαύρου με γοητεύει πολύ, από την αρχιτεκτονική του και μόνο: νιώθεις ότι σε περιβάλλει μια αγκαλιά έτσι όπως κοιτάς από σκηνής. Μια προστασία που έρχεται από την ίδια την πέτρα…».

  • Χρήστος Λούλης, Αδμητος
  • «Η Αλκηστη γεννά αντιφατικά συναισθήματα»

«Βρήκα αυτό που συνέβη στους Δελφούς, με τους μισούς να γελάνε και τους άλλους μισούς να τους κατσαδιάζουν, καταπληκτικό! Αυτή ακριβώς την αντίδραση θέλουμε να πετύχουμε!

Ούτως ή άλλως το έργο από μόνο του ακροβατεί ανάμεσα στην τραγωδία και στην κωμωδία και ενθουσιαστήκαμε όταν την ίδια ακριβώς στιγμή κάποιοι θεατές διάλεξαν τη μία και κάποιοι την άλλη πλευρά του νομίσματος. Ως Αδμητος προσπάθησα να εμπιστευθώ αυτό που μου έλεγε το κείμενο, άλλοτε αφημένος στα κωμικά στοιχεία του ρόλου και άλλοτε στα τραγικά, που είναι σαρωτικά. Ελπίζω το κοινό να έρθει στην παράσταση ανοιχτό σε όλα. Η σοβαροφάνεια βλάπτει σοβαρά το θέατρο: πηγαίνουμε να δούμε κάτι και είμαστε προκατειλημμένοι για το τι θα δούμε. Σαν να έχουμε αποφασίσει από πριν ακόμη και για το αν θα μας αρέσει ή όχι. Η μεγαλύτερη αλήθεια που βγαίνει από το έργο είναι ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε καθημερινά λες και είμαστε αθάνατοι. Λες και δεν θα πεθάνουμε ποτέ. Πράγμα εντελώς παράλογο, που όμως συμβαίνει σε όλους. Γι΄ αυτό και η “Αλκηστη” γεννά τόσο αντιφατικά συναισθήματα στον καθένα: φέρνει τον θάνατο μες στη ζωή, μας τον τρίβει στα μούτρα. Αλλά και τη ζωή μέσα στον θάνατο, αφού στο τέλος ο Ηρακλής την επιστρέφει στον Αδμητο έχοντας πρώτα αναμετρηθεί με τον ίδιο τον Χάρο».

  • ΑΣΤΕΡΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

«Αλκηστη» του Ευριπίδη: Πρότυπο αφοσίωσης και αυτοθυσίας;

  • Την «Αλκηστη» του Ευριπίδη, με θέμα τη σύγκρουση ανάμεσα στο θάνατο και τον Απόλλωνα, το σκοτάδι και το φως, θα παρουσιάσει το Εθνικό Θέατρο, σήμερα και αύριο, στην Επίδαυρο. Απόδοση – σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος. Σκηνικά – κοστούμια: Ελλη Παπαγεωργακοπούλου.Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος. Μουσική: Κορνήλιος Σελαμσής. Κίνηση: Μάρθα Κλουκίνα. Σχεδιασμός Video: Νάνσυ Μπινιαδάκη, Σεμπάστιαν Πούρφυστ. Παίζουν: Μαρία Σκουλά, Χρήστος Λούλης, Aργύρης Ξάφης, Μαρία Πρωτόπαππα Κώστας Μπερικόπουλος, Σωκράτης Πατσίκας, Iωάννα Παππά, Αννα Καλαϊτζίδου, Ηλιάννα Γαϊτάνη, Θάνος Τοκάκης, Ηλίας Παναγιωτακόπουλος, κ.ά. Σολίστ: Νίκος Σπανός (κόντρα τενόρος), Θανάσης Δεληγιάννης (τενόρος).
  • Στις Φερές της Θεσσαλίας έρχεται η στιγμή που ο βασιλιάς Αδμητος πρέπει να πεθάνει, σύμφωνα με το πεπρωμένο του. Η μόνη δυνατότητα για να ζήσει είναι, αντ’ αυτού, να δεχτεί κάποιος οικείος του να πεθάνει. Οι γέροι γονείς του δε θυσιάζονται για χάρη του. Δέχεται, όμως, η νεαρή σύζυγός του, Αλκηστη, ώστε να σωθεί ο άντρας της. Πολύ ιδιαίτερο έργο η «Αλκηστις» διδάχτηκε το 438 π.Χ. ως το τελευταίο έργο τετραλογίας και πιθανότατα είχε τη θέση του σατυρικού δράματος. Τα κωμικά της στοιχεία, όμως, όπως η λογομαχία του Αδμητου με τον πατέρα του Φέρη, ή η παρουσία του μεθυσμένου Ηρακλή, παραπέμπουν περισσότερο σε τραγικωμωδία παρά σε καθαρά σατυρικό δράμα. Η ηρωίδα έχει θεωρηθεί ως πρότυπο συζυγικής αφοσίωσης και αυτοθυσίας. Ομως, ο Αδμητος αξίζει την αφοσίωσή της; Μήπως το «ευτυχισμένο τέλος» είναι τελικά ένα ειρωνικό σχόλιο και όχι μία ανώδυνη λύση;
— Το καλοκαίρι του Εθνικού Θεάτρου

