Category Archives: Βουτέρης Τάκης

50 χρόνια στο θέατρο γιορτάζει ο Τάκης Βουτέρης

Γιορτάζοντας τα 50 χρόνια του στο θέατρο, ο Τάκης Βουτέρης ανεβάζει αύριο (15/1) στο «Θέατρο Εξαρχείων», σε ενιαία παράσταση, με γενικό τίτλο «Νύχτες εξόδου», μονόπρακτα δύο σπουδαίων θεατρικών συγγραφέων. Πρόκειται για τα «Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά» του Ιάκωβου Καμπανέλλη και «Η έξοδος» του Γιώργου Μανιώτη. Επίκεντρο των δύο έργων ο άνθρωπος, με τις αγωνίες και τα πάθη του, ένας ύμνος στη ζωή και στη συνέχειά της. Σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη, σκηνικά Μαγιούς Τρικεριώτη, μουσική Πλάτωνα Ανδριτσάκη, φωτισμοί Αλέκου Αναστασίου. Ο ήρωας του Καμπανέλλη, Θωμάς, συνταξιούχος καθηγητής, περνά τις νύχτες του στην κρεβατοκάμαρά του, «συνομιλώντας» με τη νεκρή πια γυναίκα του σα να ‘ναι παρούσα, μοιράζοντας μαζί της τις μέρες του, τις καινούριες έγνοιες, τα μελλοντικά σχέδια, τους εφιάλτες και τα όνειρά του. Στην «Εξοδο» του Γιώργου Μανιώτη, ένας στρατηγός μιλά στους νεοσύλλεκτους, οι οποίοι μετά την ορκωμοσία τους ετοιμάζονται για την πρώτη τους έξοδο. Μέσα από τις παραινέσεις και την κριτική του, άθελά του ξεγυμνώνει τη δική του ζωή και πορεία. Μια πορεία ασήμαντη, τραγικωμική, ανθρώπινη και αναγνωρίσιμη.

Advertisements

Μονόλογοι αποτίμησης και αγάπης

Με τους μονολόγους δύο σημαντικών Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων, του «πατριάρχη» του νεοελληνικού θεάτρου Ιάκωβου Καμπανέλλη (Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά, 2005) και του Γιώργου Μανιώτη (Η έξοδος, 2001), που στεγάζονται κάτω από τον κοινό τίτλο Νύχτες εξόδου, το Θέατρο Εξαρχείων ετοιμάζεται να γιορτάσει, από τις 15 Ιανουαρίου, τα 50 χρόνια στο θέατρο του Τάκη Βουτέρη, που μαζί με την Αννίτα Δεκαβάλλα υπήρξαν οι ιδρυτές του.

Στο πρώτο μονόλογο, που ο συγγραφέας συνέθεσε ειδικά για το Θέατρο των Εξαρχείων και τον Τ. Βουτέρη, ο Θωμάς, ένας συνταξιούχος καθηγητής, περνά τις νύχτες του συνομιλώντας με τη νεκρή γυναίκα του και μοιράζεται μαζί της τις μέρες του, τις καινούργιες του περιπέτειες και τις έγνοιες, τα μελλοντικά του σχέδια, τους εφιάλτες και τα όνειρά του, σε ένα κείμενο που ξεχειλίζει από αγάπη για τη ζωή και για τους ανθρώπους.

Στο κείμενο του Γ. Μανιώτη ένας στρατηγός μιλά στους νεοσύλλεκτους, που μετά την ορκωμοσία ετοιμάζονται για την πρώτη τους έξοδο. Μέσα από τις παραινέσεις του παρασύρεται σε μιαν αποτίμηση της δικής του ζωής, της δικής του πορείας, ασήμαντης αλλά και τραγικής μαζί, οδηγώντας τον ήρωά του σε ένα ξεγύμνωμα της ψυχής του επί σκηνής.

Η σκηνοθεσία, αλλά και η ερμηνεία των δύο μονολόγων είναι του Τάκη Βουτέρη, τα σκηνικά της Μαγιούς Τρικεριώτη και η μουσική  του Πλάτωνα Ανδριτσάκη.

<!–

Μονόλογοι αποτίμησης και αγάπης

–>

ΤΑΚΗΣ ΒΟΥΤΕΡΗΣ: «Δεν θα άλλαζα τίποτα»

  • Με τις «Νύχτες εξόδου», που περιλαμβάνουν μονολόγους του Μανιώτη και του Καμπανέλλη, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης γιορτάζει τα πενήντα του χρόνια στο θέατρο

Πενήντα χρόνια στο θέατρο κλείνει το 2010 ο Τάκης Βουτέρης και το γιορτάζει με δύο μονολόγους στην παράσταση με τον γενικό τίτλο «Νύχτες εξόδου», η οποία περιλαμβάνει την «Εξοδο» του Γιώργου Μανιώτη και τις «Δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά», που έγραψε προ τριετίας ειδικά για εκείνον οΙάκωβος Καμπανέλλης.

Καθισμένος στο γραφείο του Θεάτρου Εξαρχείων, που γιορτάζει κι αυτό, με τη σειρά του, την πρώτη του εικοσαετία, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός κάνει μια αναδρομή στις δεκαετίες που πέρασαν και στέκεται κατ΄ αρχάς στις απώλειες, τις σημαντικές εκείνες απώλειες που τον διαμόρφωσαν, ξεκινώντας από το Θέατρο Τέχνης, παράλληλα με τη Νομική.

