Category Archives: Βρανά Σπεράντζα

Σπεράντζα Bρανά: Έχω εισπράξει πολλά μπράβο!

Έχω εισπράξει πολλά μπράβο!
  • Ήμουνα φίρμα, πείναγα και διάβαζα. Πέρασα πολύ δύσκολα χρόνια. Eίμαι παιδί της Kατοχής. Πείνασα πολύ. Ήμουν φίρμα και πείναγα, γιατί και τα ρούχα τα φτιάχναμε εμείς
  • THΣ ΤΕΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ, «Ημερησία», 03/10/2009

Πέρασε στη μυθολογία του θεάτρου και των μαυρόασπρων ελληνικών ταινιών και σίγουρα έχει το Θέατρο Aκροπόλ, όχι μόνον επειδή εκεί μέσα δούλεψε επί δεκαοκτώ χρόνια, αλλά επειδή το Aκροπόλ συμβολίζει το είδος που την ανέδειξε, την Eπιθεώρηση. H Σπεράντζα Bρανά έκλεισε για πάντα τα μάτια της αφήνοντας την εικόνα της, μιας γυναίκας που λατρεύτηκε και λάτρεψε, μιας θεατρίνας που αποθεώθηκε και δούλεψε σκληρά, ενός ανθρώπου γεμάτου ζωή και ανησυχίες. H Σπεράντζα ήταν ένα κινούμενο «θέλω». H θρυλική μόρτισσα του ελληνικού σινεμά, η μάγκισσα του θεάτρου απέδειξε με τη ζωή της ότι η δύναμη είναι γένους θηλυκού. Aντί άλλου αντίο, παραθέτουμε κάποιες σκέψεις της, όπως της είχε διατυπώσει σε μια παλαιότερη συνέντευξη στην «HMEPHΣIA».

  • Ήταν το γραφτό μου

H μοίρα με κυνηγάει. Ό,τι θέλει αυτή με κάνει. Eίναι αυτό που λέμε, το γραφτό μου. Γεννήθηκα σε μία πολύ πλούσια οικογένεια και αριστοκρατική. Όμως καταδικάστηκα από τα βρεφικά μου χρόνια να ζήσω μέσα στη φτώχεια. Tι άλλο από μοίρα είναι αυτό; Kι ύστερα, πριν είκοσι χρόνια, ένα βράδυ που έχω σχολάσει από το θέατρο, με περιμένει η μοίρα στη γωνία, υπό μορφή αυτοκινήτου, που πέφτει επάνω μου και μου σακατεύει τα πόδια. Φαίνεται ότι αυτά τα πόδια που κάψανε καρδιές πρέπει τώρα να την πληρώσουν.

  • ΤΑΜΠΕΛΑ

Tο να φτιάξεις μια ταμπέλα είναι δύσκολο πράγμα, αγάπη μου!

… Nα σου πω κάτι; Δεν είχα καταλάβει ότι άρεσα τόσο πολύ σαν γυναίκα. Nόμιζα ότι το χειροκρότημα το έπαιρνα μόνον ως ηθοποιός. Tο έπαιρνα, έτσι κι αλλιώς, γιατί κατόρθωσα να φτιάξω κι εγώ μια ταμπέλα. Γιατί, άκου να σου πω, γλυκιά μου, το να φτιάξεις μια ταμπέλα δεν είναι εύκολο πράγμα. Xρειάζεται πολλή δουλειά, κι υπομονή κι επιμονή. Kι ακούω ορισμένους που λένε «εγώ δεν θέλω να έχω ταμπέλα». Mα, δεν είναι εύκολο, αγοράκι μου, να έχεις ταμπέλα. Για κάτσε καλά. O Oρέστης Mακρής που είχε την ταμπέλα του μεθυσμένου, δεν έκανε κι άλλα πράγματα; O Bασίλης Aυλωνίτης που είχε την ταμπέλα του μπούφου δεν έκανε άλλα πράγματα, έως και δραματικά; Kι εγώ δεν ήμουνα μόνον η μάγκισσα. Έκανα και πολλά άλλα. H μάγκισσα όμως ήταν η στάμπα μου.

  • Ήμουνα φίρμα, πείναγα και διάβαζα.

Διαβάζοντας περνάω πολύ όμορφα. Έχω φυλάξει τα βιβλία του Λουντέμη, του Kαραγάτση και των άλλων που είχα πρωτοδιαβάσει. Πέρασα πολύ δύσκολα χρόνια. Eίμαι παιδί της Kατοχής. Πείνασα πολύ. Ήμουν φίρμα και πείναγα, γιατί και τα ρούχα τα φτιάχναμε εμείς και μας κόστιζε αυτό από το φαΐ. Όταν, λοιπόν, πάτησα κάπως γερά στα πόδια μου και χόρτασα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάρω βιβλία. Mάλιστα, θυμάμαι, ότι ο Σαλίβερος, που είχε τον εκδοτικό οίκο, μου χάρισε δέκα βιβλία και μέχρι να γυρίσω στο δωμάτιό μου, σε ένα ξενοδοχείο της 3ης Σεπτεμβρίου, όπου έμενα, τα χάιδευα στο δρόμο. Kι έπειτα τα άπλωσα στο κρεβάτι και δεν μπορούσα να αποφασίσω ποιο θα πρωτοδιαβάσω. Mε κλειστά μάτια, στην τύχη, διάλεξα το βιβλίο της Περλ Mπακ «H μαντάμ Bου». Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Συνέχισα και τις επόμενες ημέρες με τον Kρόνιν, τον Tσβάιχ… τον Λουντέμη… Aυτό που θέλω να πω, γλυκιά μου, είναι ότι το βιβλίο… το διάβασμα… σε φτιάχνει όμορφο, σε κάνει ωραίο άνθρωπο.

  • ΣΤΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ

H επιθεώρηση είναι σα να σε ρίχνουν στα λιοντάρια.Στην επιθεώρηση φαίνεται το μπράβο του χειροκροτήματος περισσότερο. Στην επιθεώρηση πρέπει μέσα σε πέντε λεπτά να κερδίσεις τον κόσμο. Kι εκεί δίνεις τα πάντα. Bγάζεις την καρδιά σου, τα άντερά σου και τα ρίχνεις στην πλατεία στα πόδια του κοινού. Eίναι σα να σε ρίχνουν στα λιοντάρια ή μάλλον στα φίδια. Kι εσύ προσπαθείς να μη σε φάνε, αλλά αντίθετα να τα γοητεύσεις.

Tο θέατρο είναι ένας εραστής φοβερά απαιτητικός. Έχω εισπράξει το «μπράβο» πάρα πολύ. Όχι μόνον εγώ. Aλλά κι εγώ. Όταν είμαστε πάνω στη σκηνή κι ο κόσμος μας χειροκροτεί και νομίζουμε ότι τον κατακτήσαμε. Eίναι λάθος. Aυτός μας κατακτάει. Eίναι μεγάλη πουτάνα το κοινό. Γιατί με την ίδια θέρμη που μας χειροκροτεί, την άλλη μέρα θα χειροκροτήσει έναν άλλο κι έπειτα έναν άλλο. Eμείς νομίζουμε ότι το χειροκρότημα είναι αποκλειστικά δικό μας. Λάθος. Eίναι για τον εκάστοτε θεατρίνο που δίνει την ψυχούλα του για να εισπράξει. Eίναι αδηφάγο το κοινό.

Advertisements

Τελευταίο αντίο στην ηθοποιό Σπεράντζα Βρανά


Πρίσμα

Η Σπεράντζα Βρανά

Κηδεύτηκε το απόγευμα της Πέμπτης η ηθοποιός Σπεράντζα Βρανά, η οποία πέθανε τα ξημερώματα της Τρίτης από ανακοπή καρδιάς. Ο γιος της, Νίκος Χωματιανός, και στενοί της φίλοι βρέθηκαν στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών. Στεφάνια απέστειλαν μεταξύ άλλων ο πρωθυπουργός, Κ.Καραμανλής, ο ηθοποιός Λ.Λαζόπουλος, ο χορογράφος Φ.Μεταξόπουλος, η στενή φίλη της ηθοποιού, Κ.Γκρέη, και το «Σπίτι του ηθοποιού». Η Ελπίδα Χωματιανού, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Σπεράντζας Βρανά, γεννήθηκε στο Μεσολόγγι στις 6 Φεβρουαρίου 1932 (κατά άλλους το 1926) και από πολύ μικρή μυήθηκε στην επιθεώρηση. Στον κινηματογράφο έκανε το ντεμπούτο της το 1948 με την ταινία της Φίνος Φιλμ, Έλα Στο Θείο, στο πλευρό του Νίκου Σταυρίδη, ενώ συμμετείχε σε μερικές από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου (Η κάλπικη λίρα, Η ωραία των Αθηνών και άλλα). Η τελευταία της εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη ήταν το 1999, στη σάτιρα των Ρέππα -Παπαθανασίου Safe Sex. Έγραψε αρκετά βιβλία, ανάμεσά τους και το αυτοβιογραφικό «Τολμώ».

ΑΥΛΑΙΑ ΓΙΑ ΤΗ «ΜΟΡΤΙΣΣΑ» ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΒΡΑΝΑ. Ήρθε κι έφυγε με το Τραμ το τελευταίο

«Δεν υπάρχει μεγαλύτερος  οργασμός απ΄ αυτόν που νιώθεις  όταν ακούς το χειροκρότημα που  εκφράζει τον ενθουσιασμό εκείνου  που ενώνει τις παλάμες, και τις  χτυπάει δυνατά, για να σου δείξει  την αποδοχή του, για να σε  παινέσει, για να σου πει  ευχαριστώ», έλεγε η Σπεράντζα  Βρανά το 2001, όταν είκοσι χρόνια  μετά το  πολύκροτο  «Τολμώ»,  εξέδιδε  τον  «Οργασμό  του  μπράβο»
  • Η Σπεράντζα Βρανά συγκίνησε το Ηρώδειο ερμηνεύοντας το «Τραμ το τελευταίο» στην παράστασηαφιέρωμα για την επιθεώρηση του Σταμάτη Κραουνάκη. Χθες το καμπανάκι χτύπησε για τελευταία φορά…

«Έχω ζήσει τα θεατρικά μου βήματα τόσο έντονα που δεν έχω απωθημένα» έλεγε σε μία από τις τελευταίες της συνεντεύξεις η Σπεράντζα Βρανά. Και όντως από τότε που ήχησε το πρώτο «ντράγκα ντρουν» από το «Τραμ το τελευταίο» έζησε και έντονα και πληθωρικά, πάνω και πέρα από τη σκηνή και την κινηματογραφική κάμερα. Και χειροκροτήθηκε και διαβάστηκε (έγραψε πολλά βιβλία με προεξάρχων το αυτοβιογραφικό «Τολμώ») πολύ, μέχρι που ήχησε το τελευταίο «ντράγκα ντρουν» στο Ηρώδειο και χτες εκείνο που, όπως έλεγε, περίμενε τα τελευταία χρόνια…

Από ανακοπή καρδιάς πέθανε σε ηλικία 77 ετών (κατ΄ άλλους 81) η Σπεράντζα Βρανά, ή- κατά κόσμον- Ελπίδα Χωματιανού από το Μεσολόγγι.

Βρέθηκε στο θέατρο από πιτσιρίκα. Άρχισε την καριέρα της το 1943 περιοδεύοντας με τα μπουλούκια σε όλη την Ελλάδα και παίρνοντας μέρος σε κάθε λογής παραστάσεις- πρόζα, μουσική κωμωδία, οπερέτα. Όμως στις επιθεωρήσεις έδειχνε να βρίσκεται στο στοιχείο της. Υπήρξε μία από τις θεατρίνες του είδους, που υπηρέτησε για τέσσερις δεκαετίες.

Ευτύχησε να ζήσει στην εποχή που η ελληνική επιθεώρηση βρισκόταν στο απόγειο της δόξας της- κατά τις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60- και κατάφερε να αφήσει το δικό της στίγμα δημιουργώντας έναν ξεχωριστό επιθεωρησιακό τύπο, αυτόν της «σέξι μάγκισσας». Πληθωρική, θηλυκό με καμπύλες, άνθρωπος έξω καρδιά και αθυρόστομη, έμελλε να γίνει σύμβολο του σεξ της εποχής της μαζί με τις Ζωζώ Σαπουντζάκη και Μάγια Μελάγια. Έκανε το ντεμπούτο της- μαζί με την Ειρήνη Παπά- το 1948 στην επιτυχημένη επιθεώρηση «Άνθρωποι, Άνθρωποι» των Αλέκου Σακελλάριου- Χρήστου Γιαννακόπουλου στο Θέατρο Μετροπόλιταν παίζοντας στα νούμερα «Το καμπανάκι» («Το τραμ το τελευταίο») και «Αχ Μαρί».

Με μπρίο ερμήνευσε μερικά από τα πιο γνωστά επιθεωρησιακά τραγούδιαπου παίζονταν με ζωντανή ορχήστρα- όπως τα «Δώσε», «Το μονοπάτι», «Μάμπο μπραζιλέρο» κ.ά. Το νούμερο «Δώσε» ήταν το πρώτο σόλο της στην επιθεώρηση «Τριάντα το δολάριο», μια παράσταση με την οποία περιόδευσε από το 1958 ως συνθιασάρχης με τους Χρήστο Ευθυμίου, Ρένα Βλαχοπούλου, Γιάννη Γκιωνάκη, Βασίλη Αυλωνίτη, Νίκο Σταυρίδη κ.ά.

Από το 1968 και για μια εξαετία έζησε στο εξωτερικό. Εργάστηκε ως τραγουδίστρια, με τον σύζυγό της Παύλο Πατάκα, σε νυχτερινά κέντρα της Νέας Υόρκης, του Τορόντο και του Μόντρεαλ, του Λονδίνου, του Κέιπ Τάουν. Αλλά κι όταν επέστρεψε, συνέχισε τις εμφανίσεις σε θέατρα με τους Κώστα Καρρά, Ελένη Ερήμου, παράλληλα με εμφανίσεις σε επιθεώρηση πίστας στο «Βαριετέ» της Πλάκας, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 ήταν συνθιασάρχης με τους Ρένα Βλαχοπούλου, Θανάση Βέγγο, Στάθη Ψάλτη.

Είχε ήδη προκαλέσει αίσθηση με το αυτοβιογραφικό «Τολμώ», που έκανε πάταγο και πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Ο συγγραφικός της λόγος ήταν χειμαρρώδης. Ακολούθησαν κι άλλα βιβλία για τη ζωή της μπροστά και πίσω από την αυλαία, όπως «Το θέατρο, τα μπουλούκια κι εγώ», το «Επιθεώρηση, καψούρα μου!».

Στον κινηματογράφο έγινε γνωστή με την «Κάλπικη Λίρα» του Γιώργου Τζαβέλλα, όπου υποδυόταν μία γυναίκα ελευθέρων ηθών δίπλα στον… αόμματο Μίμη Φωτόπουλο. Το κινηματογραφικό ντεμπούτο της όμως είχε κάνει πέντε χρόνια νωρίτερα (1950) στην κωμωδία «Έλα στον θείο». Έπαιξε επίσης στις ταινίες «Η ωραία των Αθηνών», «Πεζοδρόμιο», «Γλέντι, λεφτά κι αγάπη».

Το 1985 πήρε τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει οριστικά τη θεατρική σκηνή και τη μεγάλη της αγάπη, την επιθεώρηση, πικραμένη, όπως είχε γράψει στο «Επιθεώρηση, καψούρα μου!», απ΄ όσα παρασκηνιακά συνέβαιναν στον χώρο.

Από το θέατρο και τον κινηματογράφο ήταν φυσικό επόμενο να περάσει και στην τηλεόραση με ρόλους σε σειρές μεταξύ των οποίων «Ο άνθρωπός μας», «Τα φώτα της πόλης», «Ρίχτερ μιούζικ», «Δέκα μικροί Μήτσοι».

Ένα αυτοκινητικό ατύχημα (1980) της άλλαξε τη ζωή. Ήταν η αρχή για την οδύσσεια της υγεία της. Αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα με τα πόδια της και υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες εγχειρήσεις. Η περιπέτεια αυτή την κατέβαλε, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Αντιμετώπισε τις δυσκολίες πάντα με χαμόγελο και θετική ενέργεια.

Ακούστηκε να τραγουδάει για τελευταία φορά στο Ηρώδειο πέρυσι το καλοκαίρι στο «Χ- Σκηνής. Αυτά που ΄κάψαν το σανίδι», το αφιέρωμα στην επιθεώρηση και στο μουσικό θέατρο, του Σταμάτη Κραουνάκη για το Φεστιβάλ Αθηνών. Ο Λάκης Λαζόπουλος κατέβηκε και έδωσε το μικρόφωνο στη Σπεράντζα Βρανά καθισμένη στο θώκο (τα τελευταία χρόνια ήταν καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο), λουσμένη στο φως ενός προβολέα για να τραγουδήσει «Το μονοπάτι» και «Το τραμ το τελευταίο», συγκινώντας τους χιλιάδες θεατές, που την καταχειροκρότησαν…

Η κηδεία της γίνεται αύριο, 1η Οκτωβρίου, από το Α΄ Νεκροταφείο δημοσία δαπάνη

Το ξέρατε;

● «Δεν πρέπει να σας λένε Βρανά, αλλά Βραχνά», της είχε πει ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης για την μπάσα φωνή της.

● «Το τραμ το τελευταίο» («Καμπανάκι») ήταν το πρώτο τραγούδι που είπε στην καριέρα της, αλλά ήταν και το τελευταίοπέρυσι στο Ηρώδειο.

● Τραγούδησε μαζί με τον Τόλη Βοσκόπουλο το «Είναι μια ώρα δύσκολη» στην ταινία «Γιεγιέδες και μπουζούκια» (1968).

● Το «Τολμώ» της (1981, Εξάντας) ήταν η πλέον ευπώλητη αυτοβιογραφική έκδοση.

● Μεγάλος έρωτας της ζωής της ήταν ο Κώστας Βουτσάς.

● Από το 1989 έως το 1991 παρουσίαζε τη ραδιοφωνική εκπομπή «Ας επιθεωρησολογήσουμε» στον Αθήνα 9,84.

● Έγραψε και αυτοσαρκαστικά βιβλία όπως το απολαυστικό «Πώς πάχυνα κάνοντας δίαιτα»!

Του Χρήστου Ν.Ε. Ιερείδη, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

// <![CDATA[//

Η Σπεράντζα Βρανά, το «αντράκι» της επιθεώρησης «έφυγε»

  • ΑΠΩΛΕΙΑ. «Οπου έμπαινα γινόταν της μουρλής, όπου έμπαινα γινόμουνα στόχος… Τι να σου λέω τώρα. Εσκιζα, παιδί μου».

Ετσι ήταν πάντα η Σπεράντζα Βρανά. Πληθωρική, γλαφυρή στις διηγήσεις της, υπερβολική και συνάμα εύστοχη, αθυρόστομη, με ταμπεραμέντο μοναδικό, σύμβολο του σεξ στην εποχή της, τα χρόνια των μπουλουκιών που γνώρισε από την καλή και την ανάποδη, και ύστερα την εποχή της επιθεώρησης, του «Ακροπόλ» και του Μπουρνέλλη.

Πέθανε στα 81 της χρόνια, χθες το πρωί, από ανακοπή καρδιάς και μαζί της χάθηκε ένα μεγάλο μέρος εκείνης της περιόδου του θεάτρου που ήταν πασπαλισμένο με φτερά, πούπουλα, μουσική, χορό και σόλο, στο σανίδι.

  • «Δε θα ξαναπαίξω»

Το είδος της επιθεώρησης, που όπως έλεγε συχνά όταν τη ρωτούσαν είχε πεθάνει μαζί με την εποχή της. «Οσο για μένα, δεν θα ξαναπαίξω στην επιθεώρηση. Και αν τύχει να με δεις στη σκηνή κάποιου θεάτρου, να ξέρεις πως δεν θα είμαι πια… ερωτευμένη. Δεν θα είμαι πια… καψούρα. Απλώς θα… εκδίδομαι επί χρήμασι».

Τα έλεγε και τα έγραφε (όπως στο βιβλίο της για την επιθεώρηση, εκδόσεις «Γλάρος») που κυκλοφόρησε το 1985 όταν είχε αφοσιωθεί στο γράψιμο μετά την επιτυχία που γνώρισε το «Τολμώ».

Από τότε που παράτησε το θέατρο, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, δυναμική, ζωηρή και πιπεράτη όπως ήταν, βάλθηκε να γράφει βιβλία. Εντεκα έγραψε από το πρώτο της στις εκδόσεις «Εξάντας» το 1982, που περιλαμβάνουν τη ζωή της, τον καιρό των μπουλουκιών, την εποχή που οι θεατρίνοι έστηναν παραστάσεις σε καφενεία, πατάρια και τσαντήρια κάτω από δύσκολες συνθήκες, περιπλανώμενοι σε ένα όνειρο που σήμερα πολλοί αγνοούν και άλλοι περιφρονούν. Ακόμη και ερευνητές του θεάτρου.

Η Ελπίδα Χωματιανού, όπως ήταν το αληθινό της όνομα, τα έζησε όλα νωρίς. Και ξύλο έφαγε, αλλά «μυαλό δεν έβαζα», και αμέτρητες δυσκολίες για έφηβη πέρασε που την έκαναν όπως έλεγε «αντράκι» στη σκληρή δεκαετία του ’40.

Το Σπεράντζα της «ταίριαζε γάντι». Καθωσπρέπει δεν ήταν ποτέ αυτή η ηθοποιός. Της άρεσαν οι λαϊκοί ρόλοι, να παίζει γυναίκες που συνδύαζαν τη θηλυκότητα με το τσαγανό και την περηφάνια, οι μεγάλες ορχήστρες, τα λαμπερά κοστούμια και τα τραγούδια όπως το «Τραμ το τελευταίο», το «Μάμπο το μπραζιλέρο», το «Μονοπάτι», «Δώσε». Επιτυχίες που ταυτίστηκαν με το μπρίο της.

  • Λάτρεψε τη σκηνή

Πραγματική θεατρίνα που λάτρεψε τη σκηνή, όχι όμως τον κινηματογράφο και ας έγινε γνωστή στην «Κάλπικη λύρα» του Γιώργου Τζαβέλλα, παίζοντας μια γυναίκα ελαφρών ηθών δίπλα στον… αόμματο Μίμη Φωτόπουλο.

Τελευταία εμφάνιση στο σινεμά ήταν στο Safe sex των Ρέππα – Παπαθανασίου (συνολικά εμφανίστηκε σε περισσότερες από 60 ταινίες), ενώ στη σκηνή την έβγαλε τιμητικά πέρυσι το καλοκαίρι ο Σταμάτης Κραουνάκης στο Ηρώδειο. Ταλαιπωρημένη πια, και θύμα τροχαίου που την είχε καθηλώσει στην καρέκλα, εμφανίστηκε αγέρωχη και μπριόζα όπως πάντα.

Της άρεσε να μιλάει για τους έρωτες και τα πάθη της, αν και την πραγματική αγάπη τη συνάντησε στον πρώτο της σύζυγο, στα 16 της χρόνια (ναύτης στην Κατοχή), την πολύχρονη σχέση της με τον Κώστα Βουτσά και κυρίως τον σύζυγό της Παύλο με τον οποίο έμεινε ώς το τέλος της ζωής της.

Χορτασμένη από τη ζωή, χωρίς απωθημένα, εγκατέλειψε το θέατρο, φοβισμένη ίσως από αυτό που έβλεπε να επικρατεί τότε. Συναδέλφους της, καταξιωμένους ηθοποιούς, της δικής της γενιάς, να αναζητούν θέση σε μια παράσταση και άλλους να «ρεζιλεύονται σε θεάματα ανάξια λόγου».

Η κηδεία τη Σπεράντζας Βρανά θα γίνει αύριο [Πέμπτη] στο Α΄ Νεκροταφείο.

  • Της Γιωτα Συκκα, Η Καθημερινή, 30/09/2009

ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΒΡΑΝΑ: 1928-2009. Η μάγκισσα η τελευταία

Η γυναικάρα -με γάμα κεφαλαίο- του ελληνικού σινεμά, η σέξι σουμπρετοκαρατερίστα μάγκισσα και πόρνη της μεγάλης οθόνης και του σανιδιού, το «αντράκι» που δεν μάσησε ποτέ τα λόγια του, το πληθωρικό κορίτσι με το τσαγανό και τους χρυσούς κρίκους στα αφτιά, με άλλα λόγια η Σπεράντζα Βρανά (Ελπίδα Χωματιανού το πραγματικό της όνομα), έσβησε «όρθια» χθες το πρωί.

Την πρόδωσε η καρδιά της. Ηταν 81 ετών.

Μέχρι τέλους υπήρξε η χαρά της ζωής. Ανθρωπος, όπως έλεγε, με «άρρωστη αισιοδοξία». Με το ίδιο νάζι και σκέρτσο που τη μάθαμε στο σινεμά και την επιθεώρηση. Με το ίδιο χαμόγελο. Πληθωρική, αυτοσαρκαστική.

«Αντράκι ήμουνα και είμαι και θα είμαι όσο ζω», συνήθιζε να λέει. «Στον χαρακτήρα, στην ντομπροσύνη, στο να λέω τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη και να μην αλλάζω γνώμη». Οσοι τη γνώρισαν το επιβεβαιώνουν. Οπως και το ότι η Σπεράντζα -όνομα και πράγμα- υπήρξε ο ορισμός της ανεξάρτητης γυναίκας, έτη φωτός μπροστά από την εποχή της, που διεκδίκησε ενεργό ρόλο μέσα από την απελευθερωμένη σεξουαλικότητά της.

«Ημουν ατίθασο πλάσμα», παραδεχόταν, «γι’ αυτό και έφαγα πάρα πολύ ξύλο από τη μαμά μου. Κανένας δεν μπόρεσε να με τιθασεύσει έως σήμερα».

Τότε που, όπως η ίδια έλεγε: «Οταν ανέβαινα στη σκηνή, παίρνανε τα σανίδια φωτιά»

Τότε που, όπως η ίδια έλεγε: «Οταν ανέβαινα στη σκηνή, παίρνανε τα σανίδια φωτιά»

Εως το τέλος της ζωής της υπήρξε πνευματικά ακμαία. Παρότι ένα τροχαίο, αρχές του 2000, την είχε καθηλώσει, συνέχιζε να είναι δραστήρια. Πέρσι σηκώθηκε και ξαναβγήκε, έστω με μπαστούνια, στο Ηρώδειο για το αφιέρωμα στην παλιά επιθεώρηση του Σταμάτη Κραουνάκη «Χ ΣΚΗΝΗΣ. Αυτά που κάψαν το σανίδι». Ξανατραγούδησε μια παλιά επιτυχία της, «Το τραμ το τελευταίο», έστω και από τη θέση της στις κερκίδες.

Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1928. «Παιδί» των μπουλουκιών, δοκιμάστηκε στο πλευρό όλων των μυθικών τεράτων του ελληνικού κινηματογράφου και της επιθεώρησης, στην πρόζα, τη μουσική κωμωδία και την οπερέτα. Σαράντα χρόνια υπηρέτησε με πάθος την επιθέωρηση, είδος με το οποίο κάνει και την πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση το 1948.

Τότε ο Σακελλάριος και ο Γιαννακόπουλος ετοίμαζαν μια επιθεώρηση με νέα ταλέντα στο «Μετροπόλιταν». Ο Γκιωνάκης τούς μίλησε για τη Σπεράντζα. «Το μεγάλο σου προσόν είναι η φοβερή ζωντάνια», της είπε ο Σακελλάριος. «Αλλά πρέπει να βρεις έναν τύπο». Και της έδωσε στην περίφημη επιθεώρηση «Ανθρωποι άνθρωποι» τη μάγκισσα. «Τέτοιοι ρόλοι δεν μου πήγαιναν ούτε στο σώμα, που ήταν πάρα πολύ θηλυκό, ούτε στην ψυχοσύνθεση. Γιατί οι μάγκισσες τότε ήτανε πάρα πολύ βαριές. Αλλά εγώ την έκανα σπεραντζέικη», καμάρωνε.

Υπήρξε για δεκαετίες πρωταγωνίστρια στην επιθεώρηση, ερμηνεύοντας μερικές από τις μεγαλύτερες μουσικές επιτυχίες της («Αυτό το μάμπο το μπραζιλέιρο», «Η βαλίτσα», το «Τραμ το τελευταίο»), από το Αλσος Παγκρατίου ώς το θέατρο «Μπουρνέλη». Υπήρξε επίσης συνθιασάρχης με τους Βασ. Αυλωνίτη, Ν. Σταυρίδη, Ρένα Βλαχοπούλου, Θανάση Βέγγο, Στάθη Ψάλτη.

Πόπη Αλβα, Βασίλης Αυλωνίτης, Σπεράντζα Βρανά, Ορέστης Μακρής, Γεωργία Βασιλειάδου, (κάτω) Ρένα Στρατηγού, Νίκος Ρίζος, Στέλλα Στρατηγού, Κυριάκος Μαυρέας. Σε απαρτία ο θίασος του «Ακροπόλ», το 1957, όταν μεσουρανούσε η επιθεώρηση

Πόπη Αλβα, Βασίλης Αυλωνίτης, Σπεράντζα Βρανά, Ορέστης Μακρής, Γεωργία Βασιλειάδου, (κάτω) Ρένα Στρατηγού, Νίκος Ρίζος, Στέλλα Στρατηγού, Κυριάκος Μαυρέας. Σε απαρτία ο θίασος του «Ακροπόλ», το 1957, όταν μεσουρανούσε η επιθεώρηση

«Πρωταγωνίστρια στην επιθεώρηση έγινα χωρίς να ξέρω -όχι κλακέτες και σπαγκάτ- ούτε τάνγκο! Πώς να γίνω πρωταγωνίστρια; Με μια σκατοφωνούλα που είχα; Εκανα όμως επιτυχία για το ταμπεραμέντο μου», ήταν η εξήγηση που έδινε. «Οταν ανέβαινα στη σκηνή, παίρνανε τα σανίδια φωτιά. Αυτή είμαι και τώρα ακόμα. Μιλάω, και μου λένε «τσακώνεσαι»».

Αποσύρθηκε από τη σκηνή το 1985 και άρχισε να συγγράφει το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Την αυτοβιογραφία της «Τολμώ» («γιατί λέω θα γεράσω και θα τα ξεχάσω»), βιβλία για την επιθεώρηση, για τα μπουλούκια, αλλά και μυθιστορήματα: «Ο οργασμός του Μπράβο», «Επιθεώρηση καψούρα μου», «Η ζωή μου στα μπουλούκια», «Η γοητεία της πόρνης», «Τρούμπα», «Τίμιο Μπορντέλο», «Απορίες», «Πιπεράτα αυθεντικά», «Πώς πάχυνα κάνοντας δίαιτα», «Ο επιβήτορας».

Εφυγε έχοντας χορτάσει τη ζωή με το… κουτάλι. Μετά τον πρώτο βραχύ γάμο της στα 16 της, σχέσεις ζωής γι’ αυτήν ήταν ο δεσμός της με τον Κώστα Βουτσά, αλλά και ο 40χρονος γάμος της με τον Παύλο Πατάκα, με τον οποίο περιόδευσε ως τραγουδίστρια σε κέντρα του εξωτερικού. Είχε έναν υιοθετημένο γιο.

* Η κηδεία της θα γίνει αύριο στο Α’ Νεκροταφείο στις 4 μ.μ. *

65 ταινίες, σαν… βίζιτες

  • Η Σπεράντζα Βρανά άφησε το στίγμα της σε 65 ταινίες.

Το κινηματογραφικό ντεμπούτο της έγινε το ’50 στην ταινία «Ελα στο θείο», του Ν. Τσιφόρου. Τελευταία της εμφάνιση ήταν στο «Safe sex» (1999), των Ρέππα-Παπαθανασίου. Επαιξε επίσης στις: «Σωφεράκι» (1953), του Γ. Τζαβέλλα, «Ωραία των Αθηνών» (1954), του Ν. Τσιφόρου, «Κάλπικη λίρα» (1955), του Γ. Τζαβέλλα, «Δεν μπορούν να μας χωρίσουν» (1965), του Χρ. Κυριακόπουλου κ.ά.

  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Παραχάρηκα τον έρωτα, αλλά σπάνια ερωτευόμουν

  • Η Σπεράντζα Βρανά με δικά της λόγια

* «Εγώ, αγάπη μου, ό,τι κατάφερα το κατάφερα μόνη μου. Δεν ξάπλωσα σε κανένα κρεβάτι, δεν άκουσα τη συμβουλή κανενός πούστη και κερατά. Στη ζωή μου δεν έχω κουράγια να πολεμώ. Αν είναι να το κατακτήσω κάτι με τον τρόπο μου, με το πώς θα κοιτάξω, πώς θα γελάσω, έχει καλώς. Ανδρας είναι, δουλειά είναι, όταν δεν με θέλει κάτι δεν το θέλω ούτε εγώ».

Με τον Κώστα Βουτσά: «Μου ζήτησε να παντρευτούμε ύστερα από 5 χρόνια... συζυγίας. Ηταν έρωτας μεγάλος. Αλλά ήθελε να φύγω από το θέατρο αν παντρευτούμε»

Με τον Κώστα Βουτσά: «Μου ζήτησε να παντρευτούμε ύστερα από 5 χρόνια… συζυγίας. Ηταν έρωτας μεγάλος. Αλλά ήθελε να φύγω από το θέατρο αν παντρευτούμε»

* «Είμαι άρρωστα αισιόδοξη. Είμαι με δύο μπαστούνια αυτή τη στιγμή. Ξέρω ότι καθώς θα περνούν τα χρόνια η κατάσταση θα γίνεται χειρότερη. Αλλά δεν με ρίχνει κάτω. Αν η κατάσταση χειροτερέψει δεν θα παιδέψω τον άνδρα μου, θα πάρω έναν άνθρωπο. Γι’ αυτό φρόντισα να έχω μια πισινή…».

* Για τις 65 ταινίες της: «Δεν αγάπησα καμία. Στον κινηματογράφο πήγαινα πώς πάει η πουτάνα να πάρει βίζιτα, έτσι. Να τ’ αρπάξω από τον κινηματογράφο, να τα ρίξω στο θέατρο».

* Για την αποχώρησή της από τη σκηνή: «Ηθελα να φύγω με ζήτω και όχι με γιούχα. Η φθορά είναι φθορά. Αγγίζει τα πάντα. Και δεν θα άγγιζε εμένα; Βάρεσα γροθιά στο μαχαίρι, πληγώθηκα, τρέξαν’ αίματα, αλλά το πήρα απόφαση».

* Για τον έρωτα: «Τον παραχάρηκα. Σπάνια ερωτευόμουν. Εχω ερωτευτεί δύο φορές στη ζωή μου -μη βάλουμε τον παιδικό. Δύο φορές αυτό που λέμε έρωτα-καψουροέρωτα. Και τη μια φορά παντρεύτηκα κιόλας, στα δεκάξι μου. Ηταν Ελλην από την Αίγυπτο. Την άλλη ήταν με τον Κώστα Βουτσά, που μου ζήτησε να παντρευτούμε μετά από 5 χρόνια συζυγίας. Του λέω «γιατί να παντρευτούμε, καλά δεν περνάμε;». «Οχι», μου λέει. Εγώ κι ο Κώστας με το «καλημέρα», που λέει ο λόγος, μπήκαμε στη συζυγία. Δεν θα έλεγα πως ήταν κεραυνοβόλος. Ηταν έρωτας, όμως, μεγάλος. Αλλά ήθελε να φύγω από το θέατρο αν παντρευτούμε».

* Για τη… σεξουαλικότητά της: «Ο Σκορπιός είναι το πιο σεξουαλικό ζώδιο του ζωδιακού. Είμαι σεξουαλική. Μια σπουδαία αστρολόγα μού είπε, «αν δεν είχες και τον Κρόνο στον Υδροχόο θα γινόσουν ή διάσημη πουτάνα ή νυμφομανής». Δεν έγινα. Εκανε το παλαντζάρισμα ο Κρόνος και έγινα μόνο ένα σεξουαλικό πλάσμα».

* Από συνέντευξή της στην Ιωάννα Κλεφτόγιαννη («Ε», 2003)

Σπεράντζα Βρανά:Η μάγκισσα της επιθεώρησης

  • Πληθωρική, με σεξαπίλ και ταμπεραμέντο, ανέβηκε στο σανίδι σε ηλικία 15 ετών και υπήρξε μία από τις εμβληματικές θεατρίνες του ’50 και του ’60

Η μάγκισσα της επιθεώρησης

Πληθωρική και ντερμπεντέρισσα. Θανατηφόρο θηλυκό, αλλά και φοβερό μαγκάκι. Γυναικάρα βελούδινη, χειμαρρώδης, με σεξαπίλ και ταμπεραμέντο, με βραχνή αισθησιακή χαρακτηριστική φωνή, μεγάλους κρίκους στ αυτιά και μπεγλέρι.

Προσωπικότητα ανεξάρτητη, ατίθαση, έντονη, που δεν μάσαγε τα λόγια της (υπήρξε πολύ αθυρόστομη). Ευθύς, κεφάτος, θετικός άνθρωπος, με τσαγανό και τσαχπινιά, στοιχεία που δεν απώλεσε στην πορεία της ζωής της, ακόμη κι όταν ένα αυτοκινητικό ατύχημα την υποχρέωσε σε αλλεπάλληλες εγχειρήσεις στα πόδια και (τελικά) την καθήλωσε στην καρέκλα.

Η μάγκισσα της επιθεώρησης

Η σκηνή την ανέδειξε, η επιθεώρηση την καθιέρωσε και το κοινό τη λάτρεψε. Κι εκείνη του το ανταπέδωσε. Γιατί… «δεν υπάρχει μεγαλύτερος οργασμός» από αυτόν του «μπράβο». Η Σπεράντζα Βρανά, που «έφυγε» χθες το πρωί από ανακοπή, σε ηλικία 81 ετών, υπήρξε μία από τις εμβληματικές θεατρίνες της λαμπερής εποχής της επιθεώρησης του 50 και του 60.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Ελπίδα Χωματιανού, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Σπεράντζας Βρανά, γεννημένη το 1928 στο Μεσολόγγι, ξεκίνησε την καριέρα της. Σπούδασε θέατρο πάνω στη σκηνή, αρχίζοντας σε ηλικία 15 ετών (1943) να εμφανίζεται με «μπουλούκια». «Εκπαιδεύτηκε» από την αρχή σε όλα τα θεατρικά είδη: πρόζα, μουσική κωμωδία, οπερέτα.

Την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση πραγματοποίησε το 1948 στο θέατρο «Μετροπόλιταν» στην επιθεώρηση των Αλ. Σακελλάριου – Χρ. Γιαννακόπουλου «Ανθρωποι, Ανθρωποι». Τότε πρωτοτραγούδησε το «Τραμ το τελευταίο», τραγούδι-σήμα κατατεθέν της. Αυτό τραγούδησε (μαζί με το «Μονοπάτι») και το καλοκαίρι του 2008, στην τελευταία της εμφάνιση στο Ηρώδειο, στην παράσταση του Σταμάτη Κραουνάκη «Χ Σκηνής-Αυτά που κάψαν στο Σανίδι», καθισμένη στην πρώτη σειρά του κοίλου, αφού δεν μπορούσε να ανέβει στη σκηνή.

Ο επιθεωρησιακός τύπος της «σέξι μάγκισσας» ήταν το μεγάλο της σουξέ. Με το ανεπανάληπτο μπρίο της ερμήνευσε μερικά από τα πιο γνωστά επιθεωρησιακά τραγούδια («Μάμπο το μπραζιλέρο», «Δώσε»). Συνεργάστηκε με όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής, στα καλύτερα θέατρα, ενώ υπήρξε και η ίδια θιασάρχις. Από το 1956 που ήταν η «βασίλισσα» του «Ακροπόλ» έως το 1985 που πήρε τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει οριστικά τη θεατρική σκηνή και τη μεγάλη της αγάπη, την επιθεώρηση.

Στον κινηματογράφο έπαιξε σε δεκάδες ταινίες, αλλά έγινε γνωστή από τη συμμετοχή της στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Κάλπικη Λίρα», όπου υποδυόταν μία γυναίκα ελευθέρων ηθών δίπλα στον «αόμματο» Μίμη Φωτόπουλο. Τελευταία της -γκεστ- κινηματογραφική εμφάνιση ήταν, το 1999, στο «Safe Sex» των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 αποκάλυψε το συγγραφικό της ταλέντο υπογράφοντας το «Τολμώ», ένα βιβλίο για τα πρώτα χρόνια της ζωής της, με λόγο απλό, αληθινό, χειμαρρώδη. Ακολούθησαν κι άλλα βιβλία: «Ο Οργασμός του Μπράβο», «Επιθεώρηση καψούρα μου», «Η ζωή μου στα μπουλούκια», η «Γοητεία της πόρνης», «Τρούμπα», το «Τίμιο μπορντέλο», «Απορίες», τα «Πιπεράτα αυθεντικά» , «Πώς πάχυνα κάνοντας δίαιτα», «Ελα καλέ, Τώραααα» κ.ά.

Την ερωτεύτηκαν πολλοί, ερωτεύτηκε λίγους, ανάμεσά τους και ο Κώστας Βουτσάς, με τον οποίο η σχέση τους διήρκεσε πάνω από πέντε χρόνια. Είχε παντρευτεί δύο φορές, την πρώτη σε ηλικία 16 ετών έναν Ελληνα από την Αίγυπτο και τη δεύτερη τον Παύλο Πατάκα, με τον οποίο έζησαν μαζί τέσσερις δεκαετίες. Η κηδεία της θα γίνει αύριο στο Α’ Νεκροταφείο.

  • Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 30/09/2009

Η ελληνική επιθεώρηση έχασε την Ελπίδα της

  • Η θεατρίνα-χείμαρρος των δεκαετιών του 1950 και του 1960 Σπεράντζα Βρανά πέθανε χθες σε ηλικία 81 ετών

ΡRΙSΜΑ/ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Αριστερά, η Σπεράντζα Βρανά παρουσιάζει τη βιογραφία της με τίτλο «Ο οργασμός του μπράβο» στο πλαίσιο της 5ης Γιορτής Βιβλίου στο Πεδίον του Αρεως, τον Μάιο του 2002. Δεξιά, σκηνή από την ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Κάλπικη λίρα» (1955), με τον Μίμη Φωτόπουλο ως «αόμματο» και τη Σπεράντζα Βρανά ως «κοκότα» να δημιουργούν ένα αξέχαστο δίδυμο

Πληθωρική. Αυτό ήταν πάνω απ΄ όλα η Σπεράντζα Βρανά, που έφυγε από τη ζωή χθες το πρωί σε ηλικία 81 ετών. Η ηθοποιός που ταύτισε το όνομά της με τη χρυσή εποχή της επιθεώρησης- δεκαετίες του 1950 και του 1960- ξεκίνησε την καριέρα της σε νεαρή ηλικία, από τα μπουλούκια, και έμαθε το θέατρο μέσα από τη δουλειά.

Γεννημένη στο Μεσολόγγι το 1928, η Ελπίδα Χωματιανού, όπως ήταν το βαφτιστικό της όνομα, διέγραψε ξεχωριστή πορεία στον καλλιτεχνικό χώρο, υπηρετώντας όλα τα είδη θεάτρου, από πρόζα και μουσικό θέατρο ως οπερέτα και επιθεώρηση, όπου άφησε εποχή με το μπρίο, το ταλέντο και την ομορφιά της. Η πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση έγινε το 1948 στο θέατρο «Μετροπόλιταν» με την επιθεώρηση των Σακελλάριου- Γιαννακόπουλου «Ανθρωποι, άνθρωποι». Εκεί ήταν που ερμήνευσε τα νούμερα «Το καμπανάκι», «Αχ Μαρί», για να ακολουθήσει ακόμη μία επιτυχία, στην επιθεώρηση «Τριάντα το δολάριο»- το πρώτο της σόλο νούμερο, όπου τραγουδούσε το «Δώσε», ένα από τα πολλά γνωστά τραγούδια που πρωτολανσάρισε η ίδια σε επιθεωρήσεις του «Ακροπόλ» («Το μονοπάτι», «Το τραμ το τελευταίο», «Αυτό το μάμπο το μπραζιλέρο» κ.ά.).

Η ζωή αυτής της ωραίας και ζου μερής θεατρίνας, που διέθετε μαγκιά και αθυροστομία, υπήρξε γεμάτη περιοδείες και παραστάσεις, πάντα σε συνεργασία με τους κορυφαίους της εποχής. Εκτός από τους Σακελλάριο – Γιαννακόπουλο, συνεργάστηκε επίσης με τους Τραϊφόρο, Παπαδούκα, Οικονομίδη, την Αννα Καλουτά, τη Ζωζώ Σαπουτζάκη, τη Μάγια Μελάγια, τη Ρένα Ντορ, τον Χρήστο Ευθυμίου, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Γιάννη Γκιωνάκη, τον Νίκο Σταυρίδη κ.ά. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα εμφανίστηκε σε νυχτερινά κέντρα του εξωτερικού, ενώ επιστρέφοντας στην Ελλάδα συνεργάστηκε σε κωμωδίες και επιθεωρήσεις, ως το 1985, οπότε και αποφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά το θέατρο.

Μεταξύ άλλων έγραψε τα βιβλία «Τολμώ», «Το θέατρο, τα μπουλούκια κι εγώ», «Επιθεώρηση, καψούρα μου!». Τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας ενός ατυχήματος δεν κυκλοφορούσε. Εκανε όμως μια εξαίρεση το καλοκαίρι του 2008 για να συμμετάσχει στην παράσταση του Σταμάτη Κραουνάκη «Αυτά που κάψαν το σανίδι» και να τραγουδήσει, καθισμένη στις πρώτες κερκίδες, το «Μονοπάτι», εισπράττοντας ένα μεγάλο χειροκρότημα .

Η κηδεία της Σπεράντζας Βρανά θα γίνει την Πέμπτη 1/10 από το Α Δ Νεκροταφείο στις 16.00.

Στη μεγάλη οθόνη με μαγκιά και μπρίο

Η κινηματογραφική σταδιοδρομία της Σπεράντζας Βρανά αρχίζει το 1950 με το «Ελα στον θείο» του Νίκου Τσιφόρου και κλείνει περίπου μισό αιώνα αργότερα με το «Safe sex» (1999) των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου. Ως ηθοποιός του κινηματογράφου η Βρανά υπήρξε ιδανική για ρόλους γυναικών που δεν σήκωναν μύγα στο σπαθί τους και έβαζαν στη θέση του όποιον τις ενοχλούσε. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τη στιχομυθία της με τον Μίμη Φωτόπουλο στο «Σωφεράκι»: «Αει πάενε, ρε! Αει πάενε μη σε στείλω στην οδό Αιόλου για καρίκωμα!». Η Βρανά υπήρξε παρτενέρ του Μίμη Φωτόπουλου σε πολλές ταινίες, η χαρακτηριστικότερη των οποίων ήταν η «Κάλπικη λίρα» (1955) του Γιώργου Τζαβέλλα. Ανάμεσα στις κωμωδίες της που επίσης ξεχωρίζουν είναι «Η ωραία των Αθηνών» (1954) και το «Γλέντι, λεφτά και αγάπη» (1955). Προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 σημείωσε δυο επιτυχίες στο πλευρό του Θανάση Βέγγου, τα «Ο παλαβός κόσμος του Θανάση» και «Ο φαλακρός μαθητής».

  • TO BHMA, Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Θεάτρου απώλειες: Σπεράντζα Βρανά, Θεανώ Ιωαννίδου

Η Σπεράντζα Βρανά

Πέθανε χτες το πρωί από ανακοπή καρδιάς, η γνωστή ηθοποιός Σπεράντζα Βρανά, που ήταν καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι, εξαιτίας σοβαρού τροχαίου ατυχήματος. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ελπίδα Χωματιανού και γεννήθηκε στο Μεσολόγγι, στις 6/2/1932 (κατά άλλους το 1926). Η παρουσία της πληθωρική, το βλέμμα της αφοπλιστικό, ο λόγος της ευθύς. Είχε αύρα και τσαγανό. Αθυρόστομη, μα και γενναία στα «θέλω» της. Ξεκινώντας από τα μπουλούκια, εργάστηκε αργότερα στον κινηματογράφο και στο αθηναϊκό θέατρο, έγινε ακόμα και συγγραφέας. Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή της έγινε με την ταινία «Ελα στο θείο» (1950). Εγινε ευρύτερα γνωστή από τις ερμηνείες της στις ταινίες «Η ωραία των Αθηνών» και «Η κάλπικη λίρα». Η τελευταία ταινία της ήταν το «Safe Sex» (1999). Εγραψε τα βιβλία: «Επιθεώρηση, καψούρα μου», «Ποιος θα μου πει την αλήθεια;», «Τολμώ», «Τα μπουζούκια, το θέατρο και εγώ», «Πώς πάχυνα, κάνοντας δίαιτες».

  • Πέθανε σε ηλικία 79 ετών και κηδεύτηκε χτες, από το Α΄ Νεκροταφείο, η Θεανώ Ιωαννίδου. Ηθοποιός με μακρόχρονη θεατρική θητεία, υπηρέτησε το κλασικό κυρίως ρεπερτόριο, κυρίως στο Εθνικό Θέατρο. Η Θεανώ Ιωαννίδου σπούδασε στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου ξεχώρισε αμέσως για το παράστημα και τη φωνή της. Πρωτόπαιξε ως μαθήτρια της Σχολής σε Χορό του αρχαίου δράματος. Το επαγγελματικό της ντεμπούτο έγινε δίπλα στον Βασίλη Διαμαντόπουλο, στο «Φιόρο του Λεβάντε» (1953). Συνεργάστηκε με τους θιάσους Κατερίνας (Ανδρεάδη), Μάνου Κατράκη, Κώστα Μουσούρη, Νίκου Χατζίσκου, Δημήτρη Μυράτ, Μαίρης Αρώνη, Βίλμας Κύρου, Διονύση Παπαγιαννόπουλου, Δημήτρη Παπαμιχαήλ, Κωστή Μιχαηλίδη, Δάφνης Σκούρα, Γκέλυς Μαυροπούλου, Μαριέττας Ριάλδη κ.ά. Ο τελευταίος της θεατρικός ρόλος ήταν στο «Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα», σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου, με το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας.
ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

4/10/2006

— Φτωχότερο το θέατρο

Πέθανε από ανακοπή καρδιάς η Σπεράντζα Βρανά


Πρίσμα

Μια από τις πιο γνωστές ηθοποιούς της επιθεώρησης και του κινηματογράφου, η Σπεράντζα Βρανά πέθανε τα ξημερώματα της Τρίτης από ανακοπή καρδιάς. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα υγείας εξαιτίας ενός τροχαίου ατυχήματος. Η Σπεράντζα Βρανά, κατά κόσμον Ελπίδα Χωματιανού, έκανε το ντεμπούτο της το 1948 στην ταινία της Φίνος Φιλμ, Έλα Στο Θείο, μαζί με τον Νίκο Σταυρίδη. Εκ τότε θα εμφανιστεί σε ορισμένες από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου (Η κάλπικη λίρα, Η ωραία των Αθηνών κ.ά) και θα συνδέσει το όνομά της και με επιτυχημένες παραστάσεις. Η τελευταία της εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη ήταν το 1999, στο Safe Sex. Στη διάρκεια της καριέρας της ερμήνευσε ορισμένα από τα πιο γνωστά ελληνικά κομμάτια, όπως τα Αυτό το μάμπο το Μπραζιλέιρο, Η Βαλίτσα και το Τραμ το Τελευταίο. Τα τελευταία χρόνια είχε κυκλοφορήσει μια σειρά βιβλίων που αναφέρονται στην ζωή και τις εμπειρίες της στο θέατρο.