Category Archives: Αθυροστομία

ΡΕΚΟΡ ΑΘΥΡΟΣΤΟΜΙΑΣ ΣΤΗ ΦΕΤΙΝΗ ΣΕΖΟΝ

Όταν το θέατρο μιλάει βρώμικα

Του Χρήστου Ν.Ε. Ιερείδη, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

«Με όσα συνέβησαν τον προηγούμενο καιρό,  μόνο να βρίσεις μπορείς...», λέει η  Άννα Παναγιωτοπούλου για την  αθυρόστομη επιθεώρηση «Ζωή σε  λόγου μας», ενώ ο Γιάννης  Ζουγανέλης υποστηρίζει ότι «στο  θέατρο βρίζουμε λιγότερο από ό,τι  στην καθημερινότητά μας»

Η αθυροστομία σε έργα πρόζας ή επιθεωρήσεις παίρνει διαστάσεις τη φετινή σεζόν. Οι συγγραφείς μιλούν για «δικαιολογημένες ατάκες», όμως άλλοι πιστεύουν πως είναι πρόβλημα συγγραφικής πενίας

«Άσε τις μα…κιες», «πρεζόνια, πουστ…νια στην πλατεία Θεάτρου. Οι γύφτοι γραμμένους στα αρ…δια τους έχουν τους μπάτσους», «Τα έκαναν μ…νι», «… αν θέλουν κάποιος να τους πρήξει τ΄ αρ… δια, πάνε στην Παπακώστα. Αν θέλουν ν ακούσουν μα… κίες πάνε στη Δημητρίου», «Δεν πρήζεται το στόμα τους από το τσι…κι; Τι δουλευταρούδες»: ατάκες από νούμερα φετινών επιθεωρήσεων. «Γαμ…νη τουαλέτα», «παλιοπου… ρα σκοτωμένη», «έχω γα…θεί πολύ αλλά δεν ήταν όλα τα γα…σια καλά», «γαμ…νες μανάδες», «γα…ω το Χριστό μου»: ατάκες από φετινά δραματικά έργα.

Η αθυροστομία βρίσκει πρόσφορο έδαφος όχι μόνο στις επιθεωρήσεις αλλά ακόμη και σε διασκευές κλασικών έργων. Άνθρωποι του θεάτρου, θεωρητικοί, συγγραφείς, ηθοποιοί, σκηνοθέτες συμφωνούν πως το όριο ανεκτού και υπερβολής είναι δυσδιάκριτο, κάποιοι πιστεύουν ότι «οι βρισιές δείχνουν εκφραστική αδυναμία», άλλοι υποστηρίζουν πως η γλώσσα προσαρμόζεται στις κοινωνικές εξελίξεις και ότι σημασία έχει «ο τρόπος που χρησιμοποιούνται οι βρισιές».

«Τι είναι αυτό το πράμα που χωρίς αυτό δεν κάνει ο άνθρωπος;» ρωτάει ηθοποιος σε επιθεωρησιακό νούμερο του «Ζωή σε λόγου μας» των Μιχάλη Ρέππα- Θανάση Παπαθανασίου. «Το γ…σι», ατακάρει ο συνάδελφός του. «Όχι, το άλλο». «Το άλλο από το γ… σι είναι η αγα…σία». «Οι Ελληνίδες το έχουν έτσι και οι Κινέζες έτσι», «Όχι ρε μα…κα, έτσι το ΄χουν οι Κινέζες…». Το ίδιο αθυρόστομο και το «Θέλει η Ελλάδα να κρυφτεί» (Θοδωρής Αθερίδης).

«Είναι αυτονόητος ο ελευθεριάζων λόγος, ειδικά στις επιθεωρήσεις», σχολιάζει η Μίνα Αδαμάκη, πρωταγωνίστρια, πρόσφατα, στις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, «διότι έχουμε σάτιρα της καθημερινότητας. Όταν η βωμολοχία χρησιμοποιείται για να εκφράσει το κοινό αίσθημα, την αγανάκτηση για παράδειγμα, κι όχι για να αθωωθεί η ίδια η λέξη, έχει νόημα. Δεν μπορείς να είσαι κομψός σε κείμενα επιθεώρησης όταν θέλεις να τονίσεις τον παραλογισμό μιας κατάστασης. Όταν όμως γράφονται για να γαργαλίσουν τα κατώτερα ένστικτα, το πράγμα αλλάζει. Πολλά εξαρτώνται από το γούστο και την παιδεία του συγγραφέα». Η βωμολοχία «πρωταγωνιστεί» άλλωστε και σε δραματικά έργα: από το «Σλουθ» του Άντονι Σέιφερ με τον Γιώργο Κιμούλη μέχρι το «Αίμα στο χιόνι» (με τη Βέρα Κρούσκα) όπου ρόλο παίζει και η μετάφραση, καμιά φορά «πειραγμένη» και αυτή.

«Δείχνει την αδυναμία των δημιουργών να εκφραστούν με άλλο τρόπο», πιστεύει ο Πλάτων Μαυρομούστακος, καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Αθήνας, που μιλάει και αυτός για διέγερση κατώτερων ενστίκτων. «Από την άλλη έχουμε τα κείμενα του Αριστοφάνη. Τα γέλια στις παραστάσεις έργων του οφείλονται συνήθως σε σεξουαλικούς υπαινιγμούς. Όμως θυμάμαι έργο του ανεβασμένο απολαυστικά από τον Κουν χωρίς ούτε μια βρισιά». Στην επιθεώρηση πάλι ο θεωρητικός του θεάτρου δεν αποκλείει, σε σημαντικό ποσοστό, οι βρισιές να σημαίνουν «πενία σκέψης, σκηνικών λύσεων ίσως και καμποτινισμό».

«Η αίσθηση που έχουμε, ότι στην εποχή μας έχουν καταρρεύσει τα ταμπού, δεν είναι αληθινή», λέει ο Γιώργος Κιμούλης που πρωταγωνιστεί στο σκοτεινό θρίλερ «Σλουθ» του Άντονι Σέιφερ. Η ανάγκη να το επιβεβαιώνουμε διαρκώς μέσω της ελευθεροστομίας, λέει, είναι και η απόδειξη πως τα ταμπού καλά κρατούν. «Το ίδιο δείχνει και η αφοβία ενός διαρκούς υβρεολόγιου. Αυτή είναι άλλωστε και η αντίφαση της political correctness- πολιτικής ορθότητας», υποστηρίζει.

«Το γεγονός ότι μας προκαλεί εντύπωση η βωμολοχία είναι ένδειξη πουριτανισμού», συνηγορεί ο Γιάννης Ζουγανέλης, εκ των πρωταγωνιστών της αθυρόστομης επιθεώρησης «Ζωή σε λόγου μας». «Στο θέατρο βρίζουμε λιγότερο από ό,τι στην καθημερινότητά μας», υποστηρίζει. Οι βρισιές στην ελληνική γλώσσα είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, που διαρκώς διαμορφώνεται και δεν πρέπει να σοκάρουν, «η επικοινωνία είναι εξελικτική», υποστηρίζει η ηθοποιός, σεναριογράφος και θεατρική συγγραφέας Δήμητρα Παπαδοπούλου. «Άλλα πρέπει να σοκάρουν», λέει, δείχνοντας προς την κατεύθυνση της πρόθεσης. «Εξαρτάται από το ποιος και γιατί το κάνει», προσθέτει η Άννα Παναγιωτοπούλου που παίζει στην επιθεώρηση «Ζωή σε λόγου μας». «Αυτού του είδους το θέατρο χρησιμοποιεί τη γλώσσα του δρόμου, διότι είναι λαϊκό είδος», υποστηρίζει.