«Ο Γιώργος Λαζάνης ήταν ένας αγαπημένος άνθρωπος για μένα,ένας πολύ σπουδαίος ηθοποιός και ουσιαστικά ο δάσκαλός μου στη σχολή. Είχαμε συνδεθεί πολύ φιλικά, κάναμε παρέα. Μετά εγώ έφυγα. Δύσκολα αλλά ευτυχισμένα χρόνια» λέει και προσθέτει: «Οταν είσαι νέος δεν σε ενδιαφέρει τι θα συμβεί αργότερα. Ζεις το τώρα και μάλιστα πολύ ωραία. Κοιμόμασταν μέσα στο θέατρο, κρυώναμε αλλά όλα γύρω μας ήταν ζεστά… Το θέατρο, οι φίλοι, τα κορίτσια.

Και τώρα είναι ωραία τα χρόνια, μόνο που είμαι εβδομήντα χρόνων».

Μαθητής ακόμη της σχολής έπαιξε στον «Αρτούρο Ούι» του Μπρεχτ- πρωταγωνιστής ήταν ο Λαζάνης. «Θυμάμαι τον Κουννα τον διδάσκει και δεν νομίζω να έχω αισθανθεί στο θέατρο άλλη φορά τέτοια συγκίνηση και μέθεξη. Ηταν τόσο προικισμένος. Στους “Πέρσες” για να διδάξει τον Αγγελιαφόροξεκίνησε από το φουαγέ, ήρθε τρέχοντας στη σκηνή και έπεσε στο πάτωμα γλείφοντάς το μανιωδώς. Ηταν σαν να έβλεπες τον αγώνα που έκανε ο Αγγελιαφόρος για να φέρει το μήνυμα από τη Σαλαμίνα στην Αθήνα. Συγκλονιστική στιγμή».

Το 1968 μαζί με μια ομάδα ηθοποιών (Χαραλάμπους, Καυκαρίδης, Μπεμπεδέλη, Γαϊτανοπούλου, Βουτέρης, Καραγιάννη ) αποχώρησε από το Θέατρο Τέχνης γιατί ένιωθε να ασφυκτιά στην Αθήνα της επταετίας. «Στην Κύπρο συνάντησα έναν από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μου, τον Ανδρέα Χριστοφίδη, γενικό διευθυντή τότε του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Τηλεόρασης, μετέπειτα υπουργό Παιδείας, ποιητή. Ηταν εκείνος που μας αγκάλιασε και μας έφτιαξε θέατρο. Εκεί, με τις καταβολές που κουβαλούσαμε, ανακαλύψαμε την τέχνη μας». Στην Κύπρο γνώρισε και τον πρέσβη της Κούβας, μέσα από τον οποίο μυήθηκε στο θέατρο της Λατινικής Αμερικής. Δύο χρόνια μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1976, ίδρυσε το Θέατρο του Πειραιά: «Λειτούργησε για 13 χρόνια και ήταν κυρίως αφιερωμένο στο ελληνικό έργο (σ.σ.:Διαλεγμένος, Μανιώτης, Μάτεσις, Ζιώγας, Χρυσούλης, Σκούρτης, Καμπανέλλης κ.ά.), στον απόηχο της μεταπολιτευτικής φιλοσοφίας» . Το 1990, μαζί με τηνΑννίτα Δεκαβάλλα, εγκαινίασαν το Θέατρο Εξαρχείων και στράφηκαν στο παγκόσμιο ρεπερτόριο (ανέβασαν πολύ Αρθουρ Μίλερ, με τον οποίο και ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις).

«Γνώρισα την Αννίτα το 1981, όταν ήρθε να ζητήσει δουλειά στο Θέατρο του Πειραιά. Μόλις είχε τελειώσει τη Σχολή του Κατσέλη. Και από τότε είμαστε μαζί. Με τη νεότητά της μπόλιασε εμένα και όλα όσα κάναμε. Με τον καιρό έγινε μια άξια συνάδελφος ηθοποιός. Παράλληλα είναι η εισηγήτρια του δραματολογίου καθώς έρχεται σε επαφή με έργα από όλον τον κόσμο. Τα διαβάζει και prima vista τα μεταφράζει σε μένα ενώ οι μεταφράσεις που κάνει για το θέατρο ξεχωρίζουν. Αρα κρατάει ένα μεγάλο μέρος, ίσως και το μεγαλύτερο του Θεάτρου Εξαρχείων».

Ο Τάκης Βουτέρης ξεχωρίζει τους δύο μονολόγους που θα ερμηνεύσει και ως προς τη θεματολογία και ως προς τη γλώσσα τους-«έχουν τη λατρεία του λόγου, της ελληνικής λέξης, κάτι που απουσιάζει αισθητά σήμερα». Ξεκινά με την ένταση του κειμένου του Μανιώτη για να καταλήξει στη γλυκύτητα του Καμπανέλλη. Στην αρχή είναι ο στρατηγός που απευθύνεται, σε άπταιστη καθαρεύουσα, στους νεοσύλλεκτους πριν από την πρώτη τους έξοδο στην πόλη. Τους μιλάει για τη διαστρωμάτωση της πόλης και τη συμπεριφορά τους- αλλιώς συμπεριφέρεσαι στο κέντρο, αλλιώς στην παραλία ή στις ακραίες συνοικίες. «Κάποια στιγμή» λέει ο Τάκης Βουτέρης «περνά στην προσωπική του ζωή και μιλάει με τους αντίστοιχους όρους σε μια de profundis εξομολόγηση ενός γεροστρατηγού που έχει συσσωρεύσει μέσα του μίσος». Και εκεί εμφανίζεται ο καλοκάγαθος κύριος Θωμάς, ο συνταξιούχος καθηγητής που ξενυχτάει και μιλάει στη γυναίκα του- σαν να είναι εκεί δίπλα του, κι ας έχει πεθάνει.

