Το «Πορφυρό χρώμα» σε μορφή μιούζικαλ… Αν και πιστό στην πηγή του, δεν αποφεύγει τελικά την υπερβολική συναισθηματικότητα

 

Alice Walker, The Color PurpleThe Guardian

Μερικές φορές με κατηγορούν ότι αποφεύγω να αναφερθώ στις αντιδράσεις του κοινού στις θεατρικές παραστάσεις που σχολιάζω. Ας πω, λοιπόν, χωρίς καμιά περιστροφή ότι αυτή η διασκευή σε μιούζικαλ του μυθιστορήματος της Αλις Γουόκερ [φωτο] «Πορφυρό χρώμα» (1982) είχε ενθουσιώδη υποδοχή: οι θεατές στο θέατρο Menier Chocolate Factory χειροκροτούσαν, ποδοκροτούσαν και φώναζαν «μπράβο!». Ομως, παρότι συμμερίστηκα την ευχαρίστηση που δίνει η δεξιοτεχνία της παραγωγής και των ερμηνειών, αισθάνομαι επίσης ότι η παράσταση αποστειρώνει -και επενδύει με υπερβολική συναισθηματικότητα- την αρχική ιστορία της Γουόκερ.

Ας σημειωθεί ότι παρόμοιες επιφυλάξεις για υπερβολική συναισθηματική φόρτιση και ωραιοποίηση είχαν εκφραστεί από την κριτική και για την κινηματογραφική εκδοχή του έργου («Πορφυρό χρώμα», 1985) που σκηνοθέτησε ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, με πρωταγωνίστρια τη Γούπι Γκόλντμπεργκ. Η ταινία, η οποία παρ’ όλα αυτά αναγνωρίστηκε ως σημαντική κινηματογραφική δημιουργία, είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία και ήταν υποψήφια για εννέα Οσκαρ, χωρίς ωστόσο να κερδίσει κανένα.

Το λιμπρέτο

Στην επιφάνειά του, το λιμπρέτο της Μάρσα Νόρμαν για το μιούζικαλ, που πρωτοανέβηκε το 2005 στο Μπρόντγουεϊ, είναι πιστό στην πηγή του. Είναι η ιστορία της Σέλι, μιας μαύρης γυναίκας που έχει πέσει θύμα της καταπιεστικής πατριαρχικής κοινωνίας του αμερικανικού Νότου. Στα εφηβικά της χρόνια υπέστη βιασμούς και έμεινε έγκυος από τον πατέρα της, ενώ στη συνέχεια την πάντρεψαν με έναν πλούσιο αλλά άκαρδο τύπο, τον «Μίστερ», ο οποίος την κακομεταχειρίζεται και την αναγκάζει να γίνει κάτι σαν οικιακή σκλάβα του, χωρίζοντάς την και από την αγαπημένη αδελφή της. Αν η Σέλι βρίσκει κάποια παρηγοριά, είναι στην παρέα με μια σέξι τραγουδίστρια τζαζ, τη Σουγκ Εϊβερι. Ερωμένη του «Μίστερ», η Σουγκ συνδέεται τελικά με θερμή φιλία με τη Σέλι και την διδάσκει να αγαπάει τον εαυτό της.

Ολη αυτή η βιογραφική διαδρομή αποδίδεται με μεγάλο δυναμισμό από τη Σίνθια Ερίβο, η οποία δίνει στον ρόλο της Σέλι μια ερμηνεία που αποτελεί σταθμό καριέρας. Χωρίς να επιχειρήσει να δείξει πώς μεγαλώνει σε ηλικία η Σέλι από το 1914 ώς το 1945, η Ερίβο πείθει τον θεατή ότι βλέπει την εξέλιξη μιας αφελούς, άπραγης κοπέλας από την παθητικότητα στην αυτοπεποίθηση, και πετυχαίνει στο κέντρο του στόχου με την κάθε νότα της ερμηνείας της.

Τα μιούζικαλ, ωστόσο, αναπόφευκτα αλλάζουν το υλικό από το οποίο προέρχονται. Eνα σημείο-κλειδί του επιστολικού μυθιστορήματος της Γουόκερ είναι ο τρόπος που το ύφος γραψίματος της Σέλι αποκτά μεγαλύτερη ευφράδεια και ρυθμό, καθώς εκείνη ωριμάζει – ένα λογοτεχνικό τέχνασμα για το οποίο το ισοδύναμο, στη μουσική και τους στίχους των Μπρέντα Ράσελ, Αλί Γουίλις και Στίβεν Μπρέι, είναι μερικά από εκείνα τα ενθουσιώδη, εμφατικά τραγούδια που ούτε η ερμηνεία της Ερίβο δεν μπορεί να τα σώσει από την εντύπωση ότι κάπου έχουν ξανακουστεί.

Η παράσταση, επίσης, αποφεύγει σεμνότυφα να δείξει την άμεση σωματική διάσταση της σχέσης της Σέλι με τη Σουγκ, κάτι που εδώ σηματοδοτείται από μερικά αγνά φιλιά και μια μπαλάντα αγάπης. Και, παρ’ όλο που παραδέχομαι την ανάγκη να ιδωθεί τηλεσκοπικά η ιστορία, η πίστη της Γουόκερ στη δυνατότητα δικαίωσης και ανταμοιβής μεταφράζεται εδώ σε βιαστικές μεταβολές προς το καλύτερο των χαρακτήρων και στην αίσθηση ότι τα Χριστούγεννα της Σέλι ήρθαν ξαφνικά όλα μαζί.

Παρότι έχουμε ένα μιούζικαλ που είναι η ζαχαρωμένη εκδοχή ενός σπουδαίου βιβλίου, η παράσταση έχει σκηνοθετηθεί και σκηνογραφηθεί από τον Τζον Ντόιλ με εκθαμβωτική οικονομία. Ο Ντόιλ δημιούργησε ένα λευκό ξύλινο σκηνικό διακοσμημένο με καρέκλες που άλλοτε θυμίζουν στασίδια εκκλησίας, άλλοτε πάγκους σε φάρμα κι άλλοτε γίνονται η πλατφόρμα όπου η Νίκολα Χιουζ εκτελεί με μπρίο τα εντυπωσιακά σόλο της Σαγκ. Η ερμηνεία της Χιουζ είναι μία μόνο από τις εξαιρετικές ερμηνείες στο έργο, ανάμεσά τους αυτή του Κρίστοφερ Κόλκουχαν στον ρόλο του ανυπόφορου Μίστερ, του Αντεμπάγιο Μπολάτζι στον ρόλο του φυγάδα γιου του και της Σοφίας Νομβέτ, που υποδύεται την ανυπότακτη νύφη του.

Δεν μπορώ να μεμφθώ την παρουσίαση του έργου, η οποία διαθέτει πολλά πλεονεκτήματα. Απλώς, αυτό που συμβαίνει είναι ότι το μιούζικαλ πατάει με πολύ πρόδηλο τρόπο όλα τα «σωστά» συναισθηματικά κουμπιά.

Η Καθημερινή, 11/8/2013

Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: