Category Archives: Αρβανιτάκης Κωνσταντίνος

«Φύλλα της» στο «Επί Κολωνώ»

Η Λίλα Καφαντάρη σε σκηνή του έργου

Πρεμιέρα κάνει σήμερα η παράσταση με τίτλο «Φύλλα της» σε κείμενο Ανδρέα Φλουράκη και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, στο «Black Box» του θεάτρου «Επί Κολωνώ». Ερμηνεύει η Λίλα Καφαντάρη.

Μία γυναίκα με κανονική ζωή, κανονικές αποτυχίες και τον τελευταίο της δεσμό μόλις διαλυμένο, αναγνωρίζει ότι η συνειδητοποίηση της μοναξιάς είναι μάλλον η αναπόφευκτη μοίρα όλων των συνηθισμένων (ακόμα και των ασυνήθιστων) ανθρώπων. Τουλάχιστον της έχουν μείνει τα φυτά της στο μπαλκόνι που την καλύπτουν με τα πυκνά τους φύλλα. Τοποθετημένη σε μία τυπικά ηδονοβλεπτική θέση, αντιστρέφει τη δυνατότητα παρατήρησης των άλλων: Με ένα ρυθμό αριθμητικής κατάβασης επιστρέφει στις δικές της εμπειρίες που είναι περιχαρακωμένες σε έναν κόσμο αντικειμένων μαζικής παραγωγής, σκέψεων για το θάνατο και την υπέρβασή του, διαχείρισης του φαντασιακού της κόσμου, της απώλειας της μητέρας και της δύσκολης σχέσης με τον πατέρα της. Μόνοι μας σκεφτόμαστε συνειρμικά και λέμε ιστορίες για να καλύψουμε την ίδια πάντα αλήθεια που κρύβεται κάτω από ένα κενό. Μία γυναίκα που κρύβεται και αποκαλύπτεται μέσα από τα φύλλα της, τρομαγμένη αλλά και θελκτική, αντιμετωπίζει μία από τις κρισιμότερες στιγμές της ζωής της: Ποιος αποφασίζει για αυτή;

Ο μονόλογος «Φύλλα της» ανέβηκε για πρώτη φορά το 2003 στο «Θέατρο της Ανοιξης», με την Λυδία Φωτοπούλου. Εφτά χρόνια μετά τα «Φύλλα της» ξαναπαρουσιάζονται στο θέατρο «Επί Κολωνώ» με την Λίλα Καφαντάρη. Το έργο είχε μεταφραστεί στα αγγλικά και στα τουρκικά.

Συντελεστές: Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης. Ερμηνεία: Λίλα Καφαντάρη. Σκηνικά: Γιώργος Χατζηνικολάου. Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστίνα Τζιάλλα.

Θέατρο Επί Κολωνώ (Ναυπλίου 12, Κολωνός, από Λένορμαν 94). Παραστάσεις: Παρασκευή, Σάββατο 9 μμ και Κυριακή 7 μμ και Παρασκευή μεταμεσονύκτια 12.00. Τελευταία παράσταση: Κυριακή 26 Δεκέμβρη 2010. Τιμή εισιτηρίου: 15 ευρώ κανονικό, 10 ευρώ φοιτητικό, Πληροφορίες: 210.5138067, 210.5143 073, http://www.epikolono.gr.

«Κορίτσια» με χιούμορ και συγκίνηση

  • Ενας ύμνος στη γυναικεία φιλία σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη στην Κιβωτό

Πιν απ γκερλ στα σαράντα φεύγα γίνεται; Μια παρέα γυναικών το κατάφερε πριν από δέκα χρόνια σε μια επαρχιακή πόλη της Αγγλίας κι έγιναν… διάσημες! Η ιστορία τους έγινε ταινία αλλά και θεατρικό έργο από τον Τιμ Φερθ, τα «Κορίτσια Ημερολογίου», το οποίο, στην ελληνική εκδοχή του, παρουσιάζεται στο θέατρο «Κιβωτός», σε απόδοση (ζυγισμένη και μελετημένη στη λεπτομέρειά της) Θοδωρή Πετρόπουλου και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, σε μια παραγωγή που δεν προδίδει τις προσδοκίες του κοινού στο οποίο απευθύνεται.

Κατιάνα Μπαλανίκα, Βασιλική Ανδρούτσου. Δύο από τα «Κορίτσια Ημερολογίου»

Κατιάνα Μπαλανίκα, Βασιλική Ανδρούτσου. Δύο από τα «Κορίτσια Ημερολογίου»

Προσαρμοσμένο στην ελληνική πραγματικότητα, το έργο διαδραματίζεται σε μια επαρχιακή κωμόπολη, όπου μια ομάδα απλών, καθημερινών γυναικών, μέλη του Τοπικού Γυναικείου Συλλόγου, διασκεδάζουν την πλήξη τους φτιάχνοντας κέικ και μαρμελάδες, κεντώντας τσεβρέδες ή πλέκοντας πουλόβερ και παρακολουθώντας αφόρητα βαρετές ομιλίες.

Οταν ο σύζυγος μίας από αυτές πεθαίνει από λευχαιμία, οι φιλενάδες αποφασίζουν να μαζέψουν χρήματα για να αγοράσουν στη μνήμη του έναν καναπέ για την αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν.

Λεφτά μπορούν να μαζέψουν από τις πωλήσεις του ετήσιου ημερολογίου τους. Αλλά πώς θα πουλήσει το ημερολόγιο; Τα ξωκλήσια και τα… γεφύρια, που μέχρι τώρα απεικόνιζε, τι χρήματα θα αποφέρουν; Η λύση είναι μία: να ποζάρουν γυμνές! Υπάρχουν, όμως, προβλήματα: δεν έχουν ούτε την ηλικία ούτε τα σώματα, ούτε τα γενικότερα προσόντα για να γίνουν… Κορίτσια Ημερολογίου! Εχουν όμως τη θέλησή τους και την πίστη τους στον σκοπό τους.

Η παράσταση ακολουθεί την πορεία των γυναικών (τις υποδύονται, φτιάχνοντας χαρακτήρες και υποστηρίζοντάς τους έως το τέλος, οι Βασιλική Ανδρίτσου, Σοφία Βογιατζάκη, Μαρία Κατσιαδάκη, Κατιάνα Μπαλανίκα, Αλεξάνδρα Παντελάκη, Πηνελόπη Πιτσούλη, Βίλμα Τσακίρη) στην απελευθέρωση.

Διαθέτει θεατρικότητα, χιούμορ – ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος όταν πρέπει να φωτογραφηθούν γυμνόστηθες πίσω από φρούτα, πιάνα, λουλούδια- συγκινησιακή φόρτιση, τρυφερότητα, κωμικές και δραματικές στιγμές, σε «καλοζυγισμένες» δόσεις.

Πάνω στο «εύγλωττο» (αλλά πρωτότυπο κι έξυπνο) σκηνικό (Ελένη Μανωλοπούλου), ένα τεράστιο ημερολόγιο που αλλάζει σελίδες, τα «Κορίτσια Ημερολογίου» καταθέτουν έναν ύμνο στη γυναικεία φιλία και μια τρανή απόδειξη πως όταν οι γυναίκες βάλουν ένα στόχο, θα τον πετύχουν ακόμα κι αν χρειαστεί… να βγουν απ τα ρούχα τους!

  • ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΡΑΛΗ, ΕΘΝΟΣ, 26/10/2009

Με δύναμη από τη Μουσουτζάνη

  • Πώς μετουσιώνεται η γνωστή ταινία του Τιμ Φερθ «The calendar girls» (με πρωταγωνίστριες τις Ελεν Μίρεν και Τζούλι Γουόλτερς) σε ελληνική θεατρική παράσταση; Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα θα δίνεται από αυτό το Σάββατο στο θέατρο «Κιβωτός».

Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης και οι περισσότεροι από τους συντελεστές της παράστασης μας εξήγησαν πόσο μεγάλη πρόκληση αποτελεί το εγχείρημά τους. Η ταινία έχει ήδη διασκευαστεί σε θεατρικό έργο. Την πρεμιέρα του περασμένου Απριλίου στο Λονδίνο διαδέχτηκε μια θριαμβευτική περιοδεία στη Μεγάλη Βρετανία. «Συνήθως το προϊόν μετασκευής είναι κατώτερο του αρχικού. Αυτή τη φορά λειτούργησε θετικά», εξήγησε ο σκηνοθέτης. «Υπήρξε η ανάγκη να μειωθούν τα πρόσωπα και να ενοποιηθούν οι χώροι, που στην ταινία ήταν πάρα πολλοί. Εγινε έτσι πολύ καλύτερο, καθώς υπάρχει η δυνατότητα εμβάθυνσης στους χαρακτήρες. Ο θεατής δεν χάνεται και παρακολουθεί άνετα την πορεία έξι γυναικών στην απελευθέρωση».

Τη μεταφορά στην ελληνική πραγματικότητα -καθώς το έργο διέθετε μεγάλες δόσεις αγγλικού χιούμορ- ανέλαβε ο Θοδωρής Πετρόπουλος. Ετσι, τα «Κορίτσια ημερολογίου», δηλαδή μια ομάδα απλών, καθημερινών γυναικών, μέλη του Τοπικού Γυναικείου Συλλόγου, ζουν στη… Μουσουτζάνη, μια επαρχιακή κωμόπολη. Διασκεδάζουν την πλήξη τους φτιάχνοντας κέικ και μαρμελάδες, κεντώντας τσεβρέδες ή πλέκοντας πουλόβερ και παρακολουθώντας αφόρητα βαρετές ομιλίες.

Μέχρι τη μέρα που ο σύζυγος μιας εξ αυτών πεθαίνει. Τότε οι φιλενάδες αποφασίζουν να μαζέψουν χρήματα για να αγοράσουν στη μνήμη του έναν καναπέ για την αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν. Σκέφτονται να συγκεντρώσουν χρήματα από τις πωλήσεις του ετήσιου ημερολογίου τους. Το οποίο μπορεί να πουλήσει μόνο αν… ποζάρουν γυμνές!

Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, γι’ αυτό και «τα υλικά της είναι ίδια με αυτά της ζωής», όπως επισήμαναν οι ηθοποιοί της παράστασης. Το έργο περνά διαρκώς από την ξεκαρδιστική κωμωδία στην απόλυτη συγκίνηση. «Πολλές φορές αυτή η εναλλαγή υπάρχει στα σκληρά έργα. Το συγκεκριμένο, όμως, αφήνει μια πολύ γλυκιά αίσθηση, είναι… αγαπησιάρικο», παρατήρησε η Κατιάνα Μπαλανίκα. «Λέει πως τελικά όταν θέλεις να πετύχεις κάτι, μπορείς. Αρκεί να το αγαπάς. Η αγάπη τελικά παίζει μεγάλο ρόλο στη ζωή μας».

Πρωταγωνιστούν αλφαβητικά οι: Βασιλική Ανδρίτσου, Σοφία Βογιατζάκη, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Μαρία Κατσιαδάκη, Σπύρος Μεριανός, Κατιάνα Μπαλανίκα, Εφη Οικονομάκη, Αλεξάνδρα Παντελάκη, Νίκη Πεταλά, Πηνελόπη Πιτσούλη, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, Βίλμα Τσακίρη. Σκηνικά-κοστούμια Ελένη Μανωλοπούλου. Θέατρο Κιβωτός (Πειραιώς 115, τηλ. 210-3427426).

  • ΕΛΕΝΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
  • Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

«Κορίτσια ημερολογίου»

Πρώτοι είχαμε γράψει ότι η Ελληνική Θεαμάτων φέρνει στη χώρα μας τη θεότρελη και τρυφερή κωμωδία «Τhe Calendar girls» και πρώτοι έχουμε σήμερα αποκλειστική φωτογράφηση από την εν λόγω δουλειά η οποία στα καθ’ ημάς θα ακούει στον τίτλο «Κορίτσια ημερολογίου».

«Κορίτσια ημερολογίου»

Την απόδοση του έργου έχει κάνει ο Θοδωρής Πετρόπουλος, τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης και πρωταγωνιστούν αλφαβητικά οι Ανδρίτσου, Βογιατζάκη, Ζαμπετάκης Κατσιαδάκη, Μπαλανίκα, Μεριανός, Οικονομάκη, Παντελάκη, Πετάλη, Πιτσούλη, Τριανταφυλλόπουλος, Τσακίρη.

«Κορίτσια ημερολογίου»

Παραμένω στα «Κορίτσια ημερολογίου», για να σας ενημερώσω ότι ο Θοδωρής Πετρόπουλος προσάρμοσε το έργο αυτό στην ελληνική πραγματικότητα, με την ιστορία να διαδραματίζεται σε μια επαρχιακή πόλη όπου μια παρέα απλών καθημερινών γυναικών, μέλη του Γυναικείου Συλλόγου διασκεδάζουν την πλήξη τους φτιάχνοντας γλυκίσματα, κεντώντας, πλέκοντας κ.λπ.

Μέχρι που ο σύζυγος μιας απ’ αυτές πεθαίνει και οι φιλενάδες αποφασίζουν να ποζάρουν γυμνές για ένα ημερολόγιο, από του οποίου τα έσοδα θα αγοράσουν στη μνήμη του έναν καναπέ για το νοσοκομείο που νοσηλευόταν. Τα ευτράπελα και οι ξεκαρδιστικές καταστάσεις δίνουν και παίρνουν, ενώ παράλληλα περνάνε και μηνύματα για τη γυναικεία φιλία. Οταν οι γυναίκες βάλουν έναν στόχο, θα τον πετύχουν ακόμα κι αν χρειαστεί να βγουν απ τα ρούχα τους! Οι πρόβες προχωράνε σε εντατικούς ρυθμούς στο «Κιβωτός».

Οσο για το πόσο γυμνές θα είναι κάποιες από τις ηθοποιούς -οι περισσότερες από ό,τι μαθαίνω-, θα περιμένετε για να το δείτε.

Πολλές οι μετακινήσεις στις θεατρικές δουλειές που μαγειρεύονται. Μετά την αποχώρηση του Νίκου Αρβανίτη από την «Αττική Οδό» και την αντικατάστασή του από τον Σταύρο Ζαλμά, όπως ήδη σας ενημέρωσα, έχουμε άλλη μια αποχώρηση, αυτή τη φορά από το μιούζικαλ «Rent», που θα δούμε στο θέατρο «Χώρα».

Ποιος ή ποια έφυγε; Η Αλίνα Κοτσοβούλου, ύστερα από μια έντονη διαφωνία που είχε με τη σκηνοθέτιδα Θέμιδα Μαρσέλλου. Προς τα έξω πάντως βγάζουν ότι δεν υπήρξε καμία κόντρα και ότι απλά η ηθοποιός είχε φόρτο εργασίας -θα πρωταγωνιστήσει στο «Μ/S Flora» που έγραψε η ίδια και θα ανέβει σε σκηνοθεσία του Πέτρου Φιλιππίδη στη β σκηνή του «Αλμα» και κάνει γυρίσματα για τον «Γλυκούλη».

Η Κατερίνα Διδασκάλου θα ερμηνεύσει τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου στα γαλλικά, έχοντας στο πλευρό της τον ανερχόμενο ηθοποιό Νίκο Κοντογιάννη. Η παράσταση θα φιλοξενηθεί σε φεστιβάλ που ετοιμάζεται για τον σπουδαίο ποιητή, το οποίο θα παρουσιαστεί στο «Εναστρον» στα τέλη Φεβρουαρίου και την ίδια περίοδο θα παιχτεί στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Οπως μάθαμε, υπάρχει περίπτωση σοβαρή να ταξιδέψει στη συνέχεια και στο Παρίσι. Τη σκηνοθεσία της παραγωγής υπογράφει η Μάρθα Μακρή.

Ο Απόστολος Γκλέτσος μπορεί να μην έκλεισε θεατρική δουλειά στην Αθήνα, όπως συζητούσε, έκλεισε όμως στο ΔΗΠΕΘΕ Λαμίας και του αρέσει πολύ το ότι θα παίξει και πάλι σε έργο του Τένεσι Ουίλιαμς. Μετά τον Στάνλεϊ Κοβάλσκι, που έπαιξε στο «Λεωφορείον ο πόθος» με Μπλανς Ντιμπουά τη Δανδουλάκη και σκηνοθέτη τον Φασουλή, ετοιμάζεται τώρα να παίξει στο «Τριαντάφυλλο στο στήθος» που θα δούμε στο ΔΗΠΕΘΕ της Λαμίας μέσα στον χειμώνα.

  • Βασίλης Μπουζιώτης, ΕΘΝΟΣ, 25/09/2009
  • Η γυναίκα με τα μαύρα

    «Η γυναίκα με τα μαύρα» (φωτογραφία) του Στέφαν Μάλατρατ, έργο βασισμένο στο μυθιστόρημα της Σούζαν Χιλ, παρουσιάζεται για δεύτερη συνεχόμενη χρόνια στο θέατρο «Μέλι» (Φωκαίας 4 και Αριστοτέλους 87, τηλ. 210-8221.111) στις 21.15. Σκηνοθετεί και παίζει ο Δ. Κατρανίδης. Μαζί του ο Γ. Κέντρος.

    * Ολοκληρώνονται (έως τις 25 Ιανουαρίου) οι παραστάσεις του έργου «Ημέρωμα της στρίγγλας» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, στη «Σκηνή Κοτοπούλη» (Πανεπιστημίου 48, τηλ. 210-3305.074) του Εθνικού Θεάτρου. Σκηνοθετεί ο Κ. Αρβανιτάκης.

    Εθνικό Θέατρο: Το ημέρωμα της στρίγγλας

    Κάτω απ’ τη φόδρα του παραμυθιού, η αιώνια ερωτική πάλη – Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

    Το ημέρωμα της στρίγγλας. Σκην.: Κωνστ. Αρβανιτάκης. Θέατρο: Εθνικό (Κοτοπούλη–Ρεξ)

    «Παίζει θέατρο μαζί μου. / Βάφεται, αλλάζει ρούχα, / αλλάζει μακιγιάζ. Αλλάζει παρέες. / Μεθάει. Πολλές φορές / κρατάει μαχαίρι και με απειλεί. / Χιόνι, και λιώνει η μοίρα μου: / η σκοτεινή, η αμάραντη, η βουβή». [Γιάννης Κοντός, «Ηλεκτρισμένη πόλη», 2008]

    Βίος και παίγνιον: Ο Σαίξπηρ στήνει και βασίζεται στο δεύτερο για να ερμηνεύσει το πρώτο, για να δείξει, ιδίως στο «Ημέρωμα της στρίγγλας» (1524), από ποια επώδυνη υποταγή πρέπει να περάσει το εμπόλεμο θήλυ ώστε να μπορέσει, δήθεν ηττώμενο, να νικήσει τον κατ’ επίφαση θηριοδαμαστή του άρρενα. Πρόκειται για ένα έργο γεμάτο κινδύνους. Φορτωμένο με επιδράσεις του Αριόστο, με στοιχεία της κομέντια ντελ άρτε, με αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις, με φαρσικούς τόπους και με μια επικαλύπτουσα τα πάντα δήθεν ανεμελιά, θέτει ζωηρά ερωτήματα ως προς το «νόμιμο» ανέβασμά του. Επικρατέστερη σύγχρονη πρακτική υπήρξε εκείνη της ανοιχτής φόρμας απέναντι στην ερμηνεία ενός εκάστου των ρόλων, πρακτική που μέσα απ’ τον ελευθέριο αυτοσχεδιασμό, κοντινότερο προς τη φάρσα, εγκυμονεί τον κίνδυνο της ανομοιομορφίας και της απουσίας κάθε ενιαίου υφολογικού ερείσματος. Στις περιπτώσεις αυτές μοιραία το κείμενο υποχωρεί υπέρ ενός εντυπωσιοθηρικού, άκρως παιγνιώδους εγχειρήματος. Ισως ένα αχρονικό κοίταγμα του έργου με κοστούμια που δεν ανακαλούν ούτε το χρόνο του κειμένου ούτε εκείνον της παράστασης, υποστηρίζει το παραμύθι, όχι εις βάρος και των κοινωνικών του σημάνσεων.

    Το κυρίαρχο αρχετυπικό παιχνίδι του έρωτα που τελειούται μέσα σε μια κρημνοβατούσα ισότητα των δύο φύλων περιέχει έναν μαγικό ρομαντισμό, ο οποίος «ευθύνεται» για τη συγκίνηση του ευρύτερου κοινού. Τον ρομαντισμό αυτόν τον συνοδεύει η απλότητα και η εν θεάτρω θεατρικότητα των γλαφυρών παράλληλων ιστοριών θλιμμένης ευθυμίας (π.χ. οι ψευδαισθήσεις του Ζούλα). Εκ παραλλήλου, ιδιαίτερη προσοχή οφείλει να δοθεί στις αντιμαχόμενες έννοιες της πολύφερνης απ’ τη μια και της βαθιά ερωτευμένης απ’ την άλλη γυναίκας, «μονομαχία» άκρως σημαντική για τις περί γάμου αντιλήψεις του ελισαβετιανού κόσμου. Στο μεταξύ, παρότι λαϊκών συμπεριφορών, οι διακινούμενοι ήρωες έχουν όλοι αστικές προθέσεις προσωπικών διακανονισμών.

    Καμία από τις προαναφερθείσες πρακτικές δεν υιοθέτησε στο Εθνικό ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης. Ισως πλησίασε τη φάρσα, αλλά κι αυτήν υπονομευμένη. Συνέγραψε ο ίδιος μια απλουστευμένη διασκευή, που σίγουρα δεν φλερτάρισε με το μεταμοντέρνο αλλά και σίγουρα κατέστησε ασαφή την κεντρική πλοκή του έργου. Με τη δραματουργική συνεργασία της Ελενας Καρακούλη παρέδωσε στον σκηνοθετικό εαυτό του ένα κείμενο αφαιρετικό, σε μια απίστευτη, όμως, υβριδική γλώσσα. Στην πρόθεση του κ. Αρβανιτάκη να ενωτισθεί το νεανικό κοινό μια σαιξπηρική κωμωδία δύσκολης πια προσέγγισης, κατέφυγε στη γλώσσα του κοινού αυτού. Και όχι μόνον. Μπέρδεψε καθαρεύοντες τύπους με προχωρημένη αργκό, έστησε τραβηγμένες έως ανόητες ομοιοκαταληξίες υποτίθεται για να βοηθήσουν την ταχύτητα και τη μουσικότητα του λόγου, κατέφυγε σε πολλά φτηνά και λίγα πετυχημένα καλαμπούρια επιθεωρησιακής καταγωγής. Το υλικό αυτό τον οδήγησε αναπότρεπτα σ’ ένα είδος τσίρκου, σε κλοουνίστικα ταμπλό βιβάν και στις ανάλογες πολύχρωμες φορεσιές (τα εξετέλεσε με κέφι η Ελένη Μανωλοπούλου). Εύκολα θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την παράσταση αυτή ως μία ασεβή αρλεκινάδα, την οποία ωστόσο κίνησε με επιμέλεια στα ομαδικά σχήματα η Κατερίνα Παπαγεωργίου. Το όλον επίσης φλυάρησε σε πολλά σημεία, ενίοτε ο λόγος δεν ακουγόταν, οι δε σαχλοί εξυπνακισμοί περίσσεψαν. Μηχανεύτηκε εντούτοις ο κ. Αρβανιτάκης και μερικές ευτυχείς στιγμές που προκάλεσαν αβίαστο γέλιο ή σε εντυπωσίαζαν με τον συντονισμό τους.

    Χαρακτήρες

    Οι ηθοποιοί του -τι να έκαναν;- υπάκουσαν πλήρως στη δεδομένη οδηγία. Ο Ακης Σακελλαρίου (Πετρούκιος) ήταν ο κορυφαίος. Επαιξε με πλήρη άνεση και εσωτερικό χιούμορ· ίσως ήταν ο μόνος που έδωσε απόλυτα και τον χαρακτήρα. Ξεχώρισα ακόμη τον έμπειρο κωμικό Αλέξανδρο Μυλωνά (Μπατίστα), τον αφελή και φαιδρογόνο Γκρέμιο του επανεμφανισθέντος Ηλία Ασπρούδη, τον πολύ δυναμικό νέο κωμικό Σωκράτη Πατσίκα, που και πέρυσι είχα εντοπίσει στον «Ασχημο», τον αεράτο και πάντα κομιστή εποχής Γιάννη Νταλιάνη (Βιντσέντσιο) και τη χαριτωμένη ενζενί Εμιλυ Κολιανδρή (Μπιάνκα). Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι μια εκλεκτή ηθοποιός με σπάνια επαγγελματική συνείδηση. Νομίζω ότι αυτή τη φορά δεν «ξεκλειδώθηκε», δεν πήρε το παιχνίδι στα χέρια της, ξέχασε ή δεν μπόρεσε να βρει το κωμικό στίγμα της στρίγγλας Κατερίνας.

    Μια παράσταση με πάρα πολλές ενστάσεις και ερωτήματα. Το μεγαλύτερο; Με ποιους τρόπους κερδίζεται σήμερα το σύγχρονο, και μάλιστα όχι βρετανικό, κοινό, απ’ τις σαιξπηρικές κωμωδίες; Μήπως την -αόριστη- απάντηση την έχει δώσει ο ίδιος ο Σαίξπηρ; «Η τέχνη δεν είναι για τους πολλούς. Ούτε για τους λίγους. Είναι πάντα για τον καθένα χωριστά».

    Στην άκρη της γλώσσας


    «WOLFGANG» ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΥΡΙΤΣΑΚΗ ΣΤΗ ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ / ΗΘΟΠΟΙΟΙ: ΛΟΥΚΙΑ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ

    Του Λέανδρου ΠΟΛΕΝΑΚΗ, Η Αυγή, 23/11/2008

    O «Wolfgang» του Γιάννη Μαυριτσάκη βασίζεται στη γνωστή ιστορία που συντάραξε πρόσφατα τη Βιέννη, όταν η τότε 18χρονη Νατάσα Κάμπους κατάφερε ν’ αποδράσει μετά από οκτώ χρόνια αιχμαλωσίας, έγκλειστη σ’ ένα υπόγειο κελί. Ο απαγωγέας της, 40χρονος Wolfgang αυτοκτόνησε, ενώ η ίδια δήλωνε στους δημοσιογράφους: «ήταν μέρος της ζωής μου και κατά κάποιο τρόπο θρηνώ για αυτόν».

    Μια επιπόλαιη ανάγνωση θα κατέτασσε ίσως το έργο στο είδος θέατρο – ντοκουμέντο. Ο Μαυριτσάκης όμως, δεν περιορίζεται στην απλή καταγραφή των αληθινών γεγονότων, αλλά ιχνογραφεί την αφώτιστη, σκοτεινή πλευρά τους. Κατορθώνει να αποσπάσει την ιστορία του απ’ τα πραγματικά της πλαίσια και να την αναγορεύσει σε αυθεντικό έργο τέχνης, που ανοίγεται μάλιστα σε γόνιμο διάλογο με τον Άμλετ του Σαίξπηρ.

    Κάτω απ’ το πρίσμα του κρίσιμου αμλετικού ερωτήματος, «να ζεις ή  να μη ζεις», ο Μαυριτσάκης επαναπροσδιορίζει τις έννοιες, ελευθερία, ζωή, θάνατος, φως και σκότος, αθωότητα, ενοχή, αμαρτία και τιμωρία, για να φθάσει σε μια «ψυχανάλυση» του σύγχρονου, διαφωτισμένου ανθρώπου της εποχής μας, με τη συνείδησή του αναδιπλωμένη, σκιώδη και κλειστή, παρά τις αντίθετες διακηρύξεις. Ο Wolfgang του, όπως ο Άμλετ, αδυνατεί να σκοτώσει συμβολικά τον «πατέρα» και να περάσει απέναντι, στην ανδρική του υπόσταση και ταυτότητα. Αντί για αυτό, φυλακίζει το αγαπώμενο, κυρίαρχο θήλυ, την εν δυνάμει γυναίκα Οφηλία – Fabienne (μια εικόνα μητρική) σ’ ένα υπόγειο άντρο σκοτεινό, για να την προστατεύσει (από τη ζωή), για να την εξουσιάζει, για να την έχει πάντα «δική του» και για να μείνει «καθαρή». Όταν εκείνη δραπετεύει στο φως και στον πόνο του υπάρχειν «έτσι» ως ον με ανεπτυγμένη, αυτόνομη, ανοιχτή στον κόσμο συνείδηση, όταν αναδύεται ολόκληρη μετά το μυητικό της ταξίδι στο  σπήλαιο του Άδη, ο Wolfgang επιλέγει τον αντίθετο δρόμο. «Σβήνει» εντελώς τη συνείδησή του και ακολουθεί τυφλά το φάντασμα του πατέρα στα σκοτεινά του βασίλεια.