«Οχι, δεν θα άλλαζα τίποτα μέσα σε αυτά τα πενήντα χρόνια» καταλήγει. «Μόνο που θα ήθελα περισσότερη οικονομική άνεση στη δουλειά μουαλλά αυτό είναι κάτι που το μοιράζομαι με πολλούς. Ζούμε σε ένα κράτος που δεν αγαπά το θέατρο και αυτό είναι πολύ θλιβερό». Μοιρασμένος ανάμεσα στη σκηνοθεσία και στην υποκριτική, ξεχωρίζει και ρόλους και έργα μέσα σε αυτόν τον μισό αιώνα: τον μεσιέ Ενρί από την «Ευρυδίκη» του Ανούιγ στην Κύπρο, την «Αυλή των Θαυμάτων» του Καμπανέλλη στο ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων αλλά και με ερασιτέχνες στις φυλακές της Αίγινας, το «Μάνα, μητέρα, μαμά» του Διαλεγμένου στο Θέατρο του Πειραιά, την «Κυρία Κλάιν» με την Ελένη Χατζηαργύρη- «μια γνωριμία με έναν υπέροχο άνθρωπο και μια μεγάλη ηθοποιό», το «Σπασμένο γυαλί» του Μίλερ για την ερμηνεία της Αννίτας Δεκαβάλλα, όπως και τις «Χρωματιστές γυναίκες» του Ζιώγα… Τώρα είναι η σειρά για «Νύχτες εξόδου».

Η παράσταση «Νύχτες εξόδου» περιλαμβάνει τους μονολόγους «Η έξοδος» του Γιώργου Μανιώτη και «Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Τάκη Βουτέρη. Σκηνικά Μαγιού Τρικεριώτη, μουσική Πλάτων Ανδριτσάκης, φωτισμοί Αλέκος Αναστασίου. Η πρεμιέρα θα δοθεί στο Θέατρο Εξαρχείων, στις 15 Ιανουαρίου 2010, στις 21.00.

Το έργο της Λίζας Κρον «Πολύ καλά!» ανεβάζει το «Θέατρο Εξαρχείων»

Λύνοντας αντιφάσεις προχωρά η ζωή
  • Στόχος της είναι να προκαλεί το κοινό να σκέφτεται, διασκεδάζοντάς το. «Μ’ αρέσει» – λέει η ανατρεπτική Αμερικανίδα ηθοποιός και συγγραφέας Λίζα Κρον – «να κάνω τους θεατές να γελάνε και να αλλάζουν την οπτική τους γωνία. Είναι σημαντικό όταν βγαίνει απ’ το θέατρο ο κόσμος να βλέπει τα πράγματα λίγο διαφορετικά». Ενα έργο της Λίζας Κρον, μια παιχνιδιάρικη συγκινητική κωμωδία με τίτλο «Πολύ καλά!», που αναφέρεται στις σχέσεις μάνας – κόρης, την παιδική ηλικία και την οικογένεια, την κοινωνία και το ρατσισμό, αποφάσισε να ανεβάσει το «Θέατρο Εξαρχείων».
Διεισδυτικό βλέμμα
  • Η Λίζα Κρον – που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα – είναι μια πολυβραβευμένη συγγραφέας της νέας γενιάς, με πολλές κωμωδίες στο ενεργητικό της. Δαιμόνια χρήστης των θεατρικών μέσων, πειραματίζεται διαρκώς με τη φόρμα. Διαθέτει ιδιαίτερη πρωτοτυπία κι ένα πολύ διεισδυτικό βλέμμα. Καθώς ξεκίνησε από one woman shows, εντάσσει πάντα στα έργα της το κοινό, παίζοντας μ’ αυτό με αμεσότητα και σπάζοντας τη σύμβαση του «τέταρτου τοίχου».
  • «Ηταν πολλαπλή η χαρά μας» – λέει η Αννίτα Δεκαβάλα που υπογράφει τη μετάφραση και ερμηνεύει το ρόλο της κόρης – «όταν ανακαλύψαμε μια σπουδαία φωνή της σύγχρονης Αμερικής, τη Λίζα Κρον, και το πολύ ιδιαίτερο έργο της, που πολλοί μας λένε «μα δε μοιάζει με κανένα άλλο». Ανθρωπιά, λυρισμός, άφθονο χιούμορ και ανατρεπτικό πνεύμα χαρακτηρίζουν αυτή την τολμηρή ηθοποιό και συγγραφέα, που απ’ το περιθώριο των μικρών ανεξάρτητων σκηνών βρέθηκε με βραβεία στο Μπροντγουέι. Οσο για μένα που την ενσαρκώνω ζω μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή, γιατί ο ρόλος έχει την ιδιομορφία να απευθύνεται άμεσα στο κοινό και να παίζει μαζί του. Αυτό, απ’ τη μια, με δυσκόλεψε, κι απ’ την άλλη είναι πολύ απελευθερωτικό. Αυτή η άμεση επαφή με γεμίζει ζεστασιά».
  • Ηρωίδα του έργου είναι η ίδια η Λίζα Κρον, που νομίζει ότι έχει γράψει ένα «πολύ σοβαρό έργο για ζητήματα ψυχικής και σωματικής υγείας». Ομως, έχει κάνει το μοιραίο λάθος της να κουβαλήσει επί σκηνής, ως ζωντανό παράδειγμα, τη μητέρα της, έναν απίστευτα ενεργητικό άνθρωπο παγιδευμένο σ’ ένα ανήμπορο κορμί. Καθώς η Λίζα προσπαθεί να αφηγηθεί τι σημαίνει να μεγαλώνεις σε μια οικογένεια που η ζωή της κυριαρχείται από κοινωνικούς αγώνες και φοβερές αλλεργίες, και πώς η ίδια τις ξεπέρασε κι έγινε καλά, η τρομερή Μαμά (με τη μεγάλη αντιρατσιστική δράση στο παρελθόν) κερνάει το κοινό κουλουράκια, πιάνει φιλία με τους ηθοποιούς του θιάσου, και γενικά αποδιοργανώνει την παράσταση με τις αθώες (;) παρεμβάσεις της. Στο μεταξύ, οι ηθοποιοί αποφασίζουν ότι προτιμούν τη συντροφιά της Μαμάς απ’ το έργο της Λίζας, βγαίνουν από τους ρόλους τους κι επαναστατούν. Μ’ αυτά και με άλλα πολλά, το προσεκτικά οργανωμένο θεατρικό οικοδόμημα της Λίζας τινάζεται στον αέρα, καθώς η ίδια αρχίζει να καταλαβαίνει ότι το μυστικό για να είναι κανείς καλά κρύβεται στην ικανότητά μας να αποδεχτούμε τους άλλους και ν’ αγκαλιάσουμε τις αντιφάσεις της ζωής.

Ουμανιστικό έργο

  • «Η Αννα Κρον» – λέει η Ελένη Γερασιμίδου – «είναι ένα άτομο που σωματικά πάσχει από αλλεργικά νοσήματα – όπως η ίδια πιστεύει – που την κρατούν καθηλωμένη σε μια πολυθρόνα. Ωστόσο, αυτό δεν την εμποδίζει να είναι παράλληλα μια δραστήρια γυναίκα, με βαθιά δημοκρατικές ιδέες που πιστεύει με πάθος στη συνύπαρξη και το δικαίωμα στη διαφορετικότητα όλων των συνανθρώπων της. Θέλει ο κόσμος γύρω της να δημιουργεί και να εξελίσσεται ακολουθώντας το όνειρά του και το δικό του δρόμο. Προσεγγίζει τα πράγματα από την ανθρώπινη σκοπιά, την προσωπική όπως η ίδια λέει. Καταφέρνει να φτιάξει μια πολυφυλετική γειτονιά κερδίζοντας τη συμμετοχή της κοινότητας μέσα από εκδηλώσεις συλλογικού ενδιαφέροντος. Με την κόρη της τη συνδέει ουσιαστική και βαθιά αγάπη, ειλικρίνεια και κατανόηση. Καμαρώνει τη Λίζα αλλά παρεμβαίνει καταλυτικά όταν πιστεύει ότι η πραγματικότητα εξωραΐζεται για τις ανάγκες της θεατρικής διερεύνησης».
  • Οταν πρωτοδιάβασε το έργο ο Τάκης Βουτέρης, που σκηνοθετεί την παράσταση, όπως λέει ενθουσιάστηκε για πολλούς λόγους. «Ενας απ’ αυτούς ήταν ότι ήταν κωμωδία και το θέατρό μας είχε να παρουσιάσει κωμωδία από το 1992 που ανεβάσαμε τον «Ζορζ Νταντέν» του Μολιέρου. Ηταν επίσης το θέμα του που είναι καθαρά ουμανιστικό, σύμφωνο με την έως τώρα πολιτική του «Θεάτρου Εξαρχείων» και ότι έδινε την ευκαιρία στους έξι ηθοποιούς να πλάσουν ωραίους ρόλους. Και κάτι ακόμη, ότι τους δύο βασικούς ρόλους θα έπαιζαν η Ελένη Γερασιμίδου που εκτιμούσα από παλιά και η Αννίτα Δεκαβάλα. Η όλη δουλειά ήταν βασανιστική. Γιατί είχε απαιτήσεις. Να σχεδιαστεί σαν ένα φοβερά δύσκολο παιχνίδι σκάκι. Κι απ’ ό,τι δείχνει η μέχρι τώρα υποδοχή του κόσμου το παιχνίδι κερδήθηκε. Γέλια, συγκινήσεις κατέχουν το κοινό στη διάρκεια της παράστασης και το χειροκρότημα στο τέλος είναι ενθουσιαστικό. Είναι παρηγορητικό σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που περνάμε. Εξ άλλου κι εμείς έχουμε κρατήσει τις τιμές των εισιτηρίων ίδιες εδώ και τέσσερα χρόνια. Μακάρι και το ΥΠΠΟ να μας βοηθούσε να συνεχίσουμε το έργο μας που με τόσο κόπο και θυσίες κρατάμε ζωντανό από το 1976».

Σκηνικά – κοστούμια Παναγιώτα Κοκκορού, μουσική Πλάτων Ανδριτσάκης και φωτισμοί ο Αλέκος Αναστασίου. Παίζουν επίσης: Ανδρη Θεοδότου, Λιάνα Παρούση, Γιώργος Δεπάστας, Τάσος Πολιτόπουλος.

Σ. ΑΔΑΜΙΔΟΥ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 8 Μάρτη 2009

Λίζας Κρον «Πολύ καλά» στο «Θέατρο Εξαρχείων» – σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη,

Την παιχνιδιάρικη, συγκινητική κωμωδία της Λίζας Κρον «Πολύ καλά» ανεβάζει αύριο [Πέμπτη, 19/02] το «Θέατρο Εξαρχείων». Σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη, σκηνικά – κοστούμια Παναγιώτας Κοκκορού, μουσική Πλάτωνα Ανδριτσάκη, φωτισμοί Αλέκου Αναστασίου.Στο ρόλο της μάνας η Ελένη Γερασιμίδου και της Λίζας Κρον η Αννίτα Δεκαβάλλα (υπογράφει τη μετάφραση). Παίζουν επίσης: Ανδρη Θεοδότου, Λιάνα Παρούση, Γιώργος Δεπάστας, Τάσος Πολιτόπουλος.

Το έργο αναφέρεται στις σχέσεις μάνας – κόρης, την παιδική ηλικία και την οικογένεια, την κοινωνία και το ρατσισμό. Ηρωίδα του έργου είναι η ίδια η συγγραφέας, που νομίζει ότι έχει γράψει ένα «πολύ σοβαρό έργο για ζητήματα ψυχικής και σωματικής υγείας». Ομως έχει κάνει το μοιραίο λάθος να κουβαλήσει επί σκηνής, ως ζωντανό παράδειγμα, τη μητέρα της, «έναν απίστευτα ενεργητικό άνθρωπο παγιδευμένο σ’ ένα ανήμπορο κορμί».

Καθώς η Λίζα προσπαθεί να αφηγηθεί τι σημαίνει να μεγαλώνεις σε μια οικογένεια που η ζωή κυριαρχείται από κοινωνικούς αγώνες και φοβερές αλλεργίες, και πώς η ίδια τις ξεπέρασε κι έγινε καλά, η τρομερή μαμά (με τη μεγάλη αντιρατσιστική δράση στο παρελθόν) κερνάει το κοινό κουλουράκια, πιάνει φιλία με τους ηθοποιούς και αποδιοργανώνει την παράσταση με τις αθώες (;) παρεμβάσεις της. Οι ηθοποιοί αποφασίζουν ότι προτιμούν τη συντροφιά της μαμάς απ’ το έργο, βγαίνουν από τους ρόλους τους κι επαναστατούν.

Γλέντι με την… τρομερή μαμά

Γλντι με την... τρομερή μαμά

«Καταργεί Πολύ καλά! τις θεατρικές συμβάσεις η κωμωδία της Λίζας Κρον» λέει η Αννίτα Δεκαβάλλα και «δίνει ραντεβού» με την Ελένη Γερασιμίδου στα Εξάρχεια

Οι κωμωδίες δεν έμοιαζε να είναι το φόρτε τους. Ή τουλάχιστον έτσι έδειχναν οι επιλογές τους εδώ και αρκετά χρόνια. Η Αννίτα Δεκαβάλλα όμως υποστηρίζει ότι έψαχναν μια καλή κωμωδία, αλλά δεν μπορούσαν να τη βρουν. Να λοιπόν φέτος που ήρθε το «πλήρωμα του χρόνου» και στο «Θέατρο Εξαρχείων» ανεβάζουν κωμωδία και μάλιστα ανατρεπτική στη φόρμα, στο είδος, στα διαδραματιζόμενα επί σκηνής.

  • Σχέσεις μάνας – κόρης

Πρόκειται για την παιχνιδιάρικη συγκινητική κωμωδία με τίτλο «Πολύ Καλά!», το πιο πρόσφατο έργο της σύγχρονης Αμερικανίδας Λίζας Κρον, που αναφέρεται στις σχέσεις μάνας – κόρης, την παιδική ηλικία και την οικογένεια, την κοινωνία και τον ρατσισμό. Η πρεμιέρα προγραμματίζεται για τις 12 Φεβρουαρίου και η σκηνοθεσία είναι του Τάκη Βουτέρη. Μία ακόμη «έκπληξη» που μας επιφυλάσσει η παραγωγή είναι η συνεργασία της Ελένης Γερασιμίδου, καθαρόαιμης και δαιμόνιας κωμικού, με το «Θέατρο Εξαρχείων».

Το «Πολύ Καλά!» είναι ένα «θεατρικό γλέντι που, εκμεταλλευόμενο στο έπακρο τις θεατρικές συμβάσεις, τελικά τις καταργεί. Οι εκπλήξεις και οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη στο ιδιαίτερα εφευρετικό, αυτοβιογραφικό έργο της Κρον», εξηγεί η Αννίτα Δεκαβάλλα η οποία, εκτός από τη μετάφραση, κρατά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αυτόν της Λίζας στο έργο που δεν είναι άλλη από τη συγγραφέα.

Η Λίζα Κρον έχει γράψει ένα «πολύ σοβαρό έργο για ζητήματα ψυχικής και σωματικής υγείας» και θέλει να το ανεβάσει στο θέατρο. Ολα είναι έτοιμα, οι ηθοποιοί έχουν πάρει τις θέσεις τους. Το μοιραίο λάθος της έγκειται στο ότι έχει κουβαλήσει επί σκηνής, ως ζωντανό παράδειγμα, τη μάνα της (μαζί με μια γωνιά του σπιτιού της), «έναν απίστευτα ενεργητικό άνθρωπο παγιδευμένο σ’ ένα ανήμπορο κορμί». Καθώς η καημένη η Λίζα προσπαθεί να αφηγηθεί τι σημαίνει να μεγαλώνεις σε μια οικογένεια που η ζωή της κυριαρχείται από κοινωνικούς αγώνες και φοβερές αλλεργίες, και πώς η ίδια τις ξεπέρασε κι έγινε καλά, η τρομερή Μαμά (με τη μεγάλη αντιρατσιστική δράση στο παρελθόν) κερνάει το κοινό κουλουράκια, πιάνει φιλία με τους ηθοποιούς του θιάσου, και γενικά αποδιοργανώνει την παράσταση με τις αθώες (;) παρεμβάσεις της.

