Category Archives: Αμλετ

BIOS: «Αμλετ» με έναν ηθοποιό

Η αυλαία σηκώνεται. Σάλα στο ανάκτορο. Είσοδος Αμλετ… O Αμλετ, εμπλεκόμενος στα γρανάζια της ομώνυμης τραγωδίας του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, που διαδραματίζεται σε μια χώρα όπου διαλύονται τα πάντα, βιώνει μια κρίση τόπου, μια κρίση ταυτότητας, στην παράσταση «Αμλετ, για ένα ηθοποιό και μία αυλαία» που παρουσιάζεται στο Bios Main, έως τις 22 του μήνα. Υπάρχει στη σκηνή ως το αρχέτυπο του «ανθρώπου εν κρίσει», με την αποστολή να μιλήσει, όπως μόνο αυτός -από όλους τους θεατρικούς ήρωες- μπορεί, εν είδει εξομολόγησης, για ζητήματα ουσίας του ανθρώπου και της ύπαρξης, όπως η έλλειψη της αίσθησης του ανήκειν, τα όρια μεταξύ αλήθειας και υπόκρισης, είναι και φαίνεσθαι, ζωής και θανάτου.

Η παράσταση εστιάζει στον ερμηνευτή και την ιδιαίτερη σχέση που έχει αναπτύξει με τον Αμλετ και επιδιώκει να ανασύρει μέσα από κάθε θεατή τις δικές του, κρυφές συγγένειες με τον ήρωα. Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση από τον Πρόδρομο Τσινικόρη, που υπογράφει τη μετάφραση, τη σκηνοθεσία και την ερμηνεία.

Ο Αμλετ διχάζει ακόμα ψυχιάτρους και νομικούς

Τετρακόσια χρόνια πέρασαν από τη στιγμή που ο Αμλετ, πρίγκιπας της Δανιμαρκίας, σκότωνε τον Πολώνιο. Χθες στο Πανεπιστημίο της Καλιφόρνιας έγινε «εικονική δίκη» για το κατά πόσον θα πρέπει να αναγνωριστεί στον σαιξπηρικό ήρωα το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού. Οι παράγοντες της δίκης -έγκριτοι νομικοί- και οι εμπειρογνώμονες παρουσίασαν τις θέσεις τους, αλλά οι ένορκοι δεν κατέληξαν σε ομόφωνη απόφαση.

  • Ορκωτό δικαστήριο εξέτασε τον… Αμλετ

A. P.

ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ. Τετρακόσια χρόνια πέρασαν από την τέλεση της εγκληματικής πράξης μέχρι τη χθεσινή εξέταση του δράστη της από ορκωτό δικαστήριο. Και πάλι, όμως, οι ένορκοι δεν κατέληξαν αν θα έπρεπε να αναγνωριστεί στον δολοφόνο το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού. Δεν αποφάσισαν αν ο Αμλετ, ο πρίγκιπας της Δανιμαρκίας, είχε σώας τας φρένας όταν σκότωσε τον Πολώνιο. Πρόεδρος της έδρας στην πλασματική δίκη που πραγματοποιήθηκε στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, με τη χορηγία του Κέντρου Σαίξπηρ στο Λος Αντζελες, ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Αντονι Μ. Κένεντι. Εισαγγελείς και δικηγόροι υπεράσπισης ήταν γνωστοί νομικοί του Λος Αντζελες, ενώ στο ακροατήριο κάθονταν δικηγόροι, μαθητές και ο Μελ Γκίμπσον. Από τους δώδεκα ενόρκους μόνο δύο κατέληξαν ότι ο Αμλετ ήταν τρελός όταν μαχαίρωνε τον Πολώνιο, σύμφωνα με το σαιξπηρικό έργο. Αντιθέτως, δέκα ένορκοι πιστεύουν ότι ήταν λογικός. Ο δικηγόρος υπεράσπισης τόνισε ότι ο πρίγκιπας ήταν μία μελαγχολική μορφή που έπασχε από διαταραχή της προσωπικότητας, ενώ η πολιτική αγωγή αντέκρουσε τον ισχυρισμό υποστηρίζοντας ότι ο Αμλετ είχε σώας τας φρένας, αλλά ένιωθε θυμό και μανία εκδίκησης. Επίσης, κατέθεσαν ψυχίατροι που χειρίστηκαν γνωστές υποθέσεις. O δρ Σολ Φέρσταϊν κατέθεσε ότι ο Αμλετ ήταν παράφρων, έπασχε από ακουστικές παραισθήσεις και γι’ αυτό σε πολλούς μονολόγους μιλάει μόνος χωρίς να είναι άλλος παρών. Ο συνάδελφός του δρ Ρόναλντ Μάρκμαν διαφώνησε λέγοντας ότι ο Αμλετ μπορούσε να διακρίνει το ορθό από το λάθος και ότι δεν έπασχε από κατάθλιψη.

Μετά την αδυναμία των ενόρκων να καταλήξουν σε απόφαση, ο δικαστής καταδίκασε τον Αμλετ «να ζει πάντα στις σελίδες της λογοτεχνικής μας κληρονομιάς και να μας προκαλεί να τον γνωρίσουμε περισσότερο».

Η Καθημερινή, Tετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Τι έχει να πει ο Αµλετ;

  • [ ΠΡΟΒΟΛΕΙΣ ]
  • Του Π.Κ. Ιωακειµίδη, ΤΑ ΝΕΑ: Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

ΠΡΙΝ ΑΠΟ λίγες εβδοµάδες (στις 7 Οκτωβρίου) βρέθηκα στην πρεµιέρα της νέας παραγωγής του Hamlet στο Εθνικό Θέατρο στο Λονδίνο σκηνοθετηµένη από τον διευθυντή του θεάτρου Nicholas Hytner µε τον Rory Kinnear στον ρόλο του Αµλετ. Δεν ήταν µια συνηθισµένη, παραδοσιακή σαιξπηρική παράσταση. Ηταν ο «Αµλετ» ως πολιτική τραγωδία στο σηµερινό περιβάλλον και πραγµατικότητα, χωρίς ωστόσο καµία αλλοίωση του σαιξπηρικού λόγου. Στο περιβάλλον ενός αυταρχικού, αστυνοµικού κράτους, όπου κυριαρχούν το παρασκήνιο, η καχυποψία, συνωµοσίες, υπονόµευση, διαπλοκές, διαβολές, ψέµατα, συκοφαντίες, όπου οι πάντες παρακολουθούν µε τα πλέον προωθηµένα τεχνολογικά µέσα τους πάντες, όπου ο πολιτικός λόγος υποκαθίσταται από τον τηλεοπτικό στόµφο. Με άλλα λόγια, ήταν µια συναρπαστική παράσταση. Και ήταν συναρπαστική γιατί έλεγε ότι «κάτι σάπιο υπάρχει όχι στη Δανία αλλά στη σηµερινή Ευρώπη», κάτι βαθύτατα ανορθολογικό στη σηµερινή ανθρώπινη συµπεριφορά, όπου το δίληµµα της ύπαρξης («να ζει κανείς ή να µη ζει») προβάλλει ως εφιαλτική αναµέτρηση όχι µόνο µε τις µεταφυσικές δυνάµεις και αβεβαιότητες, αλλά και µε τις πολιτικές συνθήκες της καταπίεσης και συρρίκνωσης της ατοµικής ελευθερίας, της αλλοτρίωσης, όπου η έννοια του «ατοµικού χρέους» ακυρώνεται από την καθολική ανοµία και τη σύγχυση ρόλων, θέσεων και συµπεριφορών. Ο «Αµλετ» του Εθνικού Θεάτρου µε το Τ-shirt που έφερε επάνω του τη λέξη Villain («κάθαρµα») κι έµοιαζε λίγο σαν έλληνας κουκουλοφόρος «έλεγε» (ή έτσι τουλάχιστον το ερµήνευσα) ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίση, ότι µπορεί να διολισθήσει στην κατάσταση του αστυνοµικού, αυταρχικού κράτους, όπου θα συνθλιβούν οι αξίες της ελευθερίας, του ορθολογισµού, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας µε κατάληξη την ολική τραγωδία. Για να ξεφύγει από την κατάσταση αυτή, χρειάζεται µια ανατροπή (ανατροπή που θα προετοιµάσουν ίσως κάποια «καθάρµατα»). Οπωσδήποτε µια ανατροπή µε δηµοκρατικό περιεχόµενο, που θα ακυρώσει τις ταχύτατα αναπτυσσόµενες αυταρχικές δυναµικές σε πανευρωπαϊκή κλίµακα µε συνεχώς υιοθετούµενα µέτρα και ρυθµίσεις συρρίκνωσης της προσωπικής ελευθερίας, των ατοµικών δικαιωµάτων και επιλογών χάριν, υποτίθεται, της ασφάλειας. (Εχω την αίσθηση ότι ο Αµλετ µε την επιγραφή «κάθαρµα» επάνω του δύσκολα θα περνούσε από τον έλεγχο ασφαλείας στο Αεροδρόµιο Χίθροου του Λονδίνου). «Τα υπόλοιπα είναι σιωπή».

Ο Π. Κ. Ιωακειµίδης είναι καθηγητής του Πανεπιστηµίου Αθηνών και µέλος του Δ.Σ. του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Hytner Stages Rory Kinnear Hamlet at NT in 2010

First Night: Hamlet, National Theatre, London

  • Here comes the son, with ghosts of Hamlets past
    • By David Lister
    • Friday, 8 October 2010
    • Rory Kinnear as Hamlet

      Geraint Lewis

      Rory Kinnear as Hamlet

      A great Hamlet is not only a Hamlet for his time, it can be a Hamlet that defines his time. John Gielgud was the lyrical romantic in the 1930s, David Warner the rebellious student in the sixties, David Tennant a mercurial adolescent for the “whatever!” generation of teenagers in the noughties.

      It was intriguing to know how the National’s artistic director Nicholas Hytner, directing his first Hamlet, and Rory Kinnear as the prince would define our own age. Kinnear, son of the late comic actor Roy, must be one of the least famous names to play the role, but Hytner earmarked him for it more than two years ago.

      Initially, it’s not altogether easy to see why. Sat in his dark suit, the wiry figure with receding hair looks, as do many of the cast, a little like a gangster in a Guy Ritchie movie. His initial lines and first soliloquy do not suggest the towering performance that is to come.

      Hytner’s Denmark in this modern dress production (part of the Travelex £10 ticket season) is a surveillance state. The set is a large room framed by large doorways, themselves usually framed by a security man with an earpiece. It is rare for two people to have a conversation on stage alone. Nearly always someone is watching, listening, moving off to file a report.

      David Calder’s excellent Polonius is not the bumbling fool we sometimes see, but the spymaster general. With an imperceptible nod of the head he sends three agents at a time off to do his bidding. When he tells one to keep an eye on his son Laertes in Paris, it is not the worried, doting father, it is the chief apparatchik who demands to know everything.

      In this world where everything is watched and noted, Patrick Malahide’s cold, unremorseful and unrepentant Claudius is utterly convincing as a man who would kill his brother, usurp the crown, and run a state with a mixture of paranoia, steely control, mistrust and snooping that would put Richard Nixon to shame. His henchmen are everywhere. Osric, despite Shakespeare’s own direction, is not here a fop, but a weary, efficient enforcer, knowing full well the likely result of the fight he is ordered to arrange between Hamlet and Laertes. Ruth Negga’s feisty Ophelia, after she goes mad, is trailed everywhere by two government agents, making one wonder, again for the first time, whether her drowning may have been more than suicide or an accident.

      Against all this Rory Kinnear presents Hamlet as the ordinary man. There is little noble about him, little evident that is “likely to have proved most royal” despite what we are told. He is a loner, his friendship with Horatio more understated than usual, struggling to work out a battle plan against insuperable forces and after his encounter with his father’s ghost (tellingly played by James Laurenson as a fixer who would have been no pushover himself as head of state).

      And then something remarkable happens. Hamlet welcomes the travelling players and watches the player king feign grief. The ensuing soliloquy “Oh what a rogue and peasant slave am I” is spoken with a sorrow and determination that has you on the edge of your seat. What is remarkable is that not just Hamlet changes, but Kinnear’s performance seems from that moment to change. The timbre in his voice seems to grow richer, his quicksilver movement more alarming. Certainly, it is hard to take your eyes off him.

      His descent into madness or assumed madness is rather a descent into depression. Hytner has rightly paid much attention to the line “I could be bounded in a nutshell and count myself the king of infinite space were it not that I have bad dreams.” Kinnear shows a Hamlet whose depression can be seen in fits of unwarranted aggression, withdrawal, manic high-pitched laughter, intense unhappiness or simply desperate attempts to make sense of anything, as in his the pure puzzlement that he puts across in the “to be or not to be” soliloquy, delivered while smoking a cigarette (a useful prop actually as inhaling and exhaling provide distinct pauses in which to contemplate the hereafter).

      In a supporting cast which has many strengths and one or two weaknesses, special mention must be made of Clare Higgins’s revelatory Gertrude. Predictably, this marvellous actress redefines the role. Gone is the weak, lovestruck, pliable and guilt-ridden mother and wife. This is more realistically a self-assured woman, who will have a drink when it suits her, is more than capable of barking out orders herself and knows exactly what she wants out of life. In the confrontation scene with Hamlet, where often she is played as a frightened wreck, this Gertrude raises her hand to clout her impertinent son.

      Yet Kinnear’s Hamlet is no adolescent. The actor looks all of his 32 years. His Hamlet is an adult, the ordinary adult stripped of all nobility in a self-destructive battle to make sense of life in a suveillance state that denies him trust, friends and love. If it is a Hamlet for our age, then things are bleak indeed. It is certainly a chilling production that demands to be seen.

      Related articles

    • Tom Hedley: ‘On stage, Flashdance in your face and completely alive’
    • Search the news archive for more stories

    The 10 best Hamlets

    • From David Tennant’s sardonic and volatile performance to John Gielgud’s choked-up ferocity, Susannah Clapp picks the 10 best portrayals of Hamlet
    William Shakespeare [Misc.];Henry Irving [Misc.];Ellen Terry [Misc.]
    Illustration of English actors Ellen Terry and Henry Irving in Hamlet. Photograph: Time Life Pictures/Getty Image
    • Henry Irving

    In the 1870s, Henry Irving was the most popular actor on the London stage. He produced himself in Hamlet in a version that, though heavily cut, was, due to long intervals with incidental music and elaborate scene-changes, more than five hours long. For Yeats, he was a «lean image of hungry speculation». In pale make-up, his white face emphasised by blue-black hair, Irving was also a lovable, scholastic prince. Playing opposite his future lover, Ellen Terry (above), he clearly yearned for Ophelia. Terry paid him a cherishable compliment: he «did not go to the audience. He made them come to him».

    John Gielgud
    John Gielgud posing in costume as Hamlet. Photograph: Hulton Archive/Getty Images
    • John Gielgud

    He became the Hamlet by which 20th-century performances were judged. John Gielgud played the role more than 500 times, in six productions: at 26 and at 44, in London, in Elsinore, and on Broadway, where he triumphed over a production starring Leslie Howard. At the end of the second world war, he performed for troops in the Far East, although he had «rather wanted to do Charley’s Aunt«. A 1941 radio recording demonstrates his wonderful power, capturing not only the mellifluousness for which he was famous, but a choked-up ferocity. He could make paralysis sound like an assault on himself.

    • Jonathan Pryce

    It was a device of the director Richard Eyre that made Jonathan Pryce’s terrific, febrile Hamlet soar. Looking for a way to make sense of the Ghost to a sceptical audience, Eyre hit on the notion of a spirit that came out of the prince’s own body. Pryce, his arms wrapping round his body, hand reaching up to his throat, seemed to vomit up the sepulchral voice of the old fellow. He was also one of many actors to have played the part of Hamlet under the influence of a parent’s death. «I approached Hamlet,» Pryce said, «as someone who had seen his own father’s ghost.»

     David Tennant plays Hamlet on stage at the Novello theatre
    David Tennant as the Prince of Denmark in the RSC’s 2008 production. Photograph: Ellie Kuurtz/RSC
    • David Tennant

    Sardonic and volatile, David Tennant’s Hamlet was so graceful that at times he seemed almost to dance across the stage. The idea of seeing Dr Who in the flesh brought schoolchildren thronging into Gregory Doran’s modern-dress production for the RSC two years ago. What they saw was a japester who pushed himself squealing along on a caster chair, a young man sunk in a melancholy dream and a prince of parody, a compulsive mimic who kept becoming someone other than himself. This was a Hamlet who continually played with the idea that wit can look like witlessness. And vice versa.

    Innokenti Smoktunovsky as Hamlet
    Anastasia Vertinskaya as ophelia and Innokenti Smoktunovsky as Hamlet. Photograph: Ronald Grant Archive
    • Innokenti Smoktunovsky

    For sheer excitement, the 1964 Russian film directed by Grigori Kozintsev is hard to beat. Innokenti Smoktunovsky’s strong, disgusted prince was utterly of a piece with Kozintsev’s political interpretation. Based on a translation by Pasternak, with music by Shostakovich, much of the action was set outside, with crashing waves, battlements and a large cast of underlings. For non-Russian speakers, the delivery of the verse ceased to be the point. What became clear was something often missing from more personally inflected interpretations: the sense that Hamlet’s actions, or lack of them, have weighty public consequences.

    Jamie Ballard in Jonathan Miller's Hamlet
    Jamie Ballard in Jonathan Miller’s Hamlet
    • Jamie Ballard

    In Jonathan Miller’s 2008 production at the Tobacco Factory in Bristol, Jamie Ballard was an almost revolutionarily sane Hamlet: flushed, disturbed but clear-sighted. This was Hamlet as a young man whose incisive mind was running away with itself. He was also a prince with a finely articulated past: from the beginning, he eyed up Laertes suspiciously; he debated with the adroitness and avidity of the philosophy student that he was; he seemed (unusually) truly to be in love with Ophelia. When he cried, he blubbed like a man whose flesh – and substance – really was beginning to melt.

    He spoke the verse conversationally. He slouched. He looked trapped by his elders. In 1965, the 24-year-old David Warner, the youngest actor to have taken on the role at the RSC, played Hamlet in a long red scarf and a corduroy jacket and became a pin-up for a generation of teenagers. Peter Hall’s production, in which Glenda Jackson was an aggressive beatnik Ophelia, had touches of absurdist drama, but Warner’s demeanour was rebellious, surly: «nasty» was how he described himself. His duel looked dangerous and, in keeping with his prevailing irony, he died on a sardonic laugh.

    Mark Rylance let Hamlet’s madness rip across the stage. In Ron Daniels’s 1989 production, derangement was stripped of any stage decorativeness. Rylance, wearing striped, shit-stained pyjamas, was wild. He mooned, he jeered, he spat in Ophelia’s face. He exercised his exceptional gift of seeming entirely rapt in his own mental universe and yet speaking directly to the audience, as if he were alighting on particular individuals. When the production was performed in Broadmoor, one of his inmate spectators approached him afterwards: «You were really mad – take it from me, I should know. I’m a loony.»

    Angela Winkler
    Angela Winkler in Peter Zadek’s production of Hamlet. Photograph: Murdo Macleod
    • Angela Winkler

    Angela Winkler was by no means the first woman to play Hamlet. But in Peter Zadek’s production, seen at the Edinburgh festival 10 years ago, the German actress bought something other than femininity to the part. Winkler was Hamlet as waif, always engaging, sometimes too endearing: she jumped for joy at the sight of the Players. Against a grim grey background and a prevailing note of snarling anarchy, surrounded by well-upholstered courtiers, this ragamuffin, spindly prince looked like a changeling and behaved with innocence. She delivered the soliloquies, scarcely moving, looking straight out into the audience with an extreme candour.

    Simon Russell Beale as Hamlet at the Lyttelton in 2000
    Simon Russell Beale as Hamlet at the Lyttelton in 2000. Photograph: Tristram Kenton
    • Simon Russell Beale

    Ironic, heartfelt, spoken with exemplary clarity, Simon Russell Beale’s Hamlet was a study of grief. And a performance that radiated intelligence. Russell Beale, acting in John Caird’s cathedral-like production in 2000, soon after the death of his own mother, was often almost totally still, as if misery were making him heavy. And yet Beale could flash into sudden liveliness: when he talked of hawks, he suggested – without exactly mimicking – the cocked head of a bird of prey. And when he approached the point of death, he made you believe, as is seldom the case, that the readiness is all.

    The Fine Mismating of a Him and Her

    Johan Persson

    Gugu Mbatha-Raw and Jude Law in the Donmar Warehouse production of “Hamlet,” directed by Michael Grandage.

    By BEN BRANTLEY
    The New York Times: September 9, 2009

    YOU know the scenario: Boy meets girl. Boy hits girl. Girl hits boy. And the fight continues, amid thick hormonal steam, until one of them doesn’t get up.

    It has been well over a century since August Strindberg forged the template for this savage alternative to the sentimental love story. When published in 1888, his fast, cruel and muscular little drama about a well-brought-up young woman known as Miss Julie — who, by the way, looks to be the muse of this fall’s theater season — was greeted with the kind of welcome reserved for a slop bowl on a doorstep.

    “A heap of ordure,” wrote one journalist in Strindberg’s native Sweden of “Miss Julie,” which was understandably slow to find theatrical producers. Another reviewer described it as “a filthy bundle of rags which one hardly wishes to touch even with tongs.” Exciting, huh? When critics spewed like that, you knew that something serious was going on.

    And so it has proved. Strindberg’s self-destructive heroine, who falls into a fatal liaison with her father’s footman, took a while to find her stage legs in this country. But once she did, there was no avoiding her influence. Hollywood might continue to prefer sunnier romantic formulas that ended with weddings instead of funerals. But theater artists, including the Olympian American dramatists Eugene O’Neill and Tennessee Williams, figured out that nothing strikes sparks like characters for whom making love and war is the same thing.

    The next few months will find an assortment of marquee stars picking up their Strindbergian weapons and testing their muscles against the opposite sex. These are not featherweight matches. Miss Julie herself — or an identical British cousin of hers — returns to New York in the person of the eternal starlet Sienna Miller, bearing arms against Jonny Lee Miller as her erotic adversary, in Patrick Marber’s “After Miss Julie,” which reimagines Strindberg’s play in an English country house in 1945 and opens Oct. 22 at the American Airlines Theater. (The author of the bleak and biting “Closer,” the love-is-death psychodrama that was made into a film, Mr. Marber is naturally suited to such material.)

    The Oscar-winning chameleon Cate Blanchett steps into the well-worn dressing gown of Blanche DuBois in the Sydney Theater Company’s production of “A Streetcar Named Desire,” Williams’s benchmark drama of beauty versus brutality, which runs Nov. 27 through Dec. 20 at the Brooklyn Academy of Music. Bill Pullman and Julia Stiles come to blows in “Oleanna,” David Mamet’s 1992 play about sexual harassment, set on a college campus, directed by Doug Hughes, which starts previews this month at the Golden Theater. And to remind us that love as a death sport did exist before Strindberg, Jude Law will be on hand to push his girlfriend into madness and a watery grave in the title role of the Donmar Warehouse’s production of “Hamlet,” opening Oct. 6 at the Broadhurst Theater, directed by Michael Grandage.

    The nail-biting question is whether these stars, all better known for film than stage work, will plumb the full complexity of characters who are more than their battle positions. (It seems fitting that “Streetcar” is being directed by Liv Ullmann, who became famous acting in film for one of the most nuanced anatomists of sexual conflict and its casualties, Ingmar Bergman.) In great drama, man against woman is never just a story of yin and yang, or of the clear-cut quest for dominance so memorably portrayed in James Thurber cartoons.

