Category Archives: Αδαμάκη Μίνα

Ένα ασφυκτικό ριάλιτυ…

Η Μίνα Αδαμάκη στο ρόλο της Γουίνι στις «Ευτυχισμένες μέρες»

Κλεισμένοι μέσα σε ένα ηχομονωμένο στούντιο που το μπροστινό του μέρος καλύπτεται από μια μεγάλη τζαμαρία, με μικρόφωνα προκειμένου η φωνή τους να μεταφέρεται στον έξω χώρο και τέσσερις κάμερες να τους παρακολουθούν διαρκώς ώστε οι εικόνες τους, με ζωντανό μοντάζ, να προβάλλονται σε οθόνες. Σε αυτό το ιδιότυπο και ασφυκτικό «ριάλιτυ», η Γουίνι και ο Γουίλι ζουν τις Ευτυχισμένες μέρες τους…

Αυτήν τη σύγχρονη σκηνική εκδοχή του εμβληματικού έργου του Σάμιουελ Μπέκετ, πενήντα σχεδόν χρόνια μετά τη συγγραφή του, παρουσιάζει ο σκηνοθέτης Έκτορας Λυγίζος, χρησιμοποιώντας ως στέρεα βάση την καινούργια απόδοση του μπεκετικού κειμένου από τον Διονύση Καψάλη. Η μεσήλικη γυναίκα, ακινητοποιημένη ή καλύτερα παγιδευμένη έως τη μέση, με μοναδική συντροφιά τον σχεδόν αμίλητο σύζυγό της, που αρνείται πεισματικά να επικοινωνήσει, ονοματίζει «ευτυχισμένες» τις μέρες της ατέλειωτης ρουτίνας… Μια γυναίκα που αδυνατεί να πει τα πράγματα με το όνομά τους και συγκαλύπτει την πραγματικότητα φλυαρώντας…

Τους ρόλους του διάσημου ζευγαριού στις Ευτυχισμένες μέρες, που θα παίζονται στο θέατρο «Χώρα» από την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου και για 20 μονάχα παραστάσεις, ερμηνεύουν η Μίνα Αδαμάκη και ο Ερρίκος Λίτσης. Το σκηνικό, καθώς και τα κοστούμια, επιμελήθηκε η Μαγιού Τρικεριώτη.

  • Η ΑΥΓΗ: 25/09/2009

<!–

Ένα ασφυκτικό ριάλιτυ…

–>

Ω, οι δυστυχισμένες μέρες

  • Κωμική μέσα στην τραγικότητά της, η Γουίνι ανεβαίνει ξανά στη σκηνή. Αυτή τη φορά όμως δεν τη δεσμεύει το χώμα ενός λόφου αλλά το σκοινί που τη δένει σε μια καρέκλα στο εσωτερικό ενός στούντιο-κλουβιού. Θα την ενσαρκώσει η Μίνα Αδαμάκη, που εδώ και χρόνια ήθελε να παίξει τον ρόλο από το «Ω, οι ευτυχισμένες μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ.

Στο θέατρο «Χώρα» από την Πέμπτη και για είκοσι παραστάσεις, σε νέα μετάφραση του Διονύση Καψάλη, σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου και σε σκηνικά και κοστούμια Μαγιούς Τρικεριώτη, η Αδαμάκη θα συναντηθεί με ένα πλάσμα που, όπως λέει, την αφορούσε και τη βασάνιζε. Η Γουίνι ξυπνάει και ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τη μέρα της. Παρά τον εύθυμο χαρακτήρα και τη φιλαρέσκειά της, γνωρίζει απόλυτα τα όριά της και τις ήττες της ζωής της. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει το κάθε σήμερα και το κάθε αύριο είναι, όπως λέει, «… άγρια γελώντας μέσα στον πιο σκληρό πόνο».

Η απόλυτη πραγματικότητα του εγκλωβισμού που υφίσταται δεν της επιτρέπει να μετακινηθεί, να πετάξει, την κρατάει άρρηκτα και ασφυκτικά στην καρέκλα της, ενώ το σκοινί που την έδενε μέχρι τη μέση στην πρώτη πράξη, στη δεύτερη έχει φτάσει ώς τον λαιμό της.

Σ’ αυτή τη μοναχική πορεία, τη συντροφεύει ο σύντροφός της Γουίλι (Ερίκος Λίτσης).Η σχέση τους είναι διάτρητη και σηματοδοτεί ακόμη περισσότερο την αποξένωση και τη διάλυση. Και τα δύο κωμικοτραγικά πρόσωπα ζούνε από συνήθεια, ανήμπορα, ανυπεράσπιστα, ανίκανα να σκεφτούν και να πράξουν.

Με όπλο του το τραγικό χιούμορ, που ο Μπέκετ παίρνει από την καθημερινότητα και που θεωρεί ίσως ότι είναι το τελευταίο στήριγμα της ανθρώπινης ύπαρξης, βλέπει κανείς την τρυφερότητα που έχει ο συγγραφέας για τα πρόσωπά του και την ανθρωπιά με την οποία τα κοιτάζει.

«Ο Μπέκετ μιλάει για αδιέξοδα, για μοναξιά, για το πώς αυτή η γυναίκα καταφέρνει να επιβιώνει εγκλωβισμένη. Δεν εξηγεί ο συγγραφέας πώς βρέθηκε εκεί. Ο εγκλωβισμός της είναι προσωπικός και υπαρξιακός. Οφείλεται σε αδυναμίες, αβλεψίες, φοβίες, ό,τι ταλανίζει όλους μας. Κι αυτή φοβάται να εκφραστεί, να ζητήσει βοήθεια λόγω του καθωσπρεπισμού της» επισημαίνει η Αδαμάκη. Αναφέρεται, μάλιστα, στις δικές της ανεπάρκειες και φοβίες: «Ολα αυτά υπάρχουν όπως και στον καθένα μας. Φαντάζομαι πως αλλάζει ο βαθμός για το πώς μπορούμε να τα ξεπεράσουμε. Εκείνη δεν βρίσκει τρόπο να τα ξεπεράσει ή να ζητήσει βοήθεια, παρά τα θάβει, τα καλύπτει συνεχώς, λέγοντας τι ωραία που είναι όλα: »Ολα είναι πολύ ωραία. Μια ευτυχισμένη μέρα. Αλλη μια ευτυχισμένη μέρα». Κι έτσι παγιδεύεται όλο και περισσότερο, δεν έχει χώρο να κάνει κάτι, να δράσει».

Αυτή την κόλαση η Γουίνι την ονομάζει παράδεισο. «Ομως αυτό τον τρόπο έχει βρει για να επιβιώνει. Ονομάζοντας τα πράγματα με ευφημισμούς. Δεν θέλει να βλέπει, δεν θέλει να ξέρει. Δεν θέλει να αντιμετωπίσει τις καταστάσεις» λέει η Αδαμάκη, που προτιμά τον τίτλο του ηθοποιού από του κωμικού:

  • Μεταξύ κωμικού και τραγικού

«Θεωρώ ότι το θέατρο είναι ενιαίο, δεν χωρίζεται σε είδη. Είναι ένα, με διαφορετικές όψεις. Σε κάποιες τα καταφέρνεις καλύτερα σε άλλες όχι και τόσο. Υπάρχουν ηθοποιοί που η γκάμα τους τους το επιτρέπει να εκφραστούν με περισσότερους τρόπους, τα προσωπικά τους μέσα έκφρασης να είναι πιο πλατιά. Η Γουίνι κατά μία έννοια έχει και μια κωμική πλευρά, λόγω τους τρόπου που αντιμετωπίζει τα πράγματα. Περί τραγικωμωδίας πρόκειται. Και νομίζω πως αυτός ακριβώς είναι ο χώρος στον οποίο πατάω γερά».

Αλλωστε το έργο, λέει, δεν είναι ρεαλιστικό, «δεν είναι μια ευθύγραμμη ιστορία. Μιλάει με μεταφορές και με εικόνες. Οπως έλεγε και ο ίδιος ο Μπέκετ, η μεγάλη τέχνη είναι απόλυτα κατανοητή και εντελώς ανεξήγητη. Και είναι ο ίδιος που έχει σκηνοθετήσει το έργο γράφοντάς το. Με τις παύσεις του και με όλα. Είναι εξαιρετικά δεσμευτικό».

Και τις δεσμεύσεις του κειμένου τις σεβάστηκαν. Ομως, αντί για τον λόφο όπου τοποθετεί ο συγγραφέας θαμμένη την ηρωίδα του, επιλέχθηκε ο χώρος ενός ακόμα πιο κλειστοφοβικού στούντιο. «Κλείσαμε τη Γουίνι σ’ έναν πολύ μικρό χώρο, με τζαμαρία στο εμπρός μέρος του, ώστε να είναι ορατή από το κοινό» περιγράφει η ηθοποιός. «Ο ήχος αποδίδεται μέσω μικροφώνων. Υπάρχουν ακόμα τέσσερις κάμερες. Κι αριστερά από το στούντιο βρίσκεται μια τεράστια οθόνη, όπου μεταφέρεται η εικόνα από τέσσερα μόνιτορ, ενώ ένας τεχνικός μοντάρει αυτόματα». *

  • Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ – φωτ.: Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009