Σ’ αυτό συμβάλλει και μια παλιά συμμαθήτρια που βασάνιζε τη Λίζα στο δημοτικό, η οποία κάθε τόσο ορμάει απρόσκλητη στην παράσταση. Στο μεταξύ οι ηθοποιοί της παράστασης αποφασίζουν ότι προτιμούν τη συντροφιά της Μαμάς απ το έργο της Λίζας, βγαίνουν από τους ρόλους τους κι επαναστατούν.

Μ’ αυτά και με άλλα πολλά, το προσεκτικά οργανωμένο θεατρικό οικοδόμημα της Λίζας τινάζεται στον αέρα, καθώς η ίδια αρχίζει να καταλαβαίνει ότι «το μυστικό για να είναι κανείς καλά κρύβεται στην ικανότητά μας να αποδεχτούμε τους άλλους και ν αγκαλιάσουμε τις αντιφάσεις της ζωής».

«Διασκέδασα αφάνταστα δημιουργώντας τα δύο εξωθεατρικά πρόσωπα του έργου, τη μητέρα μου και τη Λόρη Τζόουνς, την εννιάχρονη συμμαθήτριά μου. Ακριβώς επειδή αγνοούν τους θεατρικούς κανόνες τους παραβιάζουν συνέχεια», σημειώνει η συγγραφέας. Και προσθέτει ότι την «ενδιαφέρει πάρα πολύ αυτό που μπορεί να βγει όταν κάποιος αγνοεί τους κανόνες. Κι αυτό έχει σχέση μ έναν απ τους λόγους που λατρεύω το θέατρο: για το πόσο ελαστική μπορεί να είναι η θεατρική φόρμα, για τις πρωτεϊκές ιδιότητες, την πολυσυλλεκτικότητα, την ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει το θεατρικό είδος, αλλά και για τη δυναμική και την ενέργεια που βγαίνουν από αυτή την ελευθερία».

«Η Λίζα Κρον θεωρείται δαιμόνια χρήστης των θεατρικών μέσων και πειραματίζεται διαρκώς με τη φόρμα» αναφέρει η Αννίτα Δεκαβάλλα. «Η τεχνική της είναι μαστορική, χωρίς αυτό ποτέ να την παρασύρει σε ένα εγκεφαλικό ή προγραμματικό θέατρο. Διαθέτει ιδιαίτερη πρωτοτυπία και ένα πολύ διεισδυτικό βλέμμα. Δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει όλα τα είδη του θεάτρου και εντάσσει πάντα στα έργα της το κοινό, παίζοντας μ αυτό με αμεσότητα, και σπάζοντας τη σύμβαση του τέταρτου τοίχου. Στο έργο της αντηχούν δικά μας ερωτήματα, οι επιθυμίες και οι φόβοι μας, και κάθε φορά μάς οδηγεί να κάνουμε το δικό μας ταξίδι».

Η ίδια η συγγραφέας λέει ότι θέλει να κάνει ένα θέατρο «ενδοφλέβιο», ένα θέατρο που να φτάνει κατευθείαν στην καρδιά και το μυαλό του θεατή. «Υπάρχει μια διαρκής αλληλεπίδραση με το κοινό. Αλλωστε εκείνο που μ ενδιαφέρει είναι αυτά που λέγονται ή που γίνονται στην παράσταση να σχηματίσουν ένα πλαίσιο όπου οι θεατές να προβάλλουν τις δικές τους σχέσεις και εμπειρίες. Η δυναμική του θεατρικού έργου βρίσκεται εκεί που συναντώνται όσα συμβαίνουν επί σκηνής με τη φαντασία του θεατή».

Η Λίζα Κρον είναι ηθοποιός αλλά και βραβευμένη συγγραφέας της νέας γενιάς, με πολλές κωμωδίες στο ενεργητικό της, και ιδρυτικό μέλος του επιτυχημένου θεατρικού σχήματος «Five Lesbian Βrothers». Επίσης διδάσκει θεατρική γραφή στο Γέιλ.

  • Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

«Πολύ Καλά!» της Λίζας Κρον. Μετάφραση: Αννίτα Δεκαβάλλα. Σκηνοθεσία: Τάκης Βουτέρης. Σκηνικά/Κοστούμια: Παναγιώτα Κοκκορού. Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης. Στον ρόλο της τρομερής Μαμάς η Ελένη Γερασιμίδου. Στον ρόλο της Λίζας Κρον η Αννίτα Δεκαβάλλα. Παίζουν: Ανδρη Θεοδότου, Λιάνα Παρούση, Γιώργος Δεπάστας, Τάσος Πολιτόπουλος.

«Θέατρο Εξαρχείων», προγραμματισμένη πρεμιέρα 12 Φεβρουαρίου.

Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 31/01/2009

Μάνα-ακτιβίστρια διαλύει παράσταση

ΣΤΟ «ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ!» ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΓΕΡΑΣΙΜΙΔΟΥ

Του Γιώργου Δ. Κ. Σαρηγιάννη, ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009
ο θίασος του «Πολύ καλά!» το  γλεντάει στο «Θ�ατρο Εξαρχείων». «Στόχος μου είναι να προκαλώ το κοινό  να σκ�φτεται, διασκεδάζοντάς το», λ�ει η συγγραφ�ας του Λίζα Κρον. «Μ΄  αρ�σει να κάνω τους θεατ�ς να γελάνε και να αλλάζουν την οπτική τους  γωνία. Είναι σημαντικό, όταν βγαίνει απ΄ το θ�ατρο, ο κόσμος να βλ�πει τα  πράγματα λίγο διαφορετικά»

Μάνα-ακτιβίστρια διαβρώνει ξεκαρδιστικά την παράσταση της κόρης-συγγραφέως στο «Πολύ καλά!» της Λίζας Κρον που ο Τάκης Βουτέρης ανεβάζει με Αννίτα Δεκαβάλλα και Ελένη Γερασιμίδου. Η Αμερικανίδα Λίζα Κρον- άπαιχτη στην Ελλάδα- είναι η συγγραφέας. Αλλά είναι, η ίδια, και ο ένας από τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους του έντονα αυτοβιογραφικού της έργου (2004) – «μεταμοντέρνο Πιραντέλο» θα το χαρακτήριζα λέει η Αννίτα Δεκαβάλλα η οποία τον ερμηνεύει με συμπρωταγωνίστρια την Ελένη Γερασιμίδου αλλά έχει κάνει και τη μετάφραση-, που με τον τίτλο «Πολύ καλά!» ανεβάζει ο Τάκης Βουτέρης στο «Θέατρο Εξαρχείων».

Βασικό στοιχείο του έργου- και ανατροπή στην εικόνα του ρεπερτορίου του «Θεάτρου Εξαρχείων» που σε άλλο ύφος μας έχει συνηθίσει, με θέματα πολύ σοβαρά και δραματικά-, ότι πρόκειται για ξεκαρδιστική (αλλά και τρυφερή) κωμωδία- της μουρλής, δηλαδή, γίνεται επί σκηνής…

Όπου, λοιπόν, η συγγραφέας Λίζα Κρον έχει γράψει ένα «πολύ σοβαρό έργο για ζητήματα ψυχικής και σωματικής υγείας» που ανεβάζει η ίδια.

Αλλά κάνει ένα λάθος μοιραίο: κουβαλάει επί σκηνής ως ζωντανό παράδειγμα, τη μάνα της, «έναν απίστευτα ενεργητικό άνθρωπο παγιδευμένο σ΄ ένα ανήμπορο κορμί». Η τρομερή μαμά- ακτιβίστρια, με μεγάλη αντιρατσιστική δράση στο παρελθόν- κερνάει το κοινό με κουλουράκια, πιάνει φιλία με τους ηθοποιούς του θιάσου και γενικά αποδιοργανώνει την παράσταση με τις αθώες (;) παρεμβάσεις της. Ξαφνικά οι ηθοποιοί αποφασίζουν ότι προτιμούν τη συντροφιά της μαμάς από το έργο της κόρης, βγαίνουν από τους ρόλους τους και επαναστατούν. Και το προσεκτικά οργανωμένο θεατρικό οικοδόμημα της Λίζας τινάζεται στον αέρα. Οι εκπλήξεις και οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη μέχρι την τελευταία στιγμή στο ιδιαίτερα εφευρετικό έργο που θέμα του έχει τις σχέσεις μάνας και κόρης, την παιδική ηλικία, την οικογένεια, την κοινωνία, τον ρατσισμό…

«Είναι ένα μοντέρνο έργο χωρίς να είναι μοντερνιά», το προσδιορίζει επιγραμματικά η Ελένη Γερασιμίδου. «Και έχει πολλές εκπλήξεις». «Θέλαμε χρόνια να κάνουμε κωμωδία», διευκρινίζει η Αννίτα Δεκαβάλλα για την επιλογή. «Εκείνο που μας τράβηξε στο έργο είναι ότι δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Είναι ένα πανηγύρι θεάτρου. Ό,τι υπάρχει στο θέατρο το εκμεταλλεύεται. Παίζει πολύ ανάμεσα στο τι είναι πραγματικότητα και τι είναι θέατρο. Αποδομεί το θέατρο αλλά διακωμωδώντας την αποδόμηση. Χωρίς να είναι καθόλου εγκεφαλικό».

«Ήθελα να ξαλαφρώσω λιγάκι από τον “Καυτό πάγο”»- (σ.σ.: το προηγούμενο έργο του «Θεάτρου των Εξαρχείων», που θέμα του ήταν η δολοφονία ενός παιδιού από έναν παιδεραστή- «και το έργο είναι μία κωμωδία. Με σύγχρονο προβληματισμό βέβαια», τη συμπληρώνει ο σύντροφός της Τάκης Βουτέρης που αυτήν τη φορά έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία. «Αλλά ήθελα και κάποια στιγμή να είμαι για λίγο και θεατής- καθώς δεν παίζω. Δουλέψαμε με μία αφοσιωμένη, όπως και όλοι οι συντελεστές, ομάδα ηθοποιών οι οποίοι στις δοκιμές είχαν πολλές ιδέες που τις δέχτηκα γιατί και το έργο τις δέχεται- είναι πολύ ανοιχτό. Και το διασκεδάσαμε. Με πολύ αυτοσχεδιασμό. Το έργο έχει ρεαλιστική έκφραση και ένα έντονο πιραντελικό στοιχείο- ποια είναι η αλήθεια;».

Ηθοποιός αλλά και πολυβραβευμένη συγγραφέας της νέας γενιάς, με πολλές κωμωδίες στο ενεργητικό της, ιδρυτικό μέλος του επιτυχημένου θεατρικού σχήματος Five Lesbian Βrothers («Πέντε Αδελφοί Λεσβίες»), η Λίζα Κρον πειραματίζεται διαρκώς με τη φόρμα και εντάσσει πάντα στα έργα της, καθώς έχει αρχίσει από ουάν γούμαν σόου, το κοινό.

Το «Πολύ καλά!» ανεβαίνει με σκηνικά και κοστούμια Παναγιώτας Κοκκορού, μουσική Πλάτωνα Ανδριτσάκη και φωτισμούς Αλέκου Αναστασίου. Παίζουν επίσης η Άνδρη Θεοδότου, η Λιάνα Παρούση, ο Γιώργος Δεπάστας και ο Τάσος Πολιτόπουλος.

ΙΝFΟ: Από τις 6 Φεβρουαρίου στο «Θέατρο Εξαρχείων» (Θεμιστοκλέους 69, Εξάρχεια, τηλ. 210-3300.879).

Σε μια πολυφυλετική γειτονιά

Η Ελένη Γερασιμίδου μιλάει για τον ρόλο της απίθανης μάνας. «Είναι μία γυναίκα ανήμπορη αλλά με πάρα πολύ χιούμορ, πολύ δυναμικό πλάσμα, πάρα πολύ ανοιχτό μυαλό, με ουσιαστικά καλές ιδέες για τις σχέσεις των ανθρώπων και τις ιδιαιτερότητές τους. Έχει οργανώσει μία πολυφυλετική γειτονιά. Με όλες τις δυσκολίες που μπορεί να έχει αυτό το εγχείρημα στην αρχή. Είχα μία μάνα παρόμοια που την έχασα τον Αύγουστο: ήθελε πάντα να ακολουθούμε τον δικό μας δρόμο. Ήταν για μένα παράδειγμα. Κι εκείνο που λέω είναι ότι το μόνο που επιτρέπεται στους γονείς να ονειρεύονται είναι να πραγματοποιηθούν τα όνειρα των παιδιών τους και όχι τα δικά τους για τα παιδιά. Προσπαθώ να το εφαρμόσω και με την κόρη μου και με τους μαθητές μου στη δραματική σχολή».

Νέες θεατρικές αυλαίες

«Πολύ καλά» στο«Θέατρο Εξαρχείων»

Στις 14 Γενάρη η Ομάδα «Νάμα» ανεβάζει στην Κεντρική σκηνή του «Επί Κολωνώ», την παράσταση «Οι Δανειστές» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ. Μια «τραγικωμωδία», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος το έργο του, στην οποία τα πάθη και οι έννοιες περιπλέκονται σε ένα λαβυρινθώδες κυνηγητό. Ο καθένας από τους χαρακτήρες διεκδικεί το δίκιο του, αναζητά το εγώ του, συγκρούεται με το παρελθόν του, απαιτεί να του επιστραφούν τα ψυχικά του δάνεια, «χτυπά» το αντίθετο φύλο σαν να είναι ο εχθρός του, ψάχνει απεγνωσμένα τον έρωτα και την αγάπη.Γραμμένο το 1888, την ίδια χρονιά που έγραφε και τη «Δεσποινίδα Τζούλια» και ένα χρόνο μετά το αυτοβιογραφικό του «Απολογία ενός τρελού», αποτελεί το αγαπημένο έργο του συγγραφέα. Σύμφωνα με τον Στρίντμπεργκ «Οι Δανειστές» είναι πέρα για πέρα μοντέρνοι, ανθρώπινοι, συναρπαστικοί. Τα τρία πρόσωπα είναι ενδιαφέροντα από την αρχή ως το τέλος. Πρόκειται για ένα έργο διαχρονικό, εφόσον μιλάει για τη σύγκρουση του άντρα με τη γυναίκα επιτυγχάνοντας μια ουσιαστική σκιαγράφηση των δυο φύλων πέρα από κάθε ηθογραφικό περιορισμό.

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης. Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης. Σκηνικά: Γιώργος Χατζηνικολάου. Κοστούμια: Λουκία Μιννέτου. Μουσική: Μάριος Στρόφαλης. Φωτισμοί: Βασίλης Κλωτσοτήρας. Παίζουν: Αθηνά Αλεξοπούλου, Θάνος Αλεξίου, Αγης Εμμανουήλ.

  • Στο «Θέατρο Εξαρχείων» ανεβαίνει, στο τέλος Γενάρη, το έργο της Λίζας Κρον «Πολύ καλά», σε σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη, με τους Ελένη Γερασιμίδου, Αννίτα Δεκαβάλλα, Ανδρη Θεοδότου, Λιάνα Παρούση, Γιώργο Δεπάστα και Τάσο Πολιτόπουλο. Τα σκηνικά – κοστούμια είναι της Παναγιώτας Κοκκορού, η μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου. Μια παιχνιδιάρικη συγκινητική κωμωδία για τις σχέσεις μάνας – κόρης, την παιδική ηλικία και την οικογένεια, την κοινωνία και το ρατσισμό. Το έργο πρωτοπαίχτηκε το 2004 στο «Public Theater» της Ν. Υόρκης. Ακολούθησε το ανέβασμά του στο «ACT» του Σαν Φρανσίσκο (2005) και τα βραβεία «Τόνι», «Outer Critics Circle Award» και «Drama League Award» για καλύτερο έργο της χρονιάς – και τώρα συνεχίζει την επιτυχημένη πορεία του με διάφορες παραγωγές σε όλη την Αμερική και στο Λονδίνο.