Category Archives: Βία και θέατρο

Ωμή βία, ψημένοι θεατές

«ΡΟΤΒΑΪΛΕΡ»

«ΡΟΤΒΑΪΛΕΡ»

  • Συνηθισμένοι από τις σκηνές φρίκης που καθημερινά δείχνει η τηλεόραση αλλά και το σινεμά, οι θεατρόφιλοι δεν σοκάρονται από παραστάσεις ακραίου ρεαλισμού που όλο και αυξάνουν. Πώς αντέχουν οι θεατές τη θέα ενός δεκαπεντάχρονου που μασουλάει με ευδαιμονία το νεκρό χέρι μιας καλόγριας ή κάνει έρωτα με τη μητέρα του; Πώς βλέπουν μια μητέρα που σκοτώνει και φυτεύει σε γλάστρες τα εννέα παιδιά της; Οι περισσότεροι αντέχουν χωρίς δυσκολία, αν κρίνουμε από το ότι το στοιχειωμένο από φρίκη ρεπερτόριο του σύγχρονου θεάτρου καλά κρατεί.
  • Καινούρια έργα ακραίου ρεαλισμού φέρνουν στη σκηνή βία, συχνά μάλιστα ωμή. Οι συγγραφείς τους δεν περιορίζονται σε υπαινιγμούς και στρογγυλέματα αλλά λένε και δείχνουν τα πράγματα με τ’ όνομά τους… Κι αν ισχυριστούμε ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο της εποχής που «πουλάει», οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι συγχρόνως αποτελεί και τον καθρέφτη της: Από πού ν’ αντλήσουν οι συγγραφείς αν όχι από τη ζοφερή πραγματικότητα;
  • Μπορεί οι κωμωδίες να μη χάνουν την πρωτοκαθεδρία, αλλά τα σκληρά, πολιτικοκοινωνικά έργα δεν απωθούν το κοινό. Ο κόσμος, όσο κι αν έχει εξουθενωθεί από την καθημερινή βία που εισπράττει έξω στην κοινωνία αλλά και μέσα στο σπίτι -από την τηλεόραση-, θα προτιμήσει τις παραστάσεις που διηγούνται κάτι σημαντικό, έστω και με βίαιο τρόπο. Εχει, μάλιστα, την ικανότητα να ξεχωρίζει εκείνες που έχουν στόχο απλώς να γαργαλήσουν ηδονοβλεπτικά. Ετσι κι αλλιώς ο θεατής εξοικειώθηκε για πρώτη φορά με τη βία μέσω του κινηματογράφου, προτού ακόμα γίνει το φιλέτο της τηλεόρασης ή του Ιντερνετ.
  • Κάποτε ο δάκτυλος του λογοκριτή ψαλίδιζε ή απαγόρευε κείμενα και μάλιστα μεγάλων συγγραφέων όπως του Στρίντμπεργκ ή του Βέντεκιντ. Σήμερα, το τέλος της λογοκρισίας ευνοεί και ενθαρρύνει κάθε είδους ακρότητα στη σκηνή. Κι όμως, η βία ουδέποτε εξέλιπε από το θέατρο. Τη συναντούμε από το αρχαίο δράμα, ψυχολογική και σωματική, μέχρι τον Σέξπιρ.
  • Η πλειονότητα των έργων που έχει ανεβάσει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο Θεάτρο του Νέου Κόσμου εμπεριέχουν βία: «Βρωμιά» του Σνάιντερ, «Βόιτσεκ», «Motortwn», «Καθόλου καλά», πρόσφατα το «Σφαγείο». Στον «Υπολοχαγό του Ινισμορ», λέει ο σκηνοθέτης, είδε για πρώτη φορά θεατή να κλείνει τα μάτια ή να κρύβει το πρόσωπό του με το πρόγραμμα. Ηταν οι σκηνές όπου ο Δ. Πιατάς πετσόκοβε πτώματα, έγδερνε γάτες κ.λπ. «Αυτές τις σκηνές σκέφτηκα να τις μαλακώσω λίγο, αν και κατά τη γνώμη μου η πιο βίαιη σκηνή διαδραματιζόταν στο «Καθόλου καλά», όπου ο ήρωας βασάνιζε, πριν σκοτώσει, ένα κοριτσάκι. Η ελευθερία στην έκφραση βοηθάει πολύ στο ανέβασμα σκληρών έργων. Απόπειρες λογοκρισίας, όπως έγινε πρόσφατα από ομάδα φανατικών θρησκόληπτων με το «Θείο Βρέφος», αντιμετωπίζονται -ευτυχώς- από τον κόσμο με χλευασμό και από τη Δικαιοσύνη με σύνεση. Το ζήτημα είναι η πρόθεση του συγγραφέα: θέλει να σοκάρει επί τούτου ή να πει κάτι σοβαρό; Τότε η βία έχει λόγο ύπαρξης».

Σχέσεις αίματος

  • Οι μαύρες κωμωδίες, πάντως, διαθέτουν ισχυρά «άλλοθι». Ακροβατούν ανάμεσα στη βία και το διογκωμένο αστείο, αποφορτίζοντας τα τρομερά και φοβερά που συμβαίνουν επί σκηνής… Τέτοια έργα προτιμούνται ιδιαιτέρως τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό θέατρο. Ανάμεσά τους εκείνα των Ιρλανδών Εντα Γουόλς και Μάρτιν Μακντόνα. Στη «Βασίλισσα της ομορφιάς» του Μακντόνα, που παρουσιάζεται σε μια ενδιαφέρουσα παράσταση στο θέατρο «Βικτώρια», η κόρη σκοτώνει τη μητέρα της, ενώ στη «Φάρσα της οδού Γουόλγορθ» του Γουόλς, που παίχτηκε στο Από Μηχανής Θέατρο, οι συγγενείς που αλληλοσκοτώνονται συνθέτουν ποδοσφαιρική ομάδα…
  • Ενα ακόμη έργο του Μακντόνα, τον «Πουπουλένιο» (εδώ σκοτώνονται μικρά παιδιά), θα ανεβάσει τον επόμενο μήνα ο Γρηγόρης Χατζάκης σ’ ένα εγκαταλειμμένο σπίτι στου Ψυρρή…
  • Η βία παρουσιάζει ποικιλία μορφών και αναφορών στα έργα: στις ερωτικές σχέσεις («Ο κύριος Επισκοπάκης» του Α. Μήτσου, «Misery» στο θέατρο Χώρα για δεύτερη σεζόν), στην οικογένεια («Χοντροί άντρες με φούστες»), στο θέμα των μεταναστών («Φωτιά και νερό» της Χρύσας Σπηλιώτη), στην πολιτική («Σφαγείο», «Αραβοϊσραηλινός τσελεμεντές») και σε κοινωνικά θέματα («Ροτβάιλερ», με ήρωα έναν σκίνχεντ).
  • Στην πάνω αίθουσα του θεάτρου «Χώρα», όπου παίζεται το έργο του Νίκι Σίλβερ «Χοντροί άντρες με φούστες», ο ανήλικος πρωταγωνιστής διατρέχει όλη την γκάμα των θανάσιμων αμαρτημάτων: κανιβαλισμό, αιμομειξία, πατροκτονία, μητροκτονία, κατά συρροή δολοφονίες. Ο ανατρεπτικός Σίλβερ τινάζει στον αέρα ολόκληρο τον οικογενειακό ιστό με αναίδεια, βία και αποτρόπαιο χιούμορ. Η επιλογή του έργου έγινε από τον νεαρό Χρήστο Καρχαδάκη στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα. «Ολα αυτά συμβαίνουν μέσα στην ειδική συνθήκη που έχει προκαλέσει ένα αεροπορικό ατύχημα. Οι «Χοντροί» ισορροπούν στο αίσθημα του θεατή γιατί φέρουν την ελαφράδα της μαύρης κωμωδίας. Οι εναλλαγές μάς κάνουν να ξεχνάμε την απόλυτη βία».

Με αφορμή αληθινά γεγονότα

  • Αλλά και πραγματικά βίαια περιστατικά, που σόκαραν κατά καιρούς την κοινή γνώμη, εμπνέουν τους συγγραφείς. Φέτος είδαμε το «Βόλφγκανγκ», γραμμένο από το Γιάννη Μαυριτσάκη, με δραματουργικά δάνεια από την περιπέτεια της Αυστριακής Νατάσα Κάμπους και σ’ ένα μήνα θα παρακολουθήσουμε ξανά από το Εθνικό Θέατρο ένα ελληνικό έργο γραμμένο από τον Μανώλη Τσίπο, βασισμένο στην ιστορία μιας Γερμανίδας Μήδειας. Το 2005 μια γυναίκα γεννά, σκοτώνει και θάβει σε γλάστρες του σπιτιού της μητέρας της τα εννέα νεογέννητα παιδιά της!
  • Το «Σαμπίνε», μάλιστα, βραβεύτηκε στο διαγωνισμό συγγραφής ελληνικού έργου για νέους έως 36 ετών που διοργάνωσε το Εθνικό Θέατρο σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς. Ο σκηνοθέτης Ανέστης Αζάς, θέλοντας να αποφορτίσει την ένταση που παράγει το θέμα μιας κατά συρροήν παιδοκτονίας, επέλεξε τη φόρμα της οπερέτας.
  • Αλλά πώς ερμηνεύει η Μαρία Τσιμά έναν τέτοιο ρόλο; «Στέκομαι αδύναμη να κατανοήσω τόσο ακραίες πράξεις. Τι μπορεί να κάνει ένας ηθοποιός; Το αίτημα αναφέρεται σε μια τέχνη μαρτυρική, παρηγορητική αλλά και ειρωνική και κριτική ταυτόχρονα. Οπως ο ζωγράφος χρησιμοποιεί χρωματιστά μολύβια με ευαισθησία αλλά και σκληρή σινική μελάνη για να συμπληρώσει την εντύπωση των ακραίων αντιθέσεων, έτσι κι ο ηθοποιός επιστρατεύει σκληράδα και τρυφερότητα για να συμπληρώσει την εντύπωση ενός ρόλου που κινείται στο χώρο της ακρότητας. Οπλίζεται με χιούμορ, ελέγχει το μελοδραματισμό, ελαφραίνει τις θλιβερές πλευρές του δραματικού προσώπου, σαρκάζει, αυτοσαρκάζεται και υπονομεύει. Προσπαθεί να αναγνωρίσει τη βία που έχει μέσα του, κατανοεί το γεγονός ότι μπορεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, να γίνει ο ίδιος βίαιος. Ετσι κι αλλιώς η βία πουλάει, έγινε μόδα. Ομως, αν η τέχνη μπορεί να μας κάνει να νιώσουμε ως πραγματική εμπειρία την αναπαράστασή της κι όχι απλά σαν ένα ακόμα θέαμα, διατηρούμε την ελπίδα ότι μπορεί να γίνουμε λιγότερο βίαιοι στη ζωή μας». *
  • Επτά, Κυριακή 5 Απριλίου 2009