Category Archives: Ερευνα

Ερευνα: To θέατρο κάνει καλό στα παιδιά

Στιγμιότυπο από το Εργαστήρι του θεάτρου Πόρτα

Πιο ενεργοί πολίτες γίνονται τα παιδιά που παρακολουθούν θέατρο: Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα έρευνας που πραγματοποιήθηκε, τα δύο τελευταία χρόνια, στα παιδιά δώδεκα χωρών της Ευρώπης και στην Παλαιστίνη, μέσα από το ερευνητικό πρόγραμμα «Θέατρο στην Εκπαίδευση». Σύμφωνα με τα στοιχεία, η επίδραση του δράματος και του θεάτρου τόσο στη διαδικασία της μάθησης και της προσωπικής ανάπτυξης όσο και στην κοινωνική προσαρμογή των νέων ατόμων παίζει καθοριστικό ρόλο, ώστε όταν ενηλικιωθούν να γίνουν πιο ενεργοί και πιο συνειδητοί πολίτες, βρίσκονται στο επίκεντρο του προγράμματος που χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκά κονδύλια. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τα παιδιά που παρακολουθούν κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στο σχολείο μαθήματα Εκπαιδευτικού Δράματος και Θεάτρου βρέθηκαν να είναι:

– κατά 13% περισσότερο διαθέσιμα να αποδεχτούν άλλους ανθρώπους ίδιας ή διαφορετικής εθνικότητας

– κατά 8% περισσότερο διαθέσιμα να ψηφίσουν

– κατά 11% περισσότερο διαθέσιμα να ασχοληθούν ή να εμπλακούν σε πολιτικά ζητήματα

σε σχέση με τα παιδιά που δεν παρακολουθούν τα αντίστοιχα μαθήματα.

Ο υπεύθυνος του προγράμματος για τη Μεγάλη Βρετανία, Κρις Κούπερ που είναι και καλλιτεχνικός διευθυντής του Big Brum Theatre in Education Company, θα βρεθεί τις προσεχείς μέρες στην Αθήνα, καλεσμένος της Μικρής Πόρτας και της Ξένιας Καλογεροπούλου για να παρουσιάσει τα συμπεράσματα της έρευνας. Μαζί με τη δασκάλα πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Χριστίνα Βασιλοπούλου, θα μιλήσουν και θα αναλύσουν τα στοιχεία που συγκέντρωσσαν. Είναι άλλωστε η τρίτη φορά που ο Κρις Κούπερ θα συνεργασθεί με την Πόρτα. Η παρουσίαση θα γίνει στο θέατρο Πόρτα και οργανώνεται από την διευθύντρια του Εργαστηρίου Πέγκυ Στεφανίδου-Τσιτσιρίκου. Παράλληλα _από τις 27 Ιανουαρίου 2011, ο Κρις Κούπερ θα διδάξει στο πλαίσιο του Εργαστηρίου του θεάτου Πόρτα.

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

  • Δευτέρα 31 Ιανουαρίου, στις 19.00

  • Θέατρο Πόρτα (Μεσογείων 59)

  • Είσοδος ελεύθερη _απαραίτητη η κράτηση θέσεων στο τηλ. 210 32 49 829

Στην εποχή της κρίσης όλοι ακόμα κάνουν θέατρο

  • Ποιο κοινό στηρίζει τις 180 σκηνές που φιλοξενούν πάνω από 400 παραγωγές

  • Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 18 Aπριλίου 2010

Το ελληνικό θέατρο σε ύφεση με 400 και πλέον παραστάσεις! Σε μια σεζόν που αντέχει ώς τις αρχές Ιουνίου. Με μικρές, μέτριες και μεγάλες, σκηνές, που έχουν άπειρα προβλήματα λειτουργίας και κανέναν έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές, και πολλαπλασιάζονται ανησυχητικά και ακατάλληλα δίνοντας ελπίδες στους 600 νέους ηθοποιούς που βγαίνουν κάθε χρόνο από τις σχολές. Σκηνές πολυρεπερτορίου στο μοντέλο του «Αμόρε» που άνοιξε τον δρόμο τη δεκαετία του ’90 με την κεντρική σκηνή και τον εξώστη, που διατήρησαν και στήριξαν τα όνειρα νέων ηθοποιών, σκηνοθετών, σκηνογράφων, συγγραφέων, πριν ξεκινήσει το χάος των μικροχώρων: εγκαταλελειμμένες αποθήκες, μοδάτα ή ξεπεσμένα μπαρ, συνεργεία αυτοκινήτων, υπόγεια… τουαλέτες, ξύπνησαν το ενδιαφέρον του κοινού, λαίμαργου στις περισσότερες περιπτώσεις για οτιδήποτε καινούργιο και διαφορετικό και ας μην είναι πάντα ουσιαστικό. Πολυδύναμα κέντρα με φυσιογνωμία ή όχι, τα οποία πασχίζουν με μεγάλο αριθμό παραγωγών, συμπαραγωγών, φιλοξενούμενων ή ενοικιαστών να δημιουργήσουν ένα καλλιτεχνικό προφίλ που θα δικαιολογεί την πολυπόθητη επιχορήγηση αλλά και την εμπορική κίνηση. Σε άλλους χώρους πιο οικονομικούς, νέα παιδιά με λίγα χρόνια στον επαγγελματικό στίβο και πολλά εφόδια, δοκιμάζουν τις δικές τους αντοχές για δεύτερη, τρίτη ή τέταρτη χρονιά χωρίς αμοιβή γι’ αυτό που κάνουν, αλλά με το χέρι στην τσέπη για τα έξοδα που οφείλουν να πληρώσουν κάνοντας το όνειρό τους ή την ψυχοθεραπεία τους.

Στην εποχή της κρίσης στην Αθήνα όλοι κάνουν θέατρο. Μια απειλητική περίοδος για τους περισσότερους Eλληνες, γόνιμη καλλιτεχνικά για κάποιους άλλους που δεν πτοούνται από κρίσεις και επιτίθενται με καινούργιες παραγωγές σε κάθε ελεύθερο τετραγωνικό στην πόλη.

  • Το προφίλ των θεατών

Υπάρχει κοινό για όλους αυτούς κάθε σεζόν; Καινούργιες παραστάσεις, επαναλήψεις, σε 180 σκηνές που φιλοξενούν περισσότερες από 400 παραγωγές τον χρόνο; Με νούμερα που αυξομειώνονται γιατί κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς τον αριθμό τους. Τελικά, ποιοι στηρίζουν το ελληνικό θέατρο; Κι αυτό ανθεί πραγματικά ή βρίσκεται σε κρίση; Μια ενδιαφέρουσα έρευνα του ΕΚΕΘΕΧ με θέμα «Το θέατρο, ο Χορός και το κοινό τους» που υλοποιήθηκε από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Νίκου Παναγιωτόπουλου και θα παρουσιαστεί σε λίγο καιρό, δείχνει πως η καταγωγή και η εκπαίδευση του κοινού είναι καθοριστικοί παράγοντες.

Οπως τονίζει ο ίδιος στο ερώτημα ποιοι παράγοντες προσδιορίζουν ή διευκολύνουν την επίσκεψη στις θεατρικές παραστάσεις: «Το κεφάλαιο πάει στο κεφάλαιο». Υπάρχει όπως λέει έντονη συσχέτιση μεταξύ επίσκεψης στις θεατρικές παραστάσεις και σχολικού κεφαλαίου (που υπολογίστηκε με βάση τα κατεχόμενα διπλώματα των θεατών), και κοινωνικής καταγωγής (που προσδιορίστηκε με βάση το επάγγελμα και το εκπαιδευτικό επίπεδο γονέων και γονέων των γονέων των θεατών). Επίσης ειδική συμβολή της κοινωνικής καταγωγής καθώς με βάση το ίδιο σχολικό κεφάλαιο, το ίδιο δίπλωμα, το βάρος της κοινωνικής καταγωγής στο σύστημα των επεξηγηματικών παραγόντων της επίσκεψης στις θεατρικές παραστάσεις τείνει να αυξάνει όσο απομακρυνόμαστε από τα σχολικά νομιμότερα θεατρικά είδη.

  • Κοινωνικές ομάδες

Το συμπεράσματα που προκύπτουν είναι πως: «Τα θεατρικά έργα εξακολουθούν να επιλέγουν με κοινωνικά κριτήρια το κοινό τους, κι αυτό συμβαίνει γιατί οι σιωπηλές συνθήκες πρόσβασης σε αυτά, δηλαδή η πρόωρη επαφή με αυτά (συνδεδεμένη με την υψηλή κοινωνική καταγωγή), καθώς και η σχολική εκπαίδευση, παραμένουν ακόμα άνισα κατανεμημένες μεταξύ των κοινωνικών ομάδων. Ειδικότερα, αυτό που εμφανίζεται ως άνισα κατανεμημένο μεταξύ των κοινωνικών ομάδων δεν είναι τα ίδια τα έργα αλλά η τάση, η ροπή, η «ανάγκη», η διάθεση που έχει κάποιος για να τα καταναλώσει, η διάθεση, δηλαδή που γεννά την «πολιτιστική ανάγκη», και η οποία δεν είναι τίποτα άλλα παρά προϊόν εκπαίδευσης, αποτέλεσμα «καλλιέργειας». Το θεατρικό έργο, ως έργο τέχνης, αναγνωρίζεται ως συμβολικό αγαθό μόνο από όσους κατέχουν τα μέσα να το ιδιοποιηθούν».

Η πρόσβαση στα θεατρικά και χορευτικά έργα είναι πρακτική των καλλιεργημένων ομάδων της χώρας. Η επίσκεψη στο θέατρο και ακόμη περισσότερο στον χορό συνδέεται με την εκπαίδευση του ατόμου και την καταγωγή του. Οταν δύο άτομα έχουν το ίδιο σχολικό κεφάλαιο διαπιστώνουμε πως αυτός που ο πατέρας του έχει ανεπτυγμένη μόρφωση και εκπαίδευση και οι παππούδες επίσης, καταναλώνει περισσότερα πρωτοποριακά και πειραματικά έργα. Και προτιμά ανάλογους σκηνοθέτες.

Η καταγωγή καθορίζει την επισκεψιμότητα; «Το να καταναλώνουμε πολιτισμό, εν προκειμένω το θέατρο, δεν είναι καθόλου φυσική ανάγκη, αλλά πολιτισμική ανάγκη κοινωνικά καθορισμένη. Αρα αν θες να κάνεις πολιτική πρέπει να δράσεις πάνω στους όρους παραγωγής αυτής της ανάγκης. Να δεις και τον ρόλο και των θεσμικών φορέων, του κράτους και της εκπαίδευσης».

Ταυτότητα έρευνας

Η έρευνα του ΕΚΕΘΕΧ με θέμα «Το Θέατρο, ο Χορός και το κοινό τους» υλοποιήθηκε από το ΕΚΚΕ, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Νίκου Παναγιωτόπουλου. Η ποσοτική έρευνα του κοινού του Θεάτρου πραγματοποιήθηκε σε 60 διαφορετικούς θεατρικούς χώρους και σε 79 διαφορετικές θεατρικές παραστάσεις με τη συμμετοχή 862 θεατών, το διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου 2008 – Ιουλίου 2009. Προηγήθηκε η διεξαγωγή πιλοτικής έρευνας στο διάστημα 16-24 Νοεμβρίου 2008, σε 9 θεατρικούς χώρους και σε 11 διαφορετικές παραστάσεις.

Κυριαρχεί η γυναικεία παρουσία

Γυναίκες παντού. Η υπερεκπροσώπηση της γυναίκας αγγίζει το ποσοστό του 70%. Ειδικά στον χορό. Οσο πιο πολιτικό όμως είναι ένα έργο τόσο περισσότεροι άνδρες βρίσκονται στην αίθουσα. Οπως προκύπτει από την έρευνα, η αναλογία των ανδρών είναι σχετικά υψηλότερη (34,2%) στην ανώτερη κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορία των θεατών του θεάτρου. Η υψηλότερη γυναικεία εκπροσώπηση παρατηρείται στις ολιγοπληθείς ομάδες των αποφοίτων υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Στις άλλες τρεις ομάδες (δευτεροβάθμιας, πανεπιστημιακής και μεταπτυχιακής εκπαίδευσης) δεν παρατηρούνται έντονες διαφοροποιήσεις. «Συνοπτικά, όλα δείχνουν πως στο εσωτερικό της κατανομής του κοινού και των δύο πληθυσμών αναπαράγονται οι ιεραρχίες του έμφυλου και κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας».

Η μέση ηλικία των θεατών είναι 39,6 χρόνια. Η ηλικιακή κατηγορία 31-40 αποτελεί σχεδόν το 1/4 του δείγματος και η κατηγορία 19-25 ετών άλλο 1/4. Το νεανικό κοινό είναι ισχυρό αλλά είναι λάθος να πούμε ότι αποτελεί μια μεγάλη μερίδα του κοινού αφού πίσω από την ηλικία κρύβεται η εκπαίδευση, εξηγεί ο κ. Παναγιωτόπουλος.

  • Εθνική πολιτική

Η έρευνα αποκαλύπτει πολλές ακόμη πτυχές της φυσιογνωμίας των θεατών και τα συμπεράσματά της μαζί με τη χαρτογράφηση του χώρου θεατρικού και χορευτικού, σε επίπεδο ομάδων και σκηνών, θα αξιοποιηθούν στην άρθρωση μιας νέας εθνικής πολιτικής για το θέατρο και τον χορό. Αυτό που σχεδιάζει το ΕΚΕΘΕΧ, όσο τα μέλη του αγωνιούν για την τύχη του θεσμού, σε μια περίοδο που το κράτος έχει αποφασίσει να αποσυρθεί από τομείς που είχε την ευθύνη για τη λειτουργία τους. «Αν δεν αποφασίσει ότι θα διασφαλίσει την παραγωγή λόγιων καταναλωτών είναι σίγουρο ότι σε 10 -15 χρόνια θα υπάρχουν άνθρωποι και τομείς του θεάτρου που θα ψάχνουν κοινό».

Πληβειακές επαγγελματικές συνήθειες

Η ιστορία του θεάτρου από τη μεταπολίτευση έως σήμερα χαρακτηρίζεται όπως λέει ο Βασίλης Παπαβασιλείου, σκηνοθέτης και αντιπρόεδρος του ΕΚΕΘΕΧ, από τα: θεσμοθέτηση των επιχορηγήσεων, κατάργηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού, ίδρυση των ΔΗΠΕΘΕ, αλλαγή του θεσμικού πλαισίου των κρατικών σκηνών, ενταφιασμό της πρωτοβουλίας για τη δημιουργία συνθηκών αναβάθμισης της θεατρικής εκπαίδευσης, εισβολή της ιδιωτικής τηλεόρασης που εκλαΐκευσε την εικόνα του ηθοποιού και τη συνέδεσε με την εύκολη αναγνωρισιμότητα και τη φαντασίωση της δυνατότητας οικονομικών αλλαγών. Η δεκαετία του ’90 χαρακτηρίζεται από τη δράση του «Αμόρε» -μια εστία θεάτρου συνόλου-, την επιλογή του Θ. Μικρούτσικου το 1995 να διαχωρίσει τους επιχορηγούμενους θιάσους, να τους εντάξει σε ένα καθεστώς διετούς και τριετούς προγραμματισμού και να τους διπλασιάσει την επιχορήγηση θέλοντας ατύπως να φτιάξει ένα δεύτερο πόλο θεάτρου του δημοσίου συμφέροντος απέναντι στο Εθνικό της Αθήνας.

«Την τρέχουσα δεκαετία που τελειώνει, έχουμε την κορύφωση μιας διαδικασίας συγκέντρωσης σε ό,τι αφορά την παραγωγή και επίταση του φαινομένου της δημιουργίας νεανικών ομάδων οι οποίες σε σχέση με αυτό που γινόταν πριν από 10 – 15 χρόνια χαρακτηρίζονται από κάποια πράγματα πολύ ενδιαφέροντα. Αυτοί οι άνθρωποι συνθέτουν έναν πληβειακό χώρο, ο οποίος έχει αποδεχτεί ότι δεν ανήκει στην εγχρήματο οικονομία. Είναι αυτά τα παιδιά που κατεβαίνουν στον στίβο ξέροντας πως όταν φτιάξουν μια ομάδα και ξεκινήσουν μια δουλειά δεν δικαιούνται να προσβλέπουν σε αμοιβή της εργασίας. Καταθέτουν χρόνο, μόχθο, βρίσκονται μεταξύ τους με συνέπεια, αποδεχόμενοι ότι το νόμισμα στο οποίο θα αμειφθούν δεν είναι το ευρώ, αλλά ένα άλλο που έχει να κάνει με την αλληλεγγύη, τα συναισθήματα, τον συμμερισμό των συγκινήσεων. Αυτό καθαυτό το φαινόμενο μπορεί από μια άποψη να ορίζει ένα είδος αποεπαγγελματοποίησης (με όρους τυπικούς) του θεάτρου, πολιτισμικά όμως η παρουσία αυτών των σχημάτων είναι ένα παρήγορο σημάδι γενικότερα για την κοινωνία μας. Με την έννοια ότι αν αυτοί μπορούν να αναγνωρίζουν ότι υπάρχει μια αξία ή ένας χώρος δίπλα στο χρήμα, μας δίνει ένα παράδειγμα ανάδειξης της ζωής χωρίς χρήμα. Αυτό είναι ένα μάθημα για την ελληνική κοινωνία».

Είναι όλα αυτά που πρέπει να εξετάσει το ΥΠΠΟΤ μαζί με το ΕΚΕΘΕΧ για να οδηγηθούν σε μια εθνική πολιτική. Να δουν πώς διαμορφώνεται το θεατρικό τοπίο σε συνάρτηση με τον εκπαιδευτικό παράγοντα. Να επανεξετάσουν ξεπερασμένες αντιλήψεις, οικονομικά συμφέροντα, να εξηγήσουν πώς γίνεται μια χώρα σαν την Ελλάδα να έχει τέτοια πρωτιά (600 ηθοποιοί τον χρόνο), αλλά και αντοχές που να επιτρέπουν τόσες σκηνές και τόσες παραγωγές.

Θέατρο με δεύτερες δουλειές και χρέη

Σε μια Αθήνα που ξεχειλίζει από νέες σκηνές και παραστάσεις, πώς επιβιώνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι του θεάτρου και μάλιστα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης; Δανείζονται, κάνουν άλλες δουλειές, χρεώνονται, σπαταλούν προσωπικές περιουσίες…

  • Πέντε νέοι επιμένουν να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα χωρίς… κατάλληλους φίλους και οικονομικές πλάτες

  • Του Δημητρη Pηγοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15/11/2009

Είναι κλισέ, αλλά ισχύει. Η Αθήνα έχει περισσότερες θεατρικές σκηνές από το Λονδίνο. Ούτε η μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση δεν στάθηκε εμπόδιο στον ακατάπαυστο πολλαπλασιασμό των θεατρικών παραστάσεων, των ομάδων, των χώρων που φιλοξενούν θέατρο κάθε βράδυ στην Αθήνα. Οχι μόνο Παρασκευοσαββατοκύριακα αλλά και καθημερινές, με τα Δευτερότριτα να διεκδικούν τα τελευταία χρόνια το δικό τους μεγάλο μερίδιο κι ένα πιο εναλλακτικό κοινό. Την ίδια στιγμή, οι περισσότεροι άνθρωποι του θεάτρου παραπονιούνται για τα άθλια οικονομικά των θιάσων τους, κατηγορούν (δικαίως) τις κατά καιρούς ηγεσίες του υπουργείου Πολιτισμού για τη συστηματικά καθυστερημένη εκταμίευση των πενιχρών ετήσιων επιχορηγήσεων.

Κάπως έτσι, προκύπτει αυθόρμητα το ερώτημα: Αν πράγματι η κατάσταση είναι τόσο ασφυκτική, με χρεωμένους επικεφαλής θεατρικών ομάδων, απλήρωτους ηθοποιούς και ουρές στο ταμείο ανεργίας, γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι δέχονται πρόθυμα να μεγαλώσουν αυτό το γαϊτανάκι δημιουργικής απόγνωσης; Τι φέρνει χιλιάδες νέους ανθρώπους κάθε Σεπτέμβριο στο κατώφλι δεκάδων σχολών υποκριτικής; Και το πιο παράδοξο: Εκεί που παρατηρείται αυτή η πρωτοφανής άνθηση είναι στο λεγόμενο μη-εμπορικό θέατρο, εκεί δηλαδή που τα χρήματα είναι ελάχιστα και οι αγωνίες, κατατρώνε τη δημιουργική φλόγα πολλών νέων ανθρώπων. Η «Κ» δίνει το λόγο σε πέντε ανθρώπους του θεάτρου. Ολοι εμπλέκονται σε θεατρικές ομάδες της Αθήνας, άλλες με μικρότερη κι άλλες με μεγαλύτερη ιστορία. Τους απευθύναμε το πολύ θεμελιώδες ερώτημα: «Πώς τα βγάζετε πέρα;» Μας προσφέρουν τη δική τους ματιά πάνω σε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα αντίφαση, ανάμεσα στη θεατρική έκρηξη της Αθήνας και τα ασφυκτικά οικονομικά των ανθρώπων του θεάτρου.

Βασίλης Κανελλόπουλος: Δουλεύουμε χωρίς να πληρωνόμαστε

Ο Βασίλης Κανελλόπουλος είναι ταυτισμένος με τη θεατρική ομάδα «Σχεδία». Η «Σχεδία» πλέον δεν έχει μόνιμη στέγη, η τελευταία της παραγωγή «Venus Flytrap» ανέβηκε σε ένα γκαράζ στο Γκάζι. «Για να κάνεις θέατρο πρέπει να έχεις τους κατάλληλους φίλους ή οικονομικές πλάτες». Ο Βασίλης Κανελλόπουλος έχει μια πολύ προσωπική ματιά στα θεατρικά μας πράγματα. «Για την ελληνική κοινωνία, αυτό που κάνουμε δεν είναι παραγωγική διαδικασία. Αν εστιάσουμε στις τέχνες, έχουμε ένα σύστημα που οδηγεί τους ανθρώπους να φέρονται σαν “γλείφτες”, να κρέμονται με πνιγηρό τρόπο ο ένας απ’ τον άλλον, δηλαδή άλλη μια στρατιά φοβισμένων ανθρώπων. Πολλές φορές, το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα πάνω στη σκηνή είναι προϊόν της δικής τους απελπισίας. Δείτε τη στάση των ηθοποιών, τη γλώσσα του σώματος πάνω στη σκηνή· μικρή σημασία έχει η ίδια η υποκριτική, ο τρόπος που παίζουν αποτυπώνει το βάρος που κουβαλάνε, την απέλπιδα κατάσταση. Πολλοί νεαροί ηθοποιοί μου έχουν πει ότι “δεν αντέχουν άλλο”. Αντιλαμβάνομαι ότι το να κάνω θέατρο στη χώρα είναι σαν να είμαι άρρωστος. Πολύ θα ήθελα να μου έκαναν μια ένεση και να έφευγα από αυτήν την ιστορία. Με τη επιχορήγηση δεν φτάνει να κάνεις τίποτα. Τις περισσότερες φορές δουλεύουμε χωρίς να πληρωνόμαστε, χειρότερα και από τους μετανάστες».

Αλλά αν είναι όλα τόσο μαύρα, γιατί έχουμε αυτήν την έκρηξη στη θεατρική Αθήνα; «Κατ’ αρχήν, οι άνθρωποι θέλουν να δοκιμάσουν και να δοκιμαστούν. Υπάρχει τεράστια ανάγκη για πραγματική έκφραση». Δίπλα σ’ αυτό, τα μίντια συνεχίζουν να λένε ότι πρέπει να γίνουμε ωραίοι και διάσημοι. Σας πληροφορώ ότι υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να γίνουν ηθοποιοί χωρίς να έχουν δει ούτε μισή παράσταση».

Ιωάννα Ρεμεδιάκη: Μόνο στο θέατρο νιώθω ζωντανή

«Δεν έχω κάνει ποτέ τηλεόραση», λέει ήρεμα η Iωάννα Ρεμεδιάκη, ηθοποιός και σκηνοθέτις, η οποία τον περασμένο Δεκέμβριο έκανε αίσθηση με τον «Χώρο Αμλετ», μια δοκιμή παράστασης ή ανοιχτή πρόβα, αν προτιμάτε. Η ιδέα προέκυψε από ένα σεμινάριο πάνω στον Αμλετ του Σαίξπηρ, που γινόταν τις μέρες της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου και όσων ακολούθησαν στους δρόμους της Αθήνας. Δεν θέλει να παρεξηγηθεί, μήπως κάποιοι από τους συναδέλφους της τής καταλογίσουν υπεροψία. «Δεν υποτιμώ καθόλου όσους κάνουν τηλεόραση. Το αντίθετο. Είναι τόσο δύσκολη δουλειά. Στο εξωτερικό, οι περισσότεροι μεγάλοι ηθοποιοί είναι στην τηλεόραση». Απλά η τηλεόραση δεν ήταν αυτό που ονειρευόταν αρχίζοντας το θέατρο. Ενα θέατρο διαδραστικό, με κοινωνικές και πολιτικές αναφορές, ένα θέατρο που τις περισσότερες φορές παίζεται έξω, στους δρόμους και στις πλατείες, στη λογική της ανάκτησης των δημόσιων χώρων. Στις παραστάσεις της Ιωάννας Ρεμεδιάκη και των συνοδοιπόρων της δεν υπάρχει εισιτήριο. Το κοινό μπορεί να αφήσει ό, τι θέλει μετά το τέλος της παράστασης σε ένα μικρό κουτί. Τη βασανίζει αυτό το θέμα, των χρημάτων. Συμφωνεί ότι το θέατρο είναι κι αυτό μια δουλειά που θα πρέπει να πληρώνεις για να τη δεις. Ωστόσο, δυσκολεύεται να ορίσει ένα «κανονικό» εισιτήριο, ανάλογο των περισσότερων αθηναϊκών σκηνών. «Δεν ζεις από αυτή τη δουλειά. Γίνονται παραστάσεις με την αυτοθυσία των ηθοποιών, οι οποίοι μπορεί να παίζουν γνωρίζοντας ότι ίσως δεν πληρωθούν ποτέ». Για την ίδια, ούτε λόγος. Βάζει από την τσέπη της. Παράλληλα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο, κάνει σεμινάρια. Στην ομάδα της έχει ένα γιατρό και μία συμβολαιογράφο. Δεν βαρυγκομάει. Το αντίθετο. «Για να είσαι και να αντέξεις στο θέατρο πρέπει να είσαι απόλυτα αποφασισμένος. Προσωπικά, μόνο στο θέατρο νιώθω εντελώς ζωντανή».

Δημήτρης Μαύρος: Δεν θα πάρεις καινούργιο Ι.Χ.

Μια ενδιαφέρουσα αντίφαση επισημαίνει ο ηθοποιός Δημήτρης Μαύρος. Ενώ κάθε χρόνο αυξάνονται οι αθηναϊκές σκηνές, μειώνονται τα θέατρα που απασχολούν ηθοποιούς, καταβάλλοντας τα προβλεπόμενα από το νόμο. «Οπότε οικονομικά δεν έχει ιδιαίτερη διαφορά για ένα νέο ηθοποιό η ενασχόλησή του με μια ομάδα. Αν ληφθεί δε υπόψη το πόσο δημιουργικός νιώθει μέσα σε αυτήν, και η δυνατότητα που του δίνεται να αποκτήσει φωνή η όποια καλλιτεχνική του ανησυχία, καταλαβαίνει κανείς γιατί πολλά νέα παιδιά αποφασίζουν να προχωρήσουν στην παραγωγή μιας θεατρικής παράστασης. Αν δίπλα σε αυτές τις ομάδες βάλεις κι αυτές που τα τελευταία χρόνια έχουν μια σταθερή παρουσία στο θεατρικό γίγνεσθαι, συμπληρώσεις κι αυτές που δημιουργούνται ως φυσική συνέπεια καλλιτεχνικής αναζήτησης έχεις έναν μεγάλο αριθμό παραγωγών. Η δυνατότητα που δόθηκε από το Φεστιβάλ Αθηνών σε νέους ανθρώπους, από το Εθνικό Θέατρο και την πολιτική του ΕΚΕΘΕΧ με το άνοιγμα των επιχορηγήσεων σε πολλούς μικρούς θιάσους, έχει συμβάλει σε αυτήν την έκρηξη. Σίγουρο είναι ότι δεν καθορίζεται η ποιότητα από την ποσότητα των παραστάσεων. Μπορεί να έχεις κακή ποιότητα και με μικρή ποσότητα παραστάσεων. Το θέατρο δεν κινδυνεύει από αυτήν την έκρηξη. Η αντίφαση που αναφέρατε στην αρχή παύει να υφίσταται, αν δούμε ότι η ανάγκη για καλλιτεχνική έκφραση είναι ανεξάρτητη από τις οικονομικές δυσκολίες».

Ο ίδιος κατόρθωσε να επιβιώσει οικονομικά με τη συνεχόμενη συμμετοχή σε παραστάσεις. «Μειώνεις και κάθε καταναλωτική σου διάθεση και προχωράς. Στην πραγματικότητα, επιβιώνεις οικονομικά στο θέατρο κάνοντας τηλεόραση, διαφημίσεις, σπικάζ, δουλειά σε μπαρ, βάψιμο σπιτιών… Α… ξέχασα… και δεν προσπαθείς να αποκτήσεις καινούργιο αυτοκίνητο».

Γιάννης Αναστασάκης: Ξέρουμε ότι πάμε να χρεωθούμε

Η παράσταση «Να μου στείλετε μια ρεπούμπλικα!», βασισμένη στο αυτοβιογραφικό κείμενο του Φιλύρα «Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον», κατέβηκε πριν από ακριβώς μια εβδομάδα. Οχι γιατί δεν πήγαινε καλά, αλλά γιατί ο παραγωγός της παράστασης, η θεατρική ομάδα «Στιγμή», δεν διαθέτει ιδιόκτητη έδρα και δεν θα άντεχε να πληρώσει ενοίκιο για δεύτερο συνεχή μήνα. Ο Γιάννης Αναστασάκης, σκηνοθέτης της παράστασης και ένας από τους ιδρυτές της ομάδας το 1996, βιώνει για άλλη μια χρονιά την ίδια ιστορία. Η ετήσια επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού, της τάξης των 20.000 ευρώ, δεν έφτασε ξανά στην ώρα της. Συνήθως εκταμιεύεται ένα χρόνο μετά. «Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, αρχίζοντας μια καινούργια παραγωγή, τα πάντα θα πρέπει να πληρωθούν από εμάς. Η επιχορήγηση, εξαιρετικά πολύτιμη γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε να υπάρξουμε, καλύπτει ένα 55% – 60% των εξόδων». Και το υπόλοιπο 40%; «Δάνεια από τράπεζες, φίλους και, φυσικά, χρέη. Ξέρουμε ότι πάμε να χρεωθούμε». Και αν η κάθε νέα χρονιά προσθέτει χρέη στην επόμενη; «Κοιτάξτε, πάντα έτσι ήταν τα πράγματα στο θέατρο, δύσκολα. Ο σκηνοθέτης δεν θα πάρει χρήματα, οι συντελεστές βοηθούν κι αυτοί με τη σειρά τους, προσπαθούμε ευλαβικά να τηρούμε τις υποχρεώσεις μας με τους ηθοποιούς. Προσωπικά, προσπαθώ να κάνω κι άλλες δουλειές, σκηνοθεσίες κυρίως. Ετσι μπορώ να ξεχρεώνω και να πηγαίνω στην επόμενη παραγωγή της ομάδας. Οχι πάντα. Πέρυσι τα βάλαμε κάτω και δεν βγαίναμε. Οπότε δεν ανεβάσαμε τίποτα. Αλλά οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν κάτι και αντλούν ικανοποίηση από αυτό. Κάποιοι κουράστηκαν, αποστρατεύθηκαν. Αλλοι επιμένουν. Και να σας πω κάτι; Προσωπικά χαίρομαι για όλα αυτά τα θέατρα. Γιατί, διαφορετικά θα καταλήξουμε σαν τα πέντε μεγάλα σούπερ μάρκετ που ελέγχουν όλη την αγορά. Προτιμώ τα πολλά και μικρά μπακάλικα».

Γιάννα Καφέ: Από επάγγελμα, έγινε χόμπι

«Δεν είναι πια επάγγελμα», το λέει και το εννοεί η Γιάννα Καφέ, η οποία υπογράφει σκηνοθετικά την παράσταση «Αναζητώντας τον μπαμπά μου», κάθε Δευτέρα και Τρίτη στη «Μικρή Χώρα». «Και δεν είναι επάγγελμα από τη στιγμή που δεν μπορείς να βιοποριστείς». Ηθοποιός και η ίδια, ξέρει από πρώτο χέρι την ελληνική πραγματικότητα. «Οι πρόβες συνήθως δεν πληρώνονται. Θα πληρωθείς για το δίμηνο των παραστάσεων και μετά στο ταμείο ανεργίας. Υπάρχει όμως σοβαρή περίπτωση να μην πληρωθείς κανονικά αν το θέατρο στο οποίο θα παίξεις δεν είναι επιχορηγούμενο. Ή δεν θα πληρωθείς καθόλου, τροφοδοτώντας απλά την ματαιοδοξία σου ή θα κάνεις μια συμφωνία για ποσοστά ή ένα μικρό μισθό. Ετσι, αυτό στο οποίο ελπίζεις είναι να σε πληρώσουν τον βασικό μισθό ή λίγο πιο πάνω από αυτό ανάμεσα στα 1.000 και στα 1.200 ευρώ». Είναι φυσικό λοιπόν ο ηθοποιός να κάνει ένα σωρό άλλες δουλειές για να τα φέρει βόλτα. «Προσωπικά έχω κάνει το μοντέλο, έχω μοιράσει φυλλάδια, υπήρξα ταμίας σε θέατρο, δουλειές του ποδαριού, δηλαδή. Αν είσαι στο θέατρο, θα κάνεις αυτού του είδους τις δουλειές, γιατί δεν μπορείς να δεσμευτείς με κάτι πιο σταθερό γιατί μπορεί να προκύψει τους επόμενους μήνες μια καλή δουλειά και να τη χάσεις». Οι περισσότεροι άνθρωποι του θεάτρου, ακόμα και τα πιο μεγάλα ονόματα, μας λέει η Γιάννα Καφέ, έχουν απορροφηθεί από την θεατρική εκπαίδευση και τις σχολές που ξεπετιούνται κάθε χρόνο. «Ακόμα και οι ομάδες δεν είναι συνήθως προϊόντα ενός μεγαλόπνοου οράματος αλλά συνασπισμοί απελπισίας. Γι’ αυτό και οι περισσότερες είναι βραχύβιες. Σε μια χώρα που δεν υπάρχουν συγκροτημένοι θεσμοί που θα βοηθήσουν τους πιο άξιους, περιμένεις να σε προσέξει “κάποιος” μήπως και συμβεί κάτι».