Category Archives: Βιβλία

Τρεις όψεις του κωμικού

  • Από τον Γιάννη Ε. Στάμο

**Joe Kingsley Orton, Loot (Τα λάφυρα), μτφρ.: Τώνια Ράλλη, εκδ. Scripta, σ. 144, 10 ευρώ

Ο Τζο Ορτον στο «Λουτ», το αδιαμφισβήτητο αριστούργημά του, αποδομεί και εκθέτει ανενδοίαστα τον υλισμό, την ανηθικότητα και την υποκρισία που διέπει την ανθρώπινη υπόσταση, προβάλλοντάς την υπό το πρίσμα της σύμφυτης φαιδρότητάς της, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα ως θεματοφύλακα και γεννήτορα αυτής της παρακμής τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τον άτεγκτο κρατικό παρεμβατισμό. Ο άγγλος θεατρικός συγγραφέας χαρακτηρίζεται ένας εκ των σπουδαιότερων δραματουργών της γενιάς του, παρά το γεγονός ότι στην εποχή του δεν έτυχε ανάλογης με το ταλέντο του αναγνώρισης. Το συγκεκριμένο γεγονός οφείλεται κυρίως στη λογοκρισία της συντηρητικής Αγγλίας, καθώς η καυστική σάτιρα και το αναρχικό του πνεύμα αποσκοπούσαν στον συθέμελο κλονισμό «ιερών» θεσμών και απαράβατων αξιών, που κανείς δεν είχε τολμήσει να θίξει με τόση ευθύτητα και έκδηλο ύφος. Αντιθέτως, ο Χάρολντ Πίντερ, το ταλέντο και το έργο του οποίου επισκίασε δικαιολογημένα τον Ορτον και τους υπόλοιπους σύγχρονούς του δραματουργούς, συνεπικουρείται από το υπερρεαλιστικό στοιχείο που διαποτίζει το έργο του και μεταφέρει στη σκηνή διφορούμενα μηνύματα, ανεξιχνίαστη και αμφίσημη κοινωνική σάτιρα, που διαφεύγει εν πολλοίς από τη θεσμοθετημένη «προληπτική λογοκρισία» που ίσχυε την εποχή εκείνη στην Αγγλία.

Η δραματουργία του Ορτον συμπεριλαμβάνει πληθώρα στοιχείων από το θέατρο του παραλόγου, αλλά παρεκκλίνει αναφορικά με την αμεσότητα των μηνυμάτων, το έντονο σκωπτικό ύφος και την καταιγιστική δράση που τη διακρίνει.

Η ιστορία τού Λουτ εκτυλίσσεται σ’ έναν σκηνικό χώρο εκπληκτικής σύλληψης, που εξυπηρετεί απολύτως το φαρσικό στοιχείο και τη σκωπτική διάθεση του συγγραφέα, συνθέτοντας διαχρονικά ένα από τα κορυφαία δείγματα μαύρης κωμωδίας.

Δύο νεαροί εγκληματίες στην απέλπιδα απόπειρά τους να ασφαλίσουν τη λεία που απέσπασαν από την έσχατη ληστεία τους, καταφεύγουν στο σπίτι του ενός κι ενώ διαδραματίζεται το μακάβριο χρονικό της κηδείας της μητέρας του, αντικαθιστούν το σώμα της νεκρής με τα λάφυρά τους. Τα κλοπιμαία οδεύουν προς αγιασμό και ενταφιασμό, γεγονός που εντείνει τα στοιχεία φάρσας και συνυφαίνει αριστοτεχνικά τον θρησκευτικό δογματισμό με την επιβουλή, το έγκλημα και την υποκρισία. Η μέχρι πρότινος «θεάρεστη και σεβάσμια» ατμόσφαιρα που είχαν διαμορφώσει ο πενθών σύζυγος και η ελευθερίων ηθών-θρησκόληπτη νοσοκόμα, διασπάται και διαρρηγνύεται από την παραβατική συμπεριφορά των δύο νεαρών και τη μετέπειτα εισβολή του διεφθαρμένου αστυνομικού που διερευνά την υπόθεση. Ο τελευταίος, αδυνατώντας να εξασφαλίσει ένταλμα, μεταμφιέζεται σε κρατικό υπάλληλο ύδρευσης, προκειμένου να διερευνήσει τον περιβάλλοντα χώρο. Η μορφή του μεταμφιεσμένου αστυνομικού και η μηχανική-παράλογη συμπεριφορά του εστιάζουν στο καφκικό στοιχείο του έργου και προβάλλουν την εφιαλτική περιδίνηση των ανθρώπων εν μέσω ενός άτεγκτου και αυθαίρετου κρατικού παρεμβατισμού.

Οι πρωταγωνιστές φέρονται αρχικά να διαγράφουν πορείες εκ διαμέτρου αντίθετες, αλλά με το πέρας της πλοκής καταλήγουν να συναρθρώνουν μια συμμορία «αγία-ομοούσια-αδιαίρετη», όπου το κάθε μέλος της διαπραγματεύεται το ποσοστό που του αναλογεί στη λεία, κι ενώ περιφέρεται αδιάλειπτα η συλημένη, μα τελετουργικά αγιασμένη, σορός της νεκρής. Ο αστυνομικός και η θεοσεβούμενη νοσοκόμα, η οποία στο μεταξύ αποδεικνύεται κατά συρροή δολοφόνος, αποτελούν τους κύριους εκφραστές και καθοδηγητές της συμμορίας, με τους άθρησκους και φαινομενικά ανήθικους ληστές να έπονται κατά πολύ σε υποκρισία και εγκληματική δράση. Ο χήρος σύζυγος, ο μοναδικός χαρακτήρας που οδηγείται στη φυλακή, παραμένει αμέτοχος σε αυτό το θέατρο του παραλόγου, ενώ εμφανίζεται θεοσεβούμενος και μονίμως πρόθυμος να εξυπηρετήσει την κρατική μηχανή και τα όργανα της τάξης. Στο αξιολογικό «κατάστιχο» του αναρχικού Τζο Ορτον, ωστόσο, η θρησκοληψία, η αβουλία, η μακαριότητα και πρωτίστως η εθελοτυφλία ενώπιον της κρατικής διαφθοράς ξεχωρίζουν ως τα ειδεχθέστερα εγκλήματα, όπου ο πρωταγωνιστής κρίνεται ένοχος στο σύνολό τους. Ο νομοταγής πρωταγωνιστής συλλαμβάνεται ουσιαστικά γιατί αποτελεί τον ηθικό αυτουργό μιας εν εξελίξει εκτρωματικής κοινωνίας, στην οποία η αδικία και η παραφορά γιγαντώνονται υπό την ανοχή και την απραξία του. Ο Τζο Ορτον συνθέτει ένα έργο άκρως πολιτικό και επίκαιρο, ένα δραματικό σύνολο σατιρικής τελειότητας, παραδίδοντας μαθήματα στους σημερινούς – αυτοαποκαλούμενους συνεχιστές του είδους.

