Category Archives: Σκηνοθέτες

Οι σκηνοθέτες θεάτρου συσπειρώνονται

  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 30 Μαΐου 2011
  • Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

Σκηνοθέτης θεάτρου στην Ελλάδα. Επάγγελμα «ανοχύρωτο». Ανασφάλιστο. Χωρίς συλλογικές συμβάσεις. Χωρίς ανώτερες ή ανώτατες σπουδές. Συγχρόνως, ένα επάγγελμα με «ειδική φύση». Μοναχικό. Το οποίο παραδόξως όλους τούς χωρά. «Οι μισοί Ελληνες δηλώνουν σκηνοθέτες», διαπιστώνει παράγων του χώρου. Δεν είναι αυτό το σοβαρότερο από τα προβλήματα που ταλαιπωρούν τον χώρο. Κι ωστόσο, όλα αυτά τα χρόνια, σχεδόν οι πάντες ακολουθούσαν, σφυρίζοντας αδιάφορα, τη μοναχική πορεία τους. Ποτέ δεν συναντήθηκαν για να θέσουν επί τάπητος τα ζητήματα ενός κλάδου που βρίσκεται κυριολεκτικά στον αέρα. Επρεπε να ‘ρθει η κρίση, το ποτήρι να ξεχειλίσει. Και να καταστεί σαφές ότι κάποια πράγματα δεν χωρούν άλλη αναβολή.

Το θαύμα έγινε. Οι σκηνοθέτες θεάτρου συσπειρώθηκαν για πρώτη φορά σε μια συλλογικότητα. Από τις 21 Φεβρουαρίου τα πιο γνωστά ονόματα του κλάδου, με πρωτοβουλία του Στάθη Λιβαθινού και του Μιχαήλ Μαρμαρινού, άρχισαν να συναντιούνται στο «Booze» ώστε «να γίνει εφικτό ένα πρώτο συλλογικό βήμα», με την επίγνωση ότι η κίνηση αυτή δεν τους καθιστά «αντιπρόσωπο κανενός».

Από τον γόνιμο διάλογο προέκυψε η Ιδρυτική Διακήρυξη για το Forum Σκηνοθετών Θεάτρου. Ακόμη δεν έχει νομική υπόσταση. Είναι το επόμενο βήμα.

«Το Forum είναι ένα κέντρο διαλόγου ανάμεσα σε επαγγελματίες σκηνοθέτες του θεάτρου. Δεν είναι συνδικαλιστικό όργανο, χωρίς αυτό να αποκλείει ότι στο μέλλον θα ασχοληθεί με θέματα συνδικαλιστικά», ξεκαθαρίζει η διακήρυξη.

Από τις πρώτες συναντήσεις συζητήθηκαν πολλά από «όσα απασχολούν όλους, αλλά και τον καθένα χωριστά». Εκφράστηκε η ανάγκη μιας «έντονης και άμεσης παρέμβασης σε μια σειρά από ζητήματα», με κορυφαίο στην ιεραρχία την απουσία μιας Ανώτατης Σχολής Υποκριτικής & Σκηνοθεσίας Θεάτρου. Τέθηκαν, επίσης, οι «θεσμοθετημένες, ξεπερασμένες και αντιδημοκρατικές πρακτικές που αγκυλώνουν το θέατρο», οι απαράδεκτες συνθήκες εργασίας και αμοιβής των σκηνοθετών του θεάτρου, καθώς και η ανάγκη οργάνωσης συναντήσεων-συνεδρίων για ζητήματα όπως οι σχέσεις πολιτείας – ΔΗΠΕΘΕ, η θεατρική κριτική. Και όχι μόνο. Συνέχεια

Advertisements

Σκηνοθέτες-βασιλιάδες και ηθοποιοί-«δελφίνοι»

  • Πώς έφθασαν οι δύο πλευρές να διεκδικούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο θέατρο του 21ου αιώνα, σε μια μάχη χωρίς τέλος

Oταν ο Τζόρτζιο Στρέλερ πήγε να σκηνοθετήσει στο Παρίσι, στην Κομεντί Φρανσέζ, οι ηθοποιοί μάζεψαν υπογραφές για να τον διώξουν. Δεν τα κατάφεραν. Η μάχη πάντως δεν είναι καινούργια: Από τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν το επάγγελμα «σκηνοθέτης» άρχισε να ανατέλλει, ως τον 20ό, που ανακηρύχθηκε «ο αιώνας του», οι δύο πόλοι του θεάτρου παραμένουν σε μια αναγκαστική ανακωχή- και ας βρισκόμαστε ήδη στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 2000. Ή μήπως όχι;

Από την εποχή της παντοδυναμίας του ηθοποιού που ήταν παράλληλα συγγραφέας, σκηνοθέτης και θιασάρχης, όπως τον εξέφρασε από τον 17ο αιώνα ο Μολιέρος, ως τον απόλυτο πρωταγωνιστή, στην εκδοχή της Γαλλίδας Σάρας Μπερνάρ (πέθανε το 1923), το θέατρο δεν άργησε να περάσει στα χέρια εκείνων που, από υπεύθυνοι και διοργανωτές μιας παράστασης, έφθασαν να θεωρούνται σκηνοθέτες-δικτάτορες. Οι μεγάλες μορφές του είδους, ακολουθούμενοι συνήθως από μια θεατρική ομάδα, σφράγισαν τον περασμένο αιώνα. Ροντήρης, Κουν, Μινωτής, Βολανάκης και απέναντί τους οι πρωταγωνιστές: Ελένη Παπαδάκη, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αιμίλιος Βεάκης, Κατίνα Παξινού, Βασίλης Λογοθετίδης ή Αλίκη Βουγιουκλάκη, Μάνος Κατράκης…

«Ερωτεύθηκα το θέατρο εξαιτίας των ηθοποιών όταν είδα για πρώτη φορά την Παξινού.Μετά είδα παράσταση του Κουν στο Τέχνης, αλλά δεν ένιωσα το ίδιο» λέει ο σκηνοθέτης Νίκος Μαστοράκης. «Γυρίζω πάντα στον ηθοποιό, είναι ο αυτοκράτορας.Ο σκηνοθέτης είναι εκείνος που κάνει την ανάγνωση του έργου» προσθέτει, εξηγώντας ότι η ιδιότητά του έρχεται συνήθως στην επιφάνεια σε εποχές όπου η θεατρική σκέψη γίνεται όλο και πιο σύνθετη.

«Ενας είναι ο βασιλιάς στο θέατρο, ο ηθοποιός» λέει και ο Γιάννης Μπέζος, ένας ηθοποιός που αυτοσκηνοθετείται και συγχρόνως σκηνοθετεί τον θίασό του. Αλλωστε μια από τις επικρατούσες απόψεις σήμερα, όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι ότι «ο ηθοποιός είναι ο άρχων στο πιο εμπορικό θέατρο και ο σκηνοθέτης στα θέατρα που ψάχνονται», σκέψη με την οποία συμφωνεί και εφαρμόζει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. «Η φιλοδοξία του ηθοποιού είναι στον ρόλο, του σκηνοθέτη στο έργο» προσθέτει. Και μια και ο λόγος για φιλοδοξίες, παρατηρεί κανείς ότι οι ομάδες που κατά καιρούς μπόλιασαν το ελληνικό θέατρο με σημαντικό έμψυχο υλικό διαλύθηκαν από τις φιλοδοξίες ηθοποιών που ήθελαν να γίνουν σκηνοθέτες με τρανταχτά παραδείγματα τη Σκηνή και το Εμπρός.

  • «Μόνος κριτής είναι ο θεατής»

Οσο για το κοινό, αυτό δεν φαίνεται διατεθειμένο να ακολουθήσει μονόδρομους: Επιλέγει κατά περίπτωση. Ισως επειδή, όπως επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, «βασιλιάς είναι ο θεατής, που αρνείται τα ψευδοδιλήμματα. Μ΄ ενδιαφέρει το καλό θέαμα, μ΄ ενδιαφέρει μια παράσταση να ικανοποιεί τον λόγο της ύπαρξής της. Από την άλλη, βλέπω ότι μέσα από τις δουλειές των μεγάλων σκηνοθετών μεταφέρεται μια αγωνία για το θέατρο» , μεγαλύτερη από την αγωνία που μπορεί να έχουν θίασοι με στίγμα περισσότερο εμπορικό. Το ταμείο όμως παραμένει κοινός τόπος για όλους, ηθοποιούς και σκηνοθέτες.

  • Οι σταρ στο σανίδι, οι «δικτάτορες» στο παρασκήνιο

Σκηνοθέτες ή ηθοποιοί; Αριστερά, η Νικαίτη Κοντούρη σπούδασε ηθοποιός αλλά την κέρδισε αμέσως η σκηνοθεσία, ενώ ο Νίκος Μαστοράκης «δήλωσε» εξαρχής σκηνοθέτης. Δεξιά, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος πέρασε γρήγορα από την υποκριτική στη σκηνοθεσία, ενώ ο παλαίμαχος Γιώργος Μιχαλακόπουλος συνδυάζει εδώ και χρόνια και τις δύο ιδιότητες

Η ντόπια θεατρική πιάτσα διαθέτει τα πάντα: ηθοποιούς που αυτοσκηνοθετούνται- σαν η σκηνοθεσία να αποτελεί θεατρική προαγωγή -, ηθοποιούς εσαεί μαθητές, σκηνοθέτες ή σκηνοθέτες-δασκάλους, ομάδες όπου όλα γίνονται συλλογικά και γι΄ αυτό δεν μακροημερεύουν, σταρ στο σανίδι και δικτάτορες στο παρασκήνιο. Το θέατρο παραμένει ένα ελεύθερο πεδίο δράσης. Ελεύθερο, αλλά και δημοκρατικό; «Αυτά είναι θέματα δήθεν δημοκρατίας» λέει ο ιδρυτής του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. «Επιλέγω έργα που με ενδιαφέρουν για μια σειρά λόγων, και προχωρώ στη διαδικασία του παραγωγικού και καλλιτεχνικού έργου. Τα μοιράζομαι όλα αυτά με τους συνεργάτες μου. Είμαι κατά του σκηνοθέτη-φασίστα, αλλά και του αντίστοιχου ηθοποιού. Κανείς δεν παίζει ερήμην του συμπαίκτη του». Ούτε ερήμην του συγγραφέα; «Ισως εκεί να βρίσκεται η πραγματική αντιπαλότητα σήμερα» επανέρχεται ο Νίκος Μαστοράκης. «Ο σκηνοθέτης ανταγωνίζεται τον συγγραφέα σε έναν άνισο αγώνα, καθώς ο δεύτερος συνήθως δεν βρίσκεται στη ζωή». Εξ ου και παραστάσεις κλασικών, όπου το κείμενο κατακερματίζεται, μεταβάλλεται, αναπροσαρμόζεται, επικαιροποιείται. Σαν ο σκηνοθέτης να θέλει να εκδικηθεί τον γράφοντα.

Η ονοματολαγνεία παραμένει συνώνυμη της τέχνης της υποκριτικής: Οι ηθοποιοί εξακολουθούν να λατρεύονται, να γίνονται σταρ. Οι σκηνοθέτες θέλουν να αφήσουν το στίγμα τους. Σε μια τέχνη τόσο θνησιγενή ο καθένας επιδιώκει να αφήσει τα σημάδια του. «Δεν πρέπει να φαίνεται η δουλειά του σκηνοθέτη» παρατηρεί η Νικαίτη Κοντούρη, επαναλαμβάνοντας μια ρήση του Μίνου Βολανάκη. «Ο σκηνοθέτης θέτει τα όρια, φροντίζει το αποτέλεσμα, φτιάχνει ένα σύμπαν και αφήνει τον ηθοποιό ελεύθερο να κινηθεί». Ισως γι΄ αυτό το είδος του αυτοσκηνοθέτη πολλαπλασιάζεται στη χώρα μας (υποβοηθούμενο, τον τελευταίο καιρό, και από την οικονομική κρίση): ο Γιώργος Κιμούλης το ξεκίνησε με τις δικές του παραστάσεις και δεν άργησε να το γενικεύσει, κάτι που κάνει και ο Γιάννης Μπέζος αλλά και οι Πέτρος Φιλιππίδης, Γρηγόρης Βαλτινός, Γιώργος Μιχαλακόπουλος. «Ο καλός σκηνοθέτης είναι αυτός που δεν προβάλλει τη σκηνοθεσία, αλλά αφήνει αβίαστα τον θεατή να την ανακαλύψει» λέει ο τελευταίος προσυπογράφοντας τα λόγια του Βολανάκη. «Ο Κουν έλεγε ότι “σοφό είναι το σαφές” και εγώ σκέφτομαι πάντα την αξία των κειμένων. Γι΄ αυτό και σε ό,τι με αφορά ως σκηνοθέτη πιστεύω ότι πρέπει να αφήνουμε τα κείμενα να φαίνονται. Και σε τελική ανάλυση θα άξιζε να επιχειρήσουμε μια εναρμόνιση».

Γυναίκες, λέει, θα είναι ο Χορός των Περσών!!!

Δεν προλαβαίνουμε να συνέλθουμε από τη μια σφαλιάρα που μας εξαπολύει ο επόμενος μεταμοντέρνος και μας τη σφουντουρίζει ο ερχόμενος. Ιδού, διαβάζω τα ρεπορτάζ για τις θερινές φεστιβαλικές επιδαύριες παραστάσεις και λεπτομερώς πληροφορούμαι πως ο ξένος σκηνοθέτης που θα ανεβάσει «Πέρσες» του Αισχύλου με το Εθνικό θα αλλάξει το φύλο του Χορού. Γυναίκες, λέει, θα είναι ο Χορός των Περσών, παρ΄ ότι ελπίζω να μην αλλάξει και ο τίτλος του Αισχύλου σε «Περσίδες».

Γέροντες Πέρσες, λέει ο Αισχύλος, όχι λέει ο Σκηνοθέτης που ξέρει περισσότερα από τον ναυμάχο ποιητή, ακόμη και οι γέροντες είχαν πάει στην Ελλάδα και μόνο οι γυναίκες ήταν στα μετόπισθεν. Τώρα πώς θα τα βολέψει που οι Αισχύλειοι γέροντες θρηνούν που μείναν ορφανά τα κρεβάτια των γυναικών, ίδωμεν.

Αλλά, διαβάζω, ο ερίφης θα παρεμβάλει στο έργο του Αισχύλου και τον «τρελό», λέει, από τον «Βασιλιά Ληρ» του Σαίξπηρ. Έχουμε δει και χειρότερα (σε παλιότερη γερμανική παράσταση των «Περσών» στο Ηρώδειο, η Άτοσσα ήταν λεσβία μπαργούμαν και κερνούσε κοκτέιλ τον Χορό στα σκαμπό).

Εκείνο που θα με φάει έως το καλοκαίρι είναι η απορία γιατί ο τρελός του «Ληρ» και όχι ο τρελός της «Δωδέκατης Νύχτας». Και γιατί ο τρελός του Σαίξπηρ κι όχι ο τρελός του Γκόγκολ ή γιατί (μια και θα έχουμε Χορό γυναικών) όχι η Τρελή του Σαγιό. Και γιατί στο κάτω κάτω ξένος τρελός κι όχι ο «Τρελός του Λούνα Παρκ» του Γ. Λαζαρίδη; Θα μου πείτε κάθε τρελός κι η τρέλα του, που λέει και το λαϊκό άσμα!

  • ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009

Οι Ελληνες και το θέατρο

Οι Ελληνες και το θ�ατρο

Συγκίνηση, λύτρωση, ψυχική ανάταση, εκτόνωση, ικανοποίηση, τροφή για σκέψη, ψυχαγωγία. Η εκδοχή των βιβλίων για ό,τι συμβαίνει στο κοινό όταν η θεατρική παράσταση αρχίζει. Είναι η στιγμή που παραδίδεται στους ηθοποιούς και η ζωντανή επικοινωνία ξεκινά. Είναι η ίδια αξία που παραμένει άφθαρτη μέσα στον χρόνο, από τη γένεση ακόμα του θεατρικού δρώμενου στην αρχαία Ελλάδα, με την τραγωδία και το σατυρικό δράμα να μπολιάζουν έκτοτε τον παγκόσμιο πολιτισμό και να μεταγγίζουν αισθητική συγκίνηση, συναισθήματα και απαντήσεις σε αιώνια ερωτήματα. Αιώνες τώρα. Για τον ελληνισμό, η αρχαία τραγωδία παρέμεινε στο επίκεντρο μέχρι και τον 5ο αιώνα μ.Χ.

Οι Ελληνες και το θ�ατρο

Στα χρόνια της βυζαντινής περιόδου κυριάρχησαν τα θρησκευτικά δράματα που συνεχίστηκαν στην τουρκοκρατία, καθώς ο ελληνισμός συσπειρώνεται γύρω από την Εκκλησία και η Τέχνη παίρνει θρησκευτικές αποχρώσεις. Πολύ αργότερα, τα Επτάνησα, απαλλαγμένα από τον τουρκικό ζυγό (19ος αιώνας), παίρνουν τη σκυτάλη της θεατρικής ανάπτυξης από την Κρήτη που τον αιώνα της μεγάλης ακμής της (1590-1670) έδωσε κορυφαία έργα όπως ο «Ερωτόκριτος».

Επιστρέφοντας στην τουρκοκρατούμενη ηπειρωτική Ελλάδα, το αυθεντικότερο δρώμενο που αναπτύχθηκε ήταν ο Καραγκιόζης καθώς εξέφρασε την αντίθεση ανάμεσα στον σκλαβωμένο ελληνισμό και τον Τούρκο δυνάστη. Την ίδια αυτή περίοδο αρχίζει το λόγιο νεοελληνικό θέατρο των νεότερων χρόνων (Μολδοβλαχία, Ρωσία).

Η πνευματική όμως έκφραση των σπουδαγμένων στην Ευρώπη λόγιων Ελλήνων, με επικεφαλής τον Κοραή, δεν κατορθώνει να περάσει στον κυρίως ελλαδικό χώρο. Μετά την επανάσταση του ’21 η θεατρική κίνηση αρχίζει να παρουσιάζει συνεχή εξέλιξη, χωρίς, να σχηματίζεται ακόμη η νεοελληνική θεατρική παραγωγή, που θα συνδέσει την παλιά με τη νέα παράδοση. Η ουσιαστική ανάπτυξη της μετεπαναστατικής θεατρικής προσπάθειας, αρχίζει όταν η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα (1834). Ενα χρόνο αργότερα (1835), ανοίγει το πρώτο υπαίθριο θέατρο.

Η αριστοκρατία της Αθήνας δεν το καταδεχόταν, αλλά ο λαός έτρεχε να εξασφαλίσει εισιτήρια. Αυτό συνεχίστηκε ως το 1836, οπότε ο Ιταλός Γκαετάνο Μέλι ανοίγει ένα δεύτερο ξύλινο θέατρο ανεβάζοντας ιταλικό μελόδραμα. Οι Αθηναίοι ενθουσιάστηκαν. Ακόμη και οι ακατάδεκτοι αριστοκράτες, οι αυλικοί και η βασιλική οικογένεια, παρακολουθούσαν τις παραστάσεις. Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν στους ίδιους τόνους έως τις αρχές του 20ού αιώνα οπότε και το θέατρο πήρε πιο οργανωμένη μορφή.

Από τις αρχές ακόμη του προηγούμενου αιώνα μπαίνουν οι βάσεις για το σύγχρονο θέατρο. Χαρακτηριστικό των δύο πρώτων δεκαετιών (1900-1920) είναι η επικράτηση της επιθεώρησης. Είναι η εποχή όπου καθιερώνεται η επαγγελματική σημασία του όρου σκηνοθέτης, εμφανίζεται ο όρος του θεατρικού επιχειρηματία, ιδρύονται η Εταιρεία Ελληνικού Θεάτρου και το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Από το 1920 έως το 1930 αυξάνονται τα συνοικιακά θέατρα στις λεγόμενες «μάντρες» και ανθίζει η οπερέτα.

Στην αυγή της δεκαετίας του ’30 ιδρύεται το Εθνικό Θέατρο. Στην κατοχή ιδρύεται το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν και το Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης, ενώ τη δεκαετία του ’50 γράφονται οι πρώτες ελληνικές κωμωδίες με ηθογραφικά και φαρσικά στοιχεία (Ψαθάς, Σακελλάριος, Τσιφόρος κ.λπ.). Είναι η εποχή που ανθίζει η επιθεώρηση και εμφανίζονται σημαντικοί θίασοι πρόζας όπως ο Θίασος Λαμπέτη – Χορν κ.λπ. Στη δεκαετία του ’60 εμφανίζονται νέοι αξιόλογοι συγγραφείς και δημιουργούνται καινούριοι πειραματικοί θίασοι όπως το Θέατρο Πορεία του Αλέξη Δαμιανού. Τη δεκαετία αυτή αυξάνεται ο κόσμος που πηγαίνει στο θέατρο. Είναι η εποχή που το Εθνικό παίζει τραγωδίες και ο Κουν ανεβάζει έργα απαράμιλλης ποιότητας.

Το ’70 ανθούν οι κωμωδίες του Τσιφόρου και του Ψαθά. Την ίδια περίοδο οι Ελληνες θεατράνθρωποι παρουσιάζουν και έργα πέραν της κωμωδίας. Τότε ανθεί το ελληνικό ταυτόχρονα με το ξένο ρεπερτόριο. Τη δεκαετία του ’80 ιδρύονται τα ΔΗΠΕΘΕ όπως και πολλοί νέοι θίασοι. Είναι η δεκαετία που οι ηθοποιοί του παλιού ελληνικού κινηματογράφου φέρνουν τα πλήθη στο θέατρο, σε συνδυασμό με την καθιέρωση εκείνη την περίοδο των εισιτηρίων της Εργατικής Εστίας. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά αυξάνονται οι θίασοι και έντονο είναι το φαινόμενο των μικρών θεατρικών σκηνών που στεγάζουν τα οράματα γνωστών, αλλά κυρίως λιγότερο γνωστών ηθοποιών. Εξόχως ενδεικτική είναι η φετινή χρονιά, όπου μόνο στην Αθήνα ανεβαίνουν περισσότερα από 150 έργα στα περίπου 100 θέατρα και μικρές θεατρικές σκηνές.

  • Στα αδειανά καθίσματα

Δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι οι Νεοέλληνες έλκονται από το θέατρο. Μόλις 3 στους 10 Ελληνες πηγαίνουν, σύμφωνα με τη Eurostat, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της σχετικής ευρωπαϊκής κατάταξης. Σε περσινή ερώτηση του Ευρωβαρόμετρου «γιατί δεν πηγαίνετε;», οι απαντήσεις είναι απογοητευτικές. Σχεδόν 8 στους 10 δηλώνουν ότι δεν πηγαίνουν είτε γιατί δεν έχουν χρόνο (43%) είτε γιατί το θέατρο είναι μια δραστηριότητα που δεν τους ενδιαφέρει (36%). Ακόμη, το 33% υποστηρίζει ότι είναι ακριβό θέαμα. Η εικόνα αυτή δεν διαφέρει ουσιαστικά από τα ευρήματα της Metron Analysis το 2005 για λογαριασμό του πολιτισμικού περιοδικού Highlights.

Η κατάσταση είναι λίγο πολύ η ίδια, αν δεν έχει χειροτερέψει. Συγκεκριμένα, 6 στους 10 Ελληνες δήλωσαν ότι δύσκολα μπορούν να εκφραστούν μέσω του θεάτρου. Χαρακτηριστική μάλιστα της αδιαφορίας που δείχνουν για το θέατρο είναι η απάντηση που έδωσαν στην ερώτηση «Μπορείτε να μου αναφέρετε έναν Ελληνα και έναν ξένο σύγχρονο σκηνοθέτη θεάτρου;».

Το 77% είπε ότι δεν γνωρίζει κανέναν Ελληνα και το 96% κανέναν ξένο. Απαντήσεις που μας φέρνουν πίσω στο αρχικό ερώτημα: Ποιοι τελικά πηγαίνουν στο θέατρο; Τα υψηλών βαλαντίων εισοδήματα σε ποσοστό 14%, οι απόφοιτοι ΑΕΙ /ΤΕΙ και οι οικογένειες με μηνιαίο εισόδημα πάνω από 1800 ευρώ σε ποσοστό 10% η κάθε μία, αποφάνθηκε η ίδια έρευνα. Με αφορμή αυτά, ζητήσαμε από την Ντίνα Πετροπούλου, διευθύντρια σύνταξης του περιοδικού Highlights, να μας μιλήσει για το κοινό που παρακολουθεί θέατρο. Παραδέχεται ότι το αμιγώς θεατρόφιλο κοινό είναι περιορισμένο, ενώ συχνά χάνεται και αποπροσανατολίζεται μέσα στην πληθώρα των παραστάσεων. «Παρακολουθεί ωστόσο με συνέπεια θεατρικές παραστάσεις και ουσιαστικά αποτελεί τον πυρήνα που στηρίζει όσες φιλότιμες προσπάθειες ξεχωρίζουν στον θεατρικό χώρο», αναφέρει και παρατηρεί ότι «στον αντίποδα στέκεται μια αρκετά διευρυμένη, και χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, μερίδα θεατών που στηρίζει ένα τηλεοπτικοποιημένο θέατρο».

Ας πάμε τώρα σε έναν άνθρωπο του θεάτρου. Στο άκουσμα του ονόματος της Μέλπως Ζαροκώστα έρχεται στη μνήμη η Εύα της «Βίλας των Οργίων» (1964). Μπορεί οι περισσότεροι να τη γνωρίζουν ως ηθοποιό, η προσφορά της ως συγγραφέως και μεταφράστριας θεατρικών έργων είναι μεγάλη. Εχει μεταφράσει πάνω από 200 θεατρικά έργα, ενώ το πρώτο πρωτότυπο θεατρικό της ήταν το «Φροντιστήριο Γυναικών» όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Νόρα Βαλσάμη και τον Νίκο Απέργη.

Σήμερα, παραμένει στις επάλξεις με έργα για το θέατρο και σενάρια για την τηλεόραση, ενώ αγωνίζεται για την προώθηση των θεατρικών έργων Ελλήνων συγγραφέων στο εξωτερικό. Ξεκινήσαμε τη συζήτηση με τη Μ. Ζαροκώστα, πηγαίνοντας 18 χρόνια πίσω, στις αρχές του ’90, εποχή που τα θέατρα έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στο ξένο ρεπερτόριο. «Είναι η περίοδος που ο Ελληνας άρχισε να σνομπάρει έντονα τα έργα εγχώριας παραγωγής, αν και οι εγχώριοι ποιοτικοί μας συγγραφείς παρήγαγαν συνέχεια». «Τι τους έλειπε τότε;» είναι η επόμενή μας ερώτηση. «Η αυτοπεποίθηση» απαντά και υπερθεματίζει. «Γιατί οι Ελληνες έχουμε το θέατρο μέσα στο αίμα μας και διαθέτουμε εκφραστικά μέσα. Το ίδιο όμως συμβαίνει και με το κοινό. Δεν είναι σίγουρο για τις επιλογές του. Ο,τι κυκλοφορεί και προβάλλεται από τα ΜΜΕ, είναι αυτό που πηγαίνουν να δουν οι περισσότεροι», τονίζει. Από την άλλη βέβαια δεν συμβαίνει το ίδιο και με την επιθεώρηση, που συγκεντρώνει παραδοσιακά μεγάλη μερίδα του κοινού.

Πώς το εξηγεί η Μ. Ζαρόκωστα; «Με αυτά τα έργα ο λαϊκός κόσμος γελάει. Συμβαίνει στην Ελλάδα, συμβαίνει και σε όλον τον κόσμο», επισημαίνει. «Είμαστε δυστυχώς ένας λαός που δεν έχει αποβάλει τη νοοτροπία του χωριού και δεν έχει ακόμη αστικοποιηθεί». Και εννοεί προφανώς ότι ο αστικός κόσμος παραδοσιακά θεωρείται περισσότερο μυημένος στον πολιτισμό και συνεπώς στο θέατρο υψηλής ποιότητας, την πρόζα. «Γενικά, δεν φταίει μόνον το κοινό που δεν πηγαίνει στο θέατρο. Οι ηθοποιοί δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Το ταλέντο τους είναι κυρίως σήμερα ατομοκεντρικό και αυτό συμβαίνει για το 80% των περιπτώσεων.

Αυτός ο «τελειοποιημένος» και λουστραρισμένος από την τηλεόραση ηθοποιός μεταφέρει τη λάμψη του στο θέατρο, μην έχοντας πολλές φορές κύριο στόχο να συγκινήσει το κοινό. Γιατί αυτό είναι το πραγματικό νόημα του θεάτρου. Το ίδιο συμβαίνει και με αρκετούς δημιουργούς. Είναι δήθεν. Εάν απομακρυνθούμε από την πραγματικότητα της λάμψης και του lifestyle, θα διαπιστώσουμε ότι διαθέτουμε υπέροχα ταλέντα, ηθοποιούς και συγγραφείς. Μπορούμε να έχουμε ένα πραγματικά υπέροχο κοινό που θα αυξάνεται στις αίθουσες εάν πιάσουμε τον παλμό του και τις ανησυχίες του μέσα από ποιοτική θεατρική τροφή, έργων και ερμηνείας», καταλήγει.

  • Πίσω από τις κουίντες

Τον γνωρiσαμε το 1978 με το δίσκο «Η εκδίκηση της Γυφτιάς» του Νίκου Παπάζογλου. Σήμερα τον ξέρουμε περισσότερο ως συνθέτη μελωδικών μουσικών ακουσμάτων που κουβαλούν μέσα τους την εγγύς Ανατολή. Όμως η συνεισφορά του Νίκου Ξυδάκη στη θεατρική μουσική είναι ιδιαίτερα σημαντική, από το 1988 έως σήμερα. Ήρθαμε σε επαφή μαζί του στην προσπάθεια να ανιχνεύσουμε μία άλλη διάσταση του θεάτρου: τη μουσική. Να τι λέει πρώτα για τη δική του βιωματική θεατρική εμπειρία. «Τα χρόνια που ανακάλυπτα το θέατρο ήταν εκείνα της δικτατορίας. Και κυρίως το υπόγειο του Κουν. Δεν ξέρω αν ήταν το κλίμα της εποχής που όλα αποκτούσαν κάτι συνωμοτικό ή η ανησυχία της ηλικίας.

Πάντως, πολλές από αυτές τις παραστάσεις φαινόντουσαν σε μένα πειστικές. Και όχι απλώς ένας χορός μεταμφιεσμένων. Περισσότερο τα σύγχρονα έργα με ενδιέφεραν, τότε τουλάχιστον. Ακόμα έχω μπροστά μου πολύ ζωντανά την παράσταση από τον ‘’Γάμο’’, το έργο του Γκομπρόβιτς. Aλλά και έργα του Κεχαΐδη, του Μπέκετ, του Μρόζεκ, και πολλών ακόμα. Αυτό σε γενικές γραμμές ήταν και το ρεπερτόριο του θεάτρου του Κουν εξάλλου. Ανακάλυπτες μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι, το λίγο φοβιστικό, που παιζόντουσαν αυτές οι παραστάσεις έναν κόσμο εσωτερικό. Σε ό,τι φαινόταν φυσιολογικό, στο καθημερινό έμπαινε πλέον ένα ερωτηματικό». Σήμερα ο Ν. Ξυδάκης άλλοτε πηγαίνει αρκετά και άλλοτε λιγότερο στο θέατρο. Το θέατρο έχει αλλάξει αρκετά, ομολογεί και εξηγεί ότι στη σημερινή του μορφή, χρησιμοποιεί πολλά και σύνθετα μέσα και τρόπους. Αλλιώς τον ήχο, τη μουσική, την εικόνα. Βέβαια αυτό που έχει σημασία, παραδέχεται, είναι να σε συγκινεί με τα ίδια του τα μέσα. Τα θεατρικά μέσα, τα δραματικά δηλαδή.

«Μπορεί φερ’ ειπείν να διαβάσεις ένα έργο και να σε συγκινήσει στο χαρτί. Αλλά εκείνο πού περιμένεις να σου δώσει μία παράσταση, το θέατρο, είναι κυρίως αυτό που καμία άλλη τέχνη δεν μπορεί να πετύχει», διευκρινίζοντας ότι το θέατρο είναι πηγή για μία διαφοροποιημένη οπτική σε όλα τα πράγματα. Ετσι, συμβαίνει και με τον ίδιο κάθε φορά που γράφει μουσική για το θέατρο: «Μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω πράγματα που αν δεν ήταν το θέατρο δεν θα τα επιχειρούσα καν. Πήρα ελευθερίες που οι περιορισμοί του τραγουδιού δεν σου επιτρέπουν. Δεν διαχωρίζω τη μουσική που έχω γράψει για το θέατρο από ο,τιδήποτε άλλο έχω κάνει. Και ούτε είχα ποτέ την αίσθηση πώς ήμουν ένας ειδικός της μουσικής του θεάτρου. Αντιθέτως είχα την τύχη να συνεργαστώ με σκηνοθέτες πού ένοιωθαν συγγένεια κατά κάποιο τρόπο με μένα ή με θεωρούσαν κατάλληλο για κάποιο συγκεκριμένο έργο. Το δύσκολο και ιδιαίτερο για τον μουσικό στο θέατρο και το ενδιαφέρον όμως είναι η συνεργασία. Είναι μία λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον σκηνοθέτη, στις ανάγκες του έργου και στο να παραμείνεις ο εαυτός σου. Δύσκολο στοίχημα. Αν μάλιστα η μουσική ενός συνθέτη έχει έντονο προσωπικό ύφος, κινδυνεύει να τιναχτεί το έργο στον αέρα. Από την άλλη μπορεί ο μουσικός να γίνει απλώς ένας καλός διεκπεραιωτής. Η μουσική στο θέατρο μου φαινότανε πάντα σαν να προστίθεται μία ακόμη φωνή ανάμεσα στις άλλες που ακούγονται. Μία φωνή λίγο αόρατη. Δύσκολο να τη βρεις και να την ακούσεις».

  • Είμαι ένας άλλος

«Αν χτες ήταν Οιδίπους και σήμερα Ιούλιος Καίσαρ, αν το πρωί γίνεται στην τηλεόραση Μήδεια και το βράδυ στο θέατρο Εκάβη, τούτο το κατορθώνει όχι επειδή μέσα του δεν υπάρχει κανείς και γι’ αυτό χωρούν όλοι, αλλά αντίθετα επειδή κλείνει μέσα στην ψυχή του πολλές ιδιότητες και διαθέσεις, εμπειρίες και πάθη, ολόκληρη γκάμα ψυχικών κραδασμών, υλικό άφθονο και πολύτιμο, που το χρησιμοποιεί για να εμφανίσει πολλούς χαρακτήρες. Πολλούς ναι, αλλά όχι τον οποιοδήποτε -πρέπει να υπάρχει εκλεκτική συγγένεια ανάμεσα στον ηθοποιό και το ρόλο του, για να τον αποδώσει σωστά. Απόδειξη και τούτο, ότι στην υπόκρισή του ο ηθοποιός όχι «πρέπει να είναι εκείνος που δεν είναι», αλλά ίσα-ίσα «πρέπει να είναι εκείνος που είναι».

– Ο Ευάγγελος Παπανούτσος και το μανιφέστο της διανομής ρόλων που αποπνέει τη φιλοσοφία της αντισυμβατικότητας. Ηθοποιός δεν μπορεί να γίνει ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Μπορεί; «Η Κρίση του πολιτισμού μας». Εκδόσεις Φιλιππότη, 1979.

  • Ο Ηθοποιός

«Ηθοποιός σημαίνει φως.
Είναι καημός πολύ πικρός
και στεναγμός πολύ μικρός.
Μίλησε, κλαις;
Oχι δε λες.
Μήπως πεινάς;
Και τι να φάς!
Oλο γυρνάς, πες μου πού πας;
Σ’ αναζητώ στο χώρο αυτό, γιατί είμ’ εγώ
πολύ μικρός
και θλιβερός ηθοποιός.
Θα παίξεις μια,
θα παίξω δυο.
Θα κλάψεις μια,
θα κλάψω δυο […]».

– Το κλασικό τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι (στίχοι – μουσική) περιλαμβάνεται στο άλμπουμ «Οδός Ονείρων» και γράφτηκε για την ομώνυμη παράσταση που ανέβηκε το 1962 στο θέατρο Μετροπόλιταν. Το ερμήνευσε το ιερό τέρας του ελληνικού θεάτρου, Δημήτρης Χορν.

  • 150 Το φουαγιέ

Τα τελευταία χρόνια ανεβαίνουν περί τα 150 έργα, στα περίπου 100 θέατρα και μικρές θεατρικές σκηνές της πρωτεύουσας. Τα περισσότερα όμως είναι σχεδόν άδεια…

  • 33% Το ταμείο

Το 33% χαρακτηρίζει το θέατρο ακριβό θέαμα. Σίγουρα δεν είναι φτηνό. Είκοσι ευρώ -κατά μέσο όρο- το εισιτήριο συν πέντε ευρώ για την αγορά του προγράμματος, αξίζουν τον κόπο όταν αξίζει και το έργο.

  • 60% Το έργο

Μόλις το 30% των Ελλήνων πηγαίνει θέατρο έστω και ευκαιριακά. Από εκείνους που δεν πηγαίνουν, το 60% υποστηρίζει ότι δεν βρίσκει τίποτα το ενδιαφέρον σε αυτό ή δεν μπορεί να εκφραστεί μέσω αυτού.

  • Ουδείς προφήτης στη σκηνή του

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΙΣΤΙΑΣ (ψευδώνυμο του Κ. Κυριακού), είναι ιστορικά ο πρώτος Έλληνας ηθοποιός, μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Νέος, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και πολέμησε ηρωικά στο Δραγατσάνι της Ρουμανίας, όπου και επέστρεψε στα 1840 ύστερα από διαφωνίες με θιασάρχη της εποχής. Τελικά οργάνωσε το θέατρο της Ρουμανίας και το πορτρέτο του βρίσκεται σήμερα στο Εθνικό θέατρο Βουκουρεστίου.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΘΩΜΗ ΜΕΛΙΔΟΥ, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟ, ΕΙΚΟΝΕΣ

Ασυναγώνιστος ο «Πολίτης Κέιν» του Όρσον Ουέλς!

100 FILMS

Δεν είναι θέατρο. Είναι κινηματογράφος! Κλασικός, φοβερός και τρομερός. Ποιες είναι οι καλύτερες εκατό ταινίες όλων των εποχών; Οι γνώμες διίστανται. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες ταινίες όπου οι γνώμες συμπίπτουν, όπως είναι ο αδιαμφισβήτητος ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΕΪΝ του Όρσον Ουέλς! Κάθε χώρα έχει τις δικές της προτιμήσεις. Γι’ αυτό και παρατηρούνται κάποιες διαφοροποιήσεις.

To κορυφαίο γαλλικό περιοδικό Les Cahiers du Cinema, με τη μεγαλύτερη επιρροή στο χώρο του κινηματογράφου, δημοσίευσε πρόσφατα έναν κατάλογο με τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Οι περισσότερες είναι αμερικανικές, πολλές είναι γαλλικές και καμία βρετανική. Η λίστα περιλαμβάνει επίσης Γερμανούς, Ιταλούς, Ισπανούς, Ρώσους, Σουηδούς, Ινδούς και Ιάπωνες δημιουργούς, ωστόσο, δεν υπάρχει ούτε μια ταινία βρετανικής προέλευσης!

Ο κατάλογος του περιοδικού συντάχθηκε με βάση τις προτιμήσεις 76 σκηνοθετών, κριτικών και κορυφαίων στελεχών του γαλλικού κινηματογράφου. Γιατί, όμως, ούτε ένας Βρετανός δεν αξιώθηκε να δει μια ταινία του στις 100 καλύτερες όλων των εποχών; «Σίγουρα προκαλεί έκπληξη», δήλωσε ο Τζον Μπάξτερ, Αυστραλός συγγραφέας, κριτικός και βιογράφος του κινηματογράφου που διαμένει στο Παρίσι.

«Ο γαλλικός κινηματογραφικός χώρος, και ιδίως το Cahiers du Cinema, έχουν δηλώσει καταρχήν επιφυλακτικοί όσον αφορά στην κινηματογραφική παραγωγή της Βρετανίας. Μάλιστα, στις σελίδες του Cahiers έχει γραφεί πριν από λίγα χρόνια ότι «δεν υπάρχει βρετανική ταινία». «Όλες οι ταινίες είναι «μπασταρδεμένες», μια διασταύρωση επιρροών από άλλους πολιτισμούς και κυρίως από το Χόλιγουντ». Ο εκδότης του γαλλικού περιοδικού, Ζαν-Μισέλ Φροντό χαρακτήρισε την απουσία βρετανικών ταινιών «εντυπωσιακή», όχι όμως και εσκεμμένη. «Δεν είναι αποτέλεσμα προκατάληψης εις βάρος των Βρετανών. Είναι απλώς η απεικόνιση των προτιμήσεων 76 παραγόντων τους γαλλικού σινεμά. Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τους Γάλλους κριτικούς για εθνικισμό, καταλήγει το βρετανικό περιοδικό.

Στον κατάλογο των καλύτερων ταινιών που καταρτίστηκε πρόσφατα από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, οι 98 από τις 100 ταινίες είναι παραγωγές του Χόλιγουντ. Στις δύο μοναδικές «αλλοδαπές» δημιουργίες συγκαταλέγονται Ο Λόρενς της Αραβίας και η Η Γέφυρα του Ποταμού Κβάι σκηνοθεσίας Ντέιβιντ Λιν (1957).

Κι εμείς, ως Έλληνες ψάχνουμε με αγωνία μη τυχόν και δούμε κανένα όνομα ελληνικό. Δηλαδή, καταλαβαίνετε ποιον ψάχνουμε! Μιλάω για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο… ΑΠΟΝΤΕΣ!

France forgets giants of British cinema

No wonder Peter O’Toole looks shocked: the prestigious Cahiers du Cinema has revealed its list of the 100 greatest films of all time – and not one of them was made here. John Lichfield reports

The Independent, Friday, 21 November 2008

<b>1.</b>Citizen Kane, 1941 - Orson Welles GETTY

1.‘Citizen Kane’, 1941 – Orson Welles

A prestigious French cinema magazine, arguably the most influential of all cinema magazines, has drawn up a list of the best 100 movies made. Most are American. Many of them are French. None are British. There are German, Italian, Spanish, Russian, Swedish, Indian and Japanese films on the list established by Les Cahiers du Cinema but not a single film made in Britain since the cinema industry began just more than a century ago.

There are several mentions for Alfred Hitchcock and Charlie Chaplin but only for the movies that the two British-born masters made in Hollywood. The nearest the British cinema industry comes to a mention is the 17th (equal) place given to 2001: A Space Odyssey, made in 1968, by the American director, Stanley Kubrick, partly with British money and with British technicians.

There is no mention for David Lean, whose Lawrence of Arabia (1962) came seventh in a recent list of the best 100 movies drawn up by the American Film Institute in Hollywood. There is no mention for Peter Greenaway or Ken Loach, even though both are very popular with cinema-goers in France.

Cahiers du Cinema is the most intellectual of film publications. Two of its most celebrated writers and critics – Jean-Luc Godard and François Truffaut – went on to become celebrated film directors. The magazine’s list, published this month in an explanatory and illustrated book, was established from the choices of 76 French film directors, critics and industry executives. All 100 movies will be shown, not in list order, at a cinema in the fifth arrondissement of Paris from yesterday until July.

Some of the choices are obscure, but the list, as a whole, cannot be dismissed as over-parochial or merely academic. Eleven movies in the French top 20 are American. The French jury decided – without much originality – that the best film of all is Citizen Kane by Orson Welles (1941), which has also topped a recent top-100 list from the American movie industry.

The French jury did pick four French movies in its top 20 (compared with none in the Hollywood all-time rankings). But the list also gives top 20 places to the most classic of American musicals, Singin’ in the Rain (1952) and two celebrated westerns, The Searchers (1956) by John Ford and Rio Bravo (1959) by Howard Hawks. Why no British movies in the top 100?

«It’s a little surprising for sure,» said John Baxter, a Paris-based, Australian writer, film critic and cinema biographer. «But the French film industry, and especially Cahiers du Cinema, has long had a rather suspicious view of British movie-making. A couple of years ago someone wrote in Cahiers that there was no such thing as a «British» film. They were all metis, in other words mixed-blood, hybrid or mongrel films, influenced by other cultures and especially by Hollywood.»

Mr Baxter said that the list, although commendably global and not francocentric, was a touch recherché. «If you look at these choices, they are not the choices of film fans but of film specialists, and French film specialists at that,» he said.

«You can imagine the jury competing with each other to make statements to one another with the most obscure selections. «

The editor of Les Cahiers du Cinema, Jean-Michel Frodon, said that the absence of British-made movies was «striking» but not deliberate. «It does not reflect an anti-British bias. It is simply the result of the individual choices of 76 people in the French industry. Each was asked to name their 100 best films and this was the result. Yes, it is surprising, maybe, that there is no Lawrence of Arabia, or no film by Ken Loach or Stephen Frears (The Queen). But there are many other national film industries which are also missing. There are no Brazilian films, for instance.»

It was true, Frodon said, that the British film industry had found it difficult, from the beginning, to distinguish itself from Hollywood. He pointed out that the writer in Cahiers du Cinema who described the British movie industry as «hybrid» or «mongrel» was quoting the British film pioneer and director, William Friese Greene, who died in 1921. «There were good Hitchcock movies made in Britain in the 1930s but any film buff in the world, asked to choose their favourite Hitchcock, would go for Vertigo or another of the films that he made in Hollywood in the 1950s,» Frodon said.

Certainly there is no reason to accuse the French jury assembled by Les Cahiers du Cinema of parochialism. The list of 100 best movies drawn up recently by the American Film Institute included a modest 98 Hollywood movies. The only foreign choices were Lawrence of Arabia and another David Lean movie, Bridge on the River Kwai (1957).

Οι καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, σύμφωνα με το Cahiers du Cinema:

- Citizen Kane (ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΕΪΝ, 1941, Orson Welles) 48

- La Nuit du chasseur (Η ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ, The Night of the Hunter, 1955, Charles Laughton) 47

- La Règle du jeu (Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ,

The Rules of thw Game, 1939, Jean Renoir) 47

- L’Aurore (Η ΑΥΓΗ, Sunrise: A Song of Two Humans, 1927, Friedrich Wilhelm Murnau Murnau) 46

- L’Atalante (Η ΑΤΑΛΑΝΤΗ, 1934, Jean Vigo) 43

- M. le Maudit («Μ», 1931, Fritz Lang) 40

- Chantons sous la pluie (ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ, Singin’ in the Rain, 1952, Stanley Donen et Gene Kelly) 39

- Vertigo (ΔΕΣΜΩΤΗΣ ΤΟΥ ΙΛΙΓΓΟΥ, 1958, Alfred Hitchcock) 35

- Les Enfants du Paradis (ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ, Children of Paradise, 1945 Marcel Carné) 34

- La Prisonnière du désert (Η ΑΙΧΜΑΛΩΤΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ, The Searchers, 1956, John Ford) 34

- Les Rapaces (Απληστία, Greed, 1924, Eric von Stroheim) 34

- Rio Bravo (ΡΙΟ ΜΠΡΑΒΟ, 1959, Howard Hawks) 33

- To Be or Not to Be (ΝΑ ΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ Ή ΝΑ ΜΗ ΖΕΙ, 1942, Ernst Lubitsch) 33

- Voyage à Tokyo (ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΤΟΚΙΟ, Tokyo Story, 1953, Yasujiro Ozu) 29

- Le Mépris (ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ, Contempt, 1963, Jean-Luc Godard) 28

27 voix
- Les Contes de la lune vague (Tales of Ugetsu, 1953, Kenji Mizoguchi)
- Les Lumières de la ville (City Lights, 1931, Charles Chaplin)
- Le Mécano de la Général (The General, 1927, Buster Keaton)
- Nosferatu le vampire (Nosferatu thw Vampire, 1922, Friedrich Wilhelm Murnau)
- Le Salon de musique (The Music Room, 1958, Satiajit Ray)

26 voix
- Freaks (Tod Browning)
- Johnny Guitar (Nicholas Ray)
- La Maman et la Putain (Jean Eustache)

25 voix
- Le Dictateur (Charles Chaplin)
- Le Guépard (Luchino Visconti)
- Hiroshima mon amour (Alain Resnais)
- Loulou (G.W. Pabst)
- La Mort aux trousses (Alfred Hitchcock)
- Pickpocket (Robert Bresson)

24 voix
- Casque d’or (Jacques Becker)
- La Comtesse aux pieds nus (Joseph Mankiewicz)
- Les Contrebandiers de Moonfleet (Fritz Lang)
- Madame de… (Max Ophuls)
- Le Plaisir (Max Ophuls)
- Voyage au bout de l’enfer (Michael Cimino)

23 voix
- L’Avventura (Michelangelo Antonioni)
- Le Cuirassé Potemkine (S. M. Eisenstein)
- Les Enchaînés (Alfred Hitchcock)
- Ivan le Terrible (S. M. Eisenstein)
- Le Parrain (Francis Ford Coppola)
- La Soif du mal (Orson Welles)
- Le Vent (Victor Sjöström)

22 voix
- 2001 odyssée de l’espace (Stanley Kubrick)
- Fanny et Alexandre (Ingmar Bergman)

21 voix
- La Foule (King Vidor)
- Huit et demi (Federico Fellini)
- La Jetée (Chris Marker)
- Pierrot le Fou (Jean-Luc Godard)
- Le Roman d’un tricheur (Sacha Guitry)

20 voix
- Amarcord (Federico Fellini)
- La Belle et la Bête (Jean Cocteau)
- Certains l’aiment chaud (Billy Wilder)
- Comme un torrent (Vicente Minnelli)
- Gertrud (Carl Th. Dreyer)
- King Kong (Ernst Shoedsack et Merian J. Cooper)
- Laura (Otto Preminger) Les Septs Samouraïs (Akira Kurosawa)

19 voix
- Les 400 coups (François Truffaut)
- La Dolce Vita (Federico Fellini)
- Gens de Dublin (John Huston)
- Haute pègre (Ernst Lubitsch)
- La vie est belle (Frank Capra)
- Monsieur Verdoux (Charles Chaplin)
- La Passion de Jeanne d’Arc (Carl Th. Dreyer)

18 voix
- À bout de souffle (Jean-Luc Godard)
- Apocalypse Now (Francis Ford Coppola)
- Barry Lindon (Stanley Kubrick)
- La Grande Illusion (Jean Renoir)
- Intolérance (David Wark Griffith)
- Partie de campagne (Jean Renoir)
- Playtime (Jacques Tati)
- Rome ville ouverte (Roberto Rosselini)
- Senso (Luchino Visconti)
- Les Temps modernes (Charles Chaplin)
- Van Gogh (Maurice Pialat)

17 voix
- An Affair to Remember. Elle et Lui. (Leo McCarey)
- Andrei Roublev (Andrei Tarkovski)
- L’Impératrice rouge (Joseph von Sternberg)
- L’Intendant Sansho (Kenji Mizoguchi)
- Parle avec elle (Pedro Almodovar)
- The Party (Blake Edwards)
- Tabu (F. W. Murnau)
- Tous en scène, The Bandwagon (Vincente Minnelli)
- Une étoile est née (George Cukor)
- Les Vacances de Monsieur Hulot (Jacques Tati)

16 voix
- America America (Elia Kazan)
- El (Luis Buñuel)
- En quatrième vitesse (Robert aldrich)
- Il était une fois en Amérique (Sergio Leone)
- Le Jour se lève (Marcel Carné)
- Lettre d’une inconnue (Max Ophuls)
- Lola (Jacques Demy)
- Manhattan (Woody Allen)
- Mulholland Drive (David Lynch)
- Ma nuit chez Maud (Eric Rohmer)
- Nuit et Brouillard (Alain Resnais)
- La Ruée vers l’or (Charles Chaplin)
- Scarface (Howard Hawks)
- Le Voleur de bicyclette (Vittorio de Sica)
- Napoléon (Abel Gance)

- Titre du film (Réalisateur) nombre de voix

- Jean Renoir 155
- Alfred Hitchcock 146
- Fritz Lang 143
- Charles Chaplin 128
- John Ford 124
- Orson Welles 114
- Ingmar Bergman 113
- Luis Buñuel 110
- Friedrich Wilhelm Murnau 108
- Howard Hawks 105
- Jean-Luc Godard 99
- Federico Fellini 99
- Ernst Lubitsch 98
- Luchino Visconti 90
- Robert Bresson 90
- Kenji Mizoguchi 87
- Akira Kurosawa 86
- Max Ophuls 83
- Alain Resnais 82
- Carl Theodor Dreyer 76
- François Truffaut 75
- Stanley Kubrick 75
- Vincente Minnelli 73
- Joseph Mankiewicz 73
- Roberto Rosselini 73
- Josef von Sternberg 69
- Michelangelo Antonioni 67
- S. M. Eisenstein 65
- Marcel Carné 64
- Billy Wilder 61
- Buster Keaton 61
- Yasujiro Ozu 60
- Eric von Stroheim 60
- John Huston 59
- Elia Kazan 55
- King Vidor 53
- David Wark Griffith 53
- Maurice Pialat 52
- Jean Vigo 51
- Nicholas Ray 49
- Jacques Becker 48
- Woody Allen 48
- Francis Ford Coppola 47
- Jacques Demy 47
- Charles Laughton 47
- Jacques Tati 46
- Otto Preminger 45
- Leo McCarey 45
- George Cukor 44
- Raoul Walsh 44

- cinéaste nombre de voix

Οι καλύτερες ταινίες όλων των εποχών σύμφωνα με το American Film Institute:

1. Citizen Kane, 1941, Orson Welles

2. The Godfather, 1972, Francis Ford Coppola

3. Casablanca, 1942, Michael Curtiz

4. Raging Bull, 1980, Martin Scorsese

5. Singin’ in the Rain, 1952, Gene Kelly & Stanley Donen

6. Gone With the Wind, 1939, Victor Fleming

7. Lawrence of Arabia, 1962, David Lean

8. Schindler’s List, 1993, Steven Spielberg

9. Vertigo, 1958, Alfred Hitchcock

10. Wizard of Oz, 1939, Victor Fleming

11. City Lights, 1931, Charlie Chaplin

12. The Searchers, 1956, John Ford

13. Star Wars, 1977, George Lucas

14. Psycho, 1960, Alfred Hitchcock

15. 2001: A Space Odyssey, 1968, Stanley Kubrick

16. Sunset Boulevard, 1950, Billy Wilder

17. The Graduate, 1967, Mike Nichols

18. The General, 1927, Buster Keaton

19. On the Waterfront, 1954, Elia Kazan

20. It’s a Wonderful Life, 1946, Frank Capra

- Henri Agel
- Vincent Amiel
- François Amy de la Breteque
- Jean :-Jacques Bernard
- Pierre Billard
- Frédéric Bonnaud
- Ferid Boughedir
- Michel Boujut
- Jean-Loup Bourget
- Pierre-André Boutang
- Frédéric Boyer
- Patrick Brion
- Freddy Ruache
- Philippe Carcassonne
- Jean-Claude Carriere
- Michel Cazenave
- Henry Chapier
- Bernard Chardere
- Michel Chion
- Raymond Chirat
- Michel Ciment
- Bernard Cohn
- Jean Collet
- Philippe Collin
- Pierre-Henri Deleau
- Jean-Luc Douin
- Michel Esteve
- Jacques Fieschi
- Jean-Michel Frodon
- Anne de Gasperi
- Charlotte Garson
- Jean Gili
- Claude de Givray
- Régine Hatchondo
- Noël Herpe
- Aude hesbert
- Gilles Jacob
- Thierry Jousse
- Serge Kaganski
- Petr Kral
- Jean-Marc Lalanne
- Xavier Lardoux
- Natacha Laurent
(Cinematheque de Toulouse.
Collectif. Avec Cristophe Gauthier et Jean-Paul Gorce)
- Philippe Le Guay
- Gérard Leone
- Jean-Yves de Lepinay
- Eric Le Roy
- Jean-Louis Leutrat
- Suzanne Liandrat-Guigues
- Lucien Logette
- Jean-Claude Loiseau
- Jacques Lourcelles
- Pascal Merigeau
- Claude Miller
- Alain Masson
- Jean Narboni
- Dominique Païni
- Olivier Père
- Claude-Jean Philippe
- Vincent Pinel
- René Prédal
- Dominique Rabourdin
- Jean-Claude Raspiengeas
- Alain Riou
- Pierre Rissient
- Jean-Claude Romer
- Philippe Rouyer
- Nicolas Saada
- Jacques Siclier
- Noël Simsolo
- Catherine Soullard
- Pierre Tchernia
- Charles Tesson
- Jérôme Tonnerre
- Christian Viviani
- Edouard Waintrop

«Rain Man», «The Seagull», «Speed-the-Plow», «All My Sons»

Λονδινο

Apollo Theatre [www.apollo-theatre.co.uk]

«Rain Man». Βασισμένο στο βραβευμένο με όσκαρ κινηματογραφικό σενάριο του Μπάρι Μόροου, το έργο «Ο άνθρωπος της βροχής» διασκευάστηκε για το θέατρο από τον Νταν Γκόρντον και τον σκηνοθέτη Ντέιβιντ Γκρίντλεϊ. Ο νέος χολιγουντιανός σταρ Τζος Χάρτνετ κάνει το ντεμπούτο του στο Γουέστ Εντ παίζοντας τον ρόλο του Τσάρλι Μπάμπιτ (που ερμήνευσε στην οθόνη ο Τομ Κρουζ), ενώ ο Ανταμ Γκόντλεϊ ενσαρκώνει (με μεγάλη ευαισθησία και χιούμορ, όπως έγραψαν οι κριτικοί) τον Ρέιμοντ, τον αυτιστικό αλλά ιδιοφυή αδελφό του Τσάρλι, που τον ερμήνευσε στην ταινία ο Ντάστιν Χόφμαν. Ως τις 20 Δεκεμβρίου.

Nέα Υόρκη

Walter Kerr Theatre [www.walterkerrtheatre.com]

«The Seagull». Ο «Γλάρος» του Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία του Ιαν Ρίκσον, έρχεται να προστεθεί στις επιτυχημένες μεταφορές βρετανικών παραγωγών στο Μπρόντγουέι. Η Κριστίν Σκοτ Τόμας παίζει την Αρκάντινα, ερμηνεία για την οποία κέρδισε το βραβείο Ολίβιε την περασμένη σεζόν στο Λονδίνο. Μαζί της εμφανίζονται ο Πίτερ Σάργκααρντ (Τριγκόριν), η Κάρεϊ Μάλιγκαν (Νίνα), ο Μακένζι Κρουκ (Κονσταντίν), ενώ η Ζόε Καζάν, εγγονή του Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη, ερμηνεύει τη Μάσα. Ως τις 21 Δεκεμβρίου.

Barrymore Theatre [www.speedtheplowonbroadway.com]

«Speed-the-Plow». Μετά τη θριαμβευτική παρουσίασή του στο Λονδίνο, με πρωταγωνιστές τον Κέβιν Σπέισι και τον Τζεφ Γκόλντμπλαμ, το έργο του Ντέιβιντ Μάμετ, καυστική σάτιρα του Χόλιγουντ, ανέβηκε σε νέα παραγωγή στο Μπροντγουέι σκηνοθετημένο από τον Νιλ Πέπε. Πρωταγωνιστούν ο βραβευμένος με Εmmy (για τον ρόλο του στην τηλεοπτική σειρά Entourage) Τζέρεμι Πίβεν, ο Ραούλ Εσπάρζα και η Ελίζαμπεθ Μος.

Gerald Schoenfeld Theatre [τηλ. 001-212-29-62000]

«All My Sons». Ο Βρετανός σκηνοθέτης Σάιμον Μακ Μπάρνεϊ παρουσιάζει το γνωστό δράμα του Αρθουρ Μίλερ «Ηταν όλοι τους παιδιά μου» σε μια νέα παραγωγή με πολλά αστέρια στη διανομή. Ο Τζον Λίθγκοου ερμηνεύει τον ασυνείδητο εργοστασιάρχη Τζο Κέλερ. Η Ντάιαν Γουίστ ερμηνεύει τη γυναίκα του και ο Πάτρικ Ουίλσον τον Κρις Κέλερ, τον μικρότερο γιο, ο οποίος έχει ερωτευτεί τη μνηστή του νεκρού αδελφού του, την Αν Ντίβερ, ρόλο με τον οποίο κάνει με επιτυχία το ντεμπούτο της στο Μπροντγουέι η Κέιτι Χολμς.

Ματιές στον κόσμο. Eπιμέλεια: Aγγελικη Στουπακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 23 Nοεμβρίου 2008

Ο τρόμος του «Εμποράκου»

Σαν μια «σύγχρονη τραγωδία του σήμερα» αντιμετώπισε το έργο ο σκηνοθέτης. Ο Θύμιος Καρακατσάνης, ύστερα από σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια, ξανασυναντιέται με τον εμποράκο Γουίλι Λόμαν, στον «Θάνατο του Εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ.

Ο τρόμος του «Εμποράκου»

Το έργο που, όχι μόνο πρόσφερε στον τριαντατριάχρονο τότε Μίλερ παγκόσμια αναγνώριση, αλλά αποτέλεσε επίσης και τον ακρογωνιαίο λίθο του σύγχρονου αμερικανικού θεάτρου, κάνει πρεμιέρα αύριο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη. Με αυτή την παράσταση εγκαινιάζεται το θέατρο «Ζίνα», ο ιστορικός κινηματογράφος της Λεωφόρου Αλεξάνδρας που ανακαινίστηκε σε θεατρική σκηνή.

Μέσα από τη ζωή του Γουίλι Λόμαν, ο Μίλερ εξετάζει τον μύθο του αμερικανικού ονείρου: τις ελπίδες και τους φόβους της μέσης τάξης στην αμερικανική κοινωνία. Εξήντα χρόνια μετά τη συγγραφή του, το έργο «παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ, αφού το ποσοστό της φτώχειας σε παγκόσμια κλίμακα ακολουθεί σήμερα ανοδική πορεία και αποτελεί πλέον εν δυνάμει απειλή για όλον τον κόσμο» σχολιάζει ο πρωταγωνιστής.

Σαν μια «σύγχρονη τραγωδία του σήμερα» αντιμετώπισε το έργο ο σκηνοθέτης. Ο Θύμιος Καρακατσάνης υποστήριξε ότι ο Λόμαν που ερμηνεύει σήμερα απέχει παρασάγγες από την προ εικοσιπενταετίας ερμηνεία του. Δεν είναι μόνο η μεγαλύτερη σκηνική ωριμότητα και πείρα που κουβαλάει. Είναι και η διαφορετική σκηνοθετική ματιά, η «πιο σύγχρονη, πιο ποιητική».

Ο Γουίλι Λόμαν, ο εμποράκος, ζει την τελευταία ημέρα της ζωής του. Χωρίς δουλειά, χωρίς όνειρα και με τον τρόμο ότι στα μάτια των άλλων θα είναι ένας αποτυχημένος. Πηγή έμπνευσης του έργου στάθηκε για τον Μίλερ ο πατέρας του, που ήταν εμποράκος. Πουλούσε γυναικεία ρούχα στη Νέα Υόρκη. Στη μεγάλη οικονομική ύφεση στην Αμερική το 1929, καταστράφηκε. Από εκείνη την ημέρα έπαψε να κοιτάει το γιο του στα μάτια. Και έτσι, ντροπιασμένος, πέθανε.

Τη μετάφραση υπογράφει ο Αλέξανδρος Κοέν, τη σκηνοθεσία – δραματουργική επεξεργασία ο Γιάννης Ιορδανίδης, τα σκηνικά – κοστούμια ο Γιώργος Πάτσας και τη μουσική ο Θοδωρής Οικονόμου. Παίζουν: Θύμιος Καρακατσάνης, Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Μιχάλης Μαρκάτης, Γρηγόρης Σταμούλης, Γιώργος Ρούφας, Ελευθερία Ρήγου, Χάρης Εμμανουήλ, Στάθης Κακαβάς, Κωνσταντίνος Καρβέλης, Ελευθερία Ευθυμιάτου. [Αντιγόνη Καράλη, ΕΘΝΟΣ, 13/11/2008]

Πέθανε ο σκηνοθέτης Klaus Michael Grüber

Το παράτησα το μπλογκ, αλλά πρέπει να σας πω ότι έχω εξετάσεις και δεν προλαβαίνω. Σήμερα όμως διάβασα ότι πέθανε ένας σπουδαίος σκηνοθέτης του ευρωπαϊκού θεάτρου, ο Κλάους Μίκαελ Γκρίμπερ, σε ηλικία μόλις 67 ετών.

grueber

Born in 1941, Grüber studied acting and was assistant to Giorgio Strehler at the Piccolo Teatro in Milano where he directed his first stage production in 1967, Brecht’s ‘Trial of Jeanne d’Arc.’ Since that time he has worked all over Europe as one of its foremost «experimental» stage and opera directors. Two of his most memorable exploits were a ‘Faust’ in the Paris Salpêtrière (1975) where the audience had to walk around the building to look at the different scenes and a Hölderlin (‘Winterreise’) in the Olympic stadium of Berlin (1977). His productions, most of which have been concerned with the classics, have had a penchant for the somber, tragic, mystical and visionary. However, with Labiche’s ‘The Rue de Lourcine Affair’ (1988, Berlin Schaubühne) he also had a great success in the lighter vein.

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΜΠΑΝΤΗ

Η δραματική σχολή «Εμπρός», από 18-21/6, δίνει τη δυνατότητα σε όποιον θέλει να παρακολουθήσει τις εξετάσεις των σπουδαστών και τον τρόπο δουλειάς των συνεργατών, συνδυασμένες με ένα μικρό αφιέρωμα στον αξέχαστο Τάσο Μπαντή, από τους μαθητές και συνεργάτες του. Σημειώνουμε ότι η τριετής σχολή εγκαινιάζει ένα τέταρτο αλλά προαιρετικό «έτος εφαρμογής», στην πράξη, των γνώσεων της τριετούς φοίτησης, δηλαδή με μια παράσταση των ίδιων των αποφοίτων, σε αθηναϊκό θέατρο.

Στη μνήμη του Τάσου Μπαντή, η σχολή θέσπισε μια υποτροφία με το όνομά του, που θα δίνεται στον καλύτερο σπουδαστή του τρίτου έτους. Πληροφορίες για τις ώρες των παρουσιάσεων στη γραμματεία της σχολής: Ηπείρου 41, Α΄ όροφος, τηλ. – φαξ 210-3252676, 6936-813232. Info: http://www.empros-ergastirion.gr.

Ο Goethe ως σκηνοθέτης του θεάτρου

 

https://i1.wp.com/www.mundocitas.com/fotos/550.jpg

Μια αναφορά να κάνω στον μεγάλο Γερμανό ποιητή, θεατρικό συγγραφέα, φιλόσοφο, κριτικό Johann Wolfgang von Goethe, που γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου 1749, και πέθανε στις 22 Μαρτίου 1832.

Την άνοιξη του 1790 βρίσκουμε τον Goethe στην Ιταλία, όπου συνάντησε τη δούκισσα Amalia στη Βενετία, και ο λογοτεχνικός καρπός του ταξιδιού ήταν τα Ενετικά επιγράμματα, τα οποία είναι ακόμα πιό αισθαντικά από το Ρωμαϊκά. Το φθινόπωρο του επόμενου έτους αφιερώθηκε σε έναν στόχο με τον οποίο πριν ανεπίσημα είχε καταπιαστεί στη Βαϊμάρη. Το νέο θέατρο της Βαϊμάρης ολοκληρώθηκε και ο Goethe διορίστηκε σκηνοθέτης. Η ικανότητα αυτή τον έκανε να ξεχωρίζει ανάμεσα στους πολίτες. Είχε την τελική απόφαση σχετικά με κάθε λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως του θέματος, έργου ή παιξίματος, και αργότερα μια μεγάλη πολυθρόνα κρατήθηκε για αυτόν στη μέση της σκηνής, με τα χειροκροτήματα μετά βίας να επιτρέπονται εκτός εάν εκείνος έδινε το σήμα. Η γερμανική σκηνή οφείλει το ίδιο πολλά και στον Goethe και στον Lessing. Όσον αφορά το ρεπερτόριο του Θεάτρου της Βαϊμάρης και άλλων θεάτρων εφοδιάστηκε με έργα κλασικά. Ο Shakespeare δεν παιζόταν πλέον σε παρωδιακό ύφος, αλλά σε σοβαρές παραστάσεις των έργων του, και οι ηθοποιοί είχαν την εντολή να παίζουν αυτοσχεδιάζοντας. Το άγχος οφειλόταν στην προσπάθεια της τελειότητας του συνόλου και όχι στην υπεροχή συγκεκριμένων «αστέρων», και το θέατρο θεωρήθηκε ως σχολείο όχι μόνο της εποικοδομητικής ψυχαγωγίας αλλά και του φυσικού πολιτισμού. Μεταξύ των έργων που ο Goethe έγραψε αυτή την περίοδο ήταν το Gross Cophta, εμπνευσμένο από την ιστορία του Cagliostro και του διαμαντένιου περιδεραίου. Εμφανίζεται να συναρπάζεται από την ιστορία ως προαίσθημα της επερχόμενης φρίκης της επανάστασης.

759px-johann_heinrich_wilhelm_tischbein_007.jpg

Όταν ο Goethe επέστρεψε από την Ιταλία βρέθηκε να είναι λιγότερο δημοφιλής από ό,τι ήταν μετά από τη δημοσίευση του Βέρθερου. Η μεγαλοφυία του συγγραφέα έγινε αισθητή παντού, αλλά ενόχλησε περισσότερο απ’ ό,τι έτερψε. Ήταν σχεδόν μόνος. Ο Friedrich Gottlieb Klopstock ήταν μη φιλικός, ο Johann Gottfried von Herder ήταν ζηλότυπος και ευαίσθητος. Ο Johann Christoph Friedrich von Schiller ήταν ακόμα ντροπαλός και αμφισβητήσιμος, και ο Christoph Martin Wieland, που δεν ήταν παρά μόνο ένας μεγαλόψυχος φίλος, δεν θα μπορούσε να του δώσει καμία ικανοποιητική υποστήριξη. Αν και, δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, η Ευρώπη είχε συγκλονιστεί από το Βέρθερο [Werther], και το όνομά του ήταν τόσο ευρέως γνωστό όσο αυτό του Rousseau ή του Voltaire, όμως, όταν δημοσιεύθηκε μια ολοκληρωμένη συλλογή έργων του, το 1790, όπου εμπεριέχονταν τα εξής: Götz von Berlichingen, Iphigenie auf Tauris, Torquato Tasso, Egmont, ένα μεγάλο μέρος του πρώτου μέρους του Faust, και τα έξοχα τραγούδια και τα λυρικά ποιήματά του, οι εκδότες παραπονέθηκαν ότι η πώληση δεν ήταν επαρκής για να πληρώσει τις δαπάνες. Αυτοί που είχαν προσβληθεί από αυτόν, ή αυτοί που τον είχαν ζηλέψει εξαιτίας της θέσης ή της τύχης του, και τώρα διαμορφώνουν μια αρκετά μεγάλη κατηγορία, στην οποία συμπεριλαμβάνονται πολλοί συγγραφείς με παροδική δημοτικότητα. Δεν πρόδωσε ποτέ τα συναισθήματά του σε τέτοια θέματα, αλλά είναι εμφανές ότι η αφοσίωσή του στην επιστήμη για μερικά χρόνια ήταν εν μέρει η συνέπεια της αποθάρρυνσης όσον αφορά το λογοτεχνικό έργο του.