Δέκα άγνωστες ιστορίες για τον καλό μας άνθρωπο

Ο Θανάσης Βέγγος δραπέτευσε. Ταξίδεψε στον ουρανό, για να ξαποστάσει από το αδιάκοπο τρέξιμο στα ατέλειωτα χιλιόμετρα της ζωής και του σελιλόιντ. Αθάνατος στις καρδιές των Ελλήνων. Αναντικατάστατος για τους ανθρώπους που τον έζησαν από κοντά. Η «Espresso της Κυριακής» φιλοξενεί σήμερα αληθινές ιστορίες και μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν και να συνεργαστούν μαζί του. Που κάθισαν μαζί του στο τραπέζι, μοιράστηκαν ένα κουλούρι στην πρόβα ή πήραν τον καφέ τους αντικριστά με τον μεγάλο ηθοποιό σε κάποιο καφενεδάκι. Και άλλοι, όπως ο Νίκος Κούνδουρος, που βρέθηκαν μαζί με τον Βέγγο στη Μακρόνησο με όπλα την υπομονή και την ελπίδα. Ιστορίες ζωής με πρωταγωνιστή τον Θανάση Βέγγο από τα χρόνια της πολυτάραχης πορείας του.

  • ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ: «Κάθε μέρα μου έφερνε φαγητό»

Ο Νίκος Κούνδουρος δεν θα ξεχάσει ποτέ τη γνωριμία του με τον Θανάση Βέγγο. Γεννημένοι την ίδια ημερομηνία, τους έφερε κοντά μια κοινή μοίρα μαζί και τους δυο στην εξορία. Ο πατριάρχης του ελληνικού κινηματογράφου άλλαξε τη μοίρα τού Θ.Β. και ανέδειξε το ταλέντο του σπουδαίου ηθοποιού, ενώ μέσα από τη φιλία τους ο μεγάλος δημιουργός ίσως και να βρήκε τον δρόμο που πραγματικά επιθυμούσε να ακολουθήσει.

«Ως γόνος μεγάλης οικογένειας που ήμουν, οι βασανιστές θέλησαν να αλαφρύνουν το δικό μου βασανιστήριο στο Μακρονήσι. “Ζήτα μια χάρη και θα σου την κάνουμε” μου είπαν! Το μόνο που ζήτησα ήταν να με αφήσουν να πάω να μείνω στο βουνό χωρίς φαΐ και χωρίς νερό ενδεχομένως, αρκεί να μην τους βλέπω και να μη με βλέπουν. Το δέχτηκαν!
Την πρώτη μέρα τράβηξα για το βουνό, βρήκα ένα μέρος να κάτσω και βάλθηκα να ατενίζω την απέραντη μοναξιά του τοπίου. Ξάφνου, ένας γρήγορος, αεράτος τύπος εμφανίζεται κρατώντας κάτι πασσάλους στα χέριια του και δυο τρία κομμάτια ύφασμα. Δεν μου μιλάει, δεν του μιλάω και σε ελάχιστα λεπτά με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις στήνει ένα αντίσκηνο! Το δικό μου αντίσκηνο!

“Τι κάνεις;” τον ρωτάω. “Θα πεθάνεις εδώ πάνω” απάντησε σοβαρός και συνέχισε τη δουλειά. Για όλες τις επόμενες μέρες, για όσο καιρό έζησα σαν αγρίμι, εξόριστος μέσ’ στην εξορία, ο ίδιος τύπος πηγαινοερχόταν κάθε μέρα διανύοντας μια τεράστια απόσταση από το στρατόπεδο ίσαμε το βουνό μόνο και μόνο για να μου φέρνει φαγητό να τρώω να μην πεθάνω. Ηταν ο Θανάσης Βέγγος, η απαρχή μιας μεγάλης φιλίας πάνω απ’ όλα.

Η “Μαγική Πόλη” και όλο αυτό το φτωχικό νεορεαλιστικό ντεκόρ της πάλι στον Βέγγο οφειλόταν. Θυμάμαι όταν πρωτοπήγα σπίτι του στο Φάληρο… Τέτοια φτώχεια δεν είχα ξανασυναντήσει στη ζωή μου εγώ, ο γόνος μεγαλοαστών που μεγάλωσε στο Κολωνάκι. Γύρισα σπίτι θυμάμαι κι έπιασα τη μάνα μου. Με είχε ταράξει η φτώχεια μαζί με την καλοσύνη του Θανάση. Τότε, είπα: “Εγώ μ’ αυτούς τους ανθρώπους θέλω να καταπιαστώ, τον πόνο και την αξιοπρέπεια αυτών των ανθρώπων θέλω να δείξω…”. Και το έκανα, πιστεύω»!

  • ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ: «Ποτέ δεν ξεπέρασε το “πρόβλημα”»

Ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης ξετυλίγει τις δικές του μνήμες από τα γυρίσματα της τελευταίας του ταινίας «Ψυχή βαθιά», η οποία έμελλε να είναι και η τελευταία του μεγάλου ηθοποιού…

«Θυμάμαι ότι στο Σιδηροχώρι, όπου έμεινε δύο μέρες γιατί είχε μικρό ρόλο στην ταινία, όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Είχε βάλει τα ρούχα του ρόλου και περίμενε μέχρι τις 6.30 το πρωί που ξυπνάγαμε για να αρχίσει το γύρισμα. Ηταν ο απίστευτος συνεργάτης. Ετοιμος κάθε στιγμή με τρομακτικό άγχος και ποτέ δεν ξεπέρασε αυτό το πρόβλημα που είχαν όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί. Ηταν έτοιμος και πάντα με ρωτούσε αν ήταν καλός, αν εξυπηρέτησε με τη συμμετοχή του τις ανάγκες της ταινίας».

  • ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ: Η πρώτη ημέρα που βγήκε στη σύνταξη

Ο γνωστός ηθοποιός δεν θα ξεχάσει ποτέ τον στοργικό συνάδελφό του Θανάση Βέγγο: «Πριν αρχίσει η παράσταση, επειδή ήμουν πολύ κουρασμένος, άπλωνα τα πόδια μου σε μια καρέκλα και κοιμόμουν. Ο Θανάσης φώναζε στους άλλους συναδέλφους “σουτ, το παιδί κοιμάται”, ενώ εμένα με συμβούλευε: «Μη δουλεύεις τόσο πολύ και την πατήσεις, όπως εγώ που γνώρισα το παιδί μου μετά τον Στρατό!».

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του Παύλου Κοντογιαννίδη όταν μας περιγράφει την πρώτη ημέρα που ο ηθοποιός βγήκε στη σύνταξη: «Ηρθε στο θέατρο με ένα κουτί γλυκά, συνήθως μας έφερνε γαλακτομπούρεκα. Τον ρωτήσαμε “τι γιορτάζουμε, Θανάση;” και μας απάντησε “πήρα τη σύνταξή μου, 75.000 δρχ., και έφερα γλυκά για να σας κεράσω».

  • ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ: «Μοναδική περίπτωση εσωστρεφούς»

Ο ηθοποιός Νίκος Παπαναστασίου, ο οποίος έπαιξε μαζί με τον μεγάλο κωμικό στις επιθεωρήσεις του «Δελφινάριου», τότε που οι θίασοι αποτελούνταν από μύθους του θεάτρου, θυμάται τις πλάκες που του έκαναν μαζί με τον Κώστα Τσάκωνα.

«Ο Βέγγος ήταν σχολαστικός με την καθαριότητα, όλοι το γνώριζαν αυτό. Εμείς λοιπόν πηγαίναμε και του λερώναμε το καμαρίνι. Το έπαιρνε είδηση και φώναζε: “πάλι εσείς, κατεργάρηδες;”. Γελούσαμε αλλά δεν ξανοιγόταν πολύ. Υπήρξε μοναδική περίπτωση εσωστρεφούς ανθρώπου» λέει στην «Espresso της Κυριακής» ο ηθοποιός.

  • ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΚΩΝΑΣ: «Οι τσέπες του ήταν πάντα… τρύπιες»

Ο Κώστας Τσάκωνας μας διηγήθηκε μια ιστορία που συνέβη στον Θανάση Βέγγο μέσα στο αστικό λεωφορείο ένα απόγευμα που πήγαινε στο «Δελφινάριο»: «Είχε τρυπήσει η τσέπη του και έχασε το εικοσάρικο που είχε για να πληρώσει το εισιτήριο. Ο ελεγκτής όμως του ζητούσε τα χρήματα επίμονα. Τότε σηκώθηκε κάποιος κύριος από τους επιβάτες και προσφέρθηκε να το πληρώσει. Το εικοσάρικο έπεσε κάτω και ο Θανάσης στην προσπάθειά του να το βρει χτύπησε το κεφάλι του και ήρθε στην παράσταση γεμάτος γρατζουνιές».

Και ο Κώστας Τσάκωνας συμπληρώνει: «Ομως, οι τσέπες του Βέγγου ήταν πάντα… τρύπιες. Οταν πληρωνόταν τη δεκαημερία από το θέατρο, γυρνούσε στο σπίτι και δεν είχε να δώσει δραχμή στην κυρία Ασημίνα. Κι αυτό γιατί στο θέατρο έρχονταν χήρες και ορφανά για να τις βοηθήσει. Στις δε χρυσές εποχές, όταν περνούσε με τη βέσπα του από την Ομόνοια, σταματούσε σε όποιον του άπλωνε το χέρι για να τον ελεήσει».

  • ΣΟΦΗ ΖΑΝΙΝΟΥ: Η πλάκα των Ζανίνο, Μπάρκουλη

Η Σόφη Ζανίνου, η οποία τον είχε «δεύτερο πατέρα», μας λέει: «Ο Θανάσης ήταν σχολαστικός με την καθαριότητα. Κυκλοφορούσε πάντα με ένα ξεσκονόπανο στο χέρι. Τον ενοχλούσε η σκόνη κι αυτό του έμεινε από την εξορία. Είχε αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο και το ξεσκόνιζε κάθε πρωί, όταν κάναμε γυρίσματα στον Πόρο. Μια ημέρα, ο πατέρας μου, ο Ζανίνο, μαζί με τον Ανδρέα Μπάρκουλη και τον Κώστα Κακαβά πήραν φούμο, το έκαναν μαύρο και το έκρυψαν. Βγήκε στο παράθυρο, δεν είδε το αυτοκίνητο, κατέβηκε και άρχισε να τρέχει για να το βρει. Οταν το είδε μαυρισμένο, έπαθε μεγάλη πλάκα»!

  • ΚΑΡΟΛΟΣ ΠΑΥΛΑΚΗΣ: «Συνέχεια έτρεχε και χτυπούσε»

Ο θεατρικός παραγωγός Κάρολος Παυλάκης συνεργάστηκε με τον Θανάση Βέγγο στο θέατρο «Βρετάνια». «Το 1978 ανεβάσαμε την κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου “Τι έκανες στον Τρωικό πόλεμο, Θανάση” και την επόμενη χρονιά “Το βλήμα”. Ο Θανάσης ήταν απίστευτα δουλευταράς. Εκείνο που θυμάμαι ήταν ότι συνέχεια έτρεχε και χτυπούσε. Ερχόταν με επιδέσμους στο κεφάλι και στα χέρια. Με το χρήμα δεν είχε καθόλου καλή σχέση. Δεν τον ενδιέφερε, δεν το εκτιμούσε. Πρώτα νοιαζόταν για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της δουλειάς και δευτερευόντως για τα εισιτήρια» λέει o Κάρολος Παυλάκης.

Η σκηνή που του έχει μείνει από τον Θανάση; «Πηγαίναμε στο Μοναστηράκι για να αγοράσουμε υλικά για τα σκηνικά της παράστασης. Σε όλη τη διαδρομή ο κόσμος του φώναζε: “Θανάση, ξέρεις από βέσπα;”. Και εκείνος τους χαιρετούσε: “γεια σας, καλοί μου άνθρωποι”».

  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ: Το κλάμα που δεν έβγαινε από τον ρόλο

O θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Λαζαρίδης, συνεργάτης του για πολλά χρόνια και συγγραφέας της μεγαλύτερης ίσως θεατρικής επιτυχίας του Βέγγου «Ο τρελός του Λουνα Παρκ», μας αφηγήθηκε το παρακάτω περιστατικό:

«Στις πρόβες του “Τρελού του Λούνα Παρκ” (1970) ο Θανάσης έπρεπε κάποια στιγμή να σταματήσει τις τρεχάλες πάνω στη σκηνή για να τον παρακολουθήσει και ο θεατής. “Δάσκαλε, αδύνατον να φρενάρω. Είμαι ηθοποιός ανοιχτής θαλάσσης, κατάλαβέ το” έλεγε στον Μιχαηλίδη, τον σκηνοθέτη του. “Κι όμως, Θανάση μου, στη σκηνή του μονολόγου που λες για τη ζωή σου πρέπει να κάτσεις σε αυτό το σκαμνάκι και να συγκεντρωθείς. Αλλιώς δεν βγαίνει συγκίνηση” του επεσήμανε ο σκηνοθέτης.

Πράγματι, στην πρόβα τζενεράλε ο Θανάσης κάθεται στο σκαμνάκι του μονολόγου και δίνει ρεσιτάλ. Κλαίγοντας τελείωσε. Ορθιοι χειροκροτούσαν. Τρέχει συγκινημένος και ο Μιχαηλίδης στα παρασκήνια και του λέει: “Είδες, Θανάση μου, που είχα δίκιο;”. Και ο Βέγγος του απάντησε: “Δάσκαλε, δεν βγήκε από το σκαμνάκι η συγκίνηση. Σκεφτόμουν ότι αύριο έρχονται κλητήρες και μου παίρνουν το σπίτι και δεν ξέρω πού να βολέψω τη Μίνα και τα παιδιά”»…

  • ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ: «Αισθανόταν ανασφαλής στο θέατρο»

Ο Γιώργος Μιχαηλίδης ήταν ο σκηνοθέτης που κατάφερε να πείσει τον Θανάση Βέγγο να εμφανιστεί στην Επίδαυρο. «Συνεργαζόμασταν πολύ πιο μπροστά και κάναμε παρέα. Τότε είχε καταρρεύσει ο ελληνικός κινηματογράφος και είχαν κυκλοφορήσει οι κασέτες και όλες αυτές οι αηδίες. Αλλά και ο Βέγγος είχε καταρρεύσει. Πηγαίναμε καθημερινά σε ένα ουζάδικο στη Θεμιστοκλέους και συζητούσαμε διάφορα πράγματα. Του έγραφα και τους σκελετούς στα νούμερα της επιθεώρησης που έκανε. Πρέπει να ομολογήσω ότι αισθανόταν πολύ πιο ανασφαλής στο θέατρο. Ηταν πιο πολύ παιδί του κινηματογράφου».

  • ΑΛΕΚΟΣ ΤΖΑΝΕΤΑΚΟΣ: «Κάνε κάτι στον Βέγγο να γελάσουμε»

Η «Espresso της Κυριακής» δημοσιεύει υλικό από το ανέκδοτο βιβλίο του Αλέκου Τζανετάκου, το οποίο μας εμπιστεύθηκε η οικογένειά του. Περιγράφει λοιπόν σε κάποιο σημείο ο ηθοποιός:

«Ο Θανάσης ήθελε να του λες τις ατάκες με τη σειρά τους, αν τις άλλαζες, πάθαινε μπλακάουτ. Επαιζε με τον δικό του τρόπο, πολύ δύσκολος και προβληματικός στη συνεργασία, ήθελε τρομερή προσοχή! Γιατί μπορούσε να σταματήσει την παράσταση, αν δεν γινόντουσαν όλα όπως αυτός ήθελε.

Προχωρώντας οι παραστάσεις είχαμε παίξει τα ίδια και τα ίδια λόγια κάθε βράδυ. Επρεπε να κάνουμε και καμιά πλάκα μεταξύ μας στη σκηνή για να σπάει η μονοτονία και η ανία, χωρίς φυσικά να καταλάβει κάτι το κοινό κάτω στην πλατεία. “Ελα, ρε Αλέκο”, μου έλεγαν οι συνάδελφοι, “κάνε κάτι στον Βέγγο να γελάσουμε”!

Ενα βράδυ την ώρα που παίρνει φόρα και τρέχει πάνω στη σκηνή, τη στιγμή που… γκάζωσε, πήρε φόρα και έτρεξε στο πόμολο να ανοίξει την πόρτα, του φώναξα στα γαλλικά. Σταματά ο φουκαράς ο Θανάσης, τα χάνει, τινάζει το χέρι του κάνα δυο φορές χτυπώντας αριστερά, δεξιά στο κεφάλι του τα δάχτυλα, δεν λέει λέξη και έρχεται σαν ζαλισμένος με αργά, βαριά βήματα δίπλα μου και μου λέει στο αυτί: “Τζανετάκο, ψυχρέ επαγγελματία, τι λέω παρακάτω, δεν θυμάμαι ούτε το όνομά μου”.

Φυσικά, για να μη σταματήσει η παράσταση τον κάλυψα, είπα εντάξει, ρε Θανάση, πήγαινε και άνοιξε την πόρτα και πήγαινε στη δουλειά σου. Και άμα έρθει η Νόρα Ράλλη, θα σε φωνάξω, και έφυγε σαν βρεγμένη γάτα».

  • ΧΡΥΣΑ ΔΟΤΣΙΟΥ, ΣΜΑΡΑΓΔΑ ΜΙΧΑΛΙΤΣΙΑΝΟΥ, ΕΣΠΡΕΣΣΟ, 8.5.2011
Advertisements
Post a comment or leave a trackback: Trackback URL.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: