Τραβιάτα και Κάρμεν σε ρυθμούς της τζαζ

  • Η «Οpera Chaotique», μπάντα με στοιχεία Tiger Lillies, Μόντι Πάιθον και Γούντι Αλεν

Της Γιωτας Συκκα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20/5/2012

Δημιουργήθηκαν πριν από ένα χρόνο. Ο ένας, ο Γιώργος Τζιουβάρας, είναι τραγουδιστής της όπερας, πιανίστας και συνθέτης, ενώ ο Χρήστος Koυτσογιάννης συστήνεται ως κλασικός τζαζ μπλουζ ντράμερ. Τους ένωσε το χιούμορ και η επιθυμία να κάνουν κάτι διαφορετικό. Και έδρασαν άμεσα. «Οpera Chaotique» ονόμασαν το ντουέτο τους. «Χαοτική όπερα» με κωμικά στοιχεία, ισχυρές δόσεις τζαζ και λυρικού τραγουδιού σε συνδυασμό με αυτοσχεδιασμούς είναι όσα χαρακτηρίζουν τις παραστάσεις τους. Σε ατμόσφαιρα καμπαρέ και ηχοχρώματα Νέας Ορλεάνης, οι δύο πρωταγωνιστές ενώνουν τις προτιμήσεις και τις εμπειρίες τους σε ένα εκρηκτικό σόου.

Η πρώτη παράσταση που έδωσαν δεν ήταν στην Αθήνα αλλά στο Βερολίνο, σε άπταιστα αγγλικά, μπροστά σε ένα πολυπολιτισμικό κοινό. Η μία εβδομάδα έγινε δύο, μετά τρεις και ύστερα έφτασαν ώς το Βελιγράδι και τη Βαρκελώνη, πριν επιστρέψουν με ψηλά το ηθικό στη βάση τους. Τώρα ετοιμάζονται για το Λονδίνο, το φθινόπωρο περιοδεία στην Πορτογαλία, ύστερα στο Παρίσι, ενώ το καλοκαίρι θα τους συναντήσουμε σε όλη τη χώρα.

«Ενώσαμε ό, τι εκφράζει τον καθένα μας. Την όπερα με κάποια altermative στοιχεία», λέει ο Γιώργος Τζιουβάρας, τονίζοντας πως και οι δυο τους είχαν άλλες διαδρομές. Από τη Λεπτοκαρυά Πιερίας εκείνος, στη Θεσσαλονίκη σπούδασε κλασικό τραγούδι, όπερα και μελοδραματική. Γύρω στα 20 συνεργάστηκε με συμφωνικές ορχήστρες των Βουδαπέστης, Βελιγραδίου, Βουκουρεστίου, Ερεβάν και Ρώμης, ενώ έχει τραγουδήσει δίπλα στη σοπράνο Cheryl Styder κ. ά.

«Είχα έναν καλό δάσκαλο στην Κατερίνη, ο οποίος με ώθησε στην όπερα. Στην επαρχία είναι πράγματι δύσκολο να ασχοληθείς με αυτό το είδος». Η μητέρα του, που της άρεσε η κλασική, έβαλε το λιθαράκι της όπως και ο πατέρας του, αλουμινοκατασκευαστής που έφτιαχνε γλυπτά από σίδερο και λαμαρίνα, οι οποίοι τον έτρεχαν όπως λέει: «Στα γύρω χωριά για να μάθω πιάνο από τα πέντε μου». Στο σχολείο τα κατάφερνε, «γιατί είχα καλή μνήμη», και όταν τελείωσε, έδωσε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης στοχεύοντας στο τμήμα της όπερας. Η πρώτη του εμφάνιση ήταν στον «Κουρέα της Σεβίλλης» ως χορωδός, γι’ αυτό τώρα που παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο Δημοτικό Ωδείο Λάρισας, όπου τον βρήκαμε, νιώθει συγκινημένος.

Ο νόμος της όπερας

Η χαοτική όπερα, βέβαια, είναι το δικό του στοίχημα με τον Χρήστο Κουτσογιάννη. Η όπερα με την αυστηρή έννοια του όρου «είναι πρωταθλητισμός και απαιτεί να είσαι συνέχεια σε εγρήγορση και πειθαρχία». Οχι πως δεν χρειάζεται πειθαρχία αυτό που κάνουν.

Αλλά, τι ακριβώς κάνουν οι δυο τους, που εξέδωσαν μάλιστα και το πρώτο τους cd με τίτλο «Death of the Phantom of the opera» από τη Ηidden Track Records. Αποδόμηση της όπερας; «Οταν παίζουμε την Κάρμεν με τζαζ ρυθμούς ή την Τραβιάτα κανονικά αλλά την ενώνουμε με έναν παραδοσιακό σκοπό, δείχνουμε στον κόσμο ότι η όπερα δεν είναι κάτι απόμακρο, αλλά μπορεί να είναι κοντά σ’ αυτούς».

