Category Archives: Αμπελάς Τιμολέων

Η ζακυνθινή πολιτεία επί σκηνής

  • Μελέτη του Διονύση Μουσμούτη σε ένα θεατρικό κείμενο του Πατρινού Τιμολέοντος Αμπελά

Της Σταυρουλας Γ. Τσουπρου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/06/2010

  • Διονύσης Ν. Μουσμούτης, «Ο Τιμολέων Αμπελάς, η Λίνα Δράκα και η Ζάκυνθος», Εκδόσεις Τρίμορφο, Ζάκυνθος, 2009.

Η δέκατη πέμπτη αυτοτελής έκδοση που είτε έχει συγγράψει εξ ολοκλήρου είτε έχει επιμεληθεί ο ακούραστος και ειδικός περί τα Επτανησιακά, και δη τα θεατρικά, Διονύσης Μουσμούτης, διευθυντής, μεταξύ πολλών άλλων δραστηριοτήτων, του παλαιού και έγκυρου περιοδικού Ιστορία (Εικονογραφημένη), αφορά και πάλι σε ένα θεατρικό κείμενο, του Πατρινού, αυτήν τη φορά, Τιμολέοντος Αμπελά, ο οποίος, όμως, μετατέθηκε, ως ανήκων στον δικαστικό κλάδο, αρκετές φορές και για μεγάλα διαστήματα στη Ζάκυνθο, όπου και απέκτησε στενές φιλικές σχέσεις, ιδιαίτερα με τον κόσμο της λογιοσύνης.

Η αλήθεια είναι πως διαβάζοντας κανείς την εκτενή Εισαγωγή τού Δ. Ν. Μουσμούτη δεν σχηματίζει «καλή» ιδέα για την ποιότητα του θεατρικού έργου εν γένει (αποτελούμενου από περισσότερα των τριάντα δραμάτων και κωμωδιών) του Τιμολέοντος Αμπελά, με αποτέλεσμα να απορεί, σε μια πρώτη προσέγγιση, για τον λόγο που ώθησε στην παρούσα έκδοση. Ο Τ. Αμπελάς, φίλος του Γεωργίου Μιστριώτη και οπαδός, ομοίως με εκείνον, ακραίων θέσεων υπέρ της καθαρεύουσας, παρουσιάζεται, λοιπόν, στην Εισαγωγή ως συγγραφέας «πληθώρας ανούσιων έργων», αναδειχθείς ταυτόχρονα ως «επαγγελματίας» δραματογράφος του συρμού και μόνιμος σχεδόν υποψήφιος των δραματικών διαγωνισμών, στους οποίους, μάλιστα, αποσπούσε συχνά βραβεία – η συγκεκριμένη «ενασχόλησή» του είχε γίνει, ως γνωστόν, στόχος τής σάτιρας των εφημερίδων. «Για μια μεγάλη περίοδο», σημειώνει ο Δ. Ν. Μουσμούτης, παραθέτοντας την αναπληρώτρια καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Κυριακή Πετράκου (καθώς, κατά τη συνήθειά του, τεκμηριώνει με σχολαστικό υπομνηματισμό τα γραφόμενα στην Εισαγωγή του), «οι δραματικοί διαγωνισμοί είχαν καταντήσει φέουδο δικό του (του Τ. Αμπελά) και των συνοδοιπόρων του, συντηρητικών, αντιδραστικών και ατάλαντων στην πλειονότητά τους δραματογράφων».

Η Λίνα Δράκα -έργο ζακυνθινής υπόθεσης, αντλημένης από μια πραγματική ποινική δικογραφία, η οποία υπέστη, χάριν του έργου, κάποιες μετατροπές- δεν κρίνεται, σύμφωνα με τα λεγόμενα στην Εισαγωγή, ότι διαφέρει από τα άλλα έργα τού Τιμολέοντος Αμπελά ως προς τα πάγια (αρνητικά) χαρακτηριστικά τού ρητορισμού και της έλλειψης δημιουργικής φαντασίας. Διαφέρει, ωστόσο, ως προς το χαρακτηριστικό τής λόγιας, ψυχρής γλώσσας, καθώς αποτελεί το μόνο έργο του το οποίο είναι γραμμένο σε δημώδη γλώσσα, περιλαμβάνουσα, μάλιστα, ζακυνθινούς ιδιωματισμούς – να σημειωθεί, πάντως, εδώ ότι στις εκτεταμένες σκηνικές οδηγίες διατηρείται η λόγια καθαρεύουσα, γεγονός που οδηγεί τη σκέψη των ερευνητών στην πιθανότητα «ο γλωσσικός εκσυγχρονισμός» του κειμένου να έγινε από κάποιον άλλον, για λόγους παραστασιακούς ή και διαγωνιστικούς. Το έργο παραστάθηκε για πρώτη φορά στις 22 Μαΐου 1910, στο θέατρο «Αθήναιον» και έτυχε ευνοϊκής υποδοχής από την κριτική, ιδιαίτερα, μάλιστα, για την ερμηνεία τού Διονύσιου Ταβουλάρη, ο οποίος, σύμφωνα και με τον χαρακτηρισμό τού (διαφωνούντος, κατά τα άλλα, ως προς τα γλωσσικά με τον Τ. Αμπελά) Γρηγορίου Ξενόπουλου, «δημιουργήσας έναν αληθώς έξοχον τύπον Εβραίου Ζακυνθινού τού ΙΗ΄ αιώνος -κάτι τι πολύ διαφορετικόν από έναν Σάυλωκ- απέδειξεν όχι μόνον ότι νεάζει και ακμάζει, αλλά και ότι είνε ακόμη ο μόνος μεγαλοφυής ηθοποιός τον οποίον απέκτησε η Ελληνική σκηνή». Εκτοτε, πάντως, μαρτυρείται μόνον μία και μοναδική παράσταση του έργου, στον Βόλο, με αποτέλεσμα να τοποθετείται οριστικά και αυτό το έργο του Τιμολέοντος Αμπελά, μαζί με όλα τα άλλα, στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου.

Ερευνητικοί, μόνον, λόγοι, λοιπόν, θα επέβαλαν την ανά χείρας έκδοση (η οποία κοσμείται, να σημειώσουμε, με ένα πολύ καλαίσθητο εξώφυλλο), λόγοι οι οποίοι γίνονται ισχυρότεροι αν συνυπολογιστεί και η αξία τού συγκεκριμένου θεατρικού έργου για την τοπική ιστορία, καθώς η «πρώτη ύλη» του, όπως είδαμε, προέρχεται από τα αρχεία της ζακυνθινής πολιτείας, τα οποία, σύμφωνα με όσα διαβάζουμε στον Πρόλογο, είναι, πλέον, οριστικά χαμένα. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν, ωστόσο, ότι ένας απλός φίλος της Επτανήσου ή και του θεάτρου δεν θα ενδιαφερόταν να διαβάσει ένα, έστω γερασμένο εν πολλοίς (αλλά δεν θα έλεγα εντελώς ξεπερασμένο), ρομαντικό δράμα με αστικά κοινωνικά στοιχεία.