    Αυτή, πιστεύω, είναι η βαθύτερη ratio του έργου, να ξαναδώσει τον λόγο στη χαμένη θηλυκή persona, κάνοντας να «μιλήσει» η αμίλητη ως τώρα εικόνα μιας Οφηλίας.

    Ένα έργο σπουδαίο, που αρθρώνει γλώσσα οικουμενική και διακινδυνεύω την πρόβλεψη ότι θα κάνει μεγάλη καριέρα στο εξωτερικό.

    Η σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου με το Εθνικό Θέατρο (Νέα Σκηνή), το ίδιο σπουδαία, κατορθώνει να ισορροπήσει τα διαφορετικά λειτουργικά και δομικά στοιχεία του έργου. Το συμβολικό, το φανταστικό, το ρεαλιστικό και τ’ ονειρικό, δένουν μεταξύ τους. Το ύφος της παράστασης είναι ηθελημένα αιχμηρό, σχεδόν επιθετικό. Τα σκηνικά – κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη και η μισή ατμόσφαιρα, η μουσική του Σ. Γασπαράτου και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα, η άλλη μισή. Οι χαρακτήρες πλάθονται άνθρωποι αυθεντικοί, από λάσπη και ουρανό, δεν θυμίζουν μετουσιωμένα σύμβολα.

    Η πολύ προικισμένη Λουκία Μιχαλοπούλου (Faebienne), βγάζει το μέσα – έξω, συνομιλεί «στην άκρη της γλώσσας» και στα σύνορα του άρρητου, με το «de profundis» της γυναικείας υπόστασής της, «τα δίνει όλα». Ο ταλαντούχος Βασίλης Ανδρέου (Wolfgang) εναλλάσσει θαυμαστά τους τόνους ψυχρό – θερμό, κλιμακώνει, χτίζει έναν ακέραιο ραγισμένο ρόλο. Ο Μάνος Βακούσης (φάντασμα του πατέρα – κοσμηματοπώλης – θάνατος), έχει όπως πάντα έξοχους, παγωμένους ρυθμούς, καρφώνοντας τους δύο του ρόλους με κρότους ανήκουστους. Ο Σωτήρης Τσιακομίδης (γείτονας), χωρά το μεγάλο στο μικρό. Η Μαρία Ζορμπά δίνει τη «μητέρα» εγχάρακτη και η Σεραφίτα Γρηγοριάδου τη «γυναίκα» απτή. Ο Νικόλας Αγγελής (φίλος) έχει ουσία.

    ***

    «Το ημέρωμα της στρίγκλας», μια σαιξπηρική κωμωδία βυθισμένη στη γλώσσα, είναι ολόκληρη ένα «θέατρο μέσα στο θέατρο» τόσο αποστασιοποιημένη από το θέμα της, ώστε μπορεί να δώσει λαβή σε μια παράσταση που θα ονομάζαμε σήμερα μπρεχτική. Αντ’ αυτού είδαμε, με το Εθνικό Θέατρο (Κεντρική Σκηνή), μια εκδοχή – παρωδία της «Στρίγκλας» αφυδατωμένη από ποίηση, εξεζητημένη, γκροτέσκα, που θύμιζε περισσότερο χονδροειδή φάρσα (απόδοση και σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη). Ένα παράδειγμα θα χρησιμοποιήσω. Στη σκηνή της εμφάνισης του Πετρούκιου ντυμένου γαμπρού αλλοπρόσαλλα, δεν πρέπει να βγάζει γέλιο η εικόνα του που βλέπουμε, αλλά εκείνη που ακούμε, η σπαρταριστή περιγραφή του από ένα μικρό παιδί που προηγήθηκε και την αναγγέλλει. Η σκηνοθεσία δεν το κατάλαβε αυτό και τον έβγαλε στη σκηνή με γυναικείο νυχτικό (άσχετο τελείως με την περιγραφή του), για να γελάσουμε! Δεν γελάσαμε καθόλου, μας έπιασε μάλλον θλίψη.

    Σώθηκε στην παράσταση μόνο η διαρκώς διαπορούσα, μπρεχτικά, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ: «Ολη η γενιά μου οφείλει την καριέρα της στον Χουβαρδά»

    Ο σκηνοθέτης της «Στρίγκλας» εκθειάζει τον διευθυντή του Εθνικού

    ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΓΡΑΜΜΕΛΗ, ΤΟ ΒΗΜΑ, Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

    Φωτογραφία

    Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και ο Ακης Σακελλαρίου σε στιγμιότυπο από «Το ημέρωμα της Στρίγκλας» του Σαίξπηρ. Η παράσταση που ανεβαίνει από το Εθνικό Θέατρο έχει τη σκηνοθετική επίβλεψη του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη (επάνω), ο οποίος εργάζεται έπειτα από καιρό σε κρατική σκηνή. MOTIONTEAM

    Έρχεται στους κόλπους του Εθνικού Θεάτρου έχοντας διανύσει πολυετή διαδρομή στο ελεύθερο θέατρο. Αν και δηλώνει πως νιώθει ότι «τα κρατικά θέατρα είναι ο φυσικός μου χώρος», εν τούτοις χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να δούμε παράσταση του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη σε κρατική σκηνή. Η στιγμή ήλθε και πριν από λίγες ημέρες έκανε πρεμιέρα το σαιξπηρικό «Ημέρωμα της Στρίγκλας» στο Εθνικό. Οι απόψεις και οι εντυπώσεις πολλές και διαφορετικές. Κάποιοι δυσανασχέτησαν με την προσέγγιση, άλλοι διαφώνησαν και κάποιοι είδαν με ενδιαφέρον τη σκηνοθετική ματιά του.