Τους λένε ότι μοιάζουν με τους Tiger Lillies. Αυτοί επιχειρούν παρόμοια «παντρέματα» και πριν από αυτούς άλλοι. Από τον εκκεντρικό Κλάους Νόμι, τη Νίνα Χάγκεν και όχι μόνο. «Δεν νομίζω ότι μοιάζουμε. Για τους Tiger Lillies μας το λένε, ωστόσο εμείς έχουμε έντονο το στοιχείο της όπερας με την τζαζ». Ο ίδιος επηρεάστηκε από παλιούς κωμικούς όπως ο Βίκτορ Μπόρκερ και από μουσικούς όπως οι Πινκ Φλόιντ, ενώ και οι δυο τους λατρεύουν τον Τομ Γουέιτς. Γενικά τους αρέσει το μαύρο σουρεαλιστικό χιούμορ, οι Μόντι Πάιθον και ο Γούντι Αλεν. «Θέλουμε αυτό που λέμε να μην είναι ξεκάθαρο, αλλά το γέλιο να πηγαίνει γύρω γύρω». Στη σκηνή, ο Γιώργος Τζιουβάρας λέει ιστορίες και αστεία, ενώ ο Χρήστος Κουτσογιάννης έχει τον κωμικό βουβό ρόλο. «Σαν το ντουέτο του Χοντρού και του Λιγνού, των αδερφών Μαρξ, έχουμε γενικά ρετρό στοιχεία, όπως και από τον Σπάικ Τζόουνς».

Το πάθος του Xρήστου Κουτσογιάννη, ή Voodoo Drummer, για την παράδοση της Νέας Ορλεάνης είναι φανερό σε ό, τι λέει. Είναι ο μεγαλύτερος της παρέας, 42 ετών, μουσικός με εμπειρία, που έπαιξε στη «Μέκκα» της τζαζ αλλά και σε Βερολίνο, Ρώμη Βελιγράδι, Βιέννη, Βαρκελώνη, Κωνσταντινούπολη με ονόματα όπως των: Lucille, Dolores Scott, Randy McAlister, Kim Lenz, Heather Cornell, Jim & Minnie Murphy, Talis Slide, Jolly Jumper & Big Moe, Meschiya Lake & Michael Dotson κ. ά. Γεννήθηκε στην Αίγινα, αλλά πριν ακόμη έρθει στην Αθήνα λάτρεψε τα ντραμς. «Ακουγα ροκ και ψυχεδέλεια στο λύκειο, όταν άρχισα τα μαθήματα ανακάλυψα τα μπλουζ, έπειτα την τζαζ και ύστερα κόλλησα με την παράδοση της Νέας Ορλεάνης».

Στη Νέα Ορλεάνη

Το 2009 έκανε το όνειρο πραγματικότητα. Επαιξε εκεί ως μουσικός. «Ασύλληπτη εμπειρία. Η μουσική είναι καθημερινότητα της πόλης, από τις κυριακάτικες παρελάσεις μέχρι τις τζαζ κηδείες».

Δηλώνει «κολλημένος» με την τζαζ. Και αν τώρα ακούμε όλο και πιο συχνά για τους Ελληνες εκφραστές της στα μικρά κλαμπ της Αθήνας, χρόνια πριν δεν ήταν τόσο εύκολα. «Ούτε τώρα είναι εύκολα», με διορθώνει. «Στην Ελλάδα, τις περισσότερες φορές που ανοίγει κάποιος ένα μαγαζί τζαζ το κάνει περισσότερο για να επιβεβαιωθεί ότι είναι ο ίδιος τζαζίστας. Στο εξωτερικό υπάρχει επαγγελματισμός, αξιοκρατία και ανθρώπινη συμπεριφορά. Γι’ αυτό φεύγουν πολλοί μουσικοί».

Με τον Γιώργο Τζιουβάρα τούς ένωσε μεταξύ άλλων και η ανάγκη τους «να ξεφύγουμε από τον τρόπο που λειτουργούν τα πράγματα στην Ελλάδα». Το Βερολίνο ήταν συμπτωματικό. «Εδώ, θα πρέπει να πάμε ένα cd μας σε ένα κλαμπ και αν είμαστε τυχεροί και αρέσουμε στον ιδιοκτήτη θα βρούμε μια ημερομηνία να παίξουμε, διαφορετικά πρέπει να ξαναπάμε, ελπίζοντας σε μία βραδιά». Το κοινό τους ποικίλλει. «Στην Ελλάδα, είναι θεατές που δεν έχουν κολλήματα στη μουσική και κυρίως ανοιχτοί στο να ακούσουν κάτι διαφορετικό. Στο εξωτερικό έχει τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα των πόλεων όπου παίζουμε».

Το ψευδώνυμό του, Voodoo Drummer, το πήρε από τις βουντού τελετές που τόσο του αρέσουν. Υπάρχει μία και στο δίσκο. Μη φοβηθείτε. «Πρόκειται για ύμνους που τραγουδούσαν στη Ν. Ορλεάνη του 1860. Στην ουσία, είναι ένα είδος αναπαράστασης του τι γινόταν τότε». Ετσι προέκυψε και το όνομά του στο σχήμα Voodoo Drummer, σαν τιμή σε μια περιοχή που έχει τα βουντού μέρος της κουλτούρας της. «Είναι διαφορετικά από τα βουντού της Αφρικής και της Αϊτής. Δεν έχουν καμία σχέση με τη μαύρη μαγεία, και τους μύθους του Χόλιγουντ». Οσο για τον φίλο του τον Γιώργο Τζιουβάρα, τον φωνάζουν όλοι Tenorman. Ο τενόρος με τις υπερφυσικές δυνάμεις.

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: