Category Archives: Επιδαύρια

Η Γκόλφω και ο Τάσος στην Επίδαυρο. Στις 16 Αυγούστου στο αρχαίο θέατρο, σε σκηνοθεσία Ν. Καραθάνου.

H τραγική ιστορία της Γκόλφως και του Τάσου, δύο νέων που ζουν και ερωτεύονται σε ένα ορεινό χωριό του Χελμού, κοντά στα Υδατα της της Στύγας και την πύλη για τον Κάτω Κόσμο, ζωντανεύει για μια βραδιά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, που παρουσιάστηκε με επιτυχία από τον περασμένο Μάρτιο στη σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» (θέατρο Ρεξ), αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή του βουκολικού δραματικού ειδυλλίου του Σπυρίδωνος Περεσιάδη σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου και σκηνικά-κοστούμια Ελλης Παπαγεωργακοπούλου. Διατηρείται ο δεκαπεντασύλλαβος και η ιδιαίτερη γλώσσα του συγγραφέα, ο οποίος σκιαγραφεί μια εξιδανικευμένη εικόνα της ελληνικής υπαίθρου στα τέλη του 19ου αιώνα. Το έργο γράφτηκε και πρωτοπαρουσιάστηκε στο θέατρο το 1893, κερδίζοντας αμέσως το κοινό, ενώ το 1914 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο. Συνέχεια

ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ… Οι Ορνιθες θύμισαν κόμικς

  • 4.000 θεατές είδαν το έργο του Αριστοφάνη να «συναντά» τον Τιμ Μπάρτον και την επιστημονική φαντασία. Ακυρώθηκε λόγω βροχής η παράσταση του Σαββάτου

Εικόνες μιας μεγαλούπολης, ενός βιομηχανικού κόσμου «έδεσαν» με την ποίηση του Καρυωτάκη στις «Ορνιθες» του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης που «έκλεισαν» τα φετινά Επιδαύρια

Εικόνες μιας μεγαλούπολης, ενός βιομηχανικού κόσμου «έδεσαν» με την ποίηση του Καρυωτάκη στις «Ορνιθες» του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης που «έκλεισαν» τα φετινά Επιδαύρια

«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος/Θα την αλλάξουμε τη ζωή!…». Οι στίχοι της Κατερίνας Γώγου από το ποίημα «Θα ‘ρθει καιρός» έγραψαν το φινάλε των αριστοφανικών «Ορνίθων», την Παρασκευή το βράδυ στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης. Με αυτή την παράσταση, που χειροκρότησαν περίπου 4.000 θεατές στο κοίλον, οι οποίοι αψήφησαν τη βροχή που είχε πέσει νωρίτερα, ολοκληρώθηκαν τα φετινά Επιδαύρια. Το Σάββατο, λόγω της ισχυρής βροχόπτωσης στην περιοχή, έως και μισή ώρα πριν από την έναρξη, η παράσταση ματαιώθηκε. Είκοσι πόντοι νερού είχαν καλύψει την ορχήστρα και, παρά τις προσπάθειες των ανθρώπων του φεστιβάλ (αλλά και της Πυροσβεστικής), ήταν αδύνατον να «στεγνώσει» το θέατρο. Ετσι τα «πουλιά» ανανέωσαν το ραντεβού τους με το κοινό, στις 27 και 28 Αυγούστου, στο Ηρώδειο. Συνέχεια

Βραδιές υψηλής θεατρικής τέχνης στην Επίδαυρο

  • Δύο παραστάσεις που προσέφεραν γαλήνη, απόλαυση, παιδεία

Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 7/8/2012

ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ. Το περίμεναν πολλοί αυτό το διήμερο -που τελικά έγινε τριήμερο- στην Επίδαυρο. Και είχαν δίκιο να το περιμένουν, αφού, όπως αποδείχθηκε, είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν υψηλού επιπέδου ερμηνείες και δύο θεατρικές παραστάσεις που προσέφεραν γαλήνη, απόλαυση, συγκίνηση, παιδεία.

Ξυπόλυτη στη σκηνή

Το βράδυ της Παρασκευής, το θεατράκι της Μικρής Επιδαύρου γέμισε από νωρίς. Η Φιόνα Σο κινούνταν ανάμεσα στις κερκίδες, χαιρετούσε τους γνωστούς της, τους καλωσόριζε. Μετά κάθησε στην πρώτη σειρά θέσεων του θεάτρου και περίμενε να σβήσουν τα φώτα, έχοντας δίπλα της τον νεαρό χορευτή Ντάνιελ Χέι-Γκόρντον. Ολα ήταν έτοιμα για την «Μπαλάντα του γέρου ναυτικού» του Σάμιουελ Κόλεριτζ, σε σκηνοθεσία Φιλίντα Λόιντ. Συνέχεια

Οι παραστάσεις των «Επιδαυρίων»

 Το Ελληνικό Φεστιβάλ ανακοίνωσε χτες το πρόγραμμα των παραστάσεων του Φεστιβάλ Επιδαύρου. Η έναρξή του θα γίνει στις 6-7/7 με την τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίποδας Τύραννος», σε σκηνοθεσία του Τσέζαρις Κραουζίνις, με πρωταγωνιστές τους Αιμίλιο Χειλάκη και Κωσταντίνο Μαρκουλάκη και με άνδρες ηθοποιούς σε όλους τους ρόλους και το Χορό, όπως στην αρχαιότητα. Συνέχεια