    You want the actors to give good fight but also to reveal the restless psyches within that keep the balance of power unsettled. And it’s crucial that they make it clear that issues other than sexuality, riveting though that may be, are at stake. Of these the most obvious is — to use what has become a dirty word in recent years — class.

    The romantic adversaries of “Miss Julie” glare at each other across a great social divide before crossing it with disastrous consequences. She’s an anemic relic of a crumbling Swedish aristocracy; he’s the full-blooded member of a rising working class. Mr. Marber didn’t have to look hard to find their parallels in 20th-century England. “After Miss Julie” takes place on the night of the epochal landslide victory by the Labour Party, which many upper-class Britons took as a personal death knell. (Such cultural transliterations in theater can feel painfully strained. But when I saw the Donmar Warehouse’s “After Miss Julie” in London in 2004, Strindberg’s poisoned story nestled most comfortably in its new context.)

    As remnants of dying civilizations go, Blanche DuBois is even more threadbare than Miss Julie, though she holds on to enough life force to go a few rounds with the blue-collar lug Stanley Kowalski (Joel Edgerton in this version) before he breaks her spirit. In “Oleanna,” arguably the ultimate he-said, she-said drama, Mr. Mamet reverses the equation, pitting a defensive and undereducated graduate student against a pedantic professor. Like Blanche and Stanley, Carol (Ms. Stiles) and John (Mr. Pullman) speak different languages. The only way they’re going to connect — for better or worse — will have to be beyond words.

    As pungent and even transcendent as the dialogue is in these plays, it’s that area beyond words where we need actors to take us: a place where sex and class blur at the edges, and identity is in crisis. It may be the fights, the fusillades of accusations and insults, that raise our adrenaline. But the vision of personalities shifting and warping under threat is finally what haunts us.

    In his much-quoted preface to “Miss Julie,” Strindberg wrote, “My souls (or characters) are agglomerations of past and present cultures, scraps from books and newspapers, fragments of humanity, torn shreds of once-fine clothing that has become rags, in just the way that a human soul is patched together.”

    Of course the plays in this mold must exude the heat of battle. That’s a large part of what makes them so compulsively watchable. But like all great war stories, when they show us the scars and stitches — of both the victors and the defeated — they move us to terror and pity.

    At the Stage Door

    Fringe

    Have you ever waited outside a theater to snap a photo of a performer? Send us your favorite stage door photos.

    Related

    Hello, Sweet Prince (September 6, 2009)

    Enlarge This Image

    Craig Schwartz

    Julia Stiles and Bill Pullman in David Mamet’s “Oleanna,” directed by Doug Hughes. Top left,

    //

    Διχάζει τους κριτικούς ο Αμλετ του Τζουντ Λο

    • Με «βρετανικό» σαρκασμό υποδέχθηκαν οι Αμερικανοί τη σαιξπηρική ερμηνεία του χολιγουντιανού σταρ στο Μπρόντγουεϊ

    Peter Eyre as the ghost of Hamlet’s father.  Matt Wolf writes that Mr. Law is «fierce-eyed, charismatic, gestural to a degree one wouldn’t expect from a character who makes a point of advising the Players not to ‘saw the air.'»  Photo: Johan Persson

    ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ Να ζει κανείς ή να μη ζει; Να παίζει στο θέατρο αν είναι φτασμένος σταρ του Χόλιγουντ ή να μην παίζει; Οι απόψεις διίστανται σχετικά με την ερμηνεία του Τζουντ Λο στον σαιξπηρικό «Αμλετ». Ενώ το περυσινό ντεμπούτο του στο εξίσου απαιτητικό Λονδίνο είχε πάρει τις καλύτερες κριτικές, η σκηνή του Μπρόντγουεϊ, όπου θα εμφανίζεται ως τις 6 Δεκεμβρίου, φαίνεται να είναι πιο δύσπιστη: καυστικά σχόλια για την προσωπική ζωή του, η οποία ουκ ολίγες φορές έχει γίνει πρωτοσέλιδο, μπλέκονται με εκείνα που αφορούν την ενσάρκωση του Αμλετ.

    Ο δύο φορές υποψήφιος για Οσκαρ ηθοποιός (το 1999 για τον «Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ» και το 2003 για το «Επιστροφή στο Cold Μountain») είχε επίσης προταθεί για βραβείο Τόνι, για την παρθενική εμφάνισή του στο Μπρόντγουεϊ το 1995 στο έργο «Αδιακρισίες»- «όταν ακόμη ο Τζουντ δεν ήταν ο Λο», όπως σχολιάζει ο αμερικανικός Τύπος θέλοντας να τονίσει ότι η υπέρμετρη αναγνωρισιμότητα ενός σταρ του σινεμά λειτουργεί συχνά ως κατάρα και ευλογία για έναν «εργάτη του θεάτρου».

    Οι εφημερίδες «Τhe Νew Υork Τimes» και «Τhe Washington Ρost» σχολιάζουν αρνητικά την «υπερβολική σωματικότητα» του ηθοποιού, καθώς, όπως υποστηρίζουν, χρησιμοποιεί ασταμάτητα τα χέρια του προκειμένου να δείξει στο κοινό τι αρθρώνουν τα χείλη του. Για παράδειγμα, όταν αναφέρεται στους ουρανούς, ανοίγει διάπλατα τα χέρια και δείχνει προς τα πάνω ή δείχνει το μέτωπό του όταν μιλάει για το μυαλό του. «Αν κάθε ηθοποιός έπαιζε σαν τον κ. Λο, η παράλληλη δράση στη νοηματική προκειμένου να μπουν στο νόημα του έργου οι βαρήκοοιθα ήταν εντελώς άχρηστη» έγραψε ο κριτικός των «Νew Υork Τimes» Μπεν Μπράντλεϊ , ο οποίος, αν και Αμερικανός, μοιάζει να διαθέτει «βρετανικό» χιούμορ.

    Ωστόσο ο ίδιος συμπληρώνει, χρυσώνοντας το χάπι: «Το αναμφισβήτητο χάρισμα του Λο και το σεξαπίλ του, που είναι υπεράνω κάθε θεατρικού είδους, είναι ικανά να προσελκύσουν τους θεατρόφιλους του Μπρόντγουεϊ οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες δεν θα είχαν ως πρώτη επιλογή ένα έργο του Σαίξπηρ».

    Οσο για τη «Washington Ρost», ο Πίτερ Μαρκς γράφει: «Για κάθε κίνηση οποιουδήποτε άλλου ηθοποιού επί σκηνής, ο Λο κάνει τέσσερις και δεν σταματά να χειρονομεί. Μήπως ο δικός του Αμλετ θεωρεί ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι μια σκηνή κολεγιακού θεάτρου;».

    Δεν έλειψαν πάντως και οι πολύ θετικές κριτικές για την παράσταση του Μάικλ Γκράντατζ , οι οποίες υπογραμμίζουν ότι πρόκειται για μια αξιοπρεπή ανάγνωση του έργου, με το κορυφαίο κείμενο να ακούγεται καθαρά, χωρίς ευρήματα με μοναδικό στόχο τον εντυπωσιασμό. Εν τω μεταξύ ο Τζουντ Λο, ακροβατώντας ανάμεσα στα ταμπλόιντ και στις κριτικές των έγκριτων εφημερίδων, μοιάζει να συνειδητοποιεί ημέρα με την ημέρα πόσο δύσκολη μπορεί να είναι η μετάβαση από το σελιλόιντ στο σανίδι. [ΤΟ ΒΗΜΑ, Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009]

    Ο Τζουντ Λο ως Αμλετ στην παράσταση του Μάικλ Γκράντατζ στο Μπρόντγουεϊ. Το (ψεύτικο) χιόνι που τον ραίνει επί σκηνής δεν συγκρίνεται ούτε κατά διάνοια με τη χιονοστιβάδα αρνητικών κριτικών που δέχθηκε. Photo: Johan Persson

    Δεν άρεσε σε όλους ο Τζουντ Λο ως Αμλετ…

    Δεν άρεσε σε όλους

    Ανάμεικτες εντυπώσεις άφησε ο Τζουντ Λο ως Αμλετ στην πρεμιέρα του ομώνυμου θεατρικού έργου του Σαίξπηρ στη σκηνή του Μπρόντγουεϊ. Τρεις μεγάλες εφημερίδες της Νέας Υόρκης αποκαλούν την ερμηνεία του «ηλεκτρισμένη» και επαινούν το μοναδικό ταλέντο του, που του δίνει άλλη υπόσταση από αυτήν που του έχουν προσδώσει τα σκάνδαλα της ερωτικής του ζωής. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες δύο σημαντικές εφημερίδες που μιλούν για «μεγάλη απογοήτευση», χρησιμοποιώντας βαριές εκφράσεις. Οπως και να χει, αυτή είναι η δεύτερη φορά που ο Λο εμφανίζεται στο Μπρόντγουεϊ μετά τη βραβευμένη με Τόνι ερμηνεία του στις «Αδιακρισίες», το 1995. [ΕΘΝΟΣ]

    THEATER REVIEW | ‘HAMLET’

    Ready, Set, Emote: A Race to His Doom

    New York Times
    By BEN BRANTLEY, Published: October 7, 2009

    If vigor were all in acting Shakespeare, Jude Law would be a gold medal Hamlet. Playing the doomed Prince of Denmark in the barnstorming production that opened on Tuesday night at the Broadhurst Theater, directed by Michael Grandage, Mr. Law approaches his role with the focus, determination and adrenaline level of an Olympic track competitor staring down an endless line of hurdles.

    Sara Krulwich/The New York Times

    «Hamlet»: Jude Law plays the Danish prince at the Broadhurst Theater.

    Hold your breath, sports fans! Here’s Mr. Law, lithe and taut, bracing himself for that first tricky soliloquy, “O that this too too solid flesh would melt.” No melting here. Mr. Law, gesturing and enunciating violently, nails the speech with the attack of an electric hammer. But can he keep it up for “O what a rogue and peasant slave am I” and “To be or not to be” and “Alas, poor Yorick”? Yes, he can, bringing the same athletic gusto and no trace of fatigue (or modulation) to each and every one.

    People who ask for a little introspection from the man whose name is a byword for that activity may find it perplexing that this Hamlet never seems to look inward, which means that he never grows up — or grows, period. When Mr. Law’s hyperkinetic Dane announces early that “I have that within which passeth show,” it is a promise that will not be fulfilled.

    Mr. Law, a rakish leading man of film, doesn’t disappear onstage the way some screen stars do. Though small-boned and delicately featured, he fills the theater to the saturation point. But the finer shades of feeling that a movie camera has been known to extract from his face — most notably in his Oscar-nominated performance in “The Talented Mr. Ripley” (1999) — are rarely in evidence here.

    His Hamlet — which has only increased in intensity, if not in depth, since I saw it in London last summer — is, above all, an externalizer, never shy about acting out his inner conflicts and acting on his instincts. It is hard to understand the distress of Hamlet’s friends and family when he feigns madness, since the prince, in this case, appears to be as he always was: sarcastic, contemptuous, quick-witted and mad only in the sense of being really, really angry.

    Mr. Law conveys these traits with a grandstanding bravado and annotative clarity that is often pitched full throttle into the audience. The much-quoted instructions that Hamlet delivers to a troupe of visiting players apparently do not apply to princes in mourning. This one mouths his words like a town crier and saws the air with his hands.

    He does follow his own advice in suiting “the action to the word, the word to the action.” If Hamlet talks about his mind, you can bet that Mr. Law will point to his forehead; when he mentions the heavens, his arm shoots straight up; and when the guy says his gorge rises, rest assured that he clutches at his stomach. If every actor were like Mr. Law, signed performances for the hard of hearing would be unnecessary.

    Most of the supporting cast members have chosen to follow Mr. Law’s semaphore style, though in a scaled-down manner that befits a team that knows its raison d’être is to avoid obstructing the view of the name above the title. (As Gertrude, Hamlet’s mother, Geraldine James goes for a more impassive effect, and as a consequence, vanishes before your eyes.) Though the look of Christopher Oram’s black-on-black set (exquisitely lighted by Neil Austin) is very of the moment, the overall effect is what you imagine a 19th-century touring production of “Hamlet” might have been like, with a crowd magnet like Edwin Booth or Henry Irving.

    Such histrionic bluster, enhanced by Adam Cork’s scary-movie music and sound effects, is not without its advantages. This is one production in which I could understand every word, and you feel the heat of energy from the stage. In the sequence in which Hamlet and the Player King (the resonant-voiced Peter Eyre, who doubles memorably as the weary, tortured ghost of Hamlet’s father) swap favorite memorized speeches from hoary old tragedies, you sense the pleasure the characters and the men playing them derive from the ripe theatricality of it all.

    But that’s one of the few times you are viscerally connected to the people onstage. As the artistic director of the Donmar Warehouse, Mr. Grandage has been responsible for some of the most emotionally engaging shows I’ve seen in London in recent years, including marvelous revivals of “Passion Play,” “The Wild Duck” and “Caligula.” (He was nominated for a Tony for his ingenious staging of Peter Morgan’s “Frost/Nixon.”)

    His “Hamlet” generates little psychological tension, though. And it is remarkably lacking in the vivid, specific characterizations you expect of Shakespeare in performance. If the actors playing the villainous Claudius (Kevin R. McNally) and the pompous Polonius (Ron Cook) — or the stalwart Horatio (Matt Ryan) and the aggrieved Laertes (Gwilym Lee) — changed parts midway, I doubt anyone would care much. It’s as if they were all Rosencrantzes and Guildensterns (played here, for the record, by John MacMillan and Harry Attwell).

    Granted, Mr. Law doesn’t give his fellow actors much in the way of interpersonal connection. When Polonius tells his daughter, Ophelia (the beautiful, unconvincing Gugu Mbatha-Raw), that Hamlet is “out of thy star,” he could be speaking to anyone. This Hamlet occupies — nay, is — his own constellation, and his radiance is bestowed almost exclusively upon the audience.

    Still, Mr. Law’s undeniable charisma and gender-crossing sex appeal may captivate Broadway theatergoers who wouldn’t normally attend productions of Shakespeare. (When I caught the show in London I was heartened by the sizable presence of teenagers who seemed truly enthralled by the performance.) And, by the way, the sleeves on which Hamlet wears his feelings are seriously chic.

    Mr. Oram has created an array of Pradaesque costumes — in shades of black, gray and navy — that could step right into the windows of Barneys. Hamlet’s cardigan, short raincoat and pea jacket are all must-have items for fall. If Mr. Law’s Prince seems way too active for a hero known for inaction, no one is going to argue when Ophelia calls him “the glass of fashion.”

    HAMLET

    By William Shakespeare; directed by Michael Grandage; sets and costumes by Christopher Oram; lighting by Neil Austin; music and sound by Adam Cork; technical supervisors, Aurora Productions and Patrick Molony. A Donmar Warehouse production, presented by Arielle Tepper Madover, the Donmar Warehouse, Matthew Byam Shaw, Scott M. Delman, Stephanie P. McClelland, Neal Street Productions/Carl Moellenberg, Ruth Hendel/Barbara Whitman and Philip Morgaman/Frankie J. Grande. At the Broadhurst Theater, 235 West 44th Street, Manhattan; (212) 239-6200. Through Dec. 6. Running time: 3 hours 15 minutes.

    WITH: Ross Armstrong (Cornelius), Harry Attwell (Guildenstern), Ron Cook (Polonius/First Gravedigger), Ian Drysdale (Osric), Peter Eyre (Ghost/Player King), Sean Jackson (Reynaldo), Geraldine James (Gertrude), Jude Law (Hamlet), Gwilym Lee (Laertes), John MacMillan (Rosencrantz), Gugu Mbatha-Raw (Ophelia), Kevin R. McNally (Claudius) and Matt Ryan (Horatio).

    Multimedia

    Behind the Scene: 'Hamlet'
    Audio Slide Show

    Behind the Scene: ‘Hamlet’

    Memorable Hamlets
    Interactive Feature

    Memorable Hamlets

    Related

    Hello, Sweet Prince (September 6, 2009)

    Times Topics: Jude Law | William Shakespeare

    Sara Krulwich/The New York Times

    Jude Law in the title role of a kinetic “Hamlet.”

    Ένας «Άμλετ» στο Μπροντγουέι

    «Hamlet». Επειτα από την άκρως επιτυχημένη σειρά παραστάσεων στο Λονδίνο, η παραγωγή του θεατρικού οργανισμού Donmar Warehouse, σε σκηνοθεσία του Μάικλ Γκραντέιτζ, μεταφέρθηκε στο Μπροντγουέι. Στον ρόλο του Αμλετ, ο Αγγλος κινηματογραφικός σταρ Τζουντ Λο δίνει μια πολύ καλή ερμηνεία, που έχει αποσπάσει τους επαίνους της κριτικής. Είναι η πρώτη επιστροφή του Λο στο Μπροντγουέι μετά την ερμηνεία του το 1995 στο έργο του Κοκτό «Οι τρομεροί γονείς», για την οποία κέρδισε μια υποψηφιότητα για βραβείο Τόνι. Εως τις 6 Δεκεμβρίου. [Ματιές στον κόσμο, επιμέλεια: Αγγελική Στουπάκη, Η Καθημερινή, 20/09/2009]

    Broadhurst Theater

    The King of Denmark is dead.

    Consumed with grief, Prince Hamlet determines to avenge his father’s apparent murder, with devastating consequences for his family and the kingdom.

    Michael Grandage directs Jude Law as Hamlet in Shakespeare’s iconic revenge tragedy.

