Μετανάστες του ’60 στη σκηνή του 2012

  • Η ιστορία του χθες γίνεται σημερινή μέσα από το «Διπλό Βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή
  • Του Ηλια Μαγκλινη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/4/2012

«Είμαι, λοιπόν, ένας άνθρωπος που δεν έχει πατρίδα» λέει ο αφηγητής του «Διπλού Βιβλίου», Ελληνας μετανάστης στη Γερμανία το ’60 – μα θα μπορούσε να είναι και φράση ενός Ελληνα στην Ελλάδα του 2012, προτού καν σκεφτεί να μεταναστεύσει, όχι ως εργάτης όπως τότε, αλλά ως εξειδικευμένος επιστήμονας. Η πρόσκληση εξάλλου από τα χείλη της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, της Γερμανίδας υπουργού Εργασίας, ήταν προς άπαντες τους άνεργους πτυχιούχους του ευρωπαϊκού νότου: «Ελάτε στη Γερμανία να δουλέψετε ώστε κι εσείς να έχετε δουλειά αλλά και η χώρα να επωφεληθεί, καλύπτοντας περισσότερο από ένα εκατομμύριο κενές θέσεις εργασίας που απαιτούν υψηλή εξειδίκευση».

Οταν την περασμένη Δευτέρα η πρόσκληση της Γερμανίδας υπουργού έγινε είδηση, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, η θεατρική ομάδα Pequod ξεκινούσε πρόβες στη Μικρή Σκηνή για την παράσταση του «Διπλού Βιβλίου» του Δημήτρη Χατζή. Συνάντησα εκεί τους συντελεστές αλλά όχι μόνος: είχα μαζί μου τον συγγραφέα Γιώργο Μαντζουράνη και τη γυναίκα του Ευσταθία. Είχαν γνωρίσει τον Χατζή σ’ ένα λιμανάκι της τότε Γιουγκοσλαβίας, το Πιράνο, και ειδικά τους δύο άνδρες το «Διπλό βιβλίο» τους ένωσε με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Ξανά ο ευρωπαϊκός νότος

Το 1966 ο Γ. Ματζουράνης ξεκίνησε μεταπτυχιακά στο Μόναχο, με διπλωματική εργασία στη μετανάστευση. Εκανε πάνω από μια δεκαετία για να επιστρέψει στην Ελλάδα – ένεκα και της δικτατορίας. Τα καλοκαίρια, μαζί με τη γυναίκα του, την οποία γνώρισε εκεί, παραθέριζε στο Πιράνο, όπου πήγαινε και ο Δημήτρης Χατζής. Αναπτύχθηκε μια βαθιά σχέση και ο συγγραφέας ενδιαφέρθηκε πολύ για την έρευνα πάνω στους μετανάστες. Ηταν την εποχή που το «Διπλό βιβλίο» κυοφορούνταν μέσα του. «Μερικούς τους συνάντησε και ο ίδιος τα καλοκαίρια στη Γιουγκοσλαβία», εξήγησε ο Γ. Ματζουράνης στην ομάδα Pequod.

Οταν αναφέρω την πρόσκληση της Γερμανίδας υπουργού, ο Γ. Ματζουράνης τονίζει ότι και τότε οι μετανάστες ήταν από τον νότο. Ελληνες, Τούρκοι, Ισπανοί, μα και πολλοί Ιταλοί – από τον ιταλικό νότο, μεταξύ αυτών και Ελληνόφωνοι. «Οι Γερμανοί έκαναν πολύ αυστηρές ιατρικές εξετάσεις και ζητούσαν πιστοποιητικό φρονημάτων – μέχρι να γίνει η χούντα. Μετά, αφού άρχισαν να έρχονται διάφοροι κυνηγημένοι από την Ελλάδα, οι Γερμανοί, ατομικά και συλλογικά, βοήθησαν πάρα πολύ».

«Δική μας ιστορία, σημερινή»

Παλιές, γνωστές ιστορίες. Γιατί όμως μια ομάδα νέων ανθρώπων να θέλει να ανεβάσει σήμερα στο θέατρο το «Διπλό βιβλίο»; Μια πρώτη απάντηση βρίσκεται στη δυναμική του ίδιου του κειμένου, από τα πλέον εμβληματικά της νεοελληνικής πεζογραφίας. «Ηταν παλιά μας επιθυμία να ανεβάσουμε το βιβλίο. Εχουμε πάρει υλικό από όλες τις ενότητες κι έχουμε κάνει ένα είδος μοντάζ» λέει ο Δημήτρης Ξανθόπουλος. «Οχι όμως με την έννοια της θεατροποίησης», συμπληρώνουν τα άλλα παιδιά. «Το αφηγηματικό κομμάτι παραμένει αυτούσιο, έχει από μόνο του μια θεατρικότητα. Αυτό που μας ενδιέφερε είναι ότι όλο το βιβλίο διατρέχει τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και τις συνέπειές της στο άτομο. Ενώ αναφέρεται σε μια πολύ συγκεκριμένη περίοδο, είναι και ιστορία δική μας. Για παράδειγμα, στη σκηνή του καφενείου, με τις πολιτικές συζητήσεις, ο αφηγητής ακούει να μιλούν δεξιοί, αριστεροί και αισθάνεται ότι με όλους σε κάτι συμφωνεί. Αυτό είναι πολύ σημερινό, δικό μας. Το βλέπουμε στη γενιά μας: είμαστε λίγο αριστεροί, λίγο φιλελεύθεροι και δεν είμαστε πουθενά. Το αίσθημα τού να μην ανήκεις πουθενά, είτε σε πατρίδα είτε σε μια ιδεολογία, αυτό μας είναι πολύ οικείο και σημερινό. Ολοι στο βιβλίο αναζητούν έναν τόπο, κυριολεκτικά και μεταφορικά».

Ο Γ. Ματζουράνης λέει πόσο γλυκός άνθρωπος ήταν ο Χατζής, αλλά και πόσο δοσμένος ήταν σε αυτό που ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως αγώνα, πόσο δεν στέριωνε πουθενά. «Μου έλεγε ότι ήθελε να είναι σαν τον Μπρεχτ που είχε μια κάσα χάρτινη όπου εκεί θα χωρούσαν τα βιβλία και τα ρούχα, για να είναι έτοιμος για ταξίδι ανά πάσα στιγμή. Ωστόσο, στο τέλος, ήθελε με πάθος να γυρίσει στην Ελλάδα».

Στο καφέ της Βουδαπέστης

Αργότερα, στις πρόβες, παρατηρώ το ζεύγος Ματζουράνη να συγκινείται με τις αφηγήσεις που στήνονται στη σκηνή. Τα παιδιά έχουν μια νευρικότητα: εκείνο το μεσημέρι έκαναν την πρώτη τους πρόβα εντός της Μικρής Σκηνής, όπου θα ανεβεί η παράσταση. Τα παράξενα παιχνίδια που παίζει ο χρόνος: «Είχα συγκεντρώσει κάπου οκτακόσιες συνεντεύξεις Ελλήνων μεταναστών», έλεγε σε όλους μας λίγο πριν ο Γ. Ματζουράνης. «Ο Χατζής ζήτησε να δει μέρος από αυτό το υλικό. Του έστειλα κάπου δέκα – δώδεκα συνεντεύξεις, τις πιο αντιπροσωπευτικές. Αρχισε σιγά σιγά να το δουλεύει μέσα του το βιβλίο. Το Πάσχα του ’74 μας κάλεσε στη Βουδαπέστη. Εκεί, τότε, μιλήσαμε οι δυο μας πάρα πολύ για όλο αυτό. Υπήρχε ένα καφέ, διάσημο σε όλη την Ευρώπη, “Βιέννη” το έλεγαν. Λέγαμε, θα πάμε να πιούμε καφέ βιενουά στη “Βιέννη”. Δώσαμε ραντεβού στο λιμανάκι μας το καλοκαίρι του ’74. Πήγαμε λοιπόν με τη γυναίκα μου αλλά δεν βρήκαμε κανέναν από τους άλλους Ελληνες. Μόλις είχε πέσει η χούντα. Τα μαζέψαμε και ήρθαμε κι εμείς στην Ελλάδα. Ηξερα ότι όλο αυτό το διάστημα ο Χατζής έγραφε το βιβλίο. Το κουβεντιάζαμε, αλλά δεν είχα διαβάσει κανένα κομμάτι. Ως χειρόγραφο το είδα σε κομμάτια». Από το αρχικό, ερευνητικό υλικό, δύο βιβλία με μαρτυρίες εξέδωσε ο Γ. Ματζουράνης, από τα οκτώ συνολικά βιβλία που έχει στο ενεργητικό του.

Οταν βγήκαμε από την πρόβα, έβρεχε. Αφού γύρισα σπίτι, άνοιξα και πάλι την ωραία έκδοση του «Διπλού βιβλίου» από το Ροδακιό. «Παιδιά νικημένα του δικού τους καιρού, στο δικό τους τον τόπο, με την πρόληψη ή με την τύψη τους, την υπερβολή τους, την εμμονή τους ή τη φυγή τους – την κοιμισμένη τους αρκουδίτσα, τα σκοτωμένα πουλιά τους για να τα κλαίνε, άλλοι το πάθος τους το παράλογο – μια δικτατορία τουλάχιστο για να παρηγορούνε τον ξεπεσμό και την αχρηστία τους – φύγαν όλοι, παίρνοντάς τον μαζί τους και τον καιρό και τον τόπο τους. Μπορούσα, όπως το’ πα, να’ χω τελειώσει και ’γω. Να σωπάσω. Να φύγω μαζί τους. Μαζί μ’ αυτή την Ελλάδα που φεύγει μαζί τους».

Info

Η παράσταση «Το διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή ανεβαίνει από τη θεατρική ομάδα Pequod στη Μικρή Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, από τις 18 Απριλίου έως τις 6 Μαΐου (9 μ.μ., εκτός Δευτέρας και Τρίτης). Ερμηνεύουν οι: Γιάννης Κλίνης, Χριστίνα Μωρόγιαννη, Νικολίτσα Ντρίζη, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Αγγελική Παπαθεμελή.

Στις 27 Απριλίου την παράσταση θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό, ενώ θα πραγματοποιηθούν και θεατρικά εργαστήρια για εφήβους το Σάββατο 28 Απριλίου και 5 Μαΐου (12 μ.μ. – 2 μ.μ.). Την Τρίτη 24 Απριλίου θα πραγματοποιηθεί πρωινή παράσταση (10 π.μ.) για σχολικές ομάδες.

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: