Category Archives: Αρκουμανέα Λουίζα

Το πνεύμα του Σατί

«Χωρίς μουσική» σε σκηνοθεσία Κ. Γάκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, «Βlanching» σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου στο Νixon

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

«Aν και είχα αποφασίσει να μη γράψω ποτέ μπαλέτο, ο Ερίκ Σατί με έπεισε να το κάνω» δήλωνε ο Φρανσίς Πικαμπιά τον Δεκέμβριο του 1924 λίγο μετά την πρεμιέρα τού Relâche. Η παράσταση έμελλε να αφήσει εποχή ως καρπός συνεργασίας δύο πρωτοπόρων της εποχής: του εικαστικού και σκηνοθέτη Πικαμπιά και του συνθέτη Σατί.

Εκείνο το βράδυ ο βασικός χορευτής αρρώστησε και μια ανακοίνωση με τη λέξη Relâche– που σημαίνει «δεν θα γίνει παράσταση απόψε»- αναρτήθηκε στην πόρτα του Théâtre des Champs-Élysées. Το κοινό νόμιζε πως επρόκειτο για μία ακόμη τυπική ντανταϊστική φάρσα, όσοι όμως επισκέφθηκαν ξανά το θέατρο λίγες μέρες αργότερα βρήκαν ένα εντυπωσιακό θέαμα να τους περιμένει.

Στην πρώτη πράξη, μια σειρά από ταυτόχρονες δράσεις γέμισαν τη σκηνή, με φόντο έναν τοίχο από φωτισμένους μεταλλικούς δίσκους. Ένας άνδρας βημάτιζε πάνω κάτω μετρώντας τις διαστάσεις του χώρου. Ενας πυροσβέστης άδειαζε νερό ανάμεσα σε δύο κουβάδες καπνίζοντας ασταμάτητα. Μια γυναίκα με βραδινό φόρεμα, ακολουθούμενη από μια ομάδα ανδρών με φράκο και ημίψηλα καπέλα (οι χορευτές τού Βallet su dois) άρχισαν σταδιακά να αφαιρούν τα ρούχα τους. Από κάτω φορούσαν ολόσωμα μαγιό.

Στο διάλειμμα προβλήθηκε το φιλμ του Πικαμπιά με τίτλο Entr’acte: η κάμερα έδειχνε έναν μουσάτο χορευτή με τούλινη φούστα, στη συνέχεια μια παρτίδα σκάκι στην ταράτσα του κτιρίου, και τέλος μια επικήδειο πομπή με οδηγό μια καμήλα να σέρνει τη νεκροφόρα μπροστά από τον Πύργο του Αϊφελ. Η πτώση του φέρετρου αποκαλύπτει ένα χαμογελαστό «πτώμα». Σκίζοντας τότε τη χάρτινη οθόνη τα μέλη του θιάσου εισέβαλαν στη σκηνή σηματοδοτώντας την έναρξη της δεύτερης πράξης. Πανό που διακήρυσσαν ότι «ο Ερίκ Σατί είναι ο μεγαλύτερος συνθέτης στον κόσμο» και «αν δεν είστε ευχαριστημένοι μπορείτε να αγοράσετε σφυρίχτρες στο ταμείο» αιωρούνταν πάνω από τους χορευτές που εκτελούσαν «μελαγχολικούς χορούς». Στο φινάλε ο Σατί διέσχισε τη σκηνή μέσα σε μια μινιατούρα Citroën πέντε ίππων.

Η βραδιά τέλειωσε με σάλο. «Αντίο, Σατί…
» έγραφε την επομένη ο Τύπος για τον 58χρονο συνθέτη που είχε υπογράψει τη μουσική και το σκάνδαλο έμελλε να τον συνοδεύσει ως τον θάνατό του, λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα. Ο Πικαμπιά ήταν ενθουσιασμένος. «Το Relâche είναι ζωή», έγραφε, «η ζωή όπως μου αρέσει, όλα για το σήμερα, τίποτε για το χθες, τίποτε για το αύριο». Ο ζωγράφος Φερνάν Λεζέ πανηγύριζε με τη σειρά του: «Στο διάολο το σενάριο και όλη η λογοτεχνία! Το Relâche είναι πολλές κλωτσιές σε πολλούς πισινούς, καθαγιασμένους ή μη». Πάνω απ΄ όλα όμως εξυμνούσε τη ριζοσπαστική συνύπαρξη των ειδών: «Ο συγγραφέας, ο χορευτής, ο ακροβάτης, η οθόνη, η σκηνή, όλα αυτά τα μέσα “παρουσίασης μιας παράστασης” συγκροτούνται και οργανώνονται σε ενιαίο σύνολο ώστε να πετύχουν ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα». Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που ένα φιλμ είχε συμπεριληφθεί σε ένα μπαλέτο.

Ο συγγραφέας, ο χορευτής, η οθόνη: η χρήση αυτών των μέσων σε μία παράσταση είναι πλέον, στις μέρες μας, συνηθισμένη, σχεδόν κοινότοπη. Πόση όμως πραγματική ελευθερία υπάρχει σήμερα στη σύνθεση των ειδών; Πόσο ζωντανή παραμένει η ενέργεια του άναρχου πνεύματος σε όλες αυτές τις συνδυαστικές προσπάθειες;

Μια μικρή μπάντα μάς υποδέχεται καθώς παίρνουμε τις θέσεις μας στη μικρή κινηματογραφική αίθουσα του Νixon, όπου φιλοξενείται η παράσταση «Βlanching- σαν όνειρο που προέκυψε από μια ταινία». «Πόσο λυπάμαι» του Κώστα Γιαννίδη είναι το νοσταλγικό, ερωτικό άσμα που παίζεται ζωντανά και σε λίγα λεπτά πέφτουν οι τίτλοι έναρξης από το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Ελία Καζάν. Τα όσα συμβαίνουν από εκεί και πέρα δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με την ταινία: μια σειρά από σκετσάκια, άλλα ανόητα, άλλα χαριτωμένα, διαδραματίζονται σπονδυλωτά δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα περιρρέουσας ευθυμίας και χαλαρότητας. Ενα μπάτσελορ πάρτι, μια παρεξήγηση στο βιντεοκλάμπ, ένας διαγωνισμός τραγουδιών, τρεχαλητά στα σκαλοπάτια, χορευτικά με χέρια, ο μελαγχολικός με τα γυαλιά ηλίου, αποσπάσματα από το έργο και η Βίβιαν Λι «ξασπρισμένη» στην οθόνη… Χωρίς πλοκή, χωρίς νόημα, ξεδιπλώνεται η αίσθηση μιας ομάδας παιδιών που κάνουν το κέφι τους και προσπαθούν απλώς να μας το μεταδώσουν χωρίς προθέσεις «αποδόμησης» ή «σχολιασμού». «Πάνω που θες να τους χτυπήσεις, τους συνηθίζεις και περνάς καλά» είναι το

Η Μαρία-Δάφνη Καμμένου, η Ιωάννα Αγγελίδη, ο Κώστας Γάκης και η Γεωργία Γεωργόνη ερμηνεύουν τους ρόλους και υπογράφουν το κείμενο του «Χωρίς μουσική»

εύστοχο σχόλιο του παρακαθήμενού μου θεατή.

Στο «Χωρίς μουσική» τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: ο ανυπότακτος πιανίστας βρίσκεται εξορισμένος από τη δικτατορία σε ένα ξερονήσι, όπου γνωρίζει τον έρωτα με μια μουγκή. Παράλληλα βρίσκει τρόπο να στέλνει κρυφά τα τραγούδια του σε παράνομο καμπαρέ της πόλης που άφησε πίσω του. Τρεις κοπέλες χορεύουν, τραγουδούν, μοιράζονται τους ρόλους του λακέ Λινγκουίνι, του καλόκαρδου βαρκάρη, της διπρόσωπης πράκτορος, ενώ ο Γάκης υποδύεται τον εαυτό του, δηλαδή τον συνθέτη που δεν μπορεί να ζήσει «χωρίς μουσική» ακόμη και στο πιο απομακρυσμένο σημείο του πλανήτη.

Ανάλαφρη διάθεση, χιούμορ, αυτοσχεδιασμός, μελωδία, σε μια παράσταση συμπαθητική, που πάσχει στον βαθμό που αφηγείται την ιστορία με λογική συνέπεια, αγγίζοντας ενίοτε απλοϊκές, διδακτικές νότες (η κακή δικτατορία, ο καλός καλλιτέχνης). Πόσο πιο ενδιαφέρον θα είχε αν ο εφιάλτης της λογοκρισίας αναδυόταν μέσα από φράσεις και εικόνες, συνειρμούς και αναμνήσεις, αν όλη η δράση ήταν το όνειρο του συνθέτη εγκλωβισμένου στον φάρο, ένα όνειρο ρυθμικό, σουρεαλιστικό, και όχι μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος και μασημένα μηνύματα. Ο Γάκης έχει τη δυνατότητα να το κάνει αυτό, όπως μας έδειξε μαζί με τον Μαυρογεωργίου στην Κατσαρίδα: ας αφεθεί να πέσει λοιπόν χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Οι ντανταϊστές μάς έμαθαν ότι στην τέχνη δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Το άγχος του κατανοητού σκοτώνει το παράλογο, καταπνίγει το φαντασιακό. Αυτό που λείπει σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι το ξάφνιασμα- αισθητικό, λεκτικό, νοητικό απρόοπτο. Χρειαζόμαστε το παράλογο, ειδάλλως θα τρελαθούμε. Ενας άνδρας με μούσι που χορεύει σαν μπαλαρίνα, ένα φράκο που κρύβει μαγιό, μια καμήλα που σέρνει ψεύτικο φέρετρο: όλα αυτά μαζί και σε όποιον δεν αρέσει, υπάρχουν πάντα σφυρίχτρες στο ταμείο για να διαμαρτυρηθεί με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του.

Το πνεύμα του Σατί

«Χωρίς μουσική» σε σκηνοθεσία Κ. Γάκη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, «Βlanching» σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου στο Νixon

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

«Aν και είχα αποφασίσει να μη γράψω ποτέ μπαλέτο, ο Ερίκ Σατί με έπεισε να το κάνω» δήλωνε ο Φρανσίς Πικαμπιά τον Δεκέμβριο του 1924 λίγο μετά την πρεμιέρα τού Rel che. Η παράσταση έμελλε να αφήσει εποχή ως καρπός συνεργασίας δύο πρωτοπόρων της εποχής: του εικαστικού και σκηνοθέτη Πικαμπιά και του συνθέτη Σατί.

Εκείνο το βράδυ ο βασικός χορευτής αρρώστησε και μια ανακοίνωση με τη λέξη Rel che- που σημαίνει «δεν θα γίνει παράσταση απόψε»- αναρτήθηκε στην πόρτα του Τh tre des Champs-Εlys es. Το κοινό νόμιζε πως επρόκειτο για μία ακόμη τυπική ντανταϊστική φάρσα, όσοι όμως επισκέφθηκαν ξανά το θέατρο λίγες μέρες αργότερα βρήκαν ένα εντυπωσιακό θέαμα να τους περιμένει.

Στην πρώτη πράξη, μια σειρά από ταυτόχρονες δράσεις γέμισαν τη σκηνή, με φόντο έναν τοίχο από φωτισμένους μεταλλικούς δίσκους. Ενας άνδρας βημάτιζε πάνω κάτω μετρώντας τις διαστάσεις του χώρου. Ενας πυροσβέστης άδειαζε νερό ανάμεσα σε δύο κουβάδες καπνίζοντας ασταμάτητα. Μια γυναίκα με βραδινό φόρεμα, ακολουθούμενη από μια ομάδα ανδρών με φράκο και ημίψηλα καπέλα (οι χορευτές τού Βallet su dois) άρχισαν σταδιακά να αφαιρούν τα ρούχα τους. Από κάτω φορούσαν ολόσωμα μαγιό.

Στο διάλειμμα προβλήθηκε το φιλμ του Πικαμπιά με τίτλο Εntr΄acte: η κάμερα έδειχνε έναν μουσάτο χορευτή με τούλινη φούστα, στη συνέχεια μια παρτίδα σκάκι στην ταράτσα του κτιρίου, και τέλος μια επικήδειο πομπή με οδηγό μια καμήλα να σέρνει τη νεκροφόρα μπροστά από τον Πύργο του Αϊφελ. Η πτώση του φέρετρου αποκαλύπτει ένα χαμογελαστό «πτώμα». Σκίζοντας τότε τη χάρτινη οθόνη τα μέλη του θιάσου εισέβαλαν στη σκηνή σηματοδοτώντας την έναρξη της δεύτερης πράξης. Πανό που διακήρυσσαν ότι «ο Ερίκ Σατί είναι ο μεγαλύτερος συνθέτης στον κόσμο» και «αν δεν είστε ευχαριστημένοι μπορείτε να αγοράσετε σφυρίχτρες στο ταμείο» αιωρούνταν πάνω από τους χορευτές που εκτελούσαν «μελαγχολικούς χορούς». Στο φινάλε ο Σατί διέσχισε τη σκηνή μέσα σε μια μινιατούρα Citro n πέντε ίππων.

Η βραδιά τέλειωσε με σάλο. «Αντίο, Σατί…» έγραφε την επομένη ο Τύπος για τον 58χρονο συνθέτη που είχε υπογράψει τη μουσική και το σκάνδαλο έμελλε να τον συνοδεύσει ως τον θάνατό του, λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα. Ο Πικαμπιά ήταν ενθουσιασμένος. «Το Rel che είναι ζωή», έγραφε, «η ζωή όπως μου αρέσει, όλα για το σήμερα, τίποτε για το χθες, τίποτε για το αύριο». Ο ζωγράφος Φερνάν Λεζέ πανηγύριζε με τη σειρά του: «Στο διάολο το σενάριο και όλη η λογοτεχνία! ΤοRel che είναι πολλές κλωτσιές σε πολλούς πισινούς, καθαγιασμένους ή μη». Πάνω απ΄ όλα όμως εξυμνούσε τη ριζοσπαστική συνύπαρξη των ειδών: «Ο συγγραφέας, ο χορευτής, ο ακροβάτης, η οθόνη, η σκηνή, όλα αυτά τα μέσα “παρουσίασης μιας παράστασης” συγκροτούνται και οργανώνονται σε ενιαίο σύνολο ώστε να πετύχουν ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα». Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που ένα φιλμ είχε συμπεριληφθεί σε ένα μπαλέτο.

Ο συγγραφέας, ο χορευτής, η οθόνη: η χρήση αυτών των μέσων σε μία παράσταση είναι πλέον, στις μέρες μας, συνηθισμένη, σχεδόν κοινότοπη. Πόση όμως πραγματική ελευθερία υπάρχει σήμερα στη σύνθεση των ειδών; Πόσο ζωντανή παραμένει η ενέργεια του άναρχου πνεύματος σε όλες αυτές τις συνδυαστικές προσπάθειες;

Μια μικρή μπάντα μάς υποδέχεται καθώς παίρνουμε τις θέσεις μας στη μικρή κινηματογραφική αίθουσα του Νixon, όπου φιλοξενείται η παράσταση «Βlanching- σαν όνειρο που προέκυψε από μια ταινία». «Πόσο λυπάμαι» του Κώστα Γιαννίδη είναι το νοσταλγικό, ερωτικό άσμα που παίζεται ζωντανά και σε λίγα λεπτά πέφτουν οι τίτλοι έναρξης από το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Ελία Καζάν. Τα όσα συμβαίνουν από εκεί και πέρα δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με την ταινία: μια σειρά από σκετσάκια, άλλα ανόητα, άλλα χαριτωμένα, διαδραματίζονται σπονδυλωτά δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα περιρρέουσας ευθυμίας και χαλαρότητας. Ένα μπάτσελορ πάρτι, μια παρεξήγηση στο βιντεοκλάμπ, ένας διαγωνισμός τραγουδιών, τρεχαλητά στα σκαλοπάτια, χορευτικά με χέρια, ο μελαγχολικός με τα γυαλιά ηλίου, αποσπάσματα από το έργο και η Βίβιαν Λι «ξασπρισμένη» στην οθόνη… Χωρίς πλοκή, χωρίς νόημα, ξεδιπλώνεται η αίσθηση μιας ομάδας παιδιών που κάνουν το κέφι τους και προσπαθούν απλώς να μας το μεταδώσουν χωρίς προθέσεις «αποδόμησης» ή «σχολιασμού». «Πάνω που θες να τους χτυπήσεις, τους συνηθίζεις και περνάς καλά» είναι το

Η Μαρία-Δάφνη Καμμένου, η Ιωάννα Αγγελίδη,ο Κώστας Γάκης και η Γεωργία Γεωργόνη ερμηνεύουν τους ρόλους και υπογράφουν το κείμενο του «Χωρίς μουσική»

εύστοχο σχόλιο του παρακαθήμενού μου θεατή.

Στο «Χωρίς μουσική» τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: ο ανυπότακτος πιανίστας βρίσκεται εξορισμένος από τη δικτατορία σε ένα ξερονήσι, όπου γνωρίζει τον έρωτα με μια μουγκή. Παράλληλα βρίσκει τρόπο να στέλνει κρυφά τα τραγούδια του σε παράνομο καμπαρέ της πόλης που άφησε πίσω του. Τρεις κοπέλες χορεύουν, τραγουδούν, μοιράζονται τους ρόλους του λακέ Λινγκουίνι, του καλόκαρδου βαρκάρη, της διπρόσωπης πράκτορος, ενώ ο Γάκης υποδύεται τον εαυτό του, δηλαδή τον συνθέτη που δεν μπορεί να ζήσει «χωρίς μουσική» ακόμη και στο πιο απομακρυσμένο σημείο του πλανήτη.

Ανάλαφρη διάθεση, χιούμορ, αυτοσχεδιασμός, μελωδία, σε μια παράσταση συμπαθητική, που πάσχει στον βαθμό που αφηγείται την ιστορία με λογική συνέπεια, αγγίζοντας ενίοτε απλοϊκές, διδακτικές νότες (η κακή δικτατορία, ο καλός καλλιτέχνης). Πόσο πιο ενδιαφέρον θα είχε αν ο εφιάλτης της λογοκρισίας αναδυόταν μέσα από φράσεις και εικόνες, συνειρμούς και αναμνήσεις, αν όλη η δράση ήταν το όνειρο του συνθέτη εγκλωβισμένου στον φάρο, ένα όνειρο ρυθμικό, σουρεαλιστικό, και όχι μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος και μασημένα μηνύματα. Ο Γάκης έχει τη δυνατότητα να το κάνει αυτό, όπως μας έδειξε μαζί με τον Μαυρογεωργίου στην Κατσαρίδα: ας αφεθεί να πέσει λοιπόν χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Οι ντανταϊστές μάς έμαθαν ότι στην τέχνη δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Το άγχος του κατανοητού σκοτώνει το παράλογο, καταπνίγει το φαντασιακό. Αυτό που λείπει σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι το ξάφνιασμα- αισθητικό, λεκτικό, νοητικό απρόοπτο. Χρειαζόμαστε το παράλογο, ειδάλλως θα τρελαθούμε. Ενας άνδρας με μούσι που χορεύει σαν μπαλαρίνα, ένα φράκο που κρύβει μαγιό, μια καμήλα που σέρνει ψεύτικο φέρετρο: όλα αυτά μαζί και σε όποιον δεν αρέσει, υπάρχουν πάντα σφυρίχτρες στο ταμείο για να διαμαρτυρηθεί με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του.

«Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού

Η Δευτέρα Παρουσία

Λουιζα Αρκουμανεα | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Την ημέρα της εκτέλεσης του Ιλ, όλοι είναι ντυμένοι με καινούργια, γιορτινά ρούχα- οι άνδρες με φράκο. Παντού φωτογράφοι, δημοσιογράφοι, κινηματογραφικές κάμερες. Το θέατρο του ξενοδοχείου «Χρυσός Απόστολος» είναι κατάμεστο. Είναι το ξενοδοχείο όπου διανυκτέρευσε ο Γκέτε. Ανυπομονησία άνευ προηγουμένου. Σε λίγα λεπτά θα συντελεστεί «ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά πειράματα της εποχής μας», όπως το περιγράφει στους ακροατές του ο ραδιοφωνικός ανταποκριτής. Σε όλα τα πρόσωπα είναι ζωγραφισμένη η πιο δυνατή συγκίνηση. Ο γυμνασιάρχης του Γκύλεν παίρνει το μικρόφωνο: «Θα πρέπει, για τ΄ όνομα του Θεού,να πάρουμε επιτέλους στα σοβαρά τα ιδανικά μας.Πάρα πολύ στα σοβαρά. Είναι τα ιδανικά τα οποία αποτελούν τη βάση του δυτικού πολιτισμού μας» διακηρύσσει ενώπιον των κατοίκων της αδημονούσας κωμόπολης, εκφωνώντας έναν από τους ειρωνικότερους λόγους που έχουν γραφτεί ποτέ στην ιστορία του θεάτρου.

Μια τοπική κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με την πιο δελεαστική πρόταση που της έχει γίνει ποτέ: ένα δισεκατομμύριο δολάρια για ένα πτώμα. Σαν μεταδοτική ασθένεια εξαπλώνεται στις ψυχές των φτωχών κατοίκων η λαχτάρα για την παντοδυναμία του χρήματος. Δεν είναι κάτι που το συζητούν ανοιχτά, δεν είναι κάτι που το παραδέχονται- ούτε στον ίδιο τους τον εαυτό. Κατά βάθος όμως ξέρουν πως, έπειτα από χρόνια στέρησης, θα έκαναν οτιδήποτε προκειμένου να είναι σε θέση και πάλι να πίνουν την ακριβή μπίρα, να αγοράζουν τα ακριβά τσιγάρα και να φορούν καινούργια δερμάτινα παπούτσια. Θα έφταναν ως τον φόνο; Θα δέχονταν να θυσιάσουν τον συμπολίτη τους, τον μπακάλη Αλφρεντ Ιλ; Αυτόν που πριν από σαράντα πέντε χρόνια αδίκησε κατάφορα τη νεαρή αγαπημένη του και αυτή τώρα επιστρέφει, γηραιά κυρία πλέον, δισεκατομμυριούχος, ζητώντας «την κεφαλή του επί πίνακι»;

Αν δεν είναι αυτό κόλαση, τότε τι είναι; Να διαβάζεις σε κάθε πρόσωπο την επιθυμία για τον θάνατό σου. Να αισθάνεσαι σε κάθε φράση μια ευχή για τον αφανισμό σου. Να αντικρίζεις σε κάθε περαστικό, σε κάθε γνωστό, ακόμη και στα μέλη της ίδιας σου της οικογένειας, τον υποψήφιο δολοφόνο σου.

Τι συμβαίνει όταν οι αξίες της ανθρωπιστικής παράδοσης αδυνατούν να υπερασπιστούν τη βασικότερη προϋπόθεσή τους, τον σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή;

«Τhings fall apart· the center can not hold» γράφει ο Γέιτς στο ποίημά του Τhe Second Coming (Η Δευτέρα Παρουσία). «Το κέντρο δεν μπορεί να κρατήσει»: ο πυρήνας των ιδανικών, οι υψηλές ηθικές επιταγές στις οποίες απέβλεπε ο δυτικός πολιτισμός, οι αρχές του Διαφωτισμού, τα όνειρα της προόδου, της ανέλιξης και της πνευματικής εξύψωσης, ο πυρήνας αυτός αποδεικνύεται ανίσχυρος. Στη μεσοευρωπαϊκή αυτή πόλη όπου διανυκτέρευσε ο Γκέτε, ο Μπραμς συνέθεσε ένα κουαρτέτο και ο Σβαρτς ανακάλυψε την πυρίτιδα, σε αυτή τη μικρή, κάποτε ζηλευτή «θέση κάτω από τον ήλιο», όπως ήταν γνωστό το Γκύλεν, τα πράγματα καταρρέουν. «Οι καλύτεροι έχουν

Όλος ο θίασος σε στιγμιότυπο από την παράσταση. Καθισμένη στο αναπηρικό καροτσάκι η Μπέτυ Αρβανίτη

χάσει κάθε πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι/ είναι γεμάτοι παθιασμένη ένταση» συνεχίζει ο Γέιτς. «Το νιώθω, το νιώθω σιγά σιγά,όλο και πιο πολύ πως γίνομαι δολοφόνος» εκμυστηρεύεται ο μεθυσμένος γυμνασιάρχης στον απελπισμένο Ιλ.

«Οι ελπίδες σας ήταν μια ψευδαίσθηση,η καρτερία σας χωρίς νόημα, η θυσία σας μια βλακεία, ολόκληρη η ζωή σας σπαταλήθηκε άχρηστη» καγχάζει η Κλαίρη Τσαχανασιάν, η γηραιά κυρία, η πλουσιότερη γυναίκα στον κόσμο, η σιδηρά Ερινύα που παρακολουθεί τα θύματά της να τυφλώνονται αργά αλλά σταθερά μπροστά στη λαμπερή υπόσχεση του πλούτου της. Η εκδίκηση είναι ο μόνος σκοπός τής ύπαρξής της: ο οίκτος, η συγχώρεση, η συμφιλίωση, έννοιες που έχουν διαγραφεί από το λεξιλόγιό της εδώ και σαράντα πέντε χρόνια. «Η ανθρωπιά, φίλοι μου, είναι φτιαγμένη για το πορτοφόλι των εκατομμυριούχων. Αξιοπρεπής είναι μονάχα όποιος πληρώνει·κι εγώ πληρώνω»: η Δευτέρα Παρουσία είναι τελικά ίσως κάτι τόσο απλό όσο μια εβδομηντάχρονη ημιανάπηρη σκύλα που θέλει να καταστρέψει αυτόν που την κατέστρεψε.

Που φοράει μαύρο βινίλ σύνολο, ιριδίζουσες ψεύτικες βλεφαρίδες και μασάει βαριεστημένα πατατάκια, ενώ ανεμίζει αδιάφορη τα χαρτονομίσματά της μπροστά στα μάτια μας. Ετσι την ενσαρκώνει η Μπέτυ Αρβανίτη και από την πρώτη στιγμή δεν αφήνει αμφιβολία ότι ο ρόλος είναι κομμένος στα μέτρα της. Ψυχρή, παγερή, απρόσιτη, ανέκφραστη, η μοναδική αστραφτερή παρουσία μέσα στον γκρίζο ορίζοντα του Γκύλεν, σαν ατσάλι που αστράφτει λίγο προτού προσγειωθεί στον αυχένα.

Οσο δυνατή κι αν είναι η εικόνα της όμως δεν αρκεί να συντηρήσει μια ολόκληρη παράσταση. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε άλλο από όπου να κρατηθούμε: και εμείς, όπως και οι κάτοικοι του Γκύλεν, κρεμόμαστε πάνω της. Τόσο το χειρότερο για τον σκηνοθέτη, όμως, που εξαντλεί την έμπνευσή του στην Κλαίρη.

Δεν είναι ότι ο Λιβαθινός δεν έχει συναίσθηση του κειμένου και των προθέσεών του. Αδυνατεί όμως να τις αναδείξει με θεατρικό τρόπο, τις συρρικνώνει, τις αφυδατώνει. Δεν υπάρχει καμία αίσθηση αγωνίας, έντασης, επικείμενου κακού: κανένα ρίγος δεν προκαλεί ο λόγος του γυμνασιάρχη ή η επίκληση του δημάρχου προς τον Ιλ να αφαιρέσει μόνος του τη ζωή του. Αν η πόλη αυτή παραπαίει ηθικά στο χείλος της αβύσσου, δεν το αισθανόμαστε ποτέ. Η μονοτονία ρυθμού, υποκριτικής και συναισθημάτων αποδυναμώνει οποιαδήποτε αίσθηση ότι όσα διακυβεύονται- μέσα στην τραγελαφικότητά τους- είναι εξαιρετικά σοβαρά. Οι ασθενείς ερμηνείες δεν βοηθούν την κατάσταση: ο Νίκος Αλεξίου (δήμαρχος), ο Βασίλης Καράμπουλας (δάσκαλος), ο Θανάσης Δήμου (πάστορας), ο Μπάμπης Σαρηγιαννίδης (αστυνόμος), μοιράζονται τέσσερις ρόλους-«κλειδιά» με περισσή έλλειψη πειθούς, σαφήνειας και φαντασίας. Οσο για τον Γιάννη Φέρτη στον ρόλο του Αλφρεντ Ιλ αποδεικνύεται μια σαφώς αξιοπρεπής παρουσία που φέρει με καρτερία τα δεινά του, δεν προχωράει όμως παραπέρα, ως τον υπαρξιακό πανικό.

Υψηλή ραπτική

Λα Πουπέ του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη στο θέατρο Σφενδόνη σε σκηνοθεσία Αννας Κοκκίνου

ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ

Ενα γιγάντιο γλειφιτζούρι ανεβαίνει επί σκηνής: στρογγυλό, φούξια, με πλήθος μπούκλες στην κορυφή, αυτό το υπερμέγεθες πλάσμα με τις παχουλές γάμπες, το ολόλευκο πρόσωπο και το κοριτσίστικο μίνι φόρεμα μαγνητίζει το βλέμμα και αφοπλίζει τις αντιστάσεις από την πρώτη στιγμή. Λα Πουπέ, όνομα και πράγμα: μόνο που αυτή η τροφαντή μεσήλικη κούκλα δεν βάζει γλώσσα μέσα της. Δεν χρειάζεται να την κουρδίσεις, κουρδίζεται από μόνη της. Ολα γύρω της, τα πιο απλά και τετριμμένα, την ερεθίζουν και ενεργοποιούν τον χειμαρρώδη λόγο της. Καμία κούκλα στην ιστορία του είδους δεν έχει υπάρξει πιο ομιλητική.

Τα αφράτα γλυκά που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους, η σιχαμένη κυρία Αστερίου που έψαχνε αφορμή να την εκδικηθεί και ο κουτσός ψιλικατζής που την είπε «χαμούρα» και την πέταξε στον δρόμο αντί να πάρει το μέρος της, συνθέτουν το εναρκτήριο δράμα των χαμένων αμυγδαλωτών, το πιο πρόσφατο αλλά όχι και πιο ταραχώδες, όπως αποδεικνύεται, επεισόδιο στην επιφανειακά ατάραχη ζωή της.

«Κάποτε ίδρωνα πολύ. Τώρα σχεδόν καθόλου. Η ζέστη είναι πολύ μεγαλύτερη. Ο ιδρώτας πολύ λιγότερος. Αυτό είναι που βρίσκω τόσο υπέροχο. Τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος προσαρμόζεται. Στις συνθήκες που αλλάζουν» λέει η Γουίνι από τις Ευτυχισμένες Μέρες του Μπέκετ και η Πουπέ θα έβρισκε πολλά να συζητήσει μαζί της, για τον χρόνο που έχει παγώσει γύρω τους και τις μέρες που περνούνε απαράλλακτες, ενώ χτίζουν στην άμμο πύργους με μεταξωτά μουαρέ υφάσματα και κουμπιά από πάστα ροδοπέταλου για να κλείσουν έξω από την πόρτα τους τον τρόμο του κενού.


Η Αννα Κοκκίνου σε στιγμιότυπο από την παράσταση


Ο Χατζηγιαννίδης συνθέτει ένα σύμπαν γλαφυρό, σουρεαλιστικό, χρησιμοποιώντας τα πιο καθημερινά υλικά: και αυτή είναι η δύναμη της γοητείας του. «Να το διευκρινίσω: δεν είμαι μοδίστρα. Ράβω φορέματα για κούκλες. Ή για μικρά κοριτσάκια, που κι αυτά τα φορέματα μοιάζουν για κουκλίστικα» εξηγεί η ηρωίδα του. Ενα τόπι από λέξεις ξετυλίγεται αβίαστα για να αποκαλύψει τη λαβυρινθώδη σκέψη ενός φαινομενικά απλοϊκού πλάσματος, μιας «εκτροχιασμένης ψυχής», όπως την αποκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας, η οποία «ζει και κινείται ανάμεσά μας», μοναχική και ξεχασμένη, αποφασισμένη να αφηγηθεί την ιστορία της και να μας παρασύρει έστω φευγαλέα στον κόσμο της: εκεί όπου ο γλοιώδης σπιτονοικοκύρης κρύβει το φάντασμα του μεταφραστή και η υπερήλικη της διπλανής πόρτας βρίσκει παρηγοριά σε άσματα που της τραγουδά το «κουνελάκι» της, ενώ ένα σκαθάρι παρακολουθεί τα πάντα από το τζάμι, γνωρίζοντας τους βαθύτερους φόβους, το κάθε ανομολόγητο και θαμμένο μυστικό του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος· ποιος μαχαίρωσε τον κουτσό την ώρα που έκλεινε το μαγαζί του και ποιος σημάδευε με πέτρες τα παρμπρίζ των αυτοκινήτων ένα βράδυ στην Αττική οδό.

Το μόνο κατά τη γνώμη μου αδύναμο σημείο του κειμένου βρίσκεται προς το τέλος, όταν ο συγγραφέας νιώθει την ανάγκη να «εξηγήσει» την ηρωίδα του, να θυσιάσει τον σουρεαλισμό για χάρη της δραματουργικής αλήθειας και να φανερώσει το ψυχολογικό υπόβαθρο του παιδικού τραύματος έτσι ώστε να την καταστήσει πιο «κατανοητή», πιο «ανθρώπινη» στα μάτια μας.

Το σκηνικό του Νίκου Αλεξίου, ένα χάρτινο βασίλειο εξαιρετικά λιτής και εύστοχης σύλληψης, δεκάδες κουτιά σε όλα τα πιθανά και απίθανα μεγέθη, από το πλέον μικροσκοπικό ως το πλέον γιγάντιο, κουτιά σαν αυτά που έβαζαν παλιά τις κούκλες και τώρα δεν χρησιμοποιούνται πια. Ανάμεσά τους, η Πουπέ της Αννας Κοκκίνου δεν σταματά να ψαχουλεύει, να τακτοποιεί, να μιλά, να τραγουδά, να εκτονώνει τον εκνευρισμό της και να προβάλλει πληθωρικά το μπρίο της. Δεν είναι ότι δεν έχει συναίσθηση της κατάστασής της: την αντιμετωπίζει με χιούμορ όμως και συνεχίζει τις δραστηριότητές της απτόητη. Παγιδευμένη, αλλά σε διαρκή κίνηση, ράβει τον μονόλογο της ζωής της και μας διασκεδάζει, ακόμη κι αν κατά βάθος ξέρει πως δεν υπάρχουν άλλες ευτυχισμένες μέρες στον ορίζοντα της ύπαρξής της, μονάχα ίσως λίγες στιγμές πρόσκαιρης λύτρωσης απ’ όλες τις κυρίες Αστερίου της οικουμένης: «Είμαι δειλή, κλεισμένο στρείδι/ μα θα λευτερωθώ με το βρισίδι. Αντε γαμήσου μαλακισμένη/ Και μάθε το πως σ’ έχω πια γραμμένη».

Είναι πραγματικά σπάνιες τόσο ευτυχείς συναντήσεις στο θέατρο: όταν το σύγχρονο και σαγηνευτικό κείμενο του Χατζηγιαννίδη βρίσκει όχι μόνο την ιδανική όψη του στη σκηνογραφία του Αλεξίου και στα κοστούμια της Χριστίνας Μαθέ, αλλά και την απόλυτη ερμηνεύτριά του στο πρόσωπο της Αννας Κοκκίνου. Η ηθοποιός πλάθει αριστοτεχνικά την περσόνα της Πουπέ, μοδίστρας-θεατρίνας: μια πραγματική μεταμόρφωση, ένα αξιοθαύμαστο επίτευγμα φαντασίας, ευαισθησίας και υποκριτικής, γεννά αυτό το ακραίο δημιούργημα, μια καρικατούρα με κωμική φλέβα και τραγικό ψυχισμό, γκροτέσκα, ζωντανή, απολαυστική, υπέροχη. Σε περίπτωση που επιθυμείτε να επικοινωνήσετε μαζί της για να κάνετε κάποια παραγγελία, αφήστε το μήνυμά σας στο 6978 401.549.

Το ΒΗΜΑ, 23/11/2008