Τα ρεκόρ της Επιδαύρου

  • Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ, Επτά, Κυριακή 11 Ιουλίου 2010
  • Ποιος ήταν ο ηθοποιός που πάτησε περισσότερες φορές στην ορχήστρα της Επιδαύρου και ποιος αντίστοιχα ο σκηνοθέτης που σμίλεψε μέσα από τη ματιά του το έργο των αρχαίων δραματουργών συχνότερα από κάθε άλλον; Ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης ή ίσως ο Αριστοφάνης παρουσιάζονται συχνότερα στο αργολικό θέατρο και ποιος ο σκηνογράφος που έντυσε κατ’ εξοχήν τις παραστάσεις των έργων τους;

Τα ρεκόρ της Επιδαύρου δείχνουν με τον τρόπο τους τις τάσεις και τα ρεύματα που επικράτησαν όλα αυτά τα χρόνια της επαναλειτουργίας του θεάτρου από το 1955 και δώθε. Από τη μονοκρατορία, επί μία εικοσαετία, ώς το 1975, του Εθνικού Θεάτρου, ώς την είσοδο του Θεάτρου Τέχνης, του Αμφιθεάτρου και στη συνέχεια των… πάντων, δικών μας και ξένων.

Με τους τραγικούς να κυριαρχούν τα δύο πρώτα χρόνια και τον Αριστοφάνη να γίνεται δεκτός στη συνέχεια, με την Κάλλας να ερμηνεύσει «Νόρμα» του Μπελίνι το 1960 και «Μήδεια» του Κερουμπίνι το 1961, σε σκηνοθεσία του τότε απόλυτου άρχοντα του Εθνικού Θεάτρου, Αλέξη Μινωτή, η περιπέτεια της Επιδαύρου συνεχίστηκε. Ας τη δούμε σε αριθμούς:

Αν ψάξει κανείς για τα ρεκόρ της Επιδαύρου, θα βρει τα περισσότερα από αυτά στους συντελεστές του Εθνικού, οι οποίοι αλώνιζαν στο θέατρο την πρώτη εικοσαετία της επαναλειτουργίας του. Και δεν είναι τυχαίο πως το ρεκόρ των εμφανίσεων στο αργολικό θέατρο έχουν δυο ηθοποιοί του, σημαντικοί δευτεραγωνιστές και μακαρίτες πια, ο Στέλιος Βόκοβιτς (και διευθυντής της Σχολής του Εθνικού) με 54 και ο Βασίλης Κανάκης με 51. Ειδικά για τον πρώτο, που είχε ειδικευτεί σε ρόλο Αγγέλου, υπάρχει και το σχετικό ανέκδοτο: Σε παράσταση της «Αντιγόνης», από λάθος άρχισε να ερμηνεύει τον μονόλογο του Αγγέλου από τους «Πέρσες». Ευτυχώς το σούσουρο επί σκηνής από τους συναδέλφους του τον επανέφερε στην τάξη.

Πρωταγωνιστές, αντιθέτως, του επιπέδου του Αλέξη Μινωτή ή της Κατίνας Παξινού δεν διαθέτουν τον αντίστοιχο αριθμό εμφανίσεων. Ο πρώτος πάτησε στην Επίδαυρο 20 φορές, ερμηνεύοντας στις πέντε από αυτές «Οιδίποδα επί Κολωνώ» και στις τρεις «Οιδίποδα Τύραννο». Υποστήριζε άλλωστε πως με την επανάληψη επιτυγχάνεται η τελειότητα. Αλλά και η Κατίνα Παξινού, έχοντας εμφανιστεί εννέα φορές στο αργολικό θέατρο, στις τρεις ερμήνευσε την Εκάβη, πάντα με το Εθνικό. Ο πρωταγωνιστής με τις λιγότερες εμφανίσεις στην Επίδαυρο δεν είναι άλλος από τον Αλέκο Αλεξανδράκη, που εμφανίστηκε εκεί δύο φορές, το 1954 στον «Ιππόλυτο» και το 1955 στην «Εκάβη». […] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Πολιτική, σεξ και τσικουδιά

  • Της ΕΦΗΣ ΜΑΡΙΝΟΥ, Επτά, Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Μικρότερες και ελληνικότερες οι φετινές παραστάσεις στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Οι τέσσερις αριστοφανικές κωμωδίες προσφέρουν πεδίον δόξης λαμπρό για τη σύνδεσή τους με τη σημερινή πολιτική επικαιρότητα και την οικονομική κρίση.

Ο Σπύρος Ευαγγελάτος ξαναγυρίζει στην Επίδαυρο με τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή (9-10 Ιουλίου), ενώ η Στεφανία Γουλιώτη αναμένεται να οργώσει ξανά την ορχήστρα ως Ηλέκτρα στον «Ορέστη» του Ευριπίδη (30-31 Ιουλίου).

* Ενα ιστορικό θέατρο επιστρέφει στην Επίδαυρο έπειτα από αρκετά χρόνια απουσίας. Το Θέατρο Τέχνης σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Βόλου παρουσιάζει (13 και 14 Αυγούστου) σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη με υπότιτλο «Πενίας Θρίαμβος». Στην παράσταση συμμετέχουν παλιοί συνεργάτες του θεάτρου όπως ο Γιάννης Βαρβέρης στη μετάφραση, ο Χρήστος Λεοντής στη μουσική, η Σοφία Σπυράτου στη χορογραφία, καθώς επίσης παλαιότεροι και νέοι ηθοποιοί όπως οι Κάτια Γέρου, Δημήτρης Λιγνάδης, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Κωστής Καπελώνης αλλά και η Μάνια Παπαδημητρίου στο ρόλο του Καρίωνα.

  • «Λυσιστράτη» με άνδρες

* Αρσενικού φύλου είναι όλοι οι ρόλοι στη «Λυσιστράτη» του Γιάννη Κακλέα (16-17 Ιουλίου). Την ηρωίδα υποδύεται ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος πλαισιωμένος από αποφασισμένες γυναίκες να σταματήσουν το σεξ: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Γιώργος Χρυσοστόμου, Μάκης Παπαδημητρίου, Θέμης Πάνου, Λαέρτης Μαλκότσης, Σταύρος Μαυρίδης. Οσο για το ρόλο της χυμώδους και ασυγκράτητης Μυρρίνης, τον ερμηνεύει η Ελένη Κοκκίδου που το χειμώνα έκλεψε την παράσταση με μια εκπληκτική «Γυναίκα της Πάτρας».

* Από τη μουσική ορχήστρα που τόσο καλά γνωρίζει, στην ορχήστρα της Επιδαύρου. Ο Σταμάτης Κραουνάκης είναι τολμηρός. Δεν περιορίζεται μόνο στη μουσική των «Αχαρνέων» για το ΚΘΒΕ (23-24 Ιουλίου), αλλά ερμηνεύει κιόλας τον βασικό ρόλο του Δικαιόπολη, του ανθρώπου που μέσα στη φτώχεια και την εξαθλίωση που έφερε ο πόλεμος, αποφάσισε να κλείσει ειρήνη μοναχός του. Στην παράσταση, που θα φέρει έντονα απ’ ό,τι μαθαίνουμε τα στοιχεία της επιθεώρησης, παίζει επίσης ο Γρηγόρης Βαλτινός αλλά κι ένας ηθοποιός απ’ τα παλιά: Ο Κώστας Βουτσάς.

* Ο γερμανικός θίασος Σαουμπίνε κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στην Επίδαυρο με τον «Οθέλλο» του Σέξπιρ (6-7 Αυγούστου) σε σκηνοθεσία του Τόμας Οστερμάγερ. Η ιστορία του Οθέλλου, της Δεισδαιμόνας και του Ιάγου, του ανθρώπου που κινεί διαβολικά τα νήματα του πάθους και της ευτέλειας, αποδίδεται μέσα από τη σημερινή πραγματικότητα. Ο σκηνοθέτης δίνει έμφαση στα θέματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στην αντρική ανταγωνιστικότητα και φιλοδοξία, τη ζήλια, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την παράνοια του έρωτα και της σεξουαλικότητας.

* Καιρός ήταν να παρουσιάσει τη δουλειά της και στο Φεστιβάλ η ομάδα Χώρος. Ο Σίμος Κακάλας επιμένοντας στον πειραματισμό με τις παραδοσιακές φόρμες και τη μάσκα, σκηνοθετεί στις 30 Ιουλίου στη Μικρή Επίδαυρο την ομοιοκατάληκτη «Ερωφίλη-Ασκηση 2». Στις 31 Ιουλίου, μέσω του ποιήματος «Ερωτόκριτος», η ομάδα Χώρος προτείνει στο χώρο του θεάτρου ένα γλέντι με δεκαπεντασύλλαβους, χορό, τσικουδιά και φαγητό. Ευπρόσδεκτοι τραγουδιστές, αφηγητές ή οργανοπαίκτες. *

Η κρίση απειλεί και τα «Επιδαύρια»

Κινδυνεύουν τα «Επιδαύρια» από δυναμικές κινητοποιήσεις στις οποίες απειλούν να προχωρήσουν τα σωματεία των κρατικών θεάτρων. Μεταξύ αυτών και η Εθνική Λυρική Σκηνή, που είναι βουτηγμένη στα χρέη. Σήμερα οι λυρικοί τραγουδιστές έχουν ορίσει γενική συνέλευση για να βρουν τρόπους να αντιμετωπίσουν τις περικοπές 7%-12% του μισθού, του δώρου και των επιδομάτων τους που προβλέπει η εγκύκλιος για την εφαρμογή της νέας εισοδηματικής πολιτικής της κυβέρνησης. Θα ακολουθήσουν αντίστοιχες συνελεύσεις στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, αφού το καλλιτεχνικό δυναμικό και των τριών αυτών σκηνών μισθολογικά υπάγεται στο καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων. «Τώρα άρχισε να μπαίνει το θηρίο στην τσέπη μας» σχολιάζουν οι ηθοποιοί. Ηδη η ανεργία στον κλάδο των ηθοποιών έχει ξεπεράσει το 80%. Η πρόταση που κλέβει τη μερίδα του λέοντος τάσσεται υπέρ της απεργίας, του μόνου όπλου των εργαζομένων, που δεν αποκλείεται να φτάσει στα όρια της τελικής πτώσης. Αν η πρόταση αυτή επικρατήσει, θα κινδυνεύσει και ο θεσμός των «Επιδαυρίων», αφού οι απεργιακές κινητοποιήσεις μπορεί να οριστούν τις ημερομηνίες του φεστιβάλ που προσελκύει πλήθος κόσμου.

Οι ηθοποιοί του ΚΘΒΕ, πάντως, έκαναν (στις 27 Μαρτίου) συμβολική πορεία διαμαρτυρίας στον Λευκό Πύργο διεκδικώντας δεδουλευμένα των δύο τελευταίων μηνών. Σε ανακοίνωσή τους είχαν τονίσει ότι ο υπουργός Πολιτισμού δεν έχει υπογράψει την εκταμίευση της χρηματοδότησης αυτής της περιόδου προς τη δεύτερη κρατική σκηνή, με αποτέλεσμα τόσο οι ηθοποιοί όσο και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι του θεάτρου να πληρώνονται έναντι των κανονικών του αποδοχών από τα έσοδα των εισιτηρίων, ώστε να εξοικονομηθεί το απαραίτητο ποσό για να καταβληθεί το δώρο του Πάσχα.

ΣΜΑΡΑΓΔΑ ΜΙΧΑΛΙΤΣΙΑΝΟΥ, Espresso, Σάββατο 10/4/10

Οι συνήθεις ύποπτοι πάλι στην Επίδαυρο

  • Τέσσερις κωμωδίες του Αριστοφάνη, μία τραγωδία του Σοφοκλή και άλλη μία του Ευριπίδη περιλαμβάνονται ήδη στο πρόγραμμα των Επιδαυρίων του προσεχούς καλοκαιριού

Στα εφετινά Επιδαύρια το παρών θα δώσουν οι συνήθεις ύποπτοι: οι δύο κρατικές σκηνές (Εθνικό και ΚΘΒΕ), το Αμφιθέατρο, το Θέατρο Τέχνης και ο ΘΟΚ, ενώ προστίθεται και το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου. Ηδη τα έξι διήμερα έχουν «κλείσει», οπότε λίγες πιθανότητες απομένουν για εκπλήξεις από την πλευρά του Ελληνικού Φεστιβάλ. Προφανώς η οικονομική κρίση πέρασε και από τα ταμεία του Γιώργου Λούκου. Μία από τις πρώτες παραστάσεις, συγκεκριμένα στις 2 και 3 Ιουλίου, θα είναι η συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου με τη Θεατρική Διαδρομή του Κώστα Μπάλλα που θα παρουσιάσουν την κωμωδία του Αριστοφάνη «Ιππής», σε σκηνοθεσία του Βασίλη Νικολαΐδη, με τον Παύλο Χαϊκάλη και τον Γιώργο Αρμένη. Στη συνέχεια, το Αμφι-Θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου (9-10 Ιουλίου) θα παρουσιάσει τη σοφόκλεια τραγωδία του «Οιδίποδα Τυράννου» με πρωταγωνιστές τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη στον επώνυμο ρόλο και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ως Ιοκάστη.

Το Εθνικό Θέατρο κατεβαίνει στο αρχαίο θέατρο του Πολυκλείτου με δύο παραγωγές, ως είθισται. Ο «Ορέστης» του Ευριπίδη θα αποτελέσει την πρώτη σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά ως καλλιτεχνικού διευθυντή- στις 30 και 31/7. Ο Νίκος Κουρής θα ερμηνεύσει τον ρόλο-τίτλο και η Στεφανία Γουλιώτη θα είναι η Ηλέκτρα. Και για τους δύο ηθοποιούς οι ρόλοι του Ορέστη και της Ηλέκτρα ξανάρχονται αλλά από άλλον δρόμο. Ο μεν Κουρής τον είχε ερμηνεύσει στην «Ορέστεια» του Αισχύλου που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Κόκκος, η δε Γουλιώτη υποδύθηκε την Ηλέκτρα στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή με την υπογραφή του Πέτερ Στάιν. Με την υπογραφή του Γιάννη Κακλέα θα ανεβεί η «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη (στις 16-17 Ιουλίου) από έναν θίασο που θα εμπλέκει πρωτότυπα άνδρες και γυναίκες, με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο στον επώνυμο ρόλο και την Ελένη Κοκκίδου ως Μυρίνη. Με τους «Ιππής»θα κατεβεί το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στην Επίδαυρο, με τον καλλιτεχνικό του διευθυντή Σωτήρη Χατζάκη να σκηνοθετεί την κωμωδία του Αριστοφάνη και στον ρόλο του Δικαιόπολη τον Σταμάτη Κραουνάκη. Στον θίασο θα συμμετάσχει ο Κώστας Βουτσάς. Με τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη θα εμφανιστεί στην Επίδαυρο το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, σε μια παράσταση που θα υπογράψει ο Διαγόρας Χρονόπουλος, ο οποίος το είχε σκηνοθετήσει και με το ΚΘΒΕ στο παρελθόν: στον ρόλο της Πενίας η Κάτια Γέρου. Τέλος, ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, μετά την ακύρωση της «Μήδειας» του Ευριπίδη με την Αννίτα Σαντοριναίου και σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη, αναζητεί το έργο με το οποίο θα λάβει μέρος στα Επιδαύρια 2010.

ΜΥΡΤΩ ΛΟΒΕΡΔΟΥ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Η επιδαύρια ανάφλεξη

Της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΡΑΠΤΟΥ*

Με αφορμή τις παραστάσεις αρχαίου δράματος στην Επίδαυρο έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια ένα κλίμα αντεγκλήσεων το οποίο καταλήγει πάντα ή σχεδόν πάντα στην τετριμμένη -και φανατική- διακήρυξη: όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας ή, καλύτερα, όποιος δεν ακολουθεί την «πρωτοπορία» ή, για την ακρίβεια, όποιος κρίνει ή δυσφορεί ενίοτε με την καταναγκαστική «πρωτοτυπία» είναι οπωσδήποτε με το μέρος της συντήρησης, της αρχαιολαγνείας και τελευταίως του εθνικισμού.

Η «τρομοκρατία του εθνικισμού» χρησιμοποιείται ευρέως, ιδιαίτερα δε σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο προσκεκλημένος σκηνοθέτης είναι άλλης εθνικότητας και η σκηνική πρόταση που καταθέτει δεν απολαύει του καθολικού θαυμασμού από το κοινό (αλλά και από «επαΐοντες», με τους τελευταίους όμως να είναι πιο προσεκτικοί στις αντιδράσεις τους).

Με τις πρώτες αρνητικές αντιδράσεις από το κοίλο, τα πνεύματα της αρθρογραφίας οξύνονται έως και παροξύνονται. Παρατηρείται μια ψυχαναγκαστικού τύπου εμμονή στο «γιατί δεν άρεσε», υπονοώντας βέβαια ότι έπρεπε οπωσδήποτε να αρέσει και όσοι έχουν αντίθετη άποψη είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αδαείς και ανάγωγοι.

Ο διαφωνών θεατής (που για τους όρους συγκρότησης της αισθητικής και εκφραστικής του ταυτότητας έχουν γραφτεί δοκίμια και μελέτες από σημαντικούς διανοητές του 20ού αιώνα, όπως τους Αντόρνο, Ντεριντά, Έκο, Μπαρτ, Μπένγιαμιν, Μποντριγιάρ, Π. Κονδύλη κ.ά., και τους οποίους επικαλούμαστε για τις σύγχρονες παραστασιακές δράσεις και διαδράσεις) μεταλλάσσεται από συνδημιουργός του θεατρικού γεγονότος σε «κακό μαθητή».

Πρέπει να αποφασίσουμε ψύχραιμα και τίμια. Ο θεατής είτε προσλαμβάνει και ερμηνεύει ποικιλοτρόπως το θεατρικό γεγονός προβαίνοντας σε αλληλόδραση είτε πρέπει να κάτσει στη γωνιά του ήσυχα και τακτικά για να μην πληγώνονται οι καλλιτεχνικές μας προθέσεις. Κατηγορούμε το πνευματικό και θρησκευτικό φορτίο της Επιδαύρου που υποβάλλει τους θεατές, όταν δεν μας βγαίνει το πείραμα, αλλά απαιτούμε συγχρόνως τη ζηλωτική, θρησκοληπτική προσκόλληση και αποδοχή της εκάστοτε «πρωτοποριακής» παράστασης αρχαίου δράματος αποστεώνοντας τελικά και την ίδια την ουσία της.

Εν τέλει ποιο είναι το διακύβευμα; Να αρέσουμε οπωσδήποτε γιατί έτσι το αποφασίσαμε; Να ακυρώσουμε τη δυναμική του θεάτρου της Επιδαύρου βαφτίζοντάς το χώρο κλασικών και συντηρητικών μόνο παραστάσεων και να αναζητήσουμε άλλους χώρους πιο πρόσφορους στον πειραματισμό, όπου θα μπορούμε να «θρησκευόμαστε» στο απυρόβλητο; Μήπως κάθε παράσταση, με τον παροντικό χαρακτήρα της και τη φυσική της ολίσθηση, δεν είναι κάθε φορά κάτι καινούργιο, μια πρωτοτυπία, αλλά και μια δοκιμασία;

Το χειροκρότημα και οι καλές κριτικές είναι, φυσικά, η επιβράβευση για τους καλλιτέχνες, πέρα από τις προσωπικές αναζητήσεις τους, τις βεβαιότητες αλλά και τις αβεβαιότητές τους. Αποτελούν σε κάποιο βαθμό και τη δημόσια επιβεβαίωση για τους οργανωτές ότι η δουλειά τους είναι αποδοτική, τόσο με τους 72;ρους της τέχνης αλλά αναπόδραστα και με τους όρους της αγοράς.

Αναρωτιέμαι όμως αν οι μανιχαϊσμοί του τύπου «ή πρωτοποριακός ή οπισθοδρομικός» βοηθούν τις αυθεντικές και απροκατάληπτες αντιδράσεις.

Φαίνεται ότι μας αρέσουν τα διλήμματα ποδοσφαιρικού τύπου και χάνουμε την ουσία: Η πρωτοπορία και ο πειραματισμός δεν είναι ετικέτες σε φακέλους αρχείου, δεν είναι κατηγορία για να καταχωρίζουμε. Είναι μια δοκιμασία και μια ροπή προς το νέο, μια ώθηση για να τολμήσουμε νέες καλλιτεχνικές φόρμες που θα εμπλουτίσουν το θέατρο και θα διευρύνουν τον ορίζοντα, είναι εν τέλει οραματισμός.

Όμως, όπως ο συντηρητισμός και η τυπολατρική ανάγνωση σκεβρώνουν και στεγνώνουν την τραγωδία, έτσι και η «νέα» ανάγνωση μπορεί κάλλιστα να είναι γηρασμένη όταν αγκιστρώνεται πάνω στο σώμα του τραγικού και το επικαλύπτει με διάφορα εντυπωσιοθηρικά, εγωιστικά και διανοητικώς απλοϊκά σκηνικά εκφωνήματα.

Προσωπικά δεν συμφωνώ με ακραίες εκδηλώσεις αποδοκιμασίας. Πιστεύω όμως ότι και η κριτική αποτίμηση δεν μπορεί να αναλώνεται σε ρεπορτάζ των εκδηλώσεων του κοινού ή του υποκειμενικού γούστου αυτού που «κρίνει». Η δουλειά μας εκτείνεται πέρα από το προσωπικό γούστο και τις φιλίες ή τις έχθρες. Αφορά την όσο το δυνατόν αντικειμενική και επιστημονική ανάδειξη και ανάλυση του μηχανισμού της εκάστοτε παράστασης, της ποιητικής της, των σκηνοθετικών προθέσεων, της οπτικοποίησής τους, στον επιτυχή ή όχι διάλογο με τον θεατή, στην επίτευξη ή όχι των στόχων που τέθηκαν, στους υποκριτικούς χειρισμούς κ.λπ.

Επομένως ο κριτικός δεν χρειάζεται να εγκλωβίζεται σε ξεπερασμένα ερωτήματα -πρωτοποριακό ή συντηρητικό- για να προσφέρει εποικοδομητικά στους αναγκαστικά κρινόμενους.

Οι δημιουργοί είναι ελεύθεροι και πρέπει να προσεγγίζουν την τραγωδία και να θέτουν ερωτήματα με τον δικό τους τρόπο, αναπόφευκτα μέσα από την εθνικότητα και την ιδεολογία τους, χωρίς όμως να ενοχοποιούνται ή να προκρίνονται γι’ αυτό. Χρειάζεται όμως να θυμούνται ότι και η τραγωδία θέτει και αυτή ερωτήματα. Στη συνάντηση των ερωτημάτων παράγεται το θεατρικό γεγονός.

* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος

  • Η Αυγή: 30/08/2009

Κραυγές και ψίθυροι

  • Του ΠΛΑΤΩΝΑ ΜΑΥΡΟΜΟΥΣΤΑΚΟΥ

  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

Κάθε χρόνο στην Επίδαυρο μας έγινε συνήθεια: Οι μισοί φωνάζουν για βεβήλωση χαλώντας τον κόσμο και το κλίμα και οι άλλοι μισοί προβληματίζονται για τις φωνές και για τις παραστάσεις. Σε δουλειά να βρισκόμαστε.

Ο «γερμανοβούλγαρος» σκηνοθέτης Ντμίτρι Γκότσεφ και η παράστασή του «Πέρσες» ήταν η τελευταία του Φεστιβάλ Επιδαύρου που έθιξε την εθνική υπερηφάνεια μιας μερίδας θεατών οι οποίοι και ξέσπασαν σε αποδοκιμασίες.

Ο «γερμανοβούλγαρος» σκηνοθέτης Ντμίτρι Γκότσεφ και η παράστασή του «Πέρσες» ήταν η τελευταία του Φεστιβάλ Επιδαύρου που έθιξε την εθνική υπερηφάνεια μιας μερίδας θεατών οι οποίοι και ξέσπασαν σε αποδοκιμασίες. Με το ένα ή τον άλλο τρόπο επαναλαμβάνεται το «Αίσχος, Βέβηλοι!» που πρωτακούστηκε στο αργολικό κοίλο και πρωτογράφτηκε στον εθνικό τύπο μετά τη μεταπολίτευση, όταν πια η Επίδαυρος έπαψε να είναι η επικράτεια του Εθνικού Θεάτρου.

Τα τελευταία χρόνια οι φωνές προκαλούνται συνήθως από τις παραστάσεις των ξένων σκηνοθετών που προσβάλλουν το κοινό αίσθημα, αφού οι έλληνες σκηνοθέτες δεν προσβάλλουν πια τους συμπατριώτες τους (άλλωστε, οι περισσότεροι απ’ όσους το είχαν κάνει παλιά έγιναν σήμερα εθνικό κεφάλαιο, άλλοι προφανώς περιμένουν στην επετηρίδα, άρα δεν έχουν λόγους να πολυδείχνουν ότι κι αυτοί μπορεί να ήταν «αποδομιστές»).

Υποστηρίζεται ότι «είναι λάθος να γράφεται και να διαδίδεται πως ο κόσμος γιουχάρει τους ξένους σκηνοθέτες». Και ότι οι παραστάσεις των ξένων αποδεικνύονται «αιρετικές», δηλαδή «διαφορετικές», γι’ αυτό και προκαλούν τις αντιδράσεις του κοινού της Επιδαύρου.

  • Ελληνοκεντρικές κορόνες

Ας ξεχάσουμε λοιπόν ότι πρόκειται για ξένους που προκαλούν πειραματιζόμενοι – καθώς και το πόσο παράδοξο είναι, ειδικά στο θεάτρο, το «διαφορετικό» να προσλαμβάνεται ως σκανδαλώδες. Και ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε γιατί εξεγείρεται αυτό το «μαζικό», «λαϊκό» και «αδιαφοροποίητο ταξικά» κοινό, που «προσέρχεται στην Επίδαυρο και συμφωνεί ασυνείδητα αλλά πειστικά με τον Αριστοτέλη»1.

Ταυτόχρονα, ας προβληματιστούμε για τον ρόλο όσων, κάθε χρόνο, απαγγέλλουν λίβελους ενάντια στις αυθαιρεσίες ραψωδώντας, παράλληλα, την ντόπια «παράδοση» ως μια μεστή ονομάτων και μύθων εποποιία. Τέλος, ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε αν αυτοί που τίποτα δεν τους πειράζει κι όλα τους φαίνονται πολύ κανονικά είναι πράγματι οι «πειραγμένοι θεατές». Εν ολίγοις μήπως επιτέλους αυτό το καλοκαίρι έφτασε η ώρα να καταλάβουμε πού πάμε γενικώς και να μιλήσουμε για τον στραβό γιαλό.

Εχει ίσως κι αλλού γραφτεί πως κάθε χρόνο στην Επίδαυρο οι Ελληνες ως θεατές κινούμαστε στο επίπεδο της καφενειακής αρχαιογνωσίας. Ανακαλούμε όλες εκείνες τις στρεβλωμένες από το χρόνο αναμνήσεις μας από τη σχολική παιδεία (αυτή την παιδεία που όλοι μας κατηγορούμε), όλα αυτά που κάποτε παπαγαλίσαμε για να πάρουμε ένα απολυτήριο, να μπούμε σε μια υποβαθμισμένη σχολή, για να μας δώσουν «αυτό το ρημάδι το πτυχίο». Στην ταβέρνα, ενώπιον φίλων και αμνών, μετά την παράσταση και με το κύρος διδασκάλου του γένους, μνημονεύουμε τον Αριστοτέλη, ταξινομούμε είδη και συγγραφείς, υπογραμμίζουμε το μέγεθος του τραγικού ήρωος, επικαλούμαστε την όψιν και την σκευήν του αρχαίου δράματος, τη διδασκαλία του.

Ανακαλούμε τη μεγάλη παράδοση των δασκάλων του είδους, που δημιούργησαν τη λεγόμενη χρυσή εποχή του Εθνικού Θεάτρου, για την οποία μιλούμε με τη βεβαιότητα του αυτόπτη μάρτυρα, παρά τη χρονική (και άλλη) απόσταση που μας χωρίζει από αυτήν. Ξεσκολίζουμε τους αγράμματους, τους έως ανθελληνισμού ασεβείς σκηνοθέτες.

Τέλος, γενικεύουμε τις απόψεις μας συνδέοντας το θέμα με την υποτιθέμενη «μανιασμένη επίθεση που δέχεται παγκοσμίως η κλασική αρχαιότητα», καθώς και η «σύζευξη ελληνισμού και χριστιανισμού που… ήταν η μεγαλύτερη επανάσταση στην ανθρώπινη ιστορία, αυτή που διαμόρφωσε τον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό» – και, συνακολούθως, αποκαλύπτουμε εκείνες τις ύπουλες και συνεχείς επιθέσεις όλων των εχθρών του ελληνισμού, από τους οποίους διασώθηκε ανά τους αιώνες το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες.

Καταλήγουμε με βεβαιότητα πως δεν είναι δυνατόν να «παραποιούνται» τα κείμενα όταν παίζονται στην Επίδαυρο. Αν βεβαίως παίζονταν οπουδήποτε αλλού, δηλαδή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο, αυτό θα μπορούσε να συζητηθεί αλλά «όχι στην Επίδαυρο». Αλλωστε, «για όποιον έχει στοιχειώδη αρχαιογνωσία και έχει διαβάσει έστω δυο σειρές του Βερνάν, του Νίτσε ή του Ρενάν, αυτά είναι γνωστά: για τους αρχαίους Ελληνες το κοινωνικό και το θρησκευτικό πεδίο ήταν απολύτως συνδεδεμένα. Επομένως, ο βωμός του Διονύσου στην Επίδαυρο είναι σαν το ιερό των δικών μας ναών».

Οθεν και οι οργισμένες αντιδράσεις ορισμένων θεατών, οι οποίοι βλέποντας τους ηθοποιούς στην παράσταση των Περσών του Γκότσεφ να ερμηνεύουν τον ρόλο τους πατώντας τη θυμέλη, τους κάλεσαν με φωνές να κατέβουν αμέσως από εκεί και να παραβούν τις οδηγίες «του γερμανοβούλγαρου σκηνοθέτη».

  • Εκπρόσωποι, έρημοι και απρόσωποι

Αναρωτιέται κανείς κατά πόσο όλες αυτές οι ακραίες διατυπώσεις, που ανακαλούν μια επικίνδυνα ελληνοκεντρική λογική, με ό,τι σημαίνει αυτό στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, γράφονται για να οδηγήσουν τους αναγνώστες στην αποδοχή και στην εδραίωση των απόψεων αυτών, ή αν γράφονται χωρίς να αντιλαμβάνονται οι συντάκτες τους τις ιδεολογικές και πολιτικές επιπτώσεις των απόψεών τους· ή, ακόμη χειρότερα, αν πραγματικά εκφράζουν τη σύγχρονη ελληνική συνείδηση, τον λεγόμενο «μέσο έλληνα θεατή», αν εκφράζουν αυτή την απροσδιόριστη, άγνωστη, «αδιαφοροποίητη ταξικά» ομάδα ανθρώπων που συνυπάρχει μέσα στο θέατρο κατά τη διάρκεια της παράστασης, και η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί.

Γι’ αυτό και αναλαμβάνουν τη δράση και το λόγο εκείνοι που θεωρούν εαυτούς εκπροσώπους του «λαϊκού κοινού», κάποιοι που μιλούν εξ ονόματός του ή ακόμη κάποιοι που ξεκινούν τις φωνές εναντίον των βέβηλων και ο «λαός» τούς ακολουθεί.

Υπάρχουν βέβαια και οι άλλοι: εκείνοι που δεν ταράζονται με τις ασεβείς και προκλητικές παραστάσεις, τις αιρετικές και σκεπτόμενες, αλλά με τις βαρετές και αναμενόμενες, τις σεμνότυφες και ψευτοδιανοούμενες.

Οι θεατές που δεν αντιδρούν δυναμικά, αλλά χειροκροτούν άλλοτε λιγότερο, άλλοτε περισσότερο, ίσως μερικές φορές καθόλου.

Αντιμετωπίζουν τα κείμενα σύμφωνα με τα νέα δεδομένα της παγκόσμιας σκηνής, σκεπτόμενοι εάν και πώς μπορούν να αποτελέσουν κατάλληλο υλικό για την πραγματοποίηση ενός θεατρικού σχεδίου ή ακόμη σκέφτονται πως μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχει η παράδοση του κειμένου από τη μουσειακή του χρήση παρά από ριζοσπαστικές μορφές διαχείρισής του, όπως επισημαίνει ο θεωρητικός του θεάτρου Χανς-Τις Λέμαν.

Ολοι εκείνοι που δεν αντιμετωπίζουν ως αυτονόητη την επιλογή ενός έργου, αλλά αναζητούν την εσωτερική λογική, την αιτία που κρύβεται πίσω από την παράσταση και κινεί τους δημιουργούς της να την παρουσιάσουν.

Εκείνοι που αντιμετωπίζουν το θέατρο ως έναν χώρο διαλόγου και ανεκτικότητας, που πηγαίνουν στο θέατρο για να δοκιμάσουν και να αλλάξουν τις βεβαιότητές τους, να ακούσουν και να σκεφτούν, να κάνουν δηλαδή αυτό που πάντα ήταν ζητούμενο από τους θεατές, να συγκροτήσουν το ήρεμο κοινό – το κοινό που κατά τη διάρκεια της παράστασης αλλάζει θέσεις, που ακόμη κι αν δεν φωνάζει συνειδητοποιεί, μαζί με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, πως το θέατρο δεν τελειώνει μέσα στην αίθουσα αλλά εκεί έξω, στην κοινωνία.

Ολοι εκείνοι που τους αρέσουν τα πειραγμένα κείμενα και οι πειραγμένες παραστάσεις οι «πειραγμένοι θεατές», δηλαδή οι σκεπτόμενοι πολίτες. *

1. Ολοι οι χαρακτηρισμοί και οι διατυπώσεις που χρησιμοποιούνται στο κείμενο, με τη μορφή των εντός εισαγωγικών παραθεμάτων, προέρχονται από ενυπόγραφα κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε έγκυρες εφημερίδες της πρωτεύουσας, στο μικρό χρονικό διάστημα που ακολούθησε τις παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου στην Επίδαυρο, δηλαδή στο διάστημα από τις 2 ώς τις 20 Αυγούστου 2009. Για λόγους οικονομίας χώρου δεν περιλαμβάνω τις πλήρεις παραπομπές τους. Ελπίζω, ωστόσο, ότι θα επανέλθω στο ίδιο θέμα σε εκτενέστερο και πληρέστερο δημοσίευμα.