«Έβρισα για να εκφράσω έναν τρόπο ζωής»

«Μια βρισιά δεν έχει την ίδια βαρύτητα σε κάθε περίπτωση», λέει η Δήμητρα Παπαδοπούλου που χρησιμοποιεί βωμολοχίες στα κείμενά της.

«Έχω εκφραστεί με βρισιές. Όμως δεν τις χρησιμοποίησα για εμπορικότητα αλλά για να εκφράσω έναν τρόπο ζωής, μια κατάσταση». «Υπάρχουν περιπτώσεις που, αν δεν βάλεις βρισιά, θα φανείς ψεύτικος», προσθέτει ο Μιχάλης Ρέππας. «Κάθε εποχή εξελίσσεται», λέει ο Κώστας Μουρσελάς, «και δεν μπορεί ο συγγραφέας να χρησιμοποιεί μια γλωσσική φόρμα 30, 40 χρόνων πίσω». Επιμένει όμως ότι «χωρίς αισθητική δικαίωση, τα πάντα μπορούν να συμβούν στο έργο τέχνης: να είναι δηλαδή και αισχρό και βλάσφημο και άσεμνο».

«Ο Ντε Σαντ, ο Μπατάιγ, ο Εμπειρίκος, πάντα θα μας κλείνουν το μάτι», καταλήγει ο Γιώργος Κιμούλης, «κι ας φαίνεται πως κινδυνεύουν να χαθούν μέσα στην άνεση της καθημερινότητάς μας».

«Τίποτα δεν είναι βλάσφημο»

«Όλα εξαρτώνται από το προϊόν και τον στόχο του από αυτόν που το γράφει και αυτόν που δέχεται τη βρισιά», υποστηρίζει ο θεατρικός συγγραφέας Μιχάλης Ρέππας. Μάλλον συμφωνεί και ο συγγραφέας Κώστας Μουρσελάς λέγοντας πως «δεν υπάρχουν αισχρές φράσεις, υπάρχουν αισχροί άνθρωποι», θέτοντας όμως προϋποθέσεις. «Στη λογοτεχνία και στο θέατρο, ανάλογα σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι ήρωές μας, ανάλογο είναι και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν, αρκεί οι καταστάσεις που ζουν να μας πείθουν ώστε να δικαιολογούν τις όποιες λέξεις θα μεταχειριστούμε. Η αισθητική δικαίωση ενός έργου τέχνης δικαιολογεί και το οποιοδήποτε λεξιλόγιό του, οπότε τίποτα δεν είναι εξ ορισμού αισχρό ή βλάσφημο». «Έργα του Σαίξπηρ βρίθουν ελευθεροστομιών. Στην ερμηνευτική του υπάρχει βιβλιογραφία για τα σεξουαλικά υπονοούμενά του που στην εποχή του ήταν ύβρεις. Η «Δωδεκάτη νύχτα», για παράδειγμα, είναι γεμάτη από τέτοιου είδους εκφράσεις», εξηγεί ο Γιώργος Κιμούλης.

ΑΙΧΜΕΣ: Καθρέφτης της κοινωνίας

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Αν η τέχνη είναι μίμηση, που είναι, τότε σε μια κοινωνία που βωμολοχεί αναλογεί μια τέχνη αναπαραστατική που αποτυπώνει τον λόγο της, τα ήθη της και τις χειρονομίες της. Αν θέλουμε να αληθεύει η τέχνη, καλό είναι να πιστεύουμε τον καθρέφτη της και να μην τον σπάζουμε, γιατί όπως έλεγε ο Γκόγκολ, απαντώντας στις αντιρρήσεις των σεμνότυφων υποκριτών που έβριζαν τον «Επιθεωρητή» του: «Μη χτυπάτε το είδωλο, αντί να μαστιγώνετε τον εαυτό σας». Τη βωμολοχία δεν την εφηύραν οι θεατρικοί συγγραφείς, τη βρήκαν, την άκουσαν και την αντέγραψαν. Επειδή ο καλλιτέχνης δεν είναι κουφός, τυφλός και βλάκας.