Category Archives: Διαλεγμένος Γιώργος

Μια απάντηση στον Γιώργο Διαλεγμένο

Ουκ ολίγα είπε ο Γιώργος Διαλεγμένος στη συνέντευξή του στο «Επτά» (7/11). Ο αναγνώστης μας [σσ. της Κυρ. Ελευθεροτυπίας] Παναγιώτης Βογιατζής από τη Θεσσαλονίκη έχει τη δική του γνώμη σε πολλά από αυτά και την εκθέτει στην επιστολή του:

«Ο κ. Διαλεγμένος, που «δεν ψηφίζει εδώ κι 25 χρόνια» (πρώτο κατόρθωμα), τα έχει υποτίθεται με το πολιτικό σύστημα κι αυτούς που κυβερνούν. Μεγάλη δουλειά θα μου πείτε. Το 80% του κόσμου τα ίδια λέει. Ναι, αλλά ο κ. Διαλεγμένος κουβαλάει μαζί του μαχαίρι (δεύτερο κατόρθωμα), κι άμα δει λέει μπροστά του πολιτικό που έχει κυβερνήσει, δεν ξέρει κι αυτός τι θα του κάνει. Βέβαια, φαντάζομαι ότι θα έχει συναντήσει πολλές φορές τέτοιους πολιτικούς, αλλά φαίνεται ότι πηγαίνουν στα θέατρα όπου παίζει ή παίζονται έργα του μεταμφιεσμένοι.

Τέλος πάντων, μάλλον μπερδεύτηκα. Το μαχαίρι δεν το ‘χει μαζί του για τους πολιτικούς, αλλά για τους ξένους που έχουν γεμίσει τη χώρα και ευθύνονται για όλα μας τα δεινά. Και οι οποίοι πρέπει, λέει, να φύγουν όλοι. Ολοι; Ολοι! Νόμιμοι, παράνομοι, όλοι ίδιοι είναι (λέει). Γιατί παίρνουν τις δουλειές των Ελλήνων. Βέβαια, αυτά δεν τα λέει γιατί είναι ρατσιστής. Οοχι. Τα λέει επειδή αγαπάει τη χώρα του. Μάλιστα. Τώρα τι σόι αγάπη για τη χώρα του έχει, τη στιγμή που παραδέχεται ότι «έχει πάρει σε δουλειές του Αλβανούς», τι να σας πω; Φαίνεται πως άλλο η πατρίδα κι άλλο (σπουδαιότερο) η τσέπη. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, μπορώ να σας βεβαιώσω ότι αυτοί που έχουν τις ακριβώς αντίθετες απόψεις δεν θα έπαιρναν ποτέ στη δουλειά τους κάποιον με (ας πούμε) τατουάζ τον αγκυλωτό σταυρό, ακόμα κι αν προσφερόταν να δουλέψει τζάμπα. Αλλά θα τον έχουν δασκαλέψει φαντάζομαι οι φίλοι του (που θα τους δούμε παρακάτω).

Οι οποίοι φίλοι του ανήκουν στην αδάμαστη γενιά των αδάμαστων Ελλήνων. Διότι, κατά τον κ. Διαλεγμένο, που, να μην τα ξαναλέμε, δεν είναι ρατσιστής, οι Ελληνες είναι αδάμαστη φυλή. Τώρα, πώς είναι δυνατόν αυτή η αδάμαστη φυλή να διαλέγει για ηγέτες της αυτά τα σιχαμερά όντα που την κυβερνούν τόσες δεκαετίες, δεν ξέρω. Υποψιάζομαι πως είναι δάκτυλος των Νεφελίμ, αλλά δεν μπορώ να πάρω και όρκο.

Βέβαια αυτά είναι θεωρίες, ενώ ο κ. Διαλεγμένος, πρακτικός άνθρωπος, αν και καλλιτέχνης, μας δίνει συγκεκριμένα παραδείγματα περί του αδάμαστου των Ελλήνων: Είδε λέει στο τρένο ένα κορίτσι να έχει τρία κινητά! (Θα είχε κι άλλα, αλλά ας όψονται οι ξένοι που μας παίρνουν τις δουλειές). Και έχει ένα φίλο «που κάλυψε την πισίνα του με τάβλες και γκαζόν για να μην φαίνεται από το ελικόπτερο». Εμ, βέβαια, λέει! Αφού το κράτος μάς πίνει το αίμα σε φόρους και εισφορές, θα το κλέψουμε κι εμείς με τις τάβλες. Αναρωτήθηκε ποτέ ο οξυδερκής και έχων για όλα άποψη κ. Διαλεγμένος, γιατί να καταφύγει σ’ αυτά τα κόλπα το φιλαράκι του άμα πλήρωνε τους φόρους και τις εισφορές του; Το κακό το μάτι φοβήθηκε; Κι έκατσε ποτέ να σκεφτεί την πιθανότητα η ρίζα του κακού να βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτά τα παραδείγματα που μας ανέφερε; Οτι δηλαδή οι κυβερνώντες δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα πειθήνια όργανα των πολυεθνικών που φούσκωσαν με τρία κινητά την κοπελίτσα και των παράσιτων που πλουτίζουν σε βάρος της κοινωνίας; Δύσκολα πράγματα θα μου πείτε. Γιατί τι να σου κάνει ένα μαχαίρι σ’ αυτή την περίπτωση. Ενώ για τους ξένους…» *

  • Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

«Μάνα μητέρα μαμά» του Γ. Διαλεγμένου, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Xατζάκη, στο θέατρο Bεάκη

Tο έργο άμα τη εμφανίσει του πριν από 20 συναπτά έτη, χαιρετίστηκε θερμά από το σύνολο της κριτικής, εφόσον σ’ αυτό συνοψιζόταν το νεοελληνικό ήθος της μεταπολίτευσης, με έναν τρόπο όμως που ξεπερνούσε την ηθογραφία και έκλεινε το μάτι στον ψυχογραφικό λαϊκό ρεαλισμό, τόσο που να θεωρηθεί πως ο συγγραφέας πλησίαζε μια τσεχωφική ανάγνωση της ελληνικής κοινωνικής τοιχογραφίας, κυρίως εκείνων των στρωμάτων που χαρακτηρίζαμε ως μικροαστικά. Tο ξάφνιασμα έγκειτο περισσότερο στην θεατρική καταγραφή μιας γλώσσας που συμπληρώνεται ως έκφραση από τη χειρονομία, τις σιωπές, το μη σαφές και ολοκληρωμένο, μια γλώσσα κατακερματισμένη, αντίστοιχη με τον κατακερματισμένο ψυχικό χώρο των ηρώων.

Aλλωστε ο συγγραφέας συνέχισε σε όλα τα επόμενα έργα του να χρησιμοποιεί τη «γλώσσα» ως κύριο ιδεολογικό όχημα και ως «φέροντα οργανισμό» της θεατρικότητάς του. Tο ενδιαφέρον όμως είναι πως σήμερα, μετά από 20 χρόνια, παρά το ότι οι συνθήκες της μεταπολίτευσης έχουν αλλάξει, το ίδιο και οι φαινομενικοί γλωσσικοί κώδικες επικοινωνίας, το έργο διατηρεί τη ζωντάνια και τη διεισδυτικότητά του, πέρα από την προφανή νοσταλγία των θεατρικών τύπων του «Mεμά» και του «Σωτηράκη», κατ’ εξοχήν εκπροσώπων των παιδιών της πρώτης μεταπολιτευτικής αντιπαροχής και της άπραχτης, των κολλητών και των «Aμερικάνικων Bάσεων». Σε πρώτη ανάγνωση είναι που σήμερα βιώνουμε την εξέλιξη εκείνης της γενιάς που με πλάτη εκείνες τις αντιπαροχές μεταπήδησε στη μεσαία τάξη των σύγχρονων δανειοληπτών.

Mα πάνω απ’ όλα είναι η ανυπέρβλητη φιγούρα της «μάνας» που δημιούργησε και αντέχει έως σήμερα, οικείας και ανοίκειας μαζί, που πηγαίνει τον μύθο σε άλλα χωράφια, εκείνον που μας συνδέει με το τραγικό, με τη μάνα τροφό και παιδοκτόνο μαζί. O Xατζάκης, οδήγησε όλο τον θίασο στο πεδίο της τραγικομωδίας, με όπλο την καταλυτική φιγούρα της μάνας της Nτίνας Kώνστα. Kυρίως γιατί δεν έπεσε ούτε λεπτό στην παγίδα είτε της γραφικότητας είτε της καρικατούρας. O Γιώργος Nινιός ευαίσθητος Mεμάς σε πλήρη συντονισμό με την Nτ. Kώνστα, ενώ ο Πάνος Σκουρολιάκος παίζει ίσως πολύ με τη λαϊκή μαγκιά του Σωτηράκη. H Eλισσάβετ Mουτάφη ερμηνεύει μια ενοχική Bαρβάρα και η Bάσω Γουλιελμάκη μια Mπέμπα έξοχα απελπισμένη. [ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 21/11/2009]

//

«Μάνα, μητέρα, μαμά», τριάντα χρόνια μετά

<!–

/ ΘΕΑΤΡΟ

–>

Ένας κόσμος οικείος, αν και λησμονημένος, αναδύεται μέσα από την πένα του Γιώργου Διαλεγμένου και το έργο του Μάνα, μητέρα, μαμά, τη θεατρική του επιτυχία των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων που, τριάντα χρόνια μετά, επανακάμπτει στη σκηνή του θεάτρου «Βεάκη» με ένα πολύ καλό καστ ηθοποιών, σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη.

Η κοινωνική και οικονομική άνοδος των μικροαστών μέσα από την αντιπαροχή μπορεί να είναι μια υπόθεση «λησμονημένη», το ήθος όμως των ηρώων του Διαλεγμένου, η απληστία και η πάση θυσία «πρόοδος» των δύο αδελφών (Πάνος Σκουρολιάκος και Γιώργος Νινιός) και των συζύγων τους (Ελισάβετ Μουτάφη και Βάσω Γιουλιελμάκη), παραμένουν και σήμερα χαρακτηριστικά που αφορούν «οικεία κακά»…

Μπορεί στην εποχή που γραφόταν το έργο η αντιπαροχή να άλλαζε το τοπίο της Αθήνας, ρυθμίζοντας εκ νέου τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, πριν από λίγα χρόνια ήταν το χρηματιστήριο και σήμερα το real estate που δίνουν κίνηση στο σπιράλ της απληστίας. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία κοινωνικής κινητικότητας (προς τα «πάνω» για αρκετούς, αλλά και προς τα «κάτω» για πολλούς άλλους, όπως έχει δείξει με μεγάλη εκφραστική δύναμη σε άλλα έργα του ο Γ. Διαλεγμένος), κάποιοι, παρά τις αντιστάσεις τους, βρίσκονται παραπεταμένοι, ένα βάρος άχρηστο για τους γύρω τους, όπως η συγκλονιστική ηλικιωμένη μητέρα του έργου (που στην τωρινή παράσταση ερμηνεύει η Ντίνα Κώνστα). Υποχωρώντας στις πιέσεις των γιων της, δίνει το σπίτι της αντιπαροχή. Με αυτήν την κρίσιμη απόφαση, αποκόπτεται από το γνώριμό της περιβάλλον, από το τοπίο των αναμνήσεων της, από τις ρίζες της. Αναγκάζεται να παραμείνει σ’ ένα χώρο ουδέτερο και ανοίκειο, γίνεται περιττή, περιττή ακόμη και στον θάνατο, αφού δεν ελπίζει πια ούτε στην ανάπαυση του τάφου της. Έτσι, άστεγη και στη ζωή και στον θάνατο, μετατρέπεται σταδιακά σε πράγμα, σε ένα κεφάλαιο που εξαντλήθηκε, αφού προηγουμένως στήριξε και ανάστησε τους άλλους.

Ακροβατώντας επιδέξια ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό, «το μοναδικό θεατρικό, από όσα έγραψα, που θα αντέξει στον χρόνο», όπως δηλώνει ο ίδιος ο Γ. Διαλεγμένος σε συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία, δοκιμάζει για μία ακόμη φορά τις αντοχές του στη συνάντηση με το κοινό. Ένα στοίχημα που θα κερδηθεί για μία ακόμη φορά, καθώς μιλά στη «βαθιά ψυχή» της ελληνικής κοινωνίας, δείχνοντάς της με τρόπο επιδέξιο κομμάτια από το αποκρουστικό της πρόσωπο… [Η ΑΥΓΗ: 30/10/2009]

<!–

«Μάνα, μητέρα, μαμά», τριάντα χρόνια μετά

–>

Η «Μάνα, μητέρα, μαμά» ξανάρχεται. Το «κλασικό» έργο του Γιώργου Διαλεγμένου στο θέατρο «Βεάκη».

//

Η πρώτη διδάξασα Ντίνα  Κώνστα θα είναι η  «Μητέρα»
Επανέρχεται δριμύτερο το έργο του Γιώργου Διαλεγμένου «Μάνα, μητέρα, μαμά». Από τα «κλασικά» του νέου ελληνικού θεάτρου, πρωτοπαρουσιάστηκε από τον θίασο Τζένης Καρέζη- Κώστα Καζάκου τον Οκτώβριο του 1979 σε σκηνοθεσία του Κώστα Καζάκου. Κατέβηκε έπειτα από ελάχιστες παραστάσεις κατόπιν απαιτήσεως του συγγραφέα. Όταν την επόμενη σεζόν το ανέβασε ο Τάκης Βουτέρης με το τότε «Θέατρο του Πειραιά» θριάμβευσε. Από την αίθουσα του Πειραιά όπου έβγαλε ολόκληρη σεζόν μεταφέρθηκε στο νυν θέατρο «Οδού Κεφαλληνίας» όπου έβγαλε και δεύτερο χειμώνα. Έκτοτε παίζεται συνέχεια στην Αθήνα και σε όλη την περιφέρεια.

Φέτος επανέρχεται στην αθηναϊκή σκηνή. Ανεβαίνει στο θέατρο «Βεάκη», όπου το είχε ανεβάσει και ο Σταμάτης Φασουλής τη σεζόν 1995-96. Σκηνοθετεί, αυτή τη φορά, ο Σωτήρης Χατζάκης, σε παραγωγή Γιώργου και Νινέτας Λεμπέση. Τον καταλυτικό ρόλο της Μητέρας ερμηνεύει η πρώτη διδάξασα τον ρόλο Ντίνα Κώνστα που ήταν η Μάνα και στην παράσταση του ΄95.

Το έργο εξελίσσεται την περίοδο της Μεταπολίτευσης, όταν το φαινόμενο της αντιπαροχής συνέχιζε να αλλάζει το τοπίο της Αθήνας ρυθμίζοντας εκ νέου τις σχέσεις των ανθρώπων. Μία ηλικιωμένη μητέρα, παρά τις δυνατές αντιστάσεις της, πείθεται τελικά από τον γιο της και δίνει το σπίτι της αντιπαροχή. Μ΄ αυτή την κρίσιμη απόφασή της, παρ΄ όλο που η ίδια νιώθει να μετατρέπεται σε βάρος για τους οικείους της, παραδίνει τη σκυτάλη στην επόμενη γενιά. «Η μάνα στο έργο του Διαλεγμένου», όπως σημειώνεται, «είναι αποκομμένη από το γνώριμό της περιβάλλον, από το τοπίο των αναμνήσεών της. Αναγκάζεται να παραμείνει σ΄ ένα χώρο ουδέτερο και ανοίκειο, γίνεται περιττή, νιώθει πως αποκόπτεται από τις ρίζες της. Έχει απολέσει ακόμη και τον θάνατο της αφού δεν ελπίζει ούτε στην ανάπαυση του τάφου της. Χωρίς σπίτι, χωρίς τάφο, άστεγη και στη ζωή και στον θάνατο, γίνεται πράγμα, μια αξία άχρηστη. Ένα κεφάλαιο που εξαντλήθηκε, ένας μύθος που κηρύχτηκε σε πτώχευση αφού προηγουμένως ο τόκος του στήριξε και ανάστησε τους άλλους». Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης υπογράφει ο Γιώργος Πάτσας. Συμπρωταγωνιστούν οι Πάνος Σκουρολιάκος, Γιώργος Νινιός, Ελισάβετ Μουτάφη, Βάσω Γιουλιελμάκη.

ΙΝFΟ

Από τα μέσα Οκτωβρίου. Στο θέατρο «Βεάκη» (Στουρνάρη 32, Αθήνα, τηλ. 210-
5223.522).

  • Γιώργος Δ. Κ. Σαρηγιάννης, Τα Νέα: Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

//

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΙΑΛΕΓΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΠΕΘΕ ΛΑΡΙΣΑΣ

«Φάτσες» για γέλια και για κλάματα στη σκηνή

Οι Άννα Πολυτίμου, Μανώλης Δεστούνης,  Ελεάνα Απέργη, Γιάννης Καλαντζόπουλος,  Λεωνίδας Γιαννακόπουλος, Χαρά Τσιώλη  παίζουν στην παράσταση «Λόγω φάτσας»
Μια παλαίμαχη ηθοποιός των θρυλικών θεατρικών μπουλουκιών, η γεροντοκόρη αδελφή της, ένας φιλόδοξος σκηνοθέτης, ο Άγιος Βασίλης και μια γαλοπούλα μπλέκονται μεταξύ τους, με αφορμή το γύρισμα ενός τηλεοπτικού σποτ που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Είναι η υπόθεση του γλυκόπικρου έργου «Λόγω φάτσας» του Γιώργου Διαλεγμένου, που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Δημήτρη Κομνηνού στο Θέατρο του Μύλου από το Θεσσαλικό Θέατρο (ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας) την Παρασκευή.«Στην παράσταση «Λόγω φάτσας» προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε τους ήρωες ουσιαστικά, με βάση το «δίκιο» τους. Οι χαρακτήρες του έργου «είναι», δεν υποκρίνονται ότι «είναι». Με αμεσότητα και λιτά υποκριτικά μέσα προσπαθήσαμε να βαδίσουμε πάνω στη λεπτή γραμμή που διαγράφεται ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα, όπως ακριβώς επιτάσσει το κείμενο» σημειώνει ο σκηνοθέτης Δημήτρης Κομνηνός για το έργο, οι ετερόκλητοι ήρωες του οποίου ισορροπούν ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό. Η υπόθεση του έργου αφορά δύο ηλικιωμένες γυναίκες, μία πρώην ηθοποιό (Ελεάνα Απέργη) και την αδελφή της (Άννα Πολυτίμου), που έχουν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε περιοδείες θεατρικών μπουλουκιών στη μεταπολεμική ελληνική επαρχία. Ζουν στην Αθήνα με τον μισότρελο αδελφό τους (Γιάννης Καλαντζόπουλος) και την οικογένεια συμπληρώνει ο άτακτος γάτος τους, ο Βαρόνος.

Η μίζερη καθημερινότητά τους που συντηρείται με την ανακύκλωση εικόνων και βιωμάτων του «ένδοξου» παρελθόντος, ανατρέπεται όταν η ηθοποιός δέχεται μια απροσδόκητη πρόταση να πρωταγωνιστήσει, λόγω φάτσας, σε ένα ευτελές διαφημιστικό τηλεοπτικό σποτ για μια αυστριακή φίρμα που πουλάει γαλοπούλες για τα Χριστούγεννα. Ένας ηλικιωμένος πρώην κατάδικος για ανθρωποκτονία (Μανώλης Δεστούνης) θα υποδυθεί, επίσης λόγω φάτσας, τον Άγιο Βασίλη στο σποτ. Η εισβολή του φαντασμένου νεαρού σκηνοθέτη (Λεωνίδας Γιαννακόπουλος) και της βοηθού του (Χαρά Τσιώλη) με το τηλεοπτικό συνεργείο τους στο σπίτι της ιδιόμορφης οικογένειας αναστατώνει τη ζωή των δύο γυναικών. ΤΑ ΝΕΑ: Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

ΙΝFΟ: Το έργο «Λόγω φάτσας» του Γιώργου Διαλεγμένου ανεβαίνει στο Θέατρο του Μύλου (Λάρισα, τηλ. 2410-533.417) από το Θεσσαλικό Θέατρο (ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας) την Παρασκευή στις 21.00.

Σύγκρουση παρελθόντος – παρόντος. ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, Λάρισας, Σερρών

«Λόγω φάτσας» από το Θεσσαλικό Θέατρο

Το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας ανεβάζει, αύριο, το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Ο δρόμος περνά από μέσα», σε σκηνοθεσία Γιάννη Διαμαντόπουλου, σκηνικά – κοστούμια Φοίβου Σοφικίτη, μουσική Βασίλη Κουτίβα. Παίζουν: Μαριέτα Αντιβάση, Μαριάννα Αρβανιτίδου – Πετροπουλέα, Αλέκος Κολλιόπουλος, Σταμάτης Μπαρμπαγιαννάκος, Γιώργος Τσαπόγας.«Ο δρόμος περνά από μέσα», μέσα από το νεοκλασικό του Φάνη, ένα αρχοντικό σύμβολο και πεδίο σύγκρουσης για δύο γενιές. Δύο διαφορετικές αντιλήψεις, δύο εκ διαμέτρου αντίθετες φιλοσοφίες και στάσεις ζωής. Από τη μια, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού και η πιστή του Γλυκερία, απομεινάρια μιας εποχής που σιγά – σιγά χάνεται. Από την άλλη, ο ανιψιός του Ανδρέας, μαζί με τον έμπορο Χάρη και τη γυναίκα του Λίτσα, εισβάλλουν στο σπίτι με τον αέρα του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού και καταπατούν κάθε αξία και ηθική, που επί χρόνια στήριξε τις ανθρώπινες σχέσεις. Παραστάσεις Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή, 9μ.μ.

  • Αυριο, ανεβαίνει στο ΔΗΠΕΘΕ Σερρών, η μουσικοθεατρική παράσταση «Sugar Babes», σε σκηνοθεσία Ανέστη Αζά. Πρόκειται για παράσταση – σχόλιο για την πόλη. Ποιες δυνατότητες ανάπτυξης υπάρχουν, ποιες εναλλακτικές μπορούν να ευδοκιμήσουν, μπροστά στην κρίση της αγροτικής οικονομίας, ποιες οι απαιτήσεις, ποια τα ρίσκα για τους ανθρώπους; Με καταγραφή αυθεντικών μαρτυριών ντόπιων, με μουσική, χοροθεατρικές δράσεις και χιούμορ, η παράσταση εξερευνά τις μεταλλάξεις μιας κοινωνίας, που προσπαθεί να ισορροπήσει στα σεισμικά κύματα της «παγκοσμιοποιημένης» αγοράς. Παίζει η Σύρμω Κέκε.
  • Το «Λόγω φάτσας» του Γιώργου Διαλεγμένου, ανεβαίνει (20/2) στο «Θεσσαλικό Θέατρο» (ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας) στο θέατρο «Μύλος», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Κομνηνού. Μια παλαίμαχη μπουλουκτσού ηθοποιός, ο μισοσαλεμένος αδερφός της, η γεροντοκόρη αδερφή της, ο γάτος τους, ένας φιλόδοξος σκηνοθέτης, ο Αγιος Βασίλης και μια γαλοπούλα, μπλέκονται με αφορμή ένα τηλεοπτικό σποτ. Γλυκόπικρο το έργο παρουσιάζει ένα καθημερινό κομμάτι ζωής, θέτοντας σε σύγκρουση το παρελθόν, με το απειλητικό, χαώδες σήμερα. Ισορροπώντας μεταξύ κωμικού και δραματικού, ο συγγραφέας δημιουργεί εκρηκτικές εντάσεις, με όχημα το χιούμορ. Σκηνικά – κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης. Φωτισμοί: Μάκης Παπατριανταφύλλου. Φωτογραφίες: Μέρση Τζιμοπούλου. Παίζουν: Ελεάνα Απέργη, Αννα Πολυτίμου, Μανώλης Δεστούνης, Γιάννης Καλατζόπουλος, Λεωνίδας Γιαννακόπουλος, Χαρά Τσιώλη.
ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