«Ελένη» γοητευτικά σύγχρονη

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΤΙΑ

Εργο-κουτί για τη μύηση νεαρών θεατών στην αρχαία τραγωδία με τις κωμικές αποχρώσεις της, η «Ελένη» του Ευριπίδη. Σωστά την επέλεξε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, εγκαινιάζοντας στη Θεσσαλονίκη τη Νεανική Σκηνή του στη Μονή Λαζαριστών.

Ευτύχησε διπλά με τη φρέσκια και παιγνιώδη παράσταση ανάμεσα στο φαινομενικό και το πραγματικό που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Παρασκευόπουλος.

Στην ιδιοφυή ευριπίδεια ανατροπή του μύθου, η ωραία Ελένη δεν έφτασε ποτέ στο Ιλιον φέρνοντας τον καταστροφικό πόλεμο Ελλήνων και Τρώων -ήταν εκεί ένα συννεφένιο ομοίωμά της. Ζει στην Αίγυπτο, δεν απάτησε τον άντρα της Μενέλαο και… πολιορκείται να παντρευτεί τον Θεοκλύμενο.

Σ’ ένα συρματοπλεγμένο Π, που υποδηλώνει τη «χρυσή» αιχμαλωσία της Ελένης, εξελίσσεται η παράσταση. Απολαυστικός ο γυναικείος Χορός εν είδει υπηρετικού προσωπικού με ασπρόρουχα και κουβάδες καθαρισμού να σχολιάζει με αλέγρες φωνές, κινήσεις όλο τσαχπινιά και χάρη (Ελένη Θυμιοπούλου, Εφη Γούση, Αννα Σωτηρούδη, Τσαμπίκα Φεσάκη, Νάντια Δαλκυριάδου, Ιρις Νικολάου, Ζωή Κυριακίδου).

Αισθησιακή, αθώα και καπάτσα, η χυμώδης Ελένη της Αμαλίας Τσεκούρα, είτε με μακριά τουαλέτα, είτε με κολλητό ταγέρ. Αεικίνητος και μαχητικός ο Μενέλαος του Χρίστου Στυλιανού. Δεσποτικός, υπεροπτικός και γκαφατζής με ολίγον… πανκ εμφάνιση ο Θεοκλύμενος του Παύλου Μυρόφτσαλη. Δίκαιη και προφητική η Θεονόη της Μαρίας Καραμήτρη. Στα συν επίσης η λαγαρή μετάφραση (Σοφία Νικολαΐδου), τα αορίστου χρόνου κοστούμια (Σοφία Παπαδοπούλου), η δροσερή κινησιολογία (Κώστας Γεράρδος).

Μια αξιέπαινη παράσταση για μαθητές και νέους, αλλά και για ενήλικες. Κρίμα που το ΚΘΒΕ δεν έχει ούτε μια βραδινή για μεγάλους (μόνο μεσημέρι Κυριακές).

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΙΔΑΛΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 19/12/2008