**Marivaux, Ο θρίαμβος του έρωτα, μτφρ.: Ζωή Σαμαρά, εκδ. University Studio Press, σ. 114, 12 ευρώ

Ο θρίαμβος του έρωτα του Μαριβό, του μεγαλύτερου, μετά τον Μολιέρο, γάλλου κωμωδιογράφου, αποτελεί έναν θρίαμβο πολυσυλλεκτικής θεατρικής και φιλοσοφικής γνώσης. Η άχρονη τοποθέτηση της υπόθεσης και η ελλειπτική περιγραφή του χώρου εστιάζουν αναπόφευκτα στη συμβολική διάσταση της ιστορίας, όπου η δραματική αναπαράσταση αποκαλύπτει επί σκηνής αρχέγονα-ανθρώπινα ερωτήματα. Η διαλεκτική πολυσημία του κειμένου συμπυκνώνει και αντιπαραθέτει δεξιοτεχνικά το σύνολο των αντίρροπων φιλοσοφικών και ιδεολογικών τάσεων που εκδηλώθηκαν ή επαναπροσδιορίστηκαν κατά την περίοδο του γαλλικού Διαφωτισμού. Ο αγνός και άσπιλος έρωτας συγκρούεται με την αντισυμβατική λογική, μια παραλλαγή επικούρειας φιλοσοφίας, και θριαμβεύει. Ανακηρύσσεται σε συμπαντική δύναμη που διαφεντεύει την ανθρώπινη ύπαρξη, παρακάμπτει το μίσος, την ανηθικότητα και το πάθος για εξουσία, καθώς ο έρωτας προσβλέπει να αιχμαλωτίσει, την ίδια στιγμή που προσδοκά να κατακτηθεί.

Το ερωτικό στοιχείο εκφράζεται ως ένα διεκπεραιωτικό όργανο απόδοσης δικαίου, μία έκφραση ηθικής στην οποία απουσιάζει το ηδονικό πάθος, και εν πολλοίς εκείνη η αίσθηση φιλανθρωπίας που βρίθει στα έργα της νέας αττικής κωμωδίας. Ο έρωτας προβάλλεται ως η κορυφαία συναισθηματική εκδήλωση, η ισχύς του οποίου υποδαυλίζει κάθε είδους φιλοσοφική θεώρηση και απραξία. Δεν εγείρει τα σκοτεινά πάθη και τις ψυχικές θύελλες των τραγικών ηρώων, αλλά αντιθέτως προσλαμβάνεται ως ένα συναίσθημα «μέσου τύπου», το οποίο εκδηλώνεται σε κοινωνικούς κύκλους, όπου το έγκλημα και οι μεγάλες αρετές απουσιάζουν. Το λεπτεπίλεπτο και ευγενικών αποχρώσεων λεκτικό ύφος του Μαριβό δεν αποτελεί αυτοσκοπό του συγγραφέα, αλλά εξυπηρετεί στην εκζήτηση της θεματολογίας του, στην ακριβή μεταφορά επί σκηνής του αθυρματώδους ερωτικού παιχνιδιού, που αντανακλά έντονη φιλοσοφική σκέψη. Η πρωτόγνωρη λεπτότητα του ύφους τού Μαριβό, που λειτουργεί αντιστικτικά με την προβληματική που αναπτύσσει, κρίθηκε τόσο έντονη και προσωπική, που αποδόθηκε από τους κατοπινούς μελετητές του έργου του με τον όρο «μαριβοντάζ». Η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα του περίφημου «μαριβοντάζ» λαμβάνει συχνά διαστάσεις αδιαπέραστου προσκόμματος, τόσο για τους μεταφραστές του Μαριβό όσο και για τους ηθοποιούς και κυρίως τους σκηνοθέτες που αποπειρώνται να μεταφέρουν τα έργα του στο θεατρικό σανίδι. Η λεκτική ισορροπία του γαλλικού κειμένου παρουσιάζεται τόσο αριστοτεχνικά δομημένη, που η παραμικρή αστοχία από τον μεταφραστή είναι ικανή να κατακρημνίσει το αριστουργηματικό σύνολο στα Τάρταρα του ευτελούς και ανούσιου. Η ενδελεχής ενασχόληση και η βαθιά γνώση της γαλλικής γλώσσας και της δραματουργίας του Μαριβό από την ομότιμη καθηγήτρια της Θεωρίας της Λογοτεχνίας και του Θεάτρου, κ. Ζωή Σαμαρά, αναδεικνύει την αξία της παρούσης μετάφρασης αδιαπραγμάτευτη.

Η δεξιοτεχνική γραφή τού Μαριβό θριαμβεύει μέσω της λεκτικής μεταφοράς του πρωτότυπου στη γλώσσα μας, καθιστώντας μας «κοινωνούς» στη δραματουργική διάνοια του γάλλου κωμωδιογράφου.

**Κωνσταντίνος Μπούρας, Διασκευάζοντας μετ’ ευτελείας, εκδ. Φαρφουλάς, σ. 96, 9 ευρώ

Ο θεατρολόγος και συνεργάτης της Βιβλιοθήκης Κωνσταντίνος Μπούρας «φιλοκαλεί μετ’ ευτελείας», και με εχέγγυα την πολυετή ενασχόληση και σπουδή του στον τομέα του θεάτρου και των τεχνών μάς παραδίδει μια ιδιαίτερη, αισθητικά και θεματικά, εκδοχή τής Περικειρομένης του Μενάνδρου και του Κύκλου με την κιμωλία του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Ο συγγραφέας διασκευάζει αριστοτεχνικά, συνδυάζοντας την κλασική θεατρική αναπαράσταση με το θέατρο σκιών, όπου η δράση εναλλάσσεται μεταξύ σκηνής και μπερντέ, με τις φιγούρες να «επωμίζονται» ρόλο ηθοποιού σε ένα κβαντικό παιχνίδι υποκριτικής αλληλοδιαδοχής και ερμηνευτικής συμπλήρωσης. Τα γεγονότα της αφήγησης του κλασικού κειμένου δραματοποιούνται στον μπερντέ του καραγκιοζοπαίχτη, πράξη που συνιστά ένα καινοφανές είδος θεάτρου εν θεάτρω, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το θέατρο σκιών συνοδεύεται από την παντομίμα των ηθοποιών. Το συγκεκριμένο καλλιτεχνικό πόνημα και οι αναφορές σε μεταγενέστερους από τον Μένανδρο δραματουργούς, αναδεικνύουν τη θεατρική διακειμενικότητα, έχοντας ως αφετηρία το έργο του αρχαίου έλληνα κωμωδιογράφου, που επηρέασε καταλυτικά την υφολογική και θεματική εξέλιξη της κωμωδίας. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι το θέατρο του καραγκιοζοπαίχτη, μια ελληνική εκδοχή της κομέντια ντελ άρτε, αποτελεί ουσιαστικά απόληξη της νέας αττικής κωμωδίας, που είχε ως σημαντικότερο εκπρόσωπό της τον Μένανδρο.

Η ελεύθερη απόδοση, πιστή στη θουκυδίδεια ρήση, διακρίνεται από πληθώρα επικαιρικών στοιχείων, που αποτελούν ένα είδος αριστοφανικής παρεισαγωγής και κρίνονται επιτρεπτά, αν όχι επιβαλλόμενα, σε μια κωμωδία ηθών και καταστάσεων, που τυγχάνει ταυτόχρονα να μη διασώζεται πλήρης.

«Ο καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία», που τοποθετείται στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, αποδομείται και διασκευάζεται από τον συγγραφέα ως ένα θεατρικό παραμύθι για παιδιά. Η διασκευή εδώ διαφέρει από το πρώτο μέρος, καθώς δεν εξυπηρετεί τόσο την αισθητική άποψη της παράστασης, αλλά αποσκοπεί κυρίως να απευθυνθεί σε ένα διαφορετικό κοινό από το πρωτότυπο-κλασικό κείμενο. Η φόρμα και η δομή του έργου παραλλάσσονται, αλλά ο διαλεκτικός πυρήνας του διατηρείται ανέγγιχτος και αναλλοίωτος, αποδίδοντας με περισσή ευλάβεια τα κυρίαρχα συστατικά στοιχεία της μπρεχτικής φιλοσοφικής σκέψης, αναφορικά με τη μητρική αγάπη και την ανάγκη αλληλεξάρτησης της ανθρώπινης ηθικής και της αίσθησης δικαίου.

  • Βιβλιοθήκη, Πέμπτη 1 Απριλίου 2010