Εννέα μετανάστες αφηγούνται…

Απλοί, σύντομοι, αυθεντικοί μονόλογοι ανθρώπων που ξεριζώθηκαν από τις πατρίδες τους

  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/4/2012

Πατρίδες
σκην.: Θαν. Παπαθανασίου, Μιχ. Ρέππας
θέατρο: Εθνικό, Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»

Χριστός Ανέστη! Τι; Χριστός Ανέστη; «Δύσκολο να δεχτείς την Ανάσταση του Χριστού. Ακόμα και οι μαθητές του απιστούσαν στην πρώτη είδηση, τη λογάριασαν για παραλήρημα των γυναικών», ανέφερε σε σημείωμά του -στις 7.4.1996- με τον τίτλο «Αναστάσιμη Εμπειρική Πιστοποίηση» ο γνωστός -και- για τη βαθιά του πίστη καθηγητής Χρήστος Γιανναράς. Ο ίδιος μερικούς μήνες αργότερα (3.11.1996) έγραφε: «Η εκκλησιαστική ορθοδοξία παράγει πολιτισμό…». Ομως πιο κάτω συμπλήρωνε πως: «Με τα σύγχρονα δυτικά κριτήρια “ανάπτυξης” και “προόδου” οι κοινωνίες με ορθόδοξη πολιτιστική καταγωγή κρίνονται ως κοινωνίες σε “καθυστέρηση” ή και σε “υπανάπτυξη”». Oπου αναφέρονται μερικές βασικές έννοιες όπως: Ορθοδοξία, πολιτισμός, δυτικά κριτήρια, κοινωνική καθυστέρηση, παραλήρημα γυναικών.

Μέσα στο έργο – ντοκουμέντο των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα «Πατρίδες» δεν αγγίζεται μόνο η μετανάστευση ως κοινωνικό φαινόμενο. Εδώ οι -ημεδαποί και αλλοδαποί- ξεριζωμένοι από τις πατρίδες τους αναζητούν περισσότερο ένα πολιτιστικό προϊόν, ψάχνονται για «μια υπαρξιακή εμπειρία», όπως υπογραμμίζουν και οι ίδιοι οι συγγραφείς οι οποίοι μας έχουν καλομάθει (κακομάθει;) μέχρι τώρα σε μια μάλλον -ας το πούμε έτσι- «λάιτ» και εύπεπτη θεματολογία. Πανηγυρτζίδικα ως επί το πλείστον έργα – επιτυχίες, όπως το «Αυστηρώς Κατάλληλο», το «Ράους» κ.ά., είχαν κατατάξει τους πολυγραφότατους συγγραφείς σ’ αυτό που ονομάζεται με μια μάλλον υποτιμητική διάθεση «εμπορικο-καταναλωτικούς». Αδικα.

Αδικα, γιατί με τις τωρινές «Πατρίδες» δικαιώνεται ακόμα και το βραβείο που η Ενωση Ελλήνων Θεατρικών -και Μουσικών- Κριτικών τους είχε απονείμει πριν από μερικά χρόνια. Προσεγγίζοντας για τρίτη φορά τη θεματική του ξένου, αυτές οι «Πατρίδες» είναι γραμμένες με μονταρισμένους, αυθεντικούς, μονολόγους μεταναστών. Τόσο ξένων όσο και Ελλήνων από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τη Συρία.

Το αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση απεφεύχθησαν οι γραφικές εκρήξεις βίας, σαν αυτές που συμβαίνουν στο κέντρο της Αθήνας. Η μετανάστευση -τόσο των ξένων όσο και των Ελλήνων- εδώ εμφανίζεται περισσότερο ως υπαρξιακή εμπειρία. «Κάτω από την επιφάνεια των μυθιστορηματικών συνθηκών του ταξιδιού των μεταναστών υπάρχει ένα άλλο ταξίδι. Το ταξίδι της ανθρώπινης ύπαρξης από τον Παράδεισο της κοιτίδας της παιδικής ηλικίας στον ψυχρό κόσμο της ανάγκης και της συναλλαγής», γράφουν οι ίδιοι στο πρόγραμμα. Είναι εμφανέστατη η πρόθεση μιας σοβαροφανούς μεγαλοστομίας στο εισαγωγικό αυτό κείμενο.

Ομως, ευτυχώς, μόνο εκεί. Το κείμενο της παράστασης αυτό καθαυτό αποτελείται από απλούς, διόλου εγκεφαλικούς σύντομους μονολόγους, όπου ο καθένας αφηγείται προηγούμενες βιωμένες εμπειρίες στην πορεία του προς τη μετανάστευση. Αν υπάρχει διάλογος; Οχι! Κανένας διάλογος, τουλάχιστον με την ορθόδοξη αντίληψη του όρου. Ο καθένας λέει τα δικά του. Η έννοια του διαλόγου κατασκευάζεται από τη σκηνοθεσία των ίδιων των δύο συγγραφέων, έτσι όπως οι υπόλοιποι δείχνουν να ακούνε, να συμμετέχουν σιωπηλά και να αντιδρούν στα λεγόμενα. Μήπως αυτό δεν συμβαίνει άλλωστε και στην πραγματικότητα, όταν η πιο συχνή αντίδραση στις διηγήσεις των άλλων είναι: «Εγώ να δεις! Μια φορά…».

Ομως και η έννοια της πατρίδας οροθετείται εδώ δίχως τις μελιστάλαχτες ποιητικές φιοριτούρες ενός Ιωάννη Πολέμη. «Πατρίδα» αναφέρει ο Χρήστος Γιανναράς στο πρόγραμμα «είναι μια βιωματική εμπειρία οικειότητας: Οικείος χώρος ζωής, σχέσεις αμεσότητας, δεσμοί και φιλίες, αγαπημένοι νεκροί, δέσιμο της μνήμης με τον χώρο, εγκεντρισμός στην ιστορική συνείδηση, ένταξη στη γλώσσα, μετοχή στη παραδομένη από γενιά σε γενιά πείρα».

Δεν υπάρχουν πρωταγωνιστικοί ρόλοι στο έργο. Με ισομοιρασμένες διηγήσεις οι εννέα -Ελληνες και Ασιάτες- μετανάστες αφηγούνται με στανισλαβκικό (δηλαδή πειστικό) ρεαλισμό τα πάθη και τις χαρές τους. Μοιραία μερικοί ξεχωρίζουν: Πρώτοι πρώτοι, η Ελένη Κοκκίδου, η Ελένη Ανδρεαδάκη, ο Ταξιάρχης Χάνος, ο Μπαρκάτ Χοσεϊνί, και ο -ακόμα και στον ανεπαίσθητο υπερτονισμό του- Θανάσης Ευθυμιάδης. Αλλά και οι υπόλοιποι – ο Σταύρος Καραγιάννης, ο Παναγιώτης Τσεβάς και ο Ιρφάν Μουχαμάντ Αρίφ ακτινοβόλησαν αυθεντικότητα. Με έντονη τη -σωστή- διάθεση να μην «μπουν στο μάτι» τα σκηνικά και κοστούμια του Αντώνη Δαγκλίδη. Παράσταση που καλό είναι να δει κανείς.

Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: