Δύο παραστάσεις της Άσπας Τομπούλη: «Και με φως και με θάνατον»

  • Πολενάκης Λ. Η ΑΥΓΗ: 15/05/2011
Το σημερινό σημείωμα είναι ένα άτυπο αφιέρωμα στη σκηνοθέτιδα Άσπα Τομπούλη, που υπογράφει φέτος δύο παραστάσεις. Στο θέατρο «Όλβιο», στο Γκάζι, σκηνοθετεί ένα δικό της «σενάριο» («Σύλβια και Τεντ»), βασισμένο στην αληθινή ιστορία της μοιραίας συνάντησης δύο χαρισματικών σύγχρονων ποιητών, του Τεντ Χιουζ (1930-1998) και της Σύλβια Πλαθ (1932-1963). (Επιμέλεια κίνησης Αντιγόνη Γύρα).Ο Χιουζ ήταν ήδη ένας γνωστός, καθιερωμένος ποιητής, και η Πλαθ μια ανερχόμενη, ελπιδοφόρα ποιήτρια. Εκείνη την είχαν «θεραπεύσει» από κατάθλιψη, με ηλεκτροσόκ, στα είκοσί της χρόνια (1953). Εκείνος την είχε ειρωνευθεί σε μια κριτική του και εκείνη επιδίωξε να τον γνωρίσει (1965). Εκείνος τη φίλησε, στην πρώτη συνάντησή τους, και εκείνη τον δάγκωσε -μάτωσε για μια ζωή. Παντρεύτηκαν το 1956. Χώρισαν το 1962. Εκείνη αυτοκτόνησε το 1963. Εκείνος εξέδωσε, λίγο πριν πεθάνει, το έργο του: «Γράμματα Γενεθλίων» (1998), που της έγραφε μεταθανάτια, για 25 χρόνια, μυστικά.

Το «Σίλβια και Τεντ» της Άσπας Τομπούλη είναι ίσως κάτι περισσότερο από ένα τυπικό θεατρικό έργο, είναι μια ολοκληρωμένη «ονομάτων επίσκηψις», ένα ριζικό κάλεσμα των τραγικών πρωταγωνιστών, να αναδυθούν απ’ τον ισκιερό τους τόπο και να παίξουν, μπροστά μας, άλλη μια φορά, τη σχέση που σφράγισε καταλυτικά τη ζωή τους.Η συγγραφέας και σκηνοθέτιδα, εδώ, δεν επιδιώκει να μας δώσει ένα ευθύγραμμο χρονικό του βίου τους, να φωτίσει τις αιτίες που έσπρωξαν τη σχέση τους σε αποτυχία ή να δώσει συνεπή ψυχολογικά τους πορτραίτα. Γνωρίζει ότι αυτό θα ήταν μάταιο στην περίπτωσή τους και παραιτείται εγκαίρως από μια τέτοια πρόθεση. Βασίζει, αντίθετα, τη δυναμική του κειμένου πάνω στο ασύνδετο και στο σκόρπιο, στο ανερμήνευτο, στο αναίτιο και στο ανείπωτο, στο αντι-ρομαντικό και στο μη λογοτεχνικό. Στηρίζεται στις σιωπές και στα κενά της ίδιας της γραφής, στις αδιόρατες λεπτομέρειες – ψηφίδες, που συνθέτουν ένα κείμενο – σκεύος το οποίο περιέχει εντός του, «κοιμωμένη», μια παράσταση. Ζητείται μόνο μια άμεση σκηνοθεσία – σφυρί, αδιαμεσολάβητη από λογοτεχνίες κάθε είδους, για να σπάσει το κέλυφος και να «ξυπνήσει» μέσα του παράσταση.Η Τομπούλη ανταποκρίνεται καίρια, με ένα συνεχούς ροής σκηνοθετικό ποιητικό μοντάζ πνευματωμένων εικόνων σε ύφος ενός άπαξ, ανεπανάληπτου παιγνίου, σφυροκοπημένου σε αέναους χρόνους μνήμης που καρφώνουν μαζί τη ζωή και τον θάνατο. Με εξαίσιες συνθέσεις ήχων του Δ. Ιατρόπουλου και φωτισμούς του Ηλία Κωνσταντακόπουλου. Με άκρως ενδιαφέροντα βίντεο – κινηματογραφικά του Γιώργου Παντελεάκη και πανέμορφα, φωτισμένα, επιτύμβια, όχι νεκρικά, σκηνικά – κοστούμια της Κλερ Μπρέισγουελ. Η Μαρία Ζορμπά δίνει ολόγλυφα και παραστατικά, με αφοπλιστική αμεσότητα, το εύθραυστο αλλά δυνατό, νικηφόρο πλάσμα, που η ίδια η θέλησή του για ζωή και αγάπη το συντρίβει. Ο Νέστορας Κοψιδάς κατασκευάζει στέρεα, μεθοδικά, την άλλη του όψη, του ηττημένου, ισχυρού κυρίαρχου «αρσενικού» που η σχετική δύναμή του «εν αδυναμία τελειούται».Στο θέατρο «Κινητήρας» στην Ακρόπολη, η Τομπούλη σκηνοθετεί την «Ισμήνη» του Ρίτσου, από την «Τέταρτη διάσταση». Για την ποιητική αυτή ενότητα του Ρίτσου, ίσως την κορυφαία του, έχω γράψει τη γνώμη μου. Θα προσθέσω εδώ ότι, όπως οι περισσότεροι από τους μονόλογους της «Τέταρτης διάστασης», έτσι και η «Ισμήνη» είναι ένα διπλό, παλίμψηστο κείμενο, έντονα ερωτικό και έντονα πολιτικό, που πρέπει να «ξύσουμε» την επιφάνεια για να διαβάσουμε το πραγματικό του μήνυμα. Υποτίθεται ότι ο Ρίτσος, ακολουθώντας μια «μοντέρνα» ανάγνωση που ξεκινά από το «Λίβινγκ Θήατερ» για να φθάσει ώς τις μέρες μας, κρίνει αρνητικά την Αντιγόνη ως ιδεόληπτη, φανατική, πεισιθάνατη, σε αντίθεση με την αδερφή της, Ισμήνη, που καταφάσκει τη ζωή μέσα από τις μικρές, καθημερινές χαρές της…Δεν θα ασχοληθώ καθόλου με αυτή την άποψη, θα πω ότι ο Ρίτσος στον μονόλογό του την ακολουθεί αρχικά, μόνο και μόνο για να την ανατρέψει στο τέλος, όταν η Ισμήνη επιλέγει να ντυθεί το νεκρικό φόρεμα της αδελφής της… για να γίνει πεθαίνοντας η Αντιγόνη που ποθούσε πάντα (και στο κείμενο του Σοφοκλή) να είναι… Επειδή όπως είπε ένας άλλος μεγάλος (Μαρκές): «…γίνεται (πεθαίνει) κάποιος όχι όταν θέλει, αλλά όταν μπορεί…».
Αυτό είναι το αληθινό, πολιτικό και πολύ ανθρώπινο νόημα της «Ισμήνης» του Ρίτσου, που η Τομπούλη πιάνει καίρια και προβάλλει ανάγλυφα: Ένα ρέκβιεμ για τους «ανώνυμους, προδομένους από δικούς, και ξένους, αγνοημένους ή συκοφαντημένους άγιους που στηρίζουν τον κόσμο». Η δραματουργική επεξεργασία της Τομπούλη με το «σχόλιο» που προσθέτει νόμιμα στο τέλος, κάνει διαυγέστερο το κείμενο του Ρίτσου και το πολιτικό του μήνυμα εντελώς διαφανές. Σε διαμόρφωση σκηνικού χώρου της Τομπούλη, κοστούμια της Χριστίνας Μπάρλου – Παπούλια. Με συνθέσεις ήχων επίσης του Ιατρόπουλου και φωτισμούς του Κωνσταντακόπουλου. Με έξοχη διδασκαλία και απόδοση – διαμάντι της κρυστάλλινης Κάτιας Γέρου, σε φάση πλήρους, έκπαγλης υποκριτικής ωριμότητας. Ο Ηλίας Σαγίς ως «ακροατής» κάνει αισθητή την παρουσία του. Μια παράσταση που δεν πρέπει κανείς να χάσει.
Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: