Category Archives: Συγγραφείς

Αγωνία για τον Παύλο Μάτεσι!

Σοκ στην πρεμιέρα της παράστασης «Ανώνυμη Αγία – Κοινότατη ιστορία»! Ο γνωστός συγγραφέας Παύλος Μάτεσις τη Δευτέρα το βράδυ, ενώ παρακολουθούσε την πρώτη του έργου του Γιάννη Ρίτσου που παίζεται στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στον «Ευαγγελισμό».

Περίπου είκοσι λεπτά μετά την έναρξη της παράστασης «Ανώνυμη Αγία – Κοινότατη ιστορία», ο Παύλος Μάτεσις, ένας από τους πλέον διακεκριμένους συγγραφείς της χώρας μας, έτσι ξαφνικά δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη ούτε ήταν σε θέση να κινηθεί.
Οι παρευρισκόμενοι -μεταξύ των οποίων οι Γιώργος Κιμούλης, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Μάγια Λυμπεροπούλου, Θοδωρής Αθερίδης και Σμαράγδα Καρύδη-σοκαρίστηκαν από το αναπάντεχο γεγονός. Αφού βεβαίως πρώτα τον απομάκρυναν ήσυχα από την αίθουσα, με σκοπό να μην αναστατώσουν το κοινό, και έσπευσαν να του παράσχουν τις πρώτες βοήθειες, κάλεσαν ασθενοφόρο.

Ολα τα συμπτώματα έδειχναν ότι είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο, κάτι που διαπίστωσαν και στη συνέχεια οι θεράποντες γιατροί στον «Ευαγγελισμό», όπου και διακομίστηκε.

«Ο Παύλος Μάτεσις βρίσκεται στον «Ευαγγελισμό», μεταφέρθηκε εκεί σε κρίσιμη κατάσταση. Οπως ήταν φυσικό, διακόπηκε για λίγη ώρα η παράσταση» δηλώνει στην «Espresso», εμφανώς ανήσυχος για την εξέλιξη της υγείας του κ. Μάτεσι, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Τέχνης Διαγόρας Χρονόπουλος. «Οι ηθοποιοί Βίκυ Βολιώτη, Σοφία Σεϊρλή, Κρις Ραντάνωφ και Θάλεια Γρίβα με μεγάλη δυσκολία συνέχισαν να παίζουν. Το κοινό τους χάρισε το πιο ζεστό χειροκρότημα και προσπαθούσε να τους εμψυχώσει. Ολοι ελπίζουμε να αναρρώσει γρήγορα» εύχεται ο κ. Χρονόπουλος.

Ο 77χρονος συγγραφέας -που το μυθιστόρημα του «Η μητέρα του σκύλου» αναμένεται να παρακολουθήσουμε φέτος δραματοποιημένο από το Εθνικό Θέατρο- μεταφέρθηκε στον όγδοο όροφο του «Ευαγγελισμού», στην Ε’ Παθολογική Κλινική του ΑΧΕΠΑ. Κοντά του βρίσκονται οι πλέον οικείοι του άνθρωποι, οι οποίοι, όπως ήταν φυσικό, από την ώρα που ενημερώθηκαν για το δυσάρεστο γεγονός έτρεξαν κοντά του. Τίποτα άλλωστε δεν προμήνυε αυτή την εξέλιξη. Την προηγούμενη μάλιστα ο συγγραφέας έκανε τη βόλτα του στο Κολωνάκι και ήταν σε άριστη κατάσταση. [Espresso, 22/12/2010]

Οι Ελληνες και το θέατρο

Οι Ελληνες και το θ�ατρο

Συγκίνηση, λύτρωση, ψυχική ανάταση, εκτόνωση, ικανοποίηση, τροφή για σκέψη, ψυχαγωγία. Η εκδοχή των βιβλίων για ό,τι συμβαίνει στο κοινό όταν η θεατρική παράσταση αρχίζει. Είναι η στιγμή που παραδίδεται στους ηθοποιούς και η ζωντανή επικοινωνία ξεκινά. Είναι η ίδια αξία που παραμένει άφθαρτη μέσα στον χρόνο, από τη γένεση ακόμα του θεατρικού δρώμενου στην αρχαία Ελλάδα, με την τραγωδία και το σατυρικό δράμα να μπολιάζουν έκτοτε τον παγκόσμιο πολιτισμό και να μεταγγίζουν αισθητική συγκίνηση, συναισθήματα και απαντήσεις σε αιώνια ερωτήματα. Αιώνες τώρα. Για τον ελληνισμό, η αρχαία τραγωδία παρέμεινε στο επίκεντρο μέχρι και τον 5ο αιώνα μ.Χ.

Οι Ελληνες και το θ�ατρο

Στα χρόνια της βυζαντινής περιόδου κυριάρχησαν τα θρησκευτικά δράματα που συνεχίστηκαν στην τουρκοκρατία, καθώς ο ελληνισμός συσπειρώνεται γύρω από την Εκκλησία και η Τέχνη παίρνει θρησκευτικές αποχρώσεις. Πολύ αργότερα, τα Επτάνησα, απαλλαγμένα από τον τουρκικό ζυγό (19ος αιώνας), παίρνουν τη σκυτάλη της θεατρικής ανάπτυξης από την Κρήτη που τον αιώνα της μεγάλης ακμής της (1590-1670) έδωσε κορυφαία έργα όπως ο «Ερωτόκριτος».

Επιστρέφοντας στην τουρκοκρατούμενη ηπειρωτική Ελλάδα, το αυθεντικότερο δρώμενο που αναπτύχθηκε ήταν ο Καραγκιόζης καθώς εξέφρασε την αντίθεση ανάμεσα στον σκλαβωμένο ελληνισμό και τον Τούρκο δυνάστη. Την ίδια αυτή περίοδο αρχίζει το λόγιο νεοελληνικό θέατρο των νεότερων χρόνων (Μολδοβλαχία, Ρωσία).

Η πνευματική όμως έκφραση των σπουδαγμένων στην Ευρώπη λόγιων Ελλήνων, με επικεφαλής τον Κοραή, δεν κατορθώνει να περάσει στον κυρίως ελλαδικό χώρο. Μετά την επανάσταση του ’21 η θεατρική κίνηση αρχίζει να παρουσιάζει συνεχή εξέλιξη, χωρίς, να σχηματίζεται ακόμη η νεοελληνική θεατρική παραγωγή, που θα συνδέσει την παλιά με τη νέα παράδοση. Η ουσιαστική ανάπτυξη της μετεπαναστατικής θεατρικής προσπάθειας, αρχίζει όταν η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα (1834). Ενα χρόνο αργότερα (1835), ανοίγει το πρώτο υπαίθριο θέατρο.

Η αριστοκρατία της Αθήνας δεν το καταδεχόταν, αλλά ο λαός έτρεχε να εξασφαλίσει εισιτήρια. Αυτό συνεχίστηκε ως το 1836, οπότε ο Ιταλός Γκαετάνο Μέλι ανοίγει ένα δεύτερο ξύλινο θέατρο ανεβάζοντας ιταλικό μελόδραμα. Οι Αθηναίοι ενθουσιάστηκαν. Ακόμη και οι ακατάδεκτοι αριστοκράτες, οι αυλικοί και η βασιλική οικογένεια, παρακολουθούσαν τις παραστάσεις. Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν στους ίδιους τόνους έως τις αρχές του 20ού αιώνα οπότε και το θέατρο πήρε πιο οργανωμένη μορφή.

Από τις αρχές ακόμη του προηγούμενου αιώνα μπαίνουν οι βάσεις για το σύγχρονο θέατρο. Χαρακτηριστικό των δύο πρώτων δεκαετιών (1900-1920) είναι η επικράτηση της επιθεώρησης. Είναι η εποχή όπου καθιερώνεται η επαγγελματική σημασία του όρου σκηνοθέτης, εμφανίζεται ο όρος του θεατρικού επιχειρηματία, ιδρύονται η Εταιρεία Ελληνικού Θεάτρου και το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Από το 1920 έως το 1930 αυξάνονται τα συνοικιακά θέατρα στις λεγόμενες «μάντρες» και ανθίζει η οπερέτα.

Στην αυγή της δεκαετίας του ’30 ιδρύεται το Εθνικό Θέατρο. Στην κατοχή ιδρύεται το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν και το Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης, ενώ τη δεκαετία του ’50 γράφονται οι πρώτες ελληνικές κωμωδίες με ηθογραφικά και φαρσικά στοιχεία (Ψαθάς, Σακελλάριος, Τσιφόρος κ.λπ.). Είναι η εποχή που ανθίζει η επιθεώρηση και εμφανίζονται σημαντικοί θίασοι πρόζας όπως ο Θίασος Λαμπέτη – Χορν κ.λπ. Στη δεκαετία του ’60 εμφανίζονται νέοι αξιόλογοι συγγραφείς και δημιουργούνται καινούριοι πειραματικοί θίασοι όπως το Θέατρο Πορεία του Αλέξη Δαμιανού. Τη δεκαετία αυτή αυξάνεται ο κόσμος που πηγαίνει στο θέατρο. Είναι η εποχή που το Εθνικό παίζει τραγωδίες και ο Κουν ανεβάζει έργα απαράμιλλης ποιότητας.

Το ’70 ανθούν οι κωμωδίες του Τσιφόρου και του Ψαθά. Την ίδια περίοδο οι Ελληνες θεατράνθρωποι παρουσιάζουν και έργα πέραν της κωμωδίας. Τότε ανθεί το ελληνικό ταυτόχρονα με το ξένο ρεπερτόριο. Τη δεκαετία του ’80 ιδρύονται τα ΔΗΠΕΘΕ όπως και πολλοί νέοι θίασοι. Είναι η δεκαετία που οι ηθοποιοί του παλιού ελληνικού κινηματογράφου φέρνουν τα πλήθη στο θέατρο, σε συνδυασμό με την καθιέρωση εκείνη την περίοδο των εισιτηρίων της Εργατικής Εστίας. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά αυξάνονται οι θίασοι και έντονο είναι το φαινόμενο των μικρών θεατρικών σκηνών που στεγάζουν τα οράματα γνωστών, αλλά κυρίως λιγότερο γνωστών ηθοποιών. Εξόχως ενδεικτική είναι η φετινή χρονιά, όπου μόνο στην Αθήνα ανεβαίνουν περισσότερα από 150 έργα στα περίπου 100 θέατρα και μικρές θεατρικές σκηνές.

  • Στα αδειανά καθίσματα

Δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι οι Νεοέλληνες έλκονται από το θέατρο. Μόλις 3 στους 10 Ελληνες πηγαίνουν, σύμφωνα με τη Eurostat, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της σχετικής ευρωπαϊκής κατάταξης. Σε περσινή ερώτηση του Ευρωβαρόμετρου «γιατί δεν πηγαίνετε;», οι απαντήσεις είναι απογοητευτικές. Σχεδόν 8 στους 10 δηλώνουν ότι δεν πηγαίνουν είτε γιατί δεν έχουν χρόνο (43%) είτε γιατί το θέατρο είναι μια δραστηριότητα που δεν τους ενδιαφέρει (36%). Ακόμη, το 33% υποστηρίζει ότι είναι ακριβό θέαμα. Η εικόνα αυτή δεν διαφέρει ουσιαστικά από τα ευρήματα της Metron Analysis το 2005 για λογαριασμό του πολιτισμικού περιοδικού Highlights.

Η κατάσταση είναι λίγο πολύ η ίδια, αν δεν έχει χειροτερέψει. Συγκεκριμένα, 6 στους 10 Ελληνες δήλωσαν ότι δύσκολα μπορούν να εκφραστούν μέσω του θεάτρου. Χαρακτηριστική μάλιστα της αδιαφορίας που δείχνουν για το θέατρο είναι η απάντηση που έδωσαν στην ερώτηση «Μπορείτε να μου αναφέρετε έναν Ελληνα και έναν ξένο σύγχρονο σκηνοθέτη θεάτρου;».

Το 77% είπε ότι δεν γνωρίζει κανέναν Ελληνα και το 96% κανέναν ξένο. Απαντήσεις που μας φέρνουν πίσω στο αρχικό ερώτημα: Ποιοι τελικά πηγαίνουν στο θέατρο; Τα υψηλών βαλαντίων εισοδήματα σε ποσοστό 14%, οι απόφοιτοι ΑΕΙ /ΤΕΙ και οι οικογένειες με μηνιαίο εισόδημα πάνω από 1800 ευρώ σε ποσοστό 10% η κάθε μία, αποφάνθηκε η ίδια έρευνα. Με αφορμή αυτά, ζητήσαμε από την Ντίνα Πετροπούλου, διευθύντρια σύνταξης του περιοδικού Highlights, να μας μιλήσει για το κοινό που παρακολουθεί θέατρο. Παραδέχεται ότι το αμιγώς θεατρόφιλο κοινό είναι περιορισμένο, ενώ συχνά χάνεται και αποπροσανατολίζεται μέσα στην πληθώρα των παραστάσεων. «Παρακολουθεί ωστόσο με συνέπεια θεατρικές παραστάσεις και ουσιαστικά αποτελεί τον πυρήνα που στηρίζει όσες φιλότιμες προσπάθειες ξεχωρίζουν στον θεατρικό χώρο», αναφέρει και παρατηρεί ότι «στον αντίποδα στέκεται μια αρκετά διευρυμένη, και χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, μερίδα θεατών που στηρίζει ένα τηλεοπτικοποιημένο θέατρο».

Ας πάμε τώρα σε έναν άνθρωπο του θεάτρου. Στο άκουσμα του ονόματος της Μέλπως Ζαροκώστα έρχεται στη μνήμη η Εύα της «Βίλας των Οργίων» (1964). Μπορεί οι περισσότεροι να τη γνωρίζουν ως ηθοποιό, η προσφορά της ως συγγραφέως και μεταφράστριας θεατρικών έργων είναι μεγάλη. Εχει μεταφράσει πάνω από 200 θεατρικά έργα, ενώ το πρώτο πρωτότυπο θεατρικό της ήταν το «Φροντιστήριο Γυναικών» όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Νόρα Βαλσάμη και τον Νίκο Απέργη.

Σήμερα, παραμένει στις επάλξεις με έργα για το θέατρο και σενάρια για την τηλεόραση, ενώ αγωνίζεται για την προώθηση των θεατρικών έργων Ελλήνων συγγραφέων στο εξωτερικό. Ξεκινήσαμε τη συζήτηση με τη Μ. Ζαροκώστα, πηγαίνοντας 18 χρόνια πίσω, στις αρχές του ’90, εποχή που τα θέατρα έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στο ξένο ρεπερτόριο. «Είναι η περίοδος που ο Ελληνας άρχισε να σνομπάρει έντονα τα έργα εγχώριας παραγωγής, αν και οι εγχώριοι ποιοτικοί μας συγγραφείς παρήγαγαν συνέχεια». «Τι τους έλειπε τότε;» είναι η επόμενή μας ερώτηση. «Η αυτοπεποίθηση» απαντά και υπερθεματίζει. «Γιατί οι Ελληνες έχουμε το θέατρο μέσα στο αίμα μας και διαθέτουμε εκφραστικά μέσα. Το ίδιο όμως συμβαίνει και με το κοινό. Δεν είναι σίγουρο για τις επιλογές του. Ο,τι κυκλοφορεί και προβάλλεται από τα ΜΜΕ, είναι αυτό που πηγαίνουν να δουν οι περισσότεροι», τονίζει. Από την άλλη βέβαια δεν συμβαίνει το ίδιο και με την επιθεώρηση, που συγκεντρώνει παραδοσιακά μεγάλη μερίδα του κοινού.

Πώς το εξηγεί η Μ. Ζαρόκωστα; «Με αυτά τα έργα ο λαϊκός κόσμος γελάει. Συμβαίνει στην Ελλάδα, συμβαίνει και σε όλον τον κόσμο», επισημαίνει. «Είμαστε δυστυχώς ένας λαός που δεν έχει αποβάλει τη νοοτροπία του χωριού και δεν έχει ακόμη αστικοποιηθεί». Και εννοεί προφανώς ότι ο αστικός κόσμος παραδοσιακά θεωρείται περισσότερο μυημένος στον πολιτισμό και συνεπώς στο θέατρο υψηλής ποιότητας, την πρόζα. «Γενικά, δεν φταίει μόνον το κοινό που δεν πηγαίνει στο θέατρο. Οι ηθοποιοί δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Το ταλέντο τους είναι κυρίως σήμερα ατομοκεντρικό και αυτό συμβαίνει για το 80% των περιπτώσεων.

Αυτός ο «τελειοποιημένος» και λουστραρισμένος από την τηλεόραση ηθοποιός μεταφέρει τη λάμψη του στο θέατρο, μην έχοντας πολλές φορές κύριο στόχο να συγκινήσει το κοινό. Γιατί αυτό είναι το πραγματικό νόημα του θεάτρου. Το ίδιο συμβαίνει και με αρκετούς δημιουργούς. Είναι δήθεν. Εάν απομακρυνθούμε από την πραγματικότητα της λάμψης και του lifestyle, θα διαπιστώσουμε ότι διαθέτουμε υπέροχα ταλέντα, ηθοποιούς και συγγραφείς. Μπορούμε να έχουμε ένα πραγματικά υπέροχο κοινό που θα αυξάνεται στις αίθουσες εάν πιάσουμε τον παλμό του και τις ανησυχίες του μέσα από ποιοτική θεατρική τροφή, έργων και ερμηνείας», καταλήγει.

  • Πίσω από τις κουίντες

Τον γνωρiσαμε το 1978 με το δίσκο «Η εκδίκηση της Γυφτιάς» του Νίκου Παπάζογλου. Σήμερα τον ξέρουμε περισσότερο ως συνθέτη μελωδικών μουσικών ακουσμάτων που κουβαλούν μέσα τους την εγγύς Ανατολή. Όμως η συνεισφορά του Νίκου Ξυδάκη στη θεατρική μουσική είναι ιδιαίτερα σημαντική, από το 1988 έως σήμερα. Ήρθαμε σε επαφή μαζί του στην προσπάθεια να ανιχνεύσουμε μία άλλη διάσταση του θεάτρου: τη μουσική. Να τι λέει πρώτα για τη δική του βιωματική θεατρική εμπειρία. «Τα χρόνια που ανακάλυπτα το θέατρο ήταν εκείνα της δικτατορίας. Και κυρίως το υπόγειο του Κουν. Δεν ξέρω αν ήταν το κλίμα της εποχής που όλα αποκτούσαν κάτι συνωμοτικό ή η ανησυχία της ηλικίας.

Πάντως, πολλές από αυτές τις παραστάσεις φαινόντουσαν σε μένα πειστικές. Και όχι απλώς ένας χορός μεταμφιεσμένων. Περισσότερο τα σύγχρονα έργα με ενδιέφεραν, τότε τουλάχιστον. Ακόμα έχω μπροστά μου πολύ ζωντανά την παράσταση από τον ‘’Γάμο’’, το έργο του Γκομπρόβιτς. Aλλά και έργα του Κεχαΐδη, του Μπέκετ, του Μρόζεκ, και πολλών ακόμα. Αυτό σε γενικές γραμμές ήταν και το ρεπερτόριο του θεάτρου του Κουν εξάλλου. Ανακάλυπτες μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι, το λίγο φοβιστικό, που παιζόντουσαν αυτές οι παραστάσεις έναν κόσμο εσωτερικό. Σε ό,τι φαινόταν φυσιολογικό, στο καθημερινό έμπαινε πλέον ένα ερωτηματικό». Σήμερα ο Ν. Ξυδάκης άλλοτε πηγαίνει αρκετά και άλλοτε λιγότερο στο θέατρο. Το θέατρο έχει αλλάξει αρκετά, ομολογεί και εξηγεί ότι στη σημερινή του μορφή, χρησιμοποιεί πολλά και σύνθετα μέσα και τρόπους. Αλλιώς τον ήχο, τη μουσική, την εικόνα. Βέβαια αυτό που έχει σημασία, παραδέχεται, είναι να σε συγκινεί με τα ίδια του τα μέσα. Τα θεατρικά μέσα, τα δραματικά δηλαδή.