    Prince Hamlet’s father has recently died, and his mother has wasted no time before marrying her dead husband’s brother, Claudius. When Hamlet sees his father’s ghost, who reveals he was murdered by Claudius, he is moved to revenge, faking his own madness to try and discover the truth.

    Law, who is best known for his film work including The Talented Mr Ripley, Road To Perdition and Cold Mountain, has an extensive theatrical background including appearances in productions of Dr Faustus and ‘Tis Pity She’s A Whore at the Young Vic.

    Cast includes
    Jude Law as Hamlet
    Kevin R. McNally  as Claudius
    Geraldine James as Gertrude
    Ron Cook as Polonius
    Ian Drysdale as Osrick
    Peter Eyre as the Ghost of Hamlet’s Father & The Player King
    Jenny Funnell  as the Player Queen
    Gwilym Lee  as Guildenstern
    Gugu Mbatha-Raw as Ophelia
    John MacMillan as Rosencrantz
    Alan Turkington as Fortinbras / Francisco

    Creators
    Directed by Michael Grandage
    Author William Shakespeare
    Set & Costume design by Christopher Oram
    Lighting by Neil Austin
    Sound by Adam Cork

    Run time: 3 hours and 10 minutes including one interval

    ΛΟΝΔΙΝΟ. ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΡΑ ΤΟΥ «ΑΜΛΕΤ»

    • Ο κινηματογραφικός αστέρας Τζουντ Λο (φωτογραφία) ζήλωσε, φαίνεται, τη δόξα του τηλεοπτικού αστέρα Ντέιβιντ Τέναντ, ο οποίος είχε προσφάτως καταγάγει θρίαμβο στονΑμλετ, και αποφάσισε να δοκιμάσει και αυτός τις δυνάμεις του στον εξοντωτικό σαιξπηρικό ρόλο (στο θέατρο Wyndham ως τις 22 Αυγούστου). Το γεγονός γνώρισε φυσικά μεγάλη δημοσιότητα, όπως συμβαίνει πάντοτε όταν ένας κινηματογραφικός ή τηλεοπτικός σταρ μεταπηδά στη σκηνή, και η σύγκριση ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς ήταν αναπόφευκτη. Από την αποτίμηση της σύγκρισης από τους κριτικούς προκύπτει ότι το σκήπτρο (όχι βέβαια της Δανιμαρκίας αλλά της ερμηνείας) εξακολουθεί να ανήκει στον Τέναντ. Ο Λο ωστόσο αποσπά επίσης εγκωμιαστικά ή και ενθουσιώδη σχόλια παρά τη γνωστή δηλητηριώδη επιφυλακτικότητα των βρετανών κριτικών απέναντι στις διασημότητες από άλλους χώρους όταν αυτές εισβάλλουν στο θέατρο. Η πικρία, διαβάζουμε, προς τον εαυτό του και προς τους άλλους, η οποία χαρακτηρίζει τις καλύτερες κινηματογραφικές εμφανίσεις του, βοηθάει τον Λο στην απόδοση του Αμλετ ως εξεγερμένου ατόμου της ελισαβετιανής/ ιακωβιανής εποχής. Μοιρασμένες είναι οι κριτικές για τους άλλους ηθοποιούς και για τη σκηνοθεσία του Μάικλ Γκράντεϊτζ, ενώ, διαβάζουμε, «η υπόλοιπη παραγωγή δεν κατορθώνει να συσπειρωθεί» γύρω από τον πρωταγωνιστή. Το κοινό πάντως ανταποκρίνεται θερμά στο κοσμικοκαλλιτεχνικό γεγονός, και η απάντηση από την άλλη όχθη είναι η προσεχής μετάδοση του Αμλετ με τον Τέναντ από το ΒΒC2 όπως ανακοίνωσε ο παραγωγός του Βασιλικός Σαιξπηρικός Θίασος. [ARS… BREVIS, της ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΖΕΝΑΚΟΥ, Κυριακή 14 Ιουνίου 2009]

    Μυστηριώδης διάλογος με Σέξπιρ

    • Το Ντόιτσες Τεάτερ δεν συμμετέχει μόνο στο Φεστιβάλ Αθηνών. Η «Μηχανή Αμλετ» του Χάινερ Μίλερ, μια παράσταση που πρωτοανέβηκε με μεγάλη επιτυχία στις 8 Δεκεμβρίου 2007 στο περίφημο γερμανικό θέατρο σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Ντιμίτερ Γκότσεφ, παρουσιάζεται αύριο (9 μ.μ.) στη σκηνή «Κοτοπούλη» του Εθνικού Θεάτρου.

    • Με τη «Μηχανή Αμλετ» ο Χάινερ Μίλερ ξεκινά έναν μακρόχρονο διάλογο με το έργο του Ουίλιαμ Σέξπιρ. Εγραψε το ανοίκειο και μυστηριώδες αυτό κείμενο το 1977 παράλληλα με τη μετάφραση του «Αμλετ» για την παραγωγή του Μπένο Μπεσόν στο Ντόιτσες Τεάτερ. Συμπεριέλαβε σε αυτό χαρακτήρες και σκηνές-κλειδιά από το έργο του Σέξπιρ, χωρίς όμως να αντιγράφει τη δράση και τους διαλόγους.
    • Ο Αμλετ, ή μάλλον ένας ηθοποιός που παίζει τον Αμλετ και την Οφηλία στη μεταφορά του Ντιμίτερ Γκότσεφ για το Ντόιτσες Τεάτερ, εμφανίζεται ως στοιχειωμένο φάντασμα ιστορικών προσώπων. Σε ένα εφιαλτικό σενάριο συγκρούονται διαφορετικές και αντιθετικές συλλογικές εμπειρίες και αναδύονται πολλοί συσχετισμοί με την ευρωπαϊκή ιστορία. Πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Παίζουν ακόμη οι ηθοποιοί Αλεξάντερ Κουόν και Βάλερι Τσεπλάνοβα.

    ** Με ελληνικούς υπέρτιτλους στις 9 μ.μ. (Πανεπιστημίου 48, τηλ 210-3305074)

    • Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009