Category Archives: Βαρβέρης Γιάννης

Ερωτες ροκοκό, έρωτες ταπείνωσης

Ενας a cheval νέος – παλιός Μαριβώ κι ένας βίαιος έρωτας – Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Μαριβώ Η Κληρονομιά, σκην.: Φώτης Μακρής. Θέατρο: Νέος λόγος (studio Μαυρομιχάλη)

Ανδρέας Μήτσου Ο κύριος Επισκοπάκης, σκην.: Στέλιος Μάινας. Θέατρο: «Εύπλους» (στο «104»)

Με αδιάκοπη ευφορία παρακολούθησα τον νεωτερικό Μαριβώ («Η κληρονομιά»-1736) που σκηνοθέτησε φρέσκα και μοντέρνα ο Φώτης Μακρής. Κράτησε τη θέρμη της αμφίρροπης ως εκ του χρήματος ερωτικής πλοκής, σεβόμενος απόλυτα τον μετρ του είδους μεταφραστή Ανδρέα Στάικο και τις γλωσσικές του ταχυδακτυλουργίες, ενώ ουσιαστικά ένωνε διαρκώς την κλασική εποχή με τη σημερινή νευρώδη κινητικότητα και τη συμπεριφορά μας. Εξυπνα γκαγκ, γυμνή, μπρεχτίζουσα όψη (Γ. Λυντζέρης) κι ένας συνδυασμός παραδοσιακής υποκριτικής και νεανικής «τρελής» δροσιάς και αθωότητας μέσα σε περιβάλλον που θύμιζε «φτωχό θέατρο» του Γκροτόφσκι, ελάφρυναν το κλασικό marivaudage.

Στον Μαριβώ ο κίνδυνος σήμερα είναι να ακινητοποιήσεις τον θεατή σου στη θέση του ακροατή, κίνδυνο που με πολλά ανάλαφρα τεχνήματα (συμμετοχή του κοινού, ειρωνικό παίξιμο, τεχνικοί αιφνιδιασμοί, καταιγιστική ή διακεκομμένη δράση) απέφυγε ο Μακρής. Συνάμα, πλούτισε την παράσταση με Γάλλους τραγουδοποιούς (Adamo, Legrand, Gainsbourg), κατά τις οδηγίες ενός έκπαλαι λάτρη αυτής (και όλης) της μουσικής, του Ιάκωβου Δρόσου. Τις πρωταγωνιστικές εδώ χορογραφίες και την κίνηση επιμελήθηκε με επιθετική ζωντάνια η Στέλλα Κρούσκα, ιδεώδης κάτοχος και χειρίστρια, μαζί με τη δυναμική Μαρία Μαλταμπέ, του συγκεκριμένου μεικτού πλην νόμιμου ύφους που ζήτησε η σκηνοθεσία. Τις πλαισίωσαν, όχι στο ίδιο επίπεδο αλλά με διδαγμένη επάρκεια, ο Αλ. Αλπίδης, η Μαρ. Κορδώνη, ο Δημ. Πλειώνης και ο ίδιος ο Φ. Μακρής.

Ο θεατρικός οργανισμός «Νέος Λόγος» εργάζεται ποιοτικά αλλά ως πλάνης από το 1997. Στον δικό τους πια χώρο τα μέλη της ομάδας έλυσαν με απλότητα αλλά και πολλή προσοχή και φαντασία το αίνιγμα του εν ευφραδεία βαρύφορτου και περίπλοκου Μαριβώ ως ευχάριστου σημερινού θεατρικού επιχειρήματος. Δεν είναι καθόλου λίγο.

«Ο κύριος Επισκοπάκης»

Μια άλλου είδους επιτυχία κατήγαγε ο σημαντικός μας πεζογράφος Ανδρέας Μήτσου: μετέφερε χωρίς τραύματα ή μάλλον με πρόσθετες θεατρικές αρετές τη νουβέλα του «Ο κύριος Επιτροπάκης» στη σκηνή. Με ζωντανούς διαλόγους, βίαιες ανατροπές, ηθικές απογυμνώσεις ακραίων περιοχών της συνείδησης, «ταπείνωσε» το δειλό και συμβατικό άρρεν ως ανάξιο της μοιχείας, εφόσον επιστρέφει στον οικογενειακό κλωβό. Το θήλυ, ψηφίζοντας την ποίηση της ανδρείας, θα ακολουθήσει τον Βούλγαρο μόρτη, που από εκβιαστής οικογενειών μεταβάλλεται σε ερωτευμένο βιταλιστή εραστή.

Αν εξαιρέσει κανείς τη φιλολογική σκευή του Μήτσου, η οποία κατά σημεία τον οδηγεί στον εκφραζόμενο στοχασμό ή στο φιλοσοφικό τσιτάτο, το νεύρο της γραφής του, η λαϊκή του έως και λούμπεν γλώσσα και το πλούσιο μεταλλείο των ψυχογραφικών του παρατηρήσεων πλαισιώνουν το ερωτικό του τρίγωνο χαρίζοντάς του αλήθεια, οδύνη, αισθαντικότητα, πικρές γεύσεις και βαθύτερες καταγγελίες της ερωτικής αναπηρίας.

Νεοελληνικό θέατρο άρτιο παρέλαβε ο Στέλιος Μάινας (που έπαιξε με επιθετική «απόγνωση» έναν ουτιδανό και γελοίο Επισκοπάκη) και μας το παρέδωσε με όλους τους χυμούς, τη σφοδρότητα και τα απροσδόκητά του. Βοηθήθηκε πολύ και πολύ ουσιαστικά από τους αλλοδαπούς συσκηνοθέτες Κρίστοφερ Μπίτσινγκ και Ντάγκλας Φουτ, που κατηύθυναν με εμπνευσμένο και σίγουρο χέρι τους φωτισμούς, την εικόνα, τους ήχους. Ο Πάνος Βασιλονικολός, με εξαίρετα μουσικά κομμάτια, έντυσε αισθηματικά την παράσταση, ενώ, πέρα από τα αρμόδια κοστούμια, η Αγγελική Αθανασιάδου χρησιμοποίησε ως ιδιοφυές σκηνικό ένα μεγάλο «μεκανό» για πολλές μεταμορφώσεις και χρήσεις.

Ο νταής του Κώστα Καζανά ήταν νομίζω ό,τι καταλληλότερο, αβίαστο, φυσικό και λάμπον μέσα στο όλο εγχείρημα. Κολακεύομαι που τον είχα ξεχωρίσει από το 1982 στο «Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης» του Νίκου Ναουμίδη, στα «Γούστα του κυρίου Σλόαν» του Ορτον. Τέλος, η Κάτια Σπερελάκη (το γυναικείο διακύβευμα) χάρισε στον εαυτό της μια χρησιμότατη μαθητεία μέσα σ’ αυτό το εντυπωσιακό σύνολο.

Advertisements

Τόμας Μίντλτον – Ουίλιαμ Ρόουλεϊ, Οι αλλοπαρμένοι, σκην.: Κοραής Δαμάτης. Θέατρο: Αγγέλων Βήμα

Οταν το Ελισαβετιανό μαχαίρι βυθίζεται χωρίς οίκτο παντού – Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Τόμας Μίντλτον – Ουίλιαμ Ρόουλεϊ, Οι αλλοπαρμένοι, σκην.: Κοραής Δαμάτης. Θέατρο: Αγγέλων Βήμα

Ο Ελισαβετιανός συγγραφέας κωμωδιών και δραμάτων Τόμας Μίντλτον (1570 – 1627) κρατάει μια ζηλευτή θέση δίπλα στους συγκαιρινούς του, τον Μάρλοου, τον Φλέτσερ, τον Ντέκερ, τον Φορντ, έχοντας κατά πολλούς της εποχής του επισκιάσει και τον Σαίξπηρ – υπερβολές…

Αρνησίθεος, δεινός ανατόμος και επαναστάτης, έγινε συχνά θύμα της βασιλικής δυσμένειας, που έφθασε μέχρι το βαρύ πρόστιμο ή και τη βίαιη λογοκρισία. Οσο λογικό μοιάζει αυτό το τελευταίο για τους δικούς του καιρούς, άλλο τόσο επίκαιρος γίνεται για τους ίδιους λόγους σήμερα. Η ακρότητά του, ιδίως στο αριστούργημά του «Οι αλλοπαρμένοι» (1622), οδηγεί την αμαρτία στην αποθέωσή της και αναβιβάζει το έγκλημα σε απόλυτη αξία, μετρούμενη μόνον ως υλική ανταμοιβή. Εδώ οι άνθρωποι βυσσοδομούν, δολοφονούν αντί πινακίου κλίνης, προδίδουν δίχως ενδοιασμούς τους αγαπημένους και μη, και ενθρονίζουν την απροκάλυπτη σεξουαλική πράξη σε εφαλτήριο οριακού πάθους. Η πλοκή του έργου είναι καταιγιστική και ως ανελέητη ανάγεται σε ποιητική. Ο Μίντλτον έγραψε τους «Αλλοπαρμένους» σε συνεργασία με τον σύγχρονό του κωμικό ηθοποιό και κλόουν Ουίλιαμ Ρόουλεϊ. Νόμιμα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι στον Ρόουλεϊ οφείλεται η αντιστικτική προς την κύρια πλοκή κίνηση των «τρελών ηρώων» ενός βουλιμικού και ασελγούς φρενοκομείου, στο οποίο η πράξη προηγείται της σκέψης και το ένστικτο της συνείδησης.

Υπέρ και κατά

Δύσκολο όσο και ποιοτικά φιλόδοξο το σχέδιο του Κοραή Δαμάτη να αναμετρηθεί μ’ αυτό το πυρίκαυστο υλικό. Ποια ήταν τα υπέρ και ποια τα κατά του; Είχε στη διάθεσή του μια ανθεκτική μετάφραση, την οποία είχε φιλοτεχνήσει, ίσως με κάποια συστολή αλλά με γνήσια θεατρικότητα, ο Γιώργος Σεβαστίκογλου το 1983 για την θνησιγενή ομάδα «Αεικίνητον». Είχε ακόμα τη φαντασία και το σκηνοθετικό δυναμισμό να οργανώσει γύρω από οργιώδεις αιωρούμενες κλίμακες έναν κόσμο σκαληνό, σάπιο, φοβογόνο, ερωτισμικό, σκοτεινό μέσα στα ημίφωτα των προθέσεων και φωτεινό στις λάμψεις του φονικού αίματος. Είχε ακόμα μια προσωπική σκέψη, για «φαρφουρένια» κοστούμια, που όμως κατά περίεργο αναμαγευτικό τρόπο παρέπεμπαν και στο ελισαβετιανό σύμπαν, στη διαστροφική εκδοχή του.

Από την άλλη μεριά, δεν φρόντισε να υποτάξει το «φρενοκομείο» του σε λογικές εσωτερικού χώρου, με συνέπεια να παράγεται ανεπιθύμητος θόρυβος και να κινδυνεύσει σοβαρά η αντίστιξη προς την κεντρική δράση.

Ελλειψη

Η αληθινή όμως έλλειψη της παράστασης ήταν η ανυπαρξία νέων ηθοποιών ειθισμένων στη βαρύτητα της λέξης, στο εννοιολογικό της φορτίο, στη μουσική της φράσης και, τελικά, στο όλον ύφος ως δήλωση πειστικού επιχειρήματος. Απ’ αυτή την άποψη αλλά και γενικά ως σκηνικές οντότητες στάθηκαν μόνον ο Δημήτρης Καραμπέτσης και ο Δημήτρης Μαύρος. Δεν θα αρνηθώ πάντως το μόχθο και την ένταση στερημένους όμως από εσωτερική συνοχή και την απαιτούμενη εν προκειμένω τεχνική, των: Λεωνίδα Χρυσομάλλη, Χρήστου Γεωργαλή, Κορίνας Χρυσάιδου, Σοφίας Αθανασοπούλου, Σήφη Πολυζωίδη, Μανώλη Χουρδάκη.

Επαινος στις φελλινικές-τρομακτικές μάσκες των Δήμητρας Καίσαρη και Κατερίνας Θεοφιλοπούλου, προσωπεία μιας ελευθέριας ηθικής και μιας παγανιστικής βακχείας που λοιδορεί τη χριστιανική αρετή. Βλέποντας το αβυσσαλέα αιματηρό φινάλε των «Αλλοπαρμένων» θυμήθηκα την ωραία ρήση του ρουμανογάλλου φιλόσοφου του 20ού αιώνα Ε. Μ. Σιοράν: «Τι ωφελεί τον άνθρωπο να κερδίσει τον κόσμο αν πρόκειται να χάσει την ψυχή του; Να κερδίσει τον κόσμο, να χάσει την ψυχή του! Έκανα κάτι καλύτερο: έχασα και τα δύο».

Εθνικό Θέατρο: Το ημέρωμα της στρίγγλας

Κάτω απ’ τη φόδρα του παραμυθιού, η αιώνια ερωτική πάλη – Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Το ημέρωμα της στρίγγλας. Σκην.: Κωνστ. Αρβανιτάκης. Θέατρο: Εθνικό (Κοτοπούλη–Ρεξ)

«Παίζει θέατρο μαζί μου. / Βάφεται, αλλάζει ρούχα, / αλλάζει μακιγιάζ. Αλλάζει παρέες. / Μεθάει. Πολλές φορές / κρατάει μαχαίρι και με απειλεί. / Χιόνι, και λιώνει η μοίρα μου: / η σκοτεινή, η αμάραντη, η βουβή». [Γιάννης Κοντός, «Ηλεκτρισμένη πόλη», 2008]

Βίος και παίγνιον: Ο Σαίξπηρ στήνει και βασίζεται στο δεύτερο για να ερμηνεύσει το πρώτο, για να δείξει, ιδίως στο «Ημέρωμα της στρίγγλας» (1524), από ποια επώδυνη υποταγή πρέπει να περάσει το εμπόλεμο θήλυ ώστε να μπορέσει, δήθεν ηττώμενο, να νικήσει τον κατ’ επίφαση θηριοδαμαστή του άρρενα. Πρόκειται για ένα έργο γεμάτο κινδύνους. Φορτωμένο με επιδράσεις του Αριόστο, με στοιχεία της κομέντια ντελ άρτε, με αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις, με φαρσικούς τόπους και με μια επικαλύπτουσα τα πάντα δήθεν ανεμελιά, θέτει ζωηρά ερωτήματα ως προς το «νόμιμο» ανέβασμά του. Επικρατέστερη σύγχρονη πρακτική υπήρξε εκείνη της ανοιχτής φόρμας απέναντι στην ερμηνεία ενός εκάστου των ρόλων, πρακτική που μέσα απ’ τον ελευθέριο αυτοσχεδιασμό, κοντινότερο προς τη φάρσα, εγκυμονεί τον κίνδυνο της ανομοιομορφίας και της απουσίας κάθε ενιαίου υφολογικού ερείσματος. Στις περιπτώσεις αυτές μοιραία το κείμενο υποχωρεί υπέρ ενός εντυπωσιοθηρικού, άκρως παιγνιώδους εγχειρήματος. Ισως ένα αχρονικό κοίταγμα του έργου με κοστούμια που δεν ανακαλούν ούτε το χρόνο του κειμένου ούτε εκείνον της παράστασης, υποστηρίζει το παραμύθι, όχι εις βάρος και των κοινωνικών του σημάνσεων.

Το κυρίαρχο αρχετυπικό παιχνίδι του έρωτα που τελειούται μέσα σε μια κρημνοβατούσα ισότητα των δύο φύλων περιέχει έναν μαγικό ρομαντισμό, ο οποίος «ευθύνεται» για τη συγκίνηση του ευρύτερου κοινού. Τον ρομαντισμό αυτόν τον συνοδεύει η απλότητα και η εν θεάτρω θεατρικότητα των γλαφυρών παράλληλων ιστοριών θλιμμένης ευθυμίας (π.χ. οι ψευδαισθήσεις του Ζούλα). Εκ παραλλήλου, ιδιαίτερη προσοχή οφείλει να δοθεί στις αντιμαχόμενες έννοιες της πολύφερνης απ’ τη μια και της βαθιά ερωτευμένης απ’ την άλλη γυναίκας, «μονομαχία» άκρως σημαντική για τις περί γάμου αντιλήψεις του ελισαβετιανού κόσμου. Στο μεταξύ, παρότι λαϊκών συμπεριφορών, οι διακινούμενοι ήρωες έχουν όλοι αστικές προθέσεις προσωπικών διακανονισμών.

Καμία από τις προαναφερθείσες πρακτικές δεν υιοθέτησε στο Εθνικό ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης. Ισως πλησίασε τη φάρσα, αλλά κι αυτήν υπονομευμένη. Συνέγραψε ο ίδιος μια απλουστευμένη διασκευή, που σίγουρα δεν φλερτάρισε με το μεταμοντέρνο αλλά και σίγουρα κατέστησε ασαφή την κεντρική πλοκή του έργου. Με τη δραματουργική συνεργασία της Ελενας Καρακούλη παρέδωσε στον σκηνοθετικό εαυτό του ένα κείμενο αφαιρετικό, σε μια απίστευτη, όμως, υβριδική γλώσσα. Στην πρόθεση του κ. Αρβανιτάκη να ενωτισθεί το νεανικό κοινό μια σαιξπηρική κωμωδία δύσκολης πια προσέγγισης, κατέφυγε στη γλώσσα του κοινού αυτού. Και όχι μόνον. Μπέρδεψε καθαρεύοντες τύπους με προχωρημένη αργκό, έστησε τραβηγμένες έως ανόητες ομοιοκαταληξίες υποτίθεται για να βοηθήσουν την ταχύτητα και τη μουσικότητα του λόγου, κατέφυγε σε πολλά φτηνά και λίγα πετυχημένα καλαμπούρια επιθεωρησιακής καταγωγής. Το υλικό αυτό τον οδήγησε αναπότρεπτα σ’ ένα είδος τσίρκου, σε κλοουνίστικα ταμπλό βιβάν και στις ανάλογες πολύχρωμες φορεσιές (τα εξετέλεσε με κέφι η Ελένη Μανωλοπούλου). Εύκολα θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την παράσταση αυτή ως μία ασεβή αρλεκινάδα, την οποία ωστόσο κίνησε με επιμέλεια στα ομαδικά σχήματα η Κατερίνα Παπαγεωργίου. Το όλον επίσης φλυάρησε σε πολλά σημεία, ενίοτε ο λόγος δεν ακουγόταν, οι δε σαχλοί εξυπνακισμοί περίσσεψαν. Μηχανεύτηκε εντούτοις ο κ. Αρβανιτάκης και μερικές ευτυχείς στιγμές που προκάλεσαν αβίαστο γέλιο ή σε εντυπωσίαζαν με τον συντονισμό τους.

Χαρακτήρες

Οι ηθοποιοί του -τι να έκαναν;- υπάκουσαν πλήρως στη δεδομένη οδηγία. Ο Ακης Σακελλαρίου (Πετρούκιος) ήταν ο κορυφαίος. Επαιξε με πλήρη άνεση και εσωτερικό χιούμορ· ίσως ήταν ο μόνος που έδωσε απόλυτα και τον χαρακτήρα. Ξεχώρισα ακόμη τον έμπειρο κωμικό Αλέξανδρο Μυλωνά (Μπατίστα), τον αφελή και φαιδρογόνο Γκρέμιο του επανεμφανισθέντος Ηλία Ασπρούδη, τον πολύ δυναμικό νέο κωμικό Σωκράτη Πατσίκα, που και πέρυσι είχα εντοπίσει στον «Ασχημο», τον αεράτο και πάντα κομιστή εποχής Γιάννη Νταλιάνη (Βιντσέντσιο) και τη χαριτωμένη ενζενί Εμιλυ Κολιανδρή (Μπιάνκα). Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι μια εκλεκτή ηθοποιός με σπάνια επαγγελματική συνείδηση. Νομίζω ότι αυτή τη φορά δεν «ξεκλειδώθηκε», δεν πήρε το παιχνίδι στα χέρια της, ξέχασε ή δεν μπόρεσε να βρει το κωμικό στίγμα της στρίγγλας Κατερίνας.

Μια παράσταση με πάρα πολλές ενστάσεις και ερωτήματα. Το μεγαλύτερο; Με ποιους τρόπους κερδίζεται σήμερα το σύγχρονο, και μάλιστα όχι βρετανικό, κοινό, απ’ τις σαιξπηρικές κωμωδίες; Μήπως την -αόριστη- απάντηση την έχει δώσει ο ίδιος ο Σαίξπηρ; «Η τέχνη δεν είναι για τους πολλούς. Ούτε για τους λίγους. Είναι πάντα για τον καθένα χωριστά».