    Ο ίδιος σε μια απόπειρα να αναλύσει τη σχέση του με το έργο, η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ πέρασε από σαράντα κύματα, περιγράφει τα εμπόδια, τους προβληματισμούς αλλά και τις προκλήσεις στις οποίες ανταποκρίθηκε ξεκινώντας από τον ίδιο τον συγγραφέα.

    «Στην Αμερική, όπου έζησα πολλά χρόνια, κατάλαβα το βάθος αυτού του κόσμου που λέγεται Σαίξπηρ μέσα από τη μελέτη του έργου του. Αντιλήφθηκα πώς σκηνοθετεί τον λόγο του. Σου λύνει όλα τα ζητήματα σε επίπεδο ερμηνείας. Έκανα ένα καταπληκτικό ταξίδι στον κόσμο του Σαίξπηρ».

    Ωστόσο «πρακτική» συνάντηση δεν είχε γίνει ως τα περασμένα Χριστούγεννα, όταν ο Γιάννης Χουβαρδάς τον κάλεσε και του ζήτησε να σκηνοθετήσει τη «Στρίγγλα». Οι πρώτοι ενδοιασμοί, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, αφορούσαν τη μετάφραση. «Υπήρχε ένα ενδιαφέρον πρόβλημα: το πώς θα μπορούσαν να βρουν την αντιστοιχία με τη γλώσσα της μετάφρασης αυτά τα παιχνίδια που κάνει ο Σαίξπηρ. Η μετάφραση είναι πολύ βασικό ζήτημα και γι΄ αυτό κατέληξα να περάσω μήνες με το κείμενο βιώνοντας μια καταπληκτική εμπειρία. Νιώθεις πάρα πολύ λίγος και οδηγείσαι σε επιλογές ακραίες προσπαθώντας να πετύχεις αυτό που λέει ο ίδιος».

    Ανάγνωση στο άλλο άκρο

    Επόμενο βήμα, η προσέγγιση του κειμένου και η ιδέα της σκηνοθεσίας. Όπως ομολογεί, «στην αρχή δεν ενθουσιάστηκα, δεν ήταν από τα αγαπημένα μου έργα.Με βοήθησε όμως η δυσκολία του. Υπήρχαν και δύο βασικά ζητήματα: το ζήτημα της καταπίεσης της γυναίκας αλλά και αυτό της περιβόητης εισαγωγής του έργου, που αποτελεί δραματουργικό πρόβλημα και πρόκληση ταυτόχρονα».

    Πέρασε ένας μήνας δουλειάς και αναζήτησης. Ο Κ. Αρβανιτάκης αποφάσισε να δει τον ρόλο της Κατερίνας διαφορετικά σε σχέση με τον τρόπο που είχε αντιμετωπιστεί ως σήμερα. Συγκεκριμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «δεν υπάρχει περίπτωση σε σύγχρονη ανάγνωση να εγκλωβιστεί κάποιος στη φαλλοκρατική εκδοχή του θέματος. Για μένα μια ανάγνωση στο άλλο άκρο ήταν αποδεκτή και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να την παρουσιάσω εγκλωβισμένη στον φαύλο κύκλο της φαλλοκρατίας. Είδα το έργο από την πλευρά του άντρα. Η Κατερίνα είναι έξυπνη, δυναμική, με χιούμορ. Δεν βρίσκει άντρα ισάξιό της. Αρνείται να παίξει το παιχνίδι τού “εγώ θα κατέβω επίπεδο να σε συναντήσω” και οι άνδρες τη φοβούνται. Πλέκουν τον μύθο της στρίγκλας. Ουσιαστικά είναι εγκλωβισμένη στις ικανότητές της. Το ημέρωμα είναι απελευθέρωση. Ο Πετρούκιο βλέπει τα χαρίσματα και με την τρέλα του την αφοπλίζει, με το χιούμορ του της επιτρέπει να χαλαρώσει και να χαμογελάσει. Αυτή τη γυναίκα εγώ σήμερα τη συναντάω και την αναγνωρίζω».

    Μην πυροβολείτε το Εθνικό

    Παλιός γνώριμος του Γ. Χουβαρδά, ο σκηνοθέτης τοποθετείται στην κριτική που έχει γίνει μέχρι στιγμής στους χειρισμούς και στο έργο του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου. «Νιώθω ότι ξέρει πολύ καλά τι θέλει, έχει δυνατό όραμα και είναι σημαντικό για κάθε σκηνοθέτη να ενταχθεί σε αυτό. Όλη η δική μου γενιά σκηνοθετών οφείλουμε την καριέρα μας στον Γιάννη. Είναι ο πιο ικανός και ξεκινήσαμε πολλοί από εμάς στο Αμόρε και το γνωρίζουμε καλά. Ο Χουβαρδάς είναι σαφής στο τι θέλει σε σχέση με τα όρια του προγραμματισμού και του προϋπολογισμού. Από την άλλη, υπάρχει απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία. Καμία επέμβαση δεν γίνεται,υπάρχει πολυφωνία σε όλα τα επίπεδα και είναι θετικό το ότι έχουν μπει τόσα νέα πρόσωπα. Επί Κούρκουλου ακούγαμε τα ίδια και τα ίδια ονόματα να σκηνοθετούν, κάτι που δεν ισχύει πλέον. Είναι αυτονόητο ότι 18 παραστάσεις δεν μπορεί να αφορούν όλους. Ενα Εθνικό Θέατρο έχει υποχρέωση να έχει μία παράσταση για τον καθένα. Μετά τον δεύτερο χρόνο θα κριθεί ο Χουβαρδάς. Ακόμη είναι νωρίς».