«Μπορεί φερ’ ειπείν να διαβάσεις ένα έργο και να σε συγκινήσει στο χαρτί. Αλλά εκείνο πού περιμένεις να σου δώσει μία παράσταση, το θέατρο, είναι κυρίως αυτό που καμία άλλη τέχνη δεν μπορεί να πετύχει», διευκρινίζοντας ότι το θέατρο είναι πηγή για μία διαφοροποιημένη οπτική σε όλα τα πράγματα. Ετσι, συμβαίνει και με τον ίδιο κάθε φορά που γράφει μουσική για το θέατρο: «Μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω πράγματα που αν δεν ήταν το θέατρο δεν θα τα επιχειρούσα καν. Πήρα ελευθερίες που οι περιορισμοί του τραγουδιού δεν σου επιτρέπουν. Δεν διαχωρίζω τη μουσική που έχω γράψει για το θέατρο από ο,τιδήποτε άλλο έχω κάνει. Και ούτε είχα ποτέ την αίσθηση πώς ήμουν ένας ειδικός της μουσικής του θεάτρου. Αντιθέτως είχα την τύχη να συνεργαστώ με σκηνοθέτες πού ένοιωθαν συγγένεια κατά κάποιο τρόπο με μένα ή με θεωρούσαν κατάλληλο για κάποιο συγκεκριμένο έργο. Το δύσκολο και ιδιαίτερο για τον μουσικό στο θέατρο και το ενδιαφέρον όμως είναι η συνεργασία. Είναι μία λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον σκηνοθέτη, στις ανάγκες του έργου και στο να παραμείνεις ο εαυτός σου. Δύσκολο στοίχημα. Αν μάλιστα η μουσική ενός συνθέτη έχει έντονο προσωπικό ύφος, κινδυνεύει να τιναχτεί το έργο στον αέρα. Από την άλλη μπορεί ο μουσικός να γίνει απλώς ένας καλός διεκπεραιωτής. Η μουσική στο θέατρο μου φαινότανε πάντα σαν να προστίθεται μία ακόμη φωνή ανάμεσα στις άλλες που ακούγονται. Μία φωνή λίγο αόρατη. Δύσκολο να τη βρεις και να την ακούσεις».

  • Είμαι ένας άλλος

«Αν χτες ήταν Οιδίπους και σήμερα Ιούλιος Καίσαρ, αν το πρωί γίνεται στην τηλεόραση Μήδεια και το βράδυ στο θέατρο Εκάβη, τούτο το κατορθώνει όχι επειδή μέσα του δεν υπάρχει κανείς και γι’ αυτό χωρούν όλοι, αλλά αντίθετα επειδή κλείνει μέσα στην ψυχή του πολλές ιδιότητες και διαθέσεις, εμπειρίες και πάθη, ολόκληρη γκάμα ψυχικών κραδασμών, υλικό άφθονο και πολύτιμο, που το χρησιμοποιεί για να εμφανίσει πολλούς χαρακτήρες. Πολλούς ναι, αλλά όχι τον οποιοδήποτε -πρέπει να υπάρχει εκλεκτική συγγένεια ανάμεσα στον ηθοποιό και το ρόλο του, για να τον αποδώσει σωστά. Απόδειξη και τούτο, ότι στην υπόκρισή του ο ηθοποιός όχι «πρέπει να είναι εκείνος που δεν είναι», αλλά ίσα-ίσα «πρέπει να είναι εκείνος που είναι».

– Ο Ευάγγελος Παπανούτσος και το μανιφέστο της διανομής ρόλων που αποπνέει τη φιλοσοφία της αντισυμβατικότητας. Ηθοποιός δεν μπορεί να γίνει ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Μπορεί; «Η Κρίση του πολιτισμού μας». Εκδόσεις Φιλιππότη, 1979.

  • Ο Ηθοποιός

«Ηθοποιός σημαίνει φως.
Είναι καημός πολύ πικρός
και στεναγμός πολύ μικρός.
Μίλησε, κλαις;
Oχι δε λες.
Μήπως πεινάς;
Και τι να φάς!
Oλο γυρνάς, πες μου πού πας;
Σ’ αναζητώ στο χώρο αυτό, γιατί είμ’ εγώ
πολύ μικρός
και θλιβερός ηθοποιός.
Θα παίξεις μια,
θα παίξω δυο.
Θα κλάψεις μια,
θα κλάψω δυο […]».

– Το κλασικό τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι (στίχοι – μουσική) περιλαμβάνεται στο άλμπουμ «Οδός Ονείρων» και γράφτηκε για την ομώνυμη παράσταση που ανέβηκε το 1962 στο θέατρο Μετροπόλιταν. Το ερμήνευσε το ιερό τέρας του ελληνικού θεάτρου, Δημήτρης Χορν.

  • 150 Το φουαγιέ

Τα τελευταία χρόνια ανεβαίνουν περί τα 150 έργα, στα περίπου 100 θέατρα και μικρές θεατρικές σκηνές της πρωτεύουσας. Τα περισσότερα όμως είναι σχεδόν άδεια…

  • 33% Το ταμείο

Το 33% χαρακτηρίζει το θέατρο ακριβό θέαμα. Σίγουρα δεν είναι φτηνό. Είκοσι ευρώ -κατά μέσο όρο- το εισιτήριο συν πέντε ευρώ για την αγορά του προγράμματος, αξίζουν τον κόπο όταν αξίζει και το έργο.

  • 60% Το έργο

Μόλις το 30% των Ελλήνων πηγαίνει θέατρο έστω και ευκαιριακά. Από εκείνους που δεν πηγαίνουν, το 60% υποστηρίζει ότι δεν βρίσκει τίποτα το ενδιαφέρον σε αυτό ή δεν μπορεί να εκφραστεί μέσω αυτού.

  • Ουδείς προφήτης στη σκηνή του

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΙΣΤΙΑΣ (ψευδώνυμο του Κ. Κυριακού), είναι ιστορικά ο πρώτος Έλληνας ηθοποιός, μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Νέος, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και πολέμησε ηρωικά στο Δραγατσάνι της Ρουμανίας, όπου και επέστρεψε στα 1840 ύστερα από διαφωνίες με θιασάρχη της εποχής. Τελικά οργάνωσε το θέατρο της Ρουμανίας και το πορτρέτο του βρίσκεται σήμερα στο Εθνικό θέατρο Βουκουρεστίου.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΘΩΜΗ ΜΕΛΙΔΟΥ, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟ, ΕΙΚΟΝΕΣ

«Rain Man», «The Seagull», «Speed-the-Plow», «All My Sons»

Λονδινο

Apollo Theatre [www.apollo-theatre.co.uk]

«Rain Man». Βασισμένο στο βραβευμένο με όσκαρ κινηματογραφικό σενάριο του Μπάρι Μόροου, το έργο «Ο άνθρωπος της βροχής» διασκευάστηκε για το θέατρο από τον Νταν Γκόρντον και τον σκηνοθέτη Ντέιβιντ Γκρίντλεϊ. Ο νέος χολιγουντιανός σταρ Τζος Χάρτνετ κάνει το ντεμπούτο του στο Γουέστ Εντ παίζοντας τον ρόλο του Τσάρλι Μπάμπιτ (που ερμήνευσε στην οθόνη ο Τομ Κρουζ), ενώ ο Ανταμ Γκόντλεϊ ενσαρκώνει (με μεγάλη ευαισθησία και χιούμορ, όπως έγραψαν οι κριτικοί) τον Ρέιμοντ, τον αυτιστικό αλλά ιδιοφυή αδελφό του Τσάρλι, που τον ερμήνευσε στην ταινία ο Ντάστιν Χόφμαν. Ως τις 20 Δεκεμβρίου.

Nέα Υόρκη

Walter Kerr Theatre [www.walterkerrtheatre.com]

«The Seagull». Ο «Γλάρος» του Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία του Ιαν Ρίκσον, έρχεται να προστεθεί στις επιτυχημένες μεταφορές βρετανικών παραγωγών στο Μπρόντγουέι. Η Κριστίν Σκοτ Τόμας παίζει την Αρκάντινα, ερμηνεία για την οποία κέρδισε το βραβείο Ολίβιε την περασμένη σεζόν στο Λονδίνο. Μαζί της εμφανίζονται ο Πίτερ Σάργκααρντ (Τριγκόριν), η Κάρεϊ Μάλιγκαν (Νίνα), ο Μακένζι Κρουκ (Κονσταντίν), ενώ η Ζόε Καζάν, εγγονή του Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη, ερμηνεύει τη Μάσα. Ως τις 21 Δεκεμβρίου.

Barrymore Theatre [www.speedtheplowonbroadway.com]

«Speed-the-Plow». Μετά τη θριαμβευτική παρουσίασή του στο Λονδίνο, με πρωταγωνιστές τον Κέβιν Σπέισι και τον Τζεφ Γκόλντμπλαμ, το έργο του Ντέιβιντ Μάμετ, καυστική σάτιρα του Χόλιγουντ, ανέβηκε σε νέα παραγωγή στο Μπροντγουέι σκηνοθετημένο από τον Νιλ Πέπε. Πρωταγωνιστούν ο βραβευμένος με Εmmy (για τον ρόλο του στην τηλεοπτική σειρά Entourage) Τζέρεμι Πίβεν, ο Ραούλ Εσπάρζα και η Ελίζαμπεθ Μος.

Gerald Schoenfeld Theatre [τηλ. 001-212-29-62000]

«All My Sons». Ο Βρετανός σκηνοθέτης Σάιμον Μακ Μπάρνεϊ παρουσιάζει το γνωστό δράμα του Αρθουρ Μίλερ «Ηταν όλοι τους παιδιά μου» σε μια νέα παραγωγή με πολλά αστέρια στη διανομή. Ο Τζον Λίθγκοου ερμηνεύει τον ασυνείδητο εργοστασιάρχη Τζο Κέλερ. Η Ντάιαν Γουίστ ερμηνεύει τη γυναίκα του και ο Πάτρικ Ουίλσον τον Κρις Κέλερ, τον μικρότερο γιο, ο οποίος έχει ερωτευτεί τη μνηστή του νεκρού αδελφού του, την Αν Ντίβερ, ρόλο με τον οποίο κάνει με επιτυχία το ντεμπούτο της στο Μπροντγουέι η Κέιτι Χολμς.

Ματιές στον κόσμο. Eπιμέλεια: Aγγελικη Στουπακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 23 Nοεμβρίου 2008

Νέες παραστάσεις

Στο θέατρο «Χυτήριο» σήμερα (9.15 μ.μ.) θα δοθεί η πρεμιέρα της κωμωδίας του Βασίλη Κατσικονούρη «Καλιφόρνια ντρίμιν» (1ο κρατικό βραβείο, 2002), που πρωτοπαίχτηκε στην «Πειραματική Σκηνή» του Εθνικού Θεάτρου. Το έργο αφορά σε μια νεανική παρέα. Ο Ντίνος σχεδιάζει να κλέψει το θείο του για να πάει στην Καλιφόρνια και να γλιτώσει το στρατό. Στα σχέδια κλοπής συμμετέχουν δυο κορίτσια. Ο θείος, όμως, παίζει καταλυτικό ρόλο στις ζωές των νεολαίων, εκπλήσσοντάς τους. Σκηνοθεσία Νίκου Καραγεώργου, σκηνικό – κοστούμια Ντέιβιντ Νέγκριν, φωτισμοί Κατερίνας Μαραγκουδάκη, σύνθεση ήχων – μουσική επιμέλεια Δημήτρη Ιατρόπουλου, κινησιολογία Μανόλη Θεοδωράκη. Παίζουν: Γιώργος Γεροντιδάκης, Παναγιώτης Καρμάτης, Ταρσία Ελευθερίου, Ευδοκία Ρουμελιώτη. Παραστάσεις: Τετάρτη, Πέμπτη 9.15 μ.μ., Παρασκευή, Σάββατο 9.15 μ.μ, μεταμεσονύκτια 11.30 μ.μ., Κυρ. 8 μ.μ.

  • «Οι Αριστοφάνης», τιτλοφορείται η κωμωδία του Σταύρου Κεβόπουλου, που παρουσιάζεται στο θέατρο «Ελυζέ». Ο Αρίστος και ο Φάνης είναι τα δύο σιαμαία αδέλφια της ιστορίας. Δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, «κολλημένοι» ο ένας πάνω στον άλλο. Παραστάσεις κάθε Τετάρτη και Κυριακή 7.30 μ.μ., Πέμπτη και Παρασκευή 9.15 μ.μ. και Σάββατο 6.15 και 9.15 μ.μ., έως 1/2/2009. Σκηνοθεσία – Επιμέλεια Κειμένου Χάρη Γεωργιάδη, σκηνικά Κατερίνα Θεοφιλοπούλου, κοστούμια Κυριάκου Θωμόπουλου, μουσική επιμέλεια Χάρη Γεωργιάδη – Μαρίας Μαλταμπέ, κινησιολογία Ερσης Νιαώτη, διδασκαλία τάνγκο Ευτυχίας Τσιαμούρα, φωτισμοί Γιάννη Γιαννάκου. Παίζουν: Χριστίνα Βαρζοπούλου, Νίκος Καραγεώργης, Στέφανος Αθανασόπουλος, Γιάννης Συλιγνάκης, Τριαντάφυλλη Μπουτεράκου, Αννα Ιρις.
  • «Τα μυστικά της αποτυχίας μου», του Γιώργου Ηλιόπουλου, σε σκηνοθεσία Πέμυς Ζούνη, επαναλαμβάνεται στο θέατρο «Αλίκη» (Τετάρτη – Κυριακή, 9.15 μ.μ.). Πρωταγωνιστής είναι ένας σημερινός τριανταπεντάρης, με κρίση ταυτότητας – προσωπικότητας, υπαρξιακή, επαγγελματική, ιδεολογική, αισθηματική κ.ο.κ. Παίζουν: Αιμιλία Βασιλακάκη, Γιώργος Ηλιόπουλος, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Εφη Καμπάνταη, Ασπασία Κοκόση, Ερμόλαος Ματθαίου. Σκηνικά – κοστούμια: Γιώργος Ασημακόπουλος. Μουσική επιμέλεια: Πάνος Χρονόπουλος. Κινησιολογία: Φρόσω Κορρού.

Ο τρόμος του «Εμποράκου»

Σαν μια «σύγχρονη τραγωδία του σήμερα» αντιμετώπισε το έργο ο σκηνοθέτης. Ο Θύμιος Καρακατσάνης, ύστερα από σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια, ξανασυναντιέται με τον εμποράκο Γουίλι Λόμαν, στον «Θάνατο του Εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ.

Ο τρόμος του «Εμποράκου»

Το έργο που, όχι μόνο πρόσφερε στον τριαντατριάχρονο τότε Μίλερ παγκόσμια αναγνώριση, αλλά αποτέλεσε επίσης και τον ακρογωνιαίο λίθο του σύγχρονου αμερικανικού θεάτρου, κάνει πρεμιέρα αύριο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη. Με αυτή την παράσταση εγκαινιάζεται το θέατρο «Ζίνα», ο ιστορικός κινηματογράφος της Λεωφόρου Αλεξάνδρας που ανακαινίστηκε σε θεατρική σκηνή.

Μέσα από τη ζωή του Γουίλι Λόμαν, ο Μίλερ εξετάζει τον μύθο του αμερικανικού ονείρου: τις ελπίδες και τους φόβους της μέσης τάξης στην αμερικανική κοινωνία. Εξήντα χρόνια μετά τη συγγραφή του, το έργο «παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ, αφού το ποσοστό της φτώχειας σε παγκόσμια κλίμακα ακολουθεί σήμερα ανοδική πορεία και αποτελεί πλέον εν δυνάμει απειλή για όλον τον κόσμο» σχολιάζει ο πρωταγωνιστής.

Σαν μια «σύγχρονη τραγωδία του σήμερα» αντιμετώπισε το έργο ο σκηνοθέτης. Ο Θύμιος Καρακατσάνης υποστήριξε ότι ο Λόμαν που ερμηνεύει σήμερα απέχει παρασάγγες από την προ εικοσιπενταετίας ερμηνεία του. Δεν είναι μόνο η μεγαλύτερη σκηνική ωριμότητα και πείρα που κουβαλάει. Είναι και η διαφορετική σκηνοθετική ματιά, η «πιο σύγχρονη, πιο ποιητική».

Ο Γουίλι Λόμαν, ο εμποράκος, ζει την τελευταία ημέρα της ζωής του. Χωρίς δουλειά, χωρίς όνειρα και με τον τρόμο ότι στα μάτια των άλλων θα είναι ένας αποτυχημένος. Πηγή έμπνευσης του έργου στάθηκε για τον Μίλερ ο πατέρας του, που ήταν εμποράκος. Πουλούσε γυναικεία ρούχα στη Νέα Υόρκη. Στη μεγάλη οικονομική ύφεση στην Αμερική το 1929, καταστράφηκε. Από εκείνη την ημέρα έπαψε να κοιτάει το γιο του στα μάτια. Και έτσι, ντροπιασμένος, πέθανε.

Τη μετάφραση υπογράφει ο Αλέξανδρος Κοέν, τη σκηνοθεσία – δραματουργική επεξεργασία ο Γιάννης Ιορδανίδης, τα σκηνικά – κοστούμια ο Γιώργος Πάτσας και τη μουσική ο Θοδωρής Οικονόμου. Παίζουν: Θύμιος Καρακατσάνης, Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Μιχάλης Μαρκάτης, Γρηγόρης Σταμούλης, Γιώργος Ρούφας, Ελευθερία Ρήγου, Χάρης Εμμανουήλ, Στάθης Κακαβάς, Κωνσταντίνος Καρβέλης, Ελευθερία Ευθυμιάτου. [Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 13/11/2008]

Ο Goethe ως σκηνοθέτης του θεάτρου

 

https://i1.wp.com/www.mundocitas.com/fotos/550.jpg

Μια αναφορά να κάνω στον μεγάλο Γερμανό ποιητή, θεατρικό συγγραφέα, φιλόσοφο, κριτικό Johann Wolfgang von Goethe, που γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου 1749, και πέθανε στις 22 Μαρτίου 1832.

Την άνοιξη του 1790 βρίσκουμε τον Goethe στην Ιταλία, όπου συνάντησε τη δούκισσα Amalia στη Βενετία, και ο λογοτεχνικός καρπός του ταξιδιού ήταν τα Ενετικά επιγράμματα, τα οποία είναι ακόμα πιό αισθαντικά από το Ρωμαϊκά. Το φθινόπωρο του επόμενου έτους αφιερώθηκε σε έναν στόχο με τον οποίο πριν ανεπίσημα είχε καταπιαστεί στη Βαϊμάρη. Το νέο θέατρο της Βαϊμάρης ολοκληρώθηκε και ο Goethe διορίστηκε σκηνοθέτης. Η ικανότητα αυτή τον έκανε να ξεχωρίζει ανάμεσα στους πολίτες. Είχε την τελική απόφαση σχετικά με κάθε λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως του θέματος, έργου ή παιξίματος, και αργότερα μια μεγάλη πολυθρόνα κρατήθηκε για αυτόν στη μέση της σκηνής, με τα χειροκροτήματα μετά βίας να επιτρέπονται εκτός εάν εκείνος έδινε το σήμα. Η γερμανική σκηνή οφείλει το ίδιο πολλά και στον Goethe και στον Lessing. Όσον αφορά το ρεπερτόριο του Θεάτρου της Βαϊμάρης και άλλων θεάτρων εφοδιάστηκε με έργα κλασικά. Ο Shakespeare δεν παιζόταν πλέον σε παρωδιακό ύφος, αλλά σε σοβαρές παραστάσεις των έργων του, και οι ηθοποιοί είχαν την εντολή να παίζουν αυτοσχεδιάζοντας. Το άγχος οφειλόταν στην προσπάθεια της τελειότητας του συνόλου και όχι στην υπεροχή συγκεκριμένων «αστέρων», και το θέατρο θεωρήθηκε ως σχολείο όχι μόνο της εποικοδομητικής ψυχαγωγίας αλλά και του φυσικού πολιτισμού. Μεταξύ των έργων που ο Goethe έγραψε αυτή την περίοδο ήταν το Gross Cophta, εμπνευσμένο από την ιστορία του Cagliostro και του διαμαντένιου περιδεραίου. Εμφανίζεται να συναρπάζεται από την ιστορία ως προαίσθημα της επερχόμενης φρίκης της επανάστασης.

759px-johann_heinrich_wilhelm_tischbein_007.jpg

Όταν ο Goethe επέστρεψε από την Ιταλία βρέθηκε να είναι λιγότερο δημοφιλής από ό,τι ήταν μετά από τη δημοσίευση του Βέρθερου. Η μεγαλοφυία του συγγραφέα έγινε αισθητή παντού, αλλά ενόχλησε περισσότερο απ’ ό,τι έτερψε. Ήταν σχεδόν μόνος. Ο Friedrich Gottlieb Klopstock ήταν μη φιλικός, ο Johann Gottfried von Herder ήταν ζηλότυπος και ευαίσθητος. Ο Johann Christoph Friedrich von Schiller ήταν ακόμα ντροπαλός και αμφισβητήσιμος, και ο Christoph Martin Wieland, που δεν ήταν παρά μόνο ένας μεγαλόψυχος φίλος, δεν θα μπορούσε να του δώσει καμία ικανοποιητική υποστήριξη. Αν και, δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, η Ευρώπη είχε συγκλονιστεί από το Βέρθερο [Werther], και το όνομά του ήταν τόσο ευρέως γνωστό όσο αυτό του Rousseau ή του Voltaire, όμως, όταν δημοσιεύθηκε μια ολοκληρωμένη συλλογή έργων του, το 1790, όπου εμπεριέχονταν τα εξής: Götz von Berlichingen, Iphigenie auf Tauris, Torquato Tasso, Egmont, ένα μεγάλο μέρος του πρώτου μέρους του Faust, και τα έξοχα τραγούδια και τα λυρικά ποιήματά του, οι εκδότες παραπονέθηκαν ότι η πώληση δεν ήταν επαρκής για να πληρώσει τις δαπάνες. Αυτοί που είχαν προσβληθεί από αυτόν, ή αυτοί που τον είχαν ζηλέψει εξαιτίας της θέσης ή της τύχης του, και τώρα διαμορφώνουν μια αρκετά μεγάλη κατηγορία, στην οποία συμπεριλαμβάνονται πολλοί συγγραφείς με παροδική δημοτικότητα. Δεν πρόδωσε ποτέ τα συναισθήματά του σε τέτοια θέματα, αλλά είναι εμφανές ότι η αφοσίωσή του στην επιστήμη για μερικά χρόνια ήταν εν μέρει η συνέπεια της αποθάρρυνσης όσον αφορά το λογοτεχνικό έργο του.

Henrik Johan Ibsen

405px-ibsen_photography.jpg

Henrik Johan Ibsen (20 Μαρτίου 1828 –23 Μαΐου 1906). Μια μεγάλη μορφή όχι μόνο του νορβηγικού αλλά και του παγκόσμιου θεάτρου. και κατά ένα μεγάλο μέρος συνέβαλε στην εξέλιξη του σύγχρονου ρεαλιστικού δράματος. Αναφέρεται συχνά ως ο «πατέρας σύγχρονου δράματος».

DVD – Henrik Ibsen – Father of Modern Drama

DVD - Henrik Ibsen - Father of Modern Drama, Norway.com ProductsProduct # ndcdvd001
USD 20.00
EUR 13,97
GBP 8,3

Steinar Hybertsen, Shybert Productions and the Norwegian American Foundation have produced a documentary based on Henrik Ibsen and his contribution to modern theatre.  The film is a journey through his life, starting with his beginnings in Skien, Norway, and following him through his time in Denmark, Germany, Italy and back again.
Due to his self-imposed exile for 27 years, Ibsen wrote most of his plays abroad.  The documentary thus follows him through stays in Dresden, Munich, Gossensass, Rome, Sorrento, Amalfie and Ischia.  His personal correspondence from these locations provides viewers with insight into the experiences and impulses important to him, and helps to answer important questions about his constant travel.  In fact, he did not have a permanent home until his 1891 return to Olso, and he never saw his family after he left Skien at age 19.

The documentary also focuses on the incredible changes in Europe from 1828 to 1906—transformations that were reflected in most of Ibsen’s work.  The political arena during this time underwent constant modifications, and Ibsen himself lived in the middle of many revolutions while in Italy and Spain and witnessed firsthand the formation of modern political and social structure.  This gave him and his work insight into the challenges and problems which would soon emerge after such monumental changes.

In addition, the documentary briefly analyzes the 28 different plays from Ibsen’s productive life, specifically focusing on Peer Gynt, Et Dukkehjem and Hedda Gabler and how these plays were received on the world stage.  Furthermore, the film will discuss those first stage performances which earned Ibsen money.  He was most successful in Germany where he lived for 17 years—Brand was the most played piece at the time.

The documentary also features information about the pieces of Ibsen’s work which were forbidden in certain families and thereby caused him to receive several negative reviews in the press.  Regardless, success came to him after 40 years of writing and Ibsen was and is considered the father of modern drama.  The first films produced in the United States based on Ibsen’s plays gained attention in 1915, and many more were introduced before the advent of movies with sound.

Toril Moi, Professor at Duke University, will play a part in presenting the story of Henrik Ibsen in this documentary, along with Juni Dahr, Vigdis Ystad, Merete Morken Andersen, Joan Templeto, a historian from Germany and a historian from Italy.

The film’s running time is 75 minutes.

 

Κώστας Γεωργουσόπουλος: Ένας οδοιπόρος φίλος

Με τον τίτλο «Ένας οδοιπόρος φίλος» γράφει ένα ευαίσθητο κείμενο σήμερα στην εφημερίδα «Τα Νέα» (14/3/2008), ο κριτικός κ. Κώστας Γεωργουσόπουλος, κι έτσι με την έγκυρη γραφή του καταθέτει τη μαρτυρία του για τον Βαγγέλη Καζάν που έφυγε πριν λίγες μέρες, αλλά με την ευκαιρία κάνει ένα είδος προσκλητηρίου για κάποιους άλλους της τέχνης που είναι επίσης φευγάτοι:

Έφυγε και ο Βαγγέλης Καζάν και μείναμε λιγότεροι από εκείνη την παρέα που ξεκινούσε το καλοκαίρι του ΄58 με τόσα όνειρα. Δεν διαψεύστηκαν όλα. Γι΄ αλλού ξεκινήσαν μερικοί, αλλού ευδοκίμησαν. Το καλοκαίρι εκείνο στο αξέχαστο ως περιβάλλον κηποθέατρο του Εθνικού Κήπου παιζόταν το μελόδραμα του Γιαννουκάκη «Η ανθισμένη αμυγδαλιά» από τον θίασο του Κωστή Λειβαδέα. Ηλιόπουλος, Παπαγιαννόπουλος, Λευτεριώτης, Σμαρούλα Γιούλη. Ο συγγραφέας είχε παρεμβάλει σκηνές με τους κουτσαβάκηδες και τον Μπαϊρακτάρη που τους ξευτέλιζε. Μια ομάδα κομπάρσων (ομολογώ με αξιοπρεπές μεροκάματο) ήταν οι ζαπτιέδες του Μπαϊρακτάρη: ο Μίμης Χρυσομάλλης, ο Βαγγέλης Καζάν, ο Φώντας Κονδύλης (αναφέρω πρώτα τους φευγάτους ήδη), ο Βασίλης Λιόγκαρης, ο Χρήστος Δοξαράς και λοχίας ο Αρτέμης Μάτσας (φευγάτος κι αυτός). Εκεί στα παγκάκια του κήπου, όμορφες νύχτες θερινές ανάμεσα στις κλαίουσες ιτιές, ανάμεσα στις σποραδικές εμφανίσεις μας στη σκηνή, στα μεγάλα διαλείμματα και ανάμεσα στις δύο σαββατιάτικες και κυριακάτικες παραστάσεις δεθήκαμε, ονειρευτήκαμε, γκρινιάξαμε, επαναστατήσαμε, σχεδιάσαμε πορεία. Ο Μίμης έγινε μέγας τυπίστας ηθοποιός, ο Βαγγέλης ανεπανάληπτος καρατερίστας, ο Φώντας βραβευμένος συγγραφέας και έγκυρος μεταφραστής, ο Βασίλης μυθιστοριογράφος της προσφυγιάς, ο Χρήστος βραβευμένος θεατρικός συγγραφέας και κωμικός τυπίστας έξοχος. Ένας της παρέας εκείνης, ο γράφων, βρέθηκε συχνά, λόγω επαγγελματικών συνθηκών, απέναντι και πάντα χαιρόταν με τις επιτυχίες των παλιών φίλων. Χάρηκε δε περισσότερο όταν ως πρόεδρος της Επιτροπής Τιμητικών Συντάξεων τίμησε τον Βαγγέλη, τον Φώντα και τον Βασίλη μαζί με τα άξια μέλη της Επιτροπής την προσφορά τους στον τόπο. Ο Βαγγέλης έως πρόσφατα ερχόταν συχνά στο Θεατρικό Μουσείο και ζητούσε να προσφέρει ό,τι μπορούσε εθελοντικά. Κι ερχόταν πάντα από μακριά με τα πόδια, άρρωστος. Μια ζωή οδοιπόρος της Τέχνης και της Ειρήνης.
Μερικές φορές και η απλή αναφορά αποτελεί μια εξαίσια χειρονομία σε κάποιους ανθρώπους που υπηρέτησαν τις τέχνες και τα γράμματα. Κι αυτό το σημειώνω, διότι στην εποχή μας πολλοί συνάνθρωποι φεύγουν ξεχασμένοι, κανείς δεν τους θυμάται, κανείς δεν γράφει κάτι γι’ αυτούς, ότι πέρασαν απ’ αυτή τη ζωή κι άφησαν το ίχνος τους! Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος νομίζω ότι αποτελεί τον πιο έγκυρο «ληξίαρχο» της πνευματικής μας ζωής. Με τη λέξη «ληξίαρχος» δεν θέλω να υποτιμήσω αλλά αντιθέτως επιδιώκω να φορτίσω την ιδιότητα ενός ανθρώπου που γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα του πολιτισμού μας και ο έγκυρος λόγος του καταχωρίζει τους πάντες στις σελίδες της ιστορίας μας.

Ακατάλληλον το… Λεωφορείον ο πόθος!

Κάτι δεν πάει καλά με τους εκπαιδευτικούς! Προσφάτως είχαμε το κρούσμα της απαγόρευσης για μια επίσκεψη σε έκθεση έργων του Πάμπλο Πικάσο. Τώρα, κάποιοι έκριναν ως Ακατάλληλο το «Λεωφορείον ο πόθος» του Αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Τενεσί Ουίλιαμς.

Ο διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Σερρών, Γιώργος Χατζημιχάλης, απαγόρευσε σε μαθητές ενός Γυμνασίου και ενός Λυκείου των Σερρών να παρακολουθήσουν την παράσταση «Λεωφορείον ο Πόθος» του ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων «Ισότητα των δύο φύλων» και «Γυναίκα στην τέχνη». Διαβάζω στην «Ελευθεροτυπία»:

Η απόφαση ελήφθη και πάλι, όπως και στην περίπτωση της έκθεσης Πικάσο στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από εισηγήσεις καθηγητών, οι οποίοι μετέφεραν στον προϊστάμενό τους ότι το έργο έχει άσεμνες σκηνές. Παρ’ όλα αυτά, και έπειτα από εισήγηση περισσότερο ευαίσθητων περί του πολιτισμού εκπαιδευτικών, ελήφθη απόφαση να παρακολουθήσουν την παράσταση δύο καθηγητές-μέλη του συλλόγου εκπαιδευτικών Σερρών, ώστε να αποφανθούν αν το έργο είναι κατάλληλο για τα μάτια μαθητών άνω των 13 ετών.

Κάτι είπε σχετικά ο υπουργός Παιδείας Ευριπίδης Στυλιανίδης, αλλά πλέον το κλίμα που έχει αρχίσει να εμπεδώνεται στην ελληνική κοινωνία, είναι αυτό ακριβώς που άπλωσε παντού η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με την πρακτική της και τις ιδεολογικές αγκυλώσεις της. Ό,τι είχε κατακτηθεί κατά την τελευταία εικοσαετία, μέσα σε τέσσερα χρόνια έγινε καπνός και διελύθη, πομφόλυγες και διερράγησαν, που θα έλεγε και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Δεν είναι θέμα ενός καθηγητή ή της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αφορά όλη την ελληνική πολιτεία που επιτρέπει το ξεπούλημα των κατακτήσεών της.

Στη Θεσσαλονίκη πάει η «Θεία…»

Κ�ρδισε το κοινό η Αννα Παναγιωτοπούλου

Δυο χρονιές που παίζεται η «Θεία από το Σικάγο» φαίνεται ότι άρεσε. Βέβαια, η πρώτη «Θεία» με την Γεωργία Βασιλειάδου είναι αξεπέραστη. Ωστόσο, και η Άννα Παναγιωτοπούλου έδωσε τις δικές της πινελιές και το έργο απόκτησε και μια δεύτερη «Θεία» που θα κατοχυρωθεί στη θεατρική μας ιστορία. Η κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου, γεμάτη νοσταλγία και άρωμα παλιάς Αθήνας, ζωντάνια, γέλιο και φρεσκάδα, ολοκληρώνει τις παραστάσεις της στο θέατρο «Ήβη» στις 23 Μαρτίου. Από τις 2 Απριλίου η «Θεία…» θα είναι στη Θεσσαλονίκη για τη συνάντησή της με το θεατρικό κοινό της συμπρωτεύουσας.

Μια μεσοαστική οικογένεια της Αθήνας του ’60. Μπαμπάς αυστηρός, πρώην στρατιωτικός. Τέσσερις κόρες σε ηλικία γάμου. Μια μαμά που ξέρει ότι τα κορίτσια της πρέπει πια να παντρευτούν. Και μια θεία που έρχεται κυριολεκτικά εξ ουρανού (με Ολυμπιακή από Σικάγο) να σώσει την κατάσταση. Η στάμνα που θα πέσει από το μπαλκόνι θα είναι μόνο η αρχή…