    * «Το Ημέρωμα της Στρίγγλας» Εθνικό Θέατρο – Κοτοπούλη-Ρεξ


    Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

    Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο ρόλο της Κατερίνας από το «Ημέρωμα της Στρίγγλας» του Σέξπιρ σε σκηνοθεσία Κ. Αρβανιτάκη

    Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης προανήγγειλε το ανέβασμα του «Ημερώματος της Στρίγγλας» στο Εθνικό σαν μια νεωτερική, ανανεωτική και προκλητική παρουσίαση του σεξπιρικού αριστουργήματος. Στην πράξη, η εκδοχή του περιελάμβανε μια νέα, δική του μετάφραση, με παρεκκλίσεις προς το μαλλιαρότερον, αρκετές περικοπές, μερικές από τις οποίες άγγιζαν τον δραματουργικό πυρήνα του έργου, ένα διογκωμένο εικαστικό μέρος, με στοιχεία από τον αμερικανικό μοντερνισμό μέχρι το γερμανικό κιτς, μια λόγια, τέλος, επικέντρωση του προβληματισμού στις σημερινές σχέσεις των δύο φύλων. Ο σκηνοθέτης είχε ασφαλώς συνείδηση ότι μια τέτοια προσέγγιση, που κάπου αλλού θα αντιμετωπιζόταν με συγκατάβαση, στο Εθνικό ήταν ικανή να προκαλέσει αντιδράσεις. Δεν είναι μόνο που στερεύουν οι ευθείες οπτικές του κλασικού ρεπερτορίου (θα αναζητούμε κάποτε ηθοποιούς που θα μπορούν να αναπνέουν σε πολυσύλλαβο στίχο). Είναι που στις προσδοκίες του μεγάλου και κάποιας ηλικίας κοινού ελλοχεύει πάντα η παράδοση του Εθνικού στον Αγγλο τροβαδούρο, μια παράδοση που παράλληλα με την αναβίωση του αρχαίου δράματος έδωσε κάποτε τη βάση για ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ακαδημαϊκό θέατρο υψηλού ύφους και φρονήματος. Σε γενικές γραμμές, και κρατώντας τις αναλογίες, ο Σέξπιρ για μια εποχή κράτησε το χειμερινό αντίβαρο στα αρχαιόθεμα καλοκαιρινά προγράμματα της κρατικής σκηνής.

    Γεγονός ωστόσο είναι ότι αν η διασκευή του Αρβανιτάκη δεν φάνηκε πιστή στον Σέξπιρ, είναι γιατί θέλησε να είναι τίμια μαζί του και μαζί μας. Ζήτησε κατ’ αρχήν να αντικαταστήσει τη φαινομενολογία του θεάτρου του, που χαριεντίζεται με τον εαυτό του στον καθρέφτη, με την οπτική μετάβαση σε μια άλλη, «μεθυσμένη» πραγματικότητα. Και στη συνέχεια, εντός αυτής, να επιβάλει τη γοητεία μιας ποίησης που προκαλεί θαυμασμό καθώς καταφέρνει να κινείται όχι μόνο οριζόντια αλλά και κατακόρυφα στον άξονα του ύφους.

    Ο Αρβανιτάκης διάβασε το έργο σαν τη συνάντηση (όχι σύγκρουση) δύο ανορθόδοξων αντι-ρόλων. Σε αυτήν τη σχέση ο ένας απελευθερώνει τον άλλο, τον αποδεσμεύει από τις συμβάσεις, τον αναδεικνύει σε σύντροφο. Προκύπτει έτσι μια ενδιαφέρουσα χαρακτηρολογία, που δίνει στην παράσταση του Εθνικού έναν ασυνήθιστο Πετρούκιο, μια ασυνήθιστη Κατερίνα, μια ασυνήθιστη Μπιάνκα κ.ο.κ. Και θέτει τη βάση για το βασικό ερώτημα: Ποια άραγε θεωρεί η εποχή μας ιδανική γυναίκα; Την Μπιάνκα-Μπάρμπι ή την ασυμβίβαστη, ανυπόκριτη Κατερίνα; Από την απάντησή μας κρίνεται το αν η παράσταση κατόρθωσε να απεγκλωβίσει το ελισαβετιανό έργο, αν μπόρεσε να μεταφέρει την ουσία του.

    Υπήρχαν καλές προθέσεις επομένως, που κατέληξαν σε ένα εξαιρετικά αμφίβολο αποτέλεσμα. Φταίει πριν από όλα η αδυναμία του σκηνοθέτη να καλύψει τη σκηνή του Κοτοπούλη. Υστερα, η φορτωμένη εκ μέρους του οπτικοποίηση των πάντων. Στο εικαστικό μέρος της Ελένης Μανωλοπούλου, τεράστια κάδρα καθορίζουν τις σκηνές, μήλα σκορπούν την ερωτική ευωχία, κοστούμια σχολιάζουν την υπαρκτική κρίση των προσώπων. Υπάρχει θέαμα πολύ, ανάκατο με πόζα, και ένα όχι και τόσο ειλικρινές κυνήγι εντυπώσεων. Υπάρχει η υπόνοια μιας στάσης που θεωρεί ανίκανο το κοινό να κατανοήσει τον υπαινιγμό και κραυγάζει εμπρός του το προφανές.

    Το καστ του Εθνικού είναι αξιώσεων και υπάρχει πράγματι η διάθεση για κάτι καλύτερο. Αυτό όμως που βγαίνει προς τα έξω είναι η εικόνα μια συγκροτημένης αλλά όχι αληθινά δεμένης ομάδας. Ο Ακης Σακελλαρίου υποστηρίζει την ανατρεπτική εικόνα του Πετρούκιου, δίπλα του όμως η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη περιεργάζεται αμήχανα την Κατερίνα. Οι υπόλοιποι αγκομαχούν να γεμίσουν τα κενά. Η πλατεία τελικά εισπράττει την ψυχρότητα μιας ερωτικής συνάντησης που εξελίσσεται ατυχώς σε αγχωμένο πάρτι. *

    ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